Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 185/2019

Nομικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν. Άρση διαφωνίας γονέων για την ονοματοδοσία του τέκνου και ορισμός ονόματος αυτού από το δικαστήριο. Κριτήριο το συμφέρον του τέκνου.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 185 /2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αρ. 5789/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 αρ.3 περ.β, 593 -602, 610 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/23-7-2015, που καταλαμβάνει τις αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 ως άνω νόμου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 518 παρ.2, 591 παρ.1  ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει ούτε επικαλούνται οι διάδικοι ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, πριν την άσκηση της έφεσης. Έχει δε κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3εδ.α του ΚΠολΔ, παράβολο, όπως προκύπτει από την σημείωση του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάτωθεν της προαναφερθείσας έκθεσης κατάθεσης της έφεσης, αν και  δεν απαιτείται  στην προκειμένη περίπτωση, καθώς, σύμφωνα με το εδ. στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι διαφορές του άρθρου 592 παρ.1 και 3, όπως η ένδικη.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 παρ.1 Α.Κ, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Κατά δε τα άρθρα 1511 παρ.1 και 1512 του ίδιου Κώδικα, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζονται όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1518 παρ.1 Α.Κ, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Ωσαύτως με το άρθρο 15 του Ν.1438/1984, που αντικατέστησε το άρθρο 25 του Ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» ορίζονται τα εξής: «Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα ή του ενός από αυτούς εφόσον έχει έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν ο ένας από τους γονείς δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική μέριμνα, η δήλωση του ονόματος γίνεται από τον άλλο γονέα. Αν και οι δύο γονείς δεν υπάρχουν ή δεν έχουν γονική μέριμνα, το όνομα καταχωρίζεται με δήλωση αυτού που έχει την επιτροπεία του προσώπου του τέκνου. Η γενόμενη σύμφωνα με τα ανωτέρω δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται». Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς το ότι η ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται άπαξ (Ολ.Α.Π 240/1975, 99/1985) όπως και η συναρτημένη με αυτήν επιλογή του προσώπου του αναδόχου του τέκνου, προκύπτει ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου  λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι όμως ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας. Συνεπώς και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίσουν αυτοί από κοινού για το όνομα που πρέπει να δοθεί στο τέκνο, σε περίπτωση δε διαφωνίας αυτών, αποφασίζει το δικαστήριο, με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου (A.Π 417/2005, Α.Π 631/2002, Α.Π 1700/2001, Α.Π 947/1996, Α.Π 716/1993, Α.Π 1321/1992, Εφ.Αθ. 3486/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης, Για να κριθεί τί αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν, βάσει αξιολογικών κριτηρίων, που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής. Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (Α.Π 534/1991, Α.Π 770/1986 ΝοΒ 35,742).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην πρώτη ως άνω από 1-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……. αγωγή, ζητούσε να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτής και του εναγόμενου – εν διαστάσει συζύγου της, ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το όνομα «…..», ένεκα του ομώνυμου Αγίου , λόγω σχετικού ‘’τάματος’’ της ενάγουσας, πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς αυτό ήδη χρησιμοποιεί το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του και στο οποίο είχε συμφωνήσει ο εναγόμενος προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως, το διπλό όνομα ‘’…………’’, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ο ενάγων στη δεύτερη ως άνω από 20-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……….. αγωγή, (εναγόμενος στην πρώτη αγωγή), ζητούσε, επίσης, να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτού και της εναγόμενης -εν διαστάσει συζύγου του (ενάγουσας στην πρώτη αγωγή), ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα ‘’…….’’, που είναι το όνομα του πατρός του (ενάγοντος) πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς είθισται το πρώτο παιδί να λαμβάνει το όνομα του πάππου εκ της πατρικής γραμμής, και στο οποίο είχε συμφωνήσει η εναγόμενη προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με την εκκαλουμένη απόφασή του, (υπ΄αρ. 5789/2017) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμβιβάσει τους διαδίκους, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα  ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά αυτού, (κατ΄αρθρο 611 ΚΠολΔ), ακολούθως  συνεκδίκασε τις ως άνω δύο (αντίθετες) αγωγές, τις έκρινε ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στα άρθρα 1510 επ.του ΑΚ, στη συνέχεια δε, απέρριψε την πρώτη αγωγή (με Ε.Α.Κ …….) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή τη δεύτερη αγωγή (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη και όρισε ως όνομα του ανήλικου αβάπτιστου άρρενος τέκνου των διαδίκων το ‘’……’’.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και εναγόμενη στην δεύτερη – ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της,  για  τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή. (Σημειωτέον ότι κατά τη εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου δεν ήταν παρόντες ούτε οι διάδικοι, ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, οπότε δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του δικαστηρίου, κατ΄άρθρο 611 ΚΠολΔ, προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς τους).

Με το Ν.4335/2015, προστέθηκαν οι νέες διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 του ΚΠολΔ, με τις οποίες επιφέρονται εκτε­ταμένες μεταβολές στο δίκαιο των ένορκων βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 591 του ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τον ίδιο νόμο, προβλέπουν, τους εξής όρους του υποστα­τού – παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: α) κλήτευση του αντιδίκου με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύ­δει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, β) τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργάσιμων ημερών πριν την προσδιορι­σμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθρο 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, το οποίο να διαλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα λήψης, το ονο­ματεπώνυμο και τη διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, την αγωγή ή ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύ­θυνση της κατοικίας του μάρτυρα, δ) λήψη μέχρι πέντε ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικο ενώπιον του λειτουργικά και κατά τόπο αρμόδιου οργάνου, ε) ιδιό­τητα μάρτυρα, τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν, στ) ορκοδοσία και ζ) εμπρόθε­σμη υποβολή της ένορκης βεβαίωσης με τις προτάσεις. Αν δεν πληρούται κάποιος από τους ανωτέρω όρους, η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη, στην δε περίπτωση ζ, απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 του ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου 9 Ν. 4335/2015. Επίσης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.4335/2015, οι ρυθμίσεις των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αποκλει­στικά επί αγωγών που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4, κατά τα λοιπά οι ρυθμίσεις του νέου νόμου, εφόσον δεν ορίζεται δια­φορετικά σε επιμέρους διατάξεις, εφαρμόζονται από την 1-1-2016. (βλ. Γιαννόπουλο/Χ.Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ, στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, ΕλλΔνη 2016. 665, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015, σ.34).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και των µε αρ. ……. ένορκων βεβαιώσεων των ………., αντίστοιχα, ενώπιον της Συµβολαιογράφου Πειραιώς ………, που προσκοµίζει µε επίκληση ο εναγόµενος – ενάγων ήδη εφεσίβλητος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νοµότυπης κλήτευσης της ενάγουσας – εναγοµένης ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει από τη µε αρ. ….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….., αποδεικνύνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   [Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπ΄αρ. ……… ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………… αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει για πρώτη φορά η εκκαλούσα – ενάγουσα – εναγόμενη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών (κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσης κλήτευσης του αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ…….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….), διότι δεν αναγράφεται σε αυτές το επάγγελμα των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων, όπως απαιτείται από το νόμο για να είναι υποστατές, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος. Συνακόλουθα δε, ενόψει της μη λήψης υπόψη, από το δικαστήριο τούτο, των παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα λήψης υπόψη και των υπ΄αρ. ….. ένορκων βεβαιώσεων των ………, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, (κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσης κλήτευσης της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ. ……. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), που προσκόμισε ο εφεσίβλητος, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο και μέσα στην προθεσμία προσθήκης- αντίκρουσης, προς αντίκρουση των όσων αναφέρονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις].

Οι διάδικοι τέλεσαν νόµιµο θρησκευτικό γάµο στις 12-7-2008 στην Αργυρούπολη Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν, στις 27-1-2015, ένα άρρεν αβάπτιστο τέκνο, µε τη µέθοδο της εξωσωµατικής γονιµοποίησης, µετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες ετών. Λίγο καιρό, όμως, µετά τη γέννηση του τέκνου τους δημιουργήθηκαν μεταξύ τους συγκρούσεις που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους (στις 6-3-2015). Έκτοτε δε, η ενάγουσα – εναγοµένη διαµένει µαζί µε το τέκνο στην οικία της, ενώ µε την υπ’ αρ. 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της ανατέθηκε οριστικά η επιµέλεια του προσώπου του και ρυθµίστηκε το δικαίωµα επικοινωνίας του εναγοµένου – ενάγοντος  πατέρα του µε αυτό. Λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων των διαδίκων, που συνεχίσθηκε και µετά τη διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης, αυτοί δεν συμφωνούν ως προς την ονοµατοδοσία του τέκνου τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενόψει ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, (υποβαλλόταν σε εξοσωματική γονιμοποίηση ήδη από το έτος 2010, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά), κατάφερε να μείνει έγκυος, αποφάσισε να ονομάσει το τέκνο τους ‘’…….’’. Κι αυτό διότι, η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης που τελικά οδήγησε στην εγκυμοσύνη της, έλαβε χώρα πλησίον της ημέρας της εορτής του …….. και συγκεκριμένα η ωοληψία και η μικρογονιμοποίηση των γαμετών έγινε στις 20-5-2014 και η μεταφορά δύο εμβρύων στις 23-5-2015, όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη βεβαίωση του ιατρού μαιευτήρα – γυναικολόγου του  Κέντρου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής ‘’…………’’ …… Στην απόφαση αυτή της ενάγουσας, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά  ο εναγόμενος. Συμφώνησαν, εντούτοις, να δώσουν στο εν λόγω τέκνο τους και το όνομα ‘’…….’’, το οποίο ήταν το όνομα του πατέρα του εναγόμενου, σύμφωνα και με τα ελληνικά έθιμα. Μετά τη διάσπαση, όμως, της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και των αντιδικιών, έκτοτε, μεταξύ τους, διαφωνούν πλέον στην ονοματοδοσία του τέκνου τους και συγκεκριμένα, η μητέρα του -εκκαλούσα, με την οποία και κατοικεί αυτό, όπως προαναφέρθηκε, το αποκαλεί αποκλειστικά με το όνομα ‘’……..’’ και ο πατέρας του – εφεσίβλητος, όταν έχει επικοινωνία μαζί του, μόνο με το όνομα ‘’……’’. Το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων περιελάμβανε και τα δύο ονόματα, επιβεβαιώνεται εναργώς και από το μήνυμα που έστειλε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο, στις 8-11-2015, από το κινητό τηλέφωνο της μητέρας της, (σε απάντηση προηγηθέντος μηνύματος του εφεσίβλητου προς το δικό της κινητό τηλέφωνο ‘’ Να μας ζήσει ο …….. μας’’), με το εξής περιεχόμενο- απάντηση ‘’ ΜΠΕΡΔΕΥΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ Κ ΝΑ ΔΩΣΕΙΣ Κ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΑΣ. ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ Κ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΩΣΤΑ ΤΟΤΕ ΙΣΩΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΟΥΜΕ Κ ….. ….. Από το μήνυμα αυτό δεν προκύπτει, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος κι έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, να δοθεί στο τέκνο μόνο το όνομα ‘’…….’’, αφού σαφώς αναφέρεται το ‘’Κ’’, δηλ. ‘’ΚΑΙ’’ (…..). Τα  αναφερόμενα από τον μάρτυρα του εφεσίβλητου ……, και τους ως άνω ενόρκως βεβαιούντες, περί κοινής αρχικής απόφασης των διαδίκων να ονομαστεί το τέκνο τους αποκλειστικά ‘’…’’, τα οποία αντικρούονται από την κατάθεση της μάρτυρα της εκκαλούσας ….., η οποία, αντίθετα, αναφέρει ότι η αρχική απόφαση των διαδίκων ήταν να ονομαστεί το τέκνο μόνο ‘’………’’, δεν αποτελούν επαρκή απόδειξη κατά την κρίση του δικαστηρίου, για την μία ή την άλλη εκδοχή.

Πέραν τούτων, το παρόν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα,  ανεξαρτήτως ποια ήταν η αρχική συμφωνία των διαδίκων – γονέων και των αιτημάτων τους, από τα οποία δεν δεσμεύεται, ότι, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει συνθηκών, είναι προς το συμφέρον του τέκνου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτό να λάβει το διπλό όνομα ‘’. – ….’’. Κι αυτό διότι, από τη μία πλευρά, ‘’Κωνσταντίνος’’ είναι το όνομα, με το οποίο το αποκαλεί η μητέρα του, το περιβάλλον της, αλλά και τα παιδιά κι οι νηπιαγωγοί στον παιδικό σταθμό, όπου φοιτά το εν λόγω τέκνο (όπως προκύπτει από την από 18-1-2018 βεβαίωση της υπεύθυνης του παιδικού σταθμού «…….» στην Αργυρούπολη, …..). Θα είναι δε δύσκολο, ενόψει του ότι το ως άνω τέκνο των διαδίκων, είναι ήδη πλέον πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα αυτό, που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του, σύμφωνα και με τα πορίσματα της ψυχολογίας (βλ. σχετ. και από 2-2-2018 και 28-11-2018 γνωματεύσεις της κλινικής παιδοψυχολόγου- ψυχοθεραπεύτριας στο  μαιευτήριο ‘’….’’ …. και της συμβούλου ψυχικής υγείας ……., αντίστοιχα). Από την άλλη πλευρά, η λήψη επίσης του ονόματος τού, ήδη αποβιώσαντος, παππού του από την πατρική γραμμή (‘’……’’), προστιθέμενο στο ‘’……’’, θα βοηθήσει το τέκνο, με ήπιο τρόπο, να αποκτήσει ισχυρότερο σύνδεσμο με τον πατέρα του, αλλά και το συγγενικό περιβάλλον αυτού, (πράγμα εξίσου σημαντικό για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του), και να μην αποκοπούν συναισθηματικά, ενόψει και του γεγονότος ότι δε μένει με αυτόν, αλλά με τη μητέρα του. Ακόμη, το δικαστήριο  κρίνει ότι η λήψη τους ως άνω διπλού ονόματος δεν θα οδηγήσει σε σύγχυση το τέκνο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην εκκαλουμένη, δεδομένου μάλιστα του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνηθίζεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να δίνεται διπλό κύριο όνομα. Ειδικά δε για παιδιά, που γεννιούνται μετά από πολλές προσπάθειες, δεν είναι σπάνιο να λαμβάνουν το όνομα ενός Αγίου, εν είδει τάματος, (πολύ δε περισσότερο στην ένδικη περίπτωση, που η ημερομηνία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η οποία οδήγησε στη γέννηση του τέκνου, συνέπεσε με την εορτή του ως άνω Αγίου), μαζί με το όνομα που είθισται κατά τα ελληνικά έθιμα, ήτοι το όνομα του πάππου από την πατρική γραμμή. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου – εφεσίβλητου, τον οποίο επαναφέρει με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει να ονομασθεί το τέκνο τους ‘’……..’’, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαφορών μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους,  ενώ, όπως υποστηρίζει, είχε αρχικά συμφωνήσει να δοθεί στο τέκνο (μόνο) το όνομα ‘’…….’’, εκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, αληθή υποτιθέμενα τα υποστηριζόμενα από τον εφεσίβλητο, δεν στοιχειοθετούν, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, διότι το όνομα που θα δοθεί στο τέκνο προσδιορίζεται με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο βαθμό που, κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τους βάσιμους, εν μερει,  περί τούτου λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, (πρέπει) να γίνει δεκτή η ως άνω πρώτη αγωγή της ενάγουσας (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό της αίτημα και να απορριφθεί η δεύτερη ως άνω αγωγή του ενάγοντος (με Ε.Α.Κ ……..) ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να ορισθεί ως όνομα αυτού το ‘’………‘’. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ως συζύγων (αρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε,στ ΚΠολΔ, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ          

Δικάζει την έφεση κατ΄αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 5789/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών.

Κρατεί. α) την από 1-6-2017 και με Ε.Α.Κ ……. αγωγή και β) την από 20-6-2017 και με Ε.Α.Κ …… αγωγή.

Συνεκδικάζει, επί της ουσίας, τις ως άνω αγωγές.

Απορρίπτει ότι έκρινε ως απορριπτέο.

Δέχεται την ως άνω υπό στοιχ. (α), με ΕΑΚ ………, αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα.

Απορρίπτει την ως άνω, υπό στοιχ. (β), με ΕΑΚ …….., αγωγή.

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και Ορίζει ως όνομα αυτού το ‘’….’’.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την απόδοση, στην εκκαλούσα, του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 29  Μαρτίου  2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

               Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                           Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.

 

Κατηγορία: Μονομελές, Νομολογία