Μενού Κλείσιμο

Αριθμός Απόφασης 517/2019

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τροχαίο ατύχημα. Συνυπαιτιότητα πεζού. Διάσχιση από πεζό κάθετα Λεωφόρου από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με το ζημιογόνο όχημα, από σημείο όπου δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς & διάβαση πεζών, ενώ υπήρχαν σε απόσταση 60 μ.. Αιτιώδης συνάφεια ατυχήματος και επελθόντος, μετά από 45 μέρες νοσηλείας, θανάτου του πεζού, που είχε τραυματιστεί. Μη οριστική απόφαση στον πρώτο βαθμό για τον έναν ενάγοντα (απλό ομόδικο). Μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής. Επιδίκαση τόκων επιδικίας (346 Α.Κ.) και μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Απορρίπτει ουσία αντίθετες εφέσεις και πρόσθετους λόγους έφεσης.

 

Αριθμός Απόφασης:      517       /2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ]

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευγενία Τσιώρα, Εφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου και από τη Γραμματέα Ε.Τ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το ένδικο μέσο της εφέσεως συγχωρείται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση, που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με το ως άνω ένδικο μέσο, ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλαδή η μία είναι παρεπομένη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 1/2019 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 75 Κ. Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη (ΑΠ 106/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1306/2018 Δημ. Νόμος). Ο κανόνας του άρθρου 513 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ κάμπτεται στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία (υποκειμενική σώρευση αγωγών) ή αντικειμενική σώρευση αγωγών, που συνεκδικάζονται και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή ορισμένους ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς ή προς άλλη συνεκδικαζόμενη αγωγή. Διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2, 76 και 517 εδ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις δίκης, που συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να χάνεται ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση του καθένα απέναντι στους λοιπούς, η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη. ΄Εκτοτε, συνεπώς, η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή, και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (Ολ.ΑΠ 902/1982, 401/1981, ΑΠ 747/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 204/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 365/2010 Δημ. Νόμος, ΑΠ 22/2009 Δημ. Νόμος). Περίπτωση δε απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή εκ του νόμου, ενώνονται δε σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών. Τέτοια είναι και η περίπτωση των συγγενών θανόντος εξ αυτοκινητικού ατυχήματος, των οποίων σωρεύονται στην ίδια αγωγή αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Και τούτο διότι εκάστη αξίωση εκάστου δικαιούχου είναι αυτοτελής και προσωποπαγής (ΑΠ 747/2014 ό.π.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, ιδίως εάν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το Δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΕφΠειρ 306/2015 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 594/2015 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου ισχύει από 1.1.2016, “η παραίτηση, κατά τα άρθρα 294 και 296, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου”. Οι προτάσεις δεν αποτελούν “δικόγραφο” κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της, εφόσον δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου (Ολ.ΑΠ 1187/1981, ΑΠ 368/2016 ό.π.). ΄Ηδη, κατά τη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου ισχύει από 1.1.2016, “η παραίτηση, κατά τα άρθρα 294 και 296, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις”. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (Ολ.ΑΠ 1187/1981, ΑΠ 368/2016 ό.π., ΑΠ 138/2014). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 296 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι παραίτηση από το δικαίωμα, που ασκήθηκε με την αγωγή, δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς ύστερα από την έγερσή της. Ο αποκλεισμός της σιωπηρής παραιτήσεως του δικαιώματος, τον οποίο θεσπίζουν οι διατάξεις αυτές, επιρρωννύεται και από εκείνη του άρθρου 298 του ΚΠολΔ. Αυτό ορίζει, ότι η αποδοχή της αγωγής γίνεται είτε κατά το άρθρο 297, δηλαδή με την τήρηση του προβλεπόμενου τύπου, είτε και σιωπηρώς, με πράξεις, από τις οποίες να συνάγεται αυτή σαφώς. ΄Ετσι καθίσταται προφανές, ότι, όπου ο νομοθέτης θέλησε την σιωπηρή παραίτηση, παραλλήλως προς εκείνη, που ισχύει με την τήρηση του προαναφερόμενου τύπου, το όρισε σαφώς (ΑΠ 368/2016 ό.π., ΑΠ 1057/1994). Κατ’ ακολουθίαν, η απαράδεκτη δικονομική παραίτηση δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος, που επιτρέπει την εκδίκασή του και την απόρριψη του αιτήματος ως ουσιαστικά αβασίμου (απ 886/2017 ό.π., ΑΠ 368/2016 ό.π.). Εξ άλλου, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α του ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρονται δε αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της (ΑΠ 165/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 886/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 368/2016 ό.π.). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ’ ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, “1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: […] ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης”. Κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του νόμου 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 – 645 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 και μετά ένδικα μέσα και αγωγές. Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης απαιτείται να συντελεστούν αμφότερες οι εν λόγω διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και της επίδοσής του στον αντίδικο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, πριν από την αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών προ της συζητήσεως της υποθέσεως, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Εξάλλου και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, συνιστούν ιδιαίτερη σε σχέση με την έφεση διαδικαστική πράξη, η οποία διέπεται ως προς τον τρόπο ασκήσεώς της από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που διενεργείται (ΕισΝΚΠολΔ 12 και 24 παρ.1 εδ. β’). Επομένως, επί εφέσεων που συζητούνται μετά τη θέση σε ισχύ των ως άνω τροποποιήσεων του ΚΠολΔ (1-1-2016), οι πρόσθετοι λόγοι υποβάλλονται στις διατυπώσεις του άρθρου 591 παρ.1 περ. ζ’ αυτού (ΑΠ 1156/2018 Δημ. Νόμος, Μελέτη Ε. Τσιώρα, «Eφαρμογή του Ν. 4335/2015 στην τακτική και τις ειδικές διαδικασίες – Ζητήματα διαχρονικού δικαίου– Επισκόπηση νομολογίας-», Αρμ. 2018, σελ. 1615 επ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ` εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 532 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί των προσθέτων λόγων εφέσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου (βλ. ΑΠ 416/2001 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2870/2018 Δημ. Νόμος). Ως “κεφάλαιο”, κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, νοείται κάθε οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού (βλ. ΑΠ 189/2016, ΑΠ 249/2016, ΑΠ 1359/2011, ΑΠ 1543/2007 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2870/2018 ό.π.). Ως “αναγκαίως συνεχόμενο” προς τα εκκληθέντα κεφάλαια νοείται μια οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία έχει τέτοια συνάφεια προς κάποια από τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελεί ζήτημα προκριματικό για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζει από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του εφετείου ως προς το συνεχόμενο κεφάλαιο, από εκείνη της πρωτόδικης αποφάσεως, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων κεφαλαίων (βλ. ΑΠ 249/2016, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 238/2001 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2870/2018 ό.π.). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 64 § 1 ΚΠολΔ, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 Α.Κ., είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Κατά το άρθρο 1510 Α.Κ., η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του. Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα (ΑΠ 141/2019 Δημ. Νόμος). Από το συνδυασμό δε των άρθρων 127 Α.Κ. και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 Α.Κ., την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου (ΑΠ 363/2018 Δημ. Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες [ήτοι οι: 1) ……….., ατομικά και ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του … και …, 2) ……., συζ. ……., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της … και …., 3) ………., όπως ο ανήλικος εκπροσωπείται από τους ανωτέρω γονείς του, 4) ……. όπως ο ανήλικος εκπροσωπείται από τους ανωτέρω γονείς του και 5) ……….] άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εναντίον των εναγομένων [ήτοι των: 1) ……… και 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας, με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο …. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα], την από 04/12/2014, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …./5-12-2014 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./5-12-2014 αγωγή τους, με την οποία, κατ’ ορθή εκτίμηση, ισχυρίστηκαν ότι, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται σε αυτήν, στο Κερατσίνι Αττικής, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αρ. κυκλοφ. ….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια) αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, που συνέβη υπό τις συνθήκες που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, με αποτέλεσμα να προκληθεί, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, αρχικώς, ο τραυματισμός και, εν τέλει, ο θάνατος του πεζού, ………, εν ζωή πατέρα του πρώτου των εναγόντων, πεθερού της δεύτερης ενάγουσας, παππού των τρίτου και τετάρτου των εναγόντων και αδερφού της πέμπτης των εναγόντων. Ότι καθ’ ο χρόνο ο ανωτέρω τραυματισθείς (και μετέπειτα αποβιώσας), …………, νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο, κατέβαλε τα, αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή, έξοδα για τη νοσηλεία του, ο δε πρώτος των εναγόντων κατέβαλε ο ίδιος τα οριζόμενα έξοδα για την απασχόληση αποκλειστικών νοσοκόμων, ότι υπεβλήθη ο ίδιος στις μνημονευόμενες δαπάνες μετακινήσεώς του με ταξί από την οικία του προς το Νοσοκομείο, μετά δε το θάνατο του πατρός του κατέβαλε τα περιγραφόμενα στην αγωγή έξοδα κηδείας του. Ότι, επίσης, όλοι οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, λόγω του θανάτου του προαναφερόμενου συγγενούς τους. Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτή παραίτηση του πρώτου των εναγόντων από το αγωγικό κονδύλιο για δαπάνη νοσηλίων ποσού 13.514,68 ευρώ και τον παραδεκτό περιορισμό, κατ’ άρθρο 223 εδ. β΄ ΚΠολΔ, των αγωγικών αιτημάτων των λοιπών εναγόντων (πλην του πρώτου), για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και αναπτύσσεται στις έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθ. 223 εδ. β’, 295 παρ. 1 ΚΠολΔ): Α] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα (………..), το συνολικό ποσό των 304.250,68 ευρώ και δη: α) ποσό 543,68 ευρώ, για καταβολή από τον ίδιο των εξόδων απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του πατρός του σε Νοσοκομείο, β) ποσό 2.156 ευρώ, για δαπάνες μετακινήσεώς του ίδιου με ταξί, από την οικία του προς το ως άνω Νοσοκομείο, γ) ποσό 1.591 ευρώ, για καταβολή από τον ίδιο των εξόδων κηδείας του πατρός του και δ) ποσό 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη του, λόγω του θανάτου του πατρός του, επιφυλασσομένου ν’ αξιώσει για την αυτή αιτία, πέραν του ως άνω αιτούμενου ποσού, το ποσό των 40 ευρώ, παριστάμενος, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγων και Β] να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος: α) στη δεύτερη ενάγουσα (……….) το ποσό των 100.000 ευρώ, β) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, …….. (τρίτου ενάγοντος), ως ασκούντων από κοινού τη γονική του μέριμνα, το ποσό των 150.000 ευρώ, γ) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ……….. (τετάρτου ενάγοντος), ως ασκούντων από κοινού τη γονική του μέριμνα, το ποσό των 150.000 ευρώ και δ) στην πέμπτη ενάγουσα (………..), το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή τους, για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από το θάνατο του πεθερού της δεύτερης ενάγουσας, παππού του τρίτου και του τετάρτου των εναγόντων και αδελφού της πέμπτης των εναγόντων, αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του ένδικου ατυχήματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζητούσαν να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, λόγω της αδικοπραξίας του, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και τα αντίστοιχα αιτήματά της η ως άνω αγωγή, περιέχει υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως εις ολόκληρον δικαιούχων αποζημίωσης από αδικοπραξία, συνδεομένων μεταξύ τους με τη σχέση της απλής ομοδικίας και, συνεπώς, η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση καθενός απ` αυτούς είναι αυτοτελής και προσωποπαγής (βλ. σχετ. ΑΠ 747/2014 ό.π., ΕφΔωδ 107/2006 Δημ. Νόμος). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη με αριθμ. 863/22-03-2016 εν μέρει οριστική απόφασή του -ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων – εφεσιβλήτων ατομικά- και οριστική απόφασή του -ως προς τους λοιπούς διαδίκους-, μετά από συζήτηση που έγινε, κατόπιν της από 20/5/2015 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. ……./20-5-2015 κλήσεως των εναγόντων, την 16/10/2015, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 σε συνδ. με 681Α‘ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους και την έναρξη ισχύος, την 01/01/2016, του 4335/23-7-2015), αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμα α) το κονδύλιο, ποσού 2.156 ευρώ, περί δαπάνης μετακινήσεων του πρώτου ενάγοντος, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του πατρός του, β) το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας από την επομένη επέλευσης του ατυχήματος, κρίνοντας ορθώς νόμιμο μόνον το επικουρικό αίτημα τοκοδοσίας για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα και γ) τα παρεπόμενα αιτήματα, περί κηρύξεως της εκδοθησομένης απόφασης προσωρινά εκτελεστής και περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, όσον αφορά στα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, τα οποία ετράπησαν από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, έκρινε, κατά τα λοιπά, την αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 35, 127, 297, 298, 299, 330 εδ.α’, 340, 345, 346, 481 επ., 914, 926, 928, 932, 1510 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 παρ.1 του ν. ΓΠΝ/1911, 1 περ. α’ και γ’, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 του του π.δ/τος 237/1986 (ν. 489/1976), 64 παρ.1, 70, 74, 176 και 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, ως προς τα κονδύλια για απασχόληση αποκλειστικών νοσοκόμων, κατά τη νοσηλεία σε Νοσοκομείο του συγγενούς των εναγόντων, και εξόδων κηδείας αυτού, την επιδίκαση των οποίων ζητούσε ο πρώτος ενάγων ατομικά και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκειμένου να προσκομισθεί, με τη μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων, βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), και σε περίπτωση πρόσθετης ή επικουρικής ασφάλισης και του ΟΑΕΕ ή του ΤΑΠΙΤ ή άλλου ασφαλιστικού φορέα για τους διατηρούντες μηχανουργείο, στην οποία να βεβαιώνεται αναλυτικά το είδος και η έκταση των παροχών, τις οποίες ο πρώτος ενάγων (……….) έλαβε ή δικαιούται να λάβει, ως επιδότηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό / φορέα, εξαιτίας του προκληθέντος στο ένδικο ατύχημα θανάσιμου τραυματισμού του πατρός του (………), σχετικά με τα αγωγικά κονδύλια, που αναφέρονται στο σκεπτικό της εκκαλούμενης και αφορούν α) σε δαπάνη απασχόλησης των αποκλειστικών νοσοκόμων ………… κατά τη νοσηλεία του πατρός του στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «Θριάσιο», για το χρονικό διάστημα από 10-6-2013 έως και 13-6-2013, ποσού 186,42 ευρώ, 232,98 ευρώ και 124,28 ευρώ, αντιστοίχως, και συνολικά ποσού 543,68 ευρώ και β) σε έξοδα κηδείας του πατρός του, ποσού 1.571 ευρώ. Κατά τα λοιπά, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα (……….), ατομικά, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, αναφορικά με την ανωτέρω καταφηφιστική της διάταξη, για το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, για τον πρώτο ενάγοντα και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος: α) στη δεύτερη ενάγουσα (……..), το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, β) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (…….. και ……..), για λογαριασμό του τρίτου ενάγοντος ανηλίκου τέκνου τους (…. .), ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ, γ) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (…….. και ……..), για λογαριασμό του τέταρτου ενάγοντος ανηλίκου τέκνου τους (……..), ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ και δ) στην πέμπτη ενάγουσα (……….) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, επεβλήθη δε σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, η οποία καθορίστηκε στο ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων (5.300) ευρώ. Από τ’ ανωτέρω συνάγεται ότι, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μόνο για τον πρώτο των εναγόντων, ……….., ατομικά και μόνον ως προς το κεφάλαιο και αίτημα της αγωγής για αποζημίωση, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), και σε περίπτωση πρόσθετης ή επικουρικής ασφάλισης και του ΟΑΕΕ ή του ΤΑΠΙΤ ή άλλου ασφαλιστικού φορέα για τους διατηρούντες μηχανουργείο, στην οποία να βεβαιώνεται αναλυτικά το είδος και η έκταση των παροχών, τις οποίες ο πρώτος ενάγων (………..) έλαβε ή δικαιούται να λάβει ως επιδότηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό / φορέα, εξαιτίας του προκληθέντος στο ένδικο ατύχημα θανάσιμου τραυματισμού του πατρός του (…………), σχετικά με τα αγωγικά κονδύλια, που αναφέρονται ανωτέρω, ενώ απεφάνθη οριστικώς για τα αγωγικά αιτήματα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, λόγω του θανάτου του συγγενούς τους, για τον πρώτο των εναγόντων ατομικά, καθώς και για τους λοιπούς ενάγοντες, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση ήταν εν μέρει οριστική ως προς τον πρώτο των εναγόντων, ατομικά, και οριστική, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες – εφεσιβλήτους, με τους οποίους ο πρώτος ενάγων, ατομικά, συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας (βλ. σχετ. ΑΠ 747/2014 ό.π.). Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, καθώς πρόκειται για ευθύνη εις ολόκληρον από αδικοπραξία, οπότε σωρεύονται υποκειμενικά σε κοινή διαδικασία περισσότερες, ανεξάρτητες μεταξύ τους δίκες, υφίστανται τόσα αντικείμενα δίκης όσοι είναι και οι απλοί ομόδικοι και η συνένωση των δικών των απλών ομοδίκων έχει αμιγώς δικονομικό, εξωτερικό χαρακτήρα και δεν επηρεάζει τις εσωτερικές τους έννομες σχέσεις, επομένως, οι διαδικαστικές πράξεις κρίνονται για κάθε δίκη χωριστά και ο ομόδικος είναι τρίτος στις δίκες των άλλων ομοδίκων. Συνεπώς, η εκδοθείσα οριστική απόφαση καθίσταται αυτοτελώς οριστική για κάθε έναν από τους ομοδίκους, οπότε για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη οριστική, είναι αντίστοιχα ως προς τους ίδιους προσβλητή έκτοτε και με έφεση, δηλαδή παρόλο που δεν είναι οριστική ως προς τους λοιπούς ομοδίκους. Εν συνεχεία, οι ενάγοντες, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υποθέσεως, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, …….., ατομικά, και προ της ασκήσεως των υπό κρίση εφέσεων εναντίον της εκκαλουμένης, κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 06/10/2016, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. ……../10-10-2016 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. ……/10-10-2016, «Δήλωση μερικής παραιτήσεως από δικόγραφο αγωγής», με την οποία δήλωσαν ότι παραιτούνται ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα μόνον των ανωτέρω αγωγικών κονδυλίων της υπό κρίση αγωγής τους, ως δικογράφου, ήτοι: α) των ποσών 186,42 ευρώ, 232,98 ευρώ και 124,28 ευρώ, ήτοι συνολικά 543,68 ευρώ, που αφορά τη δαπάνη απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων (…………….) κατά τη νοσηλεία σε νοσοκομείο και β) του ποσού των 1.591,00 ευρώ, που αφορά σε έξοδα κηδείας του αποβιώσαντος συγγενούς τους, ως προς τα οποία, κατά τ’ ανωτέρω, είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ατομικά (……..). Την ως άνω από 06/10/2016 δήλωση επέδωσαν στις 21/03/2017, στους εναγομένους της αγωγής αυτής: 1) ……… και 2) Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία, με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο ….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (βλ. σχετ. με αριθμ. …./21-03-2017 και …../21-03-2017 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς …………, σε συνδυασμό με την από 21/03/2017 απόδειξη παράδοσης απλού αντιγράφου, θυροκολλημένου εγγράφου (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), του Αξιωματικού Υπηρεσίας, ………., Αστυφύλακα και την από 22/03/2017 βεβαίωση του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή ως προς τον πρώτο των εναγομένων, …………). Η μερική αυτή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς τ’ ανωτέρω αγωγικά αιτήματα, για τα οποία είχε εκδοθεί εν μέρει οριστική απόφαση για τον πρώτο των εκκαλούντων – πρώτο των εφεσιβλήτων – πρώτο των εναγόντων, ατομικά, καθώς ανεβλήθη η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς αυτόν, έγινε νομότυπα με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης, ως προς αυτόν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο επιδόθηκε, εν συνεχεία, στους εναγομένους – εκκαλούντες – εφεσιβλήτους (άρθρα 294, 295 και 297 ΚΠολΔ) και έχει ως συνέπεια ότι η αγωγή, κατά τα αιτήματά της αυτά, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρονται δε αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της, ως προς αυτά. Ουδόλως δε προκύπτει ότι προεβλήθη αντίρρηση από τους εφεσιβλήτους – εναγομένους για τη μερική αυτή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής. Μετά την ως άνω μερική παραίτηση, εναντίον της ως άνω με αριθμ. 863/22-03-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκαν: Α) από τους εν μέρει ηττηθέντες ενάγοντες της από 04/12/2014 αγωγής: α) η από 07/03/2018 έφεσή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …/12-03-2018, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …/12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./12-03-2018, με την οποία προσβάλλουν την εκκαλουμένη, για τους αναφερομένους στην έφεσή τους λόγους, οι οποίοι, όπως εκτιμώνται από το Δικαστήριο, συνοψίζονται σ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεσή τους, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε και β) οι από 28/01/2019, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../28-01-2019 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …/28-01-2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι, όπως εκτιμώνται από το Δικαστήριο, συνοψίζονται σ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και Β) από τους εν μέρει ηττηθέντες εναγομένους της από 04/12/2014 αγωγής, η από 28/03/2017 έφεσή τους, εναντίον των εναγόντων της αυτής, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …./04-04-2017 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …/04-04-2017, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …/12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …/12-03-2018, με την οποία προσβάλλουν την εκκαλουμένη, για τους αναφερομένους στην έφεσή τους λόγους, οι οποίοι, όπως εκτιμώνται από το Δικαστήριο, συνοψίζονται σ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεσή τους και να εξαφανιστεί άλλως να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη, ώστε ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή. Οι ως άνω εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι της έφεσης των εναγόντων πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, κατά την ίδια διαδικασία, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, εφόσον μετά την ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς τα ως άνω αιτήματα, η εκκαλουμένη κατέστη οριστική και ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων – πρώτο των εφεσιβλήτων – πρώτο των εναγόντων, ατομικά, οι υπό κρίση ένδικες αντίθετες εφέσεις, κατά της με αριθμ. 863/22-03-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 εδ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, όπως η τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α΄ 87/23.7.2015 –άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015- και 520 ΚΠολΔ, εφόσον από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε η εκκαλουμένη και δεν παρήλθε διετία από τη δημοσίευση αυτή, στις 22/03/2016, μέχρι την κατάθεση των υπό κρίση εφέσεων στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 12/03/2018 και 04/04/2017, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι, παραδεκτά, αφενός μεν ο ………… γεννηθείς στις 20/07/1999, άσκησε ατομικά στο όνομά του την ένδικη έφεση, αφετέρου δε ασκήθηκε εναντίον του, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού, η από 28/03/2017 έφεση, διότι διάδικο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 16/10/2015, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά την άσκηση της από 28/03/2017 έφεσης, η οποία κατατέθηκε, στις 04/04/2017, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήταν το ανήλικο τέκνο (………..), νόμιμα εκπροσωπούμενο από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού, γονείς του, λόγω της ανηλικότητάς του, το οποίο, όμως, ενηλικιώθηκε, στις 20/07/2017, δηλαδή πριν την άσκηση της από 07/03/2018 έφεσης, η οποία κατατέθηκε, στις 12/03/2018, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σχετ. ΑΠ 363/2018 ό.π.). Επομένως, εφόσον κατατέθηκε από τους εκκαλούντες για εκάστη έφεση στο δημόσιο ταμείο το αντίστοιχο παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, για την προκείμενη διαφορά (βλ. άρθρο 495 § 3 τελ. εδ. Κ.Πολ.Δ., όπως η § 3 ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 –ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015-, με έναρξη ισχύος 1/1/2016 –άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του Ν. 4335/2015- και όπως το α΄ εδ. της παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α΄, 240/22.12.2016 –έναρξη ισχύος ένας μήνας από τη δημοσίευση– άρθρο 45 του Ν. 4446/2016), οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες – ενάγοντες, με το από 28/01/2019, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../28-01-2019 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. ……/28-01-2019 ιδιαίτερο δικόγραφό τους, το οποίο επιδόθηκε στους εναγομένους – εφεσιβλήτους την 28-01-2019 (βλ. σχετ. τις με αριθμ. …./28-01-2019 και …./28-01-2019 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……….), άσκησαν πρόσθετους λόγους εφέσεως. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι εφέσεως έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ. ζ` του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση δεδομένου ότι αυτοί ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016), με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις 28/01/2019, και την επίδοσή τους στους εναγομένους – εφεσιβλήτους, την 28/01/2019, δηλαδή τόσο η κατάθεση του δικογράφου τους, όσο και η επίδοσή τους στους εφεσίβλητους, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως. Εφόσον δε οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση των εναγόντων και συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, έχουν ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν, συνεκδικαζόμενοι (άρθρο 246 ΚΠολΔ), όπως προαναφέρθηκε, με την υπό κρίση έφεση αυτών και την ασκηθείσα αντίθετη έφεση των εναγομένων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 49/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 132/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 270/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 85/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 845/2018 δημ. Νόμος, ΑΠ 146/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 632/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2081/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 840/2017 Δημ. Νόμος). Δεν αποκλείεται καταρχάς η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 του Α.Κ.) (ΑΠ 270/2019 ό.π., ΑΠ 49/2019 ό.π., ΑΠ 1051/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 747/2017 Δημ. Νόμος). Η πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, με την παραπάνω έννοια, δεν αποκλείεται για το λόγο ότι στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας συντέλεσε και ειδική προδιάθεση του ίδιου του παθόντος, ενώ δεν αίρεται η πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, όταν μετά την επέλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος επέρχεται άλλο γεγονός, το οποίο επιτείνει το αποτέλεσμα, που είχε επέλθει, εφόσον στην επίταση αυτού συνέτεινε η κατάσταση, στην οποία βρισκόταν το βλαπτόμενο πρόσωπο εξ αιτίας του προηγούμενου γεγονότος (ΑΠ 128/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 129/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1257/2001 ό.π., ΕφΔωδ 71/2004 ΤΝΠΔΣΑθ). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 49/2019 ό.π., ΑΠ 270/2019 ό.π., ΑΠ 632/2018 ό.π., ΑΠ 146/2018 ό.π., ΑΠ 845/2018 ό.π., ΑΠ 1051/2017 ό.π., ΑΠ 2081/2017 ό.π., ΑΠ 846/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1207/2017 ό.π., ΑΠ 158/2016 ό.π., ΑΠ 100/2015 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2131/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2266/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1669/2012 ό.π., ΑΠ 1613/2012 ό.π., ΑΠ 1455/2012 Δημ. Νόμος, ΑΠ 533/2012 Δημ. Νόμος, ΑΠ 530/2012 ό.π., ΑΠ 228/2012 Δημ. Νόμος, ΑΠ 686/2011 Δημ. Νόμος), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 49/2019 ό.π., ΑΠ 270/2019 ό.π., ΑΠ 632/2018 ό.π., ΑΠ 146/2018 ό.π., ΑΠ 1500/2002 ΕλλΔικ 2003.420, ΑΠ 1070/2001 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι «1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα …. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών…». Κατά το άρθρ. 19 παρ 1, «ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς», κατά την παρ. 2, «ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού,…, και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν…», κατά δε την παράγραφο 3 ορίζεται ότι, «Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές…, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων,…, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες…Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει…κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας» (ΑΠ 49/2019 ό.π., ΑΠ 270/2019 ό.π., ΑΠ 64/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 632/2018 ό.π., ΑΠ 146/2018 ό.π., ΑΠ 747/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1207/2004 ΕλλΔικ 2005.78). Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι “το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση” (ΑΠ 64/2019 ό.π.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του Ν. 2696/1999, «4. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν…», «β) Αν στη διάβαση πεζών, την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους.», «δ) Σε διαβάσεις, που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, «ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του και ζ) να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα (ΑΠ 1613/2012 ό.π, ΑΠ 1455/2012 ό.π., ΑΠ 686/2011 ό.π., ΑΠ 1262/2007 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1207/2004 Δημ. Νόμος, ΑΠ 120/1999 Δημ. Νόμος) και στις παραγράφους 1 εδαφ. α΄ του άρθρου 39 του ίδιου Κώδικα, ορίζονται στην πρώτη ότι “΄Ολοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς (ΑΠ 1262/2007 Δημ. Νόμος).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι “οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 132/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 65/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 845/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2081/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 747/2017 Δημ. Νόμος). Σύμφωνα δε με το άρθρο 932 του ΑΚ, “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης”. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία παρέχεται, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 932 του Α.Κ., στα μέλη της οικογενείας του θύματος, το ποσό αυτής προσδιορίζεται, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως είναι ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου, σε συνδυασμό με το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, το είδος της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και με την προϋπόθεση ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη στον ενάγοντα στην συγκεκριμένη περίπτωση από τη ζημιογόνο αδικοπραξία (ΑΠ 276/2019 Δημ. Νόμος, 2081/2017 ό.π., ΑΠ 747/2017 ό.π., ΑΠ 1207/2017 ό.π.), πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 142/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 142/2019 ό.π., ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013). Ειδικότερα, στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του “ευλόγου” και συνακόλουθα το “εύλογο” εμπεριέχεται αναγκαίως στο “ανάλογο”. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 142/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 276/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2081/2017 ό.π., ΑΠ 747/2017 ό.π., ΑΠ 1207/2017 ό.π.). Όταν δε δικαιούχος αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία είναι τρίτος, εμμέσως ζημιωθείς, όπως τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 928, 929 εδ. β’ και 932 εδ. γ’ του Α.Κ., τα οποία ασκούν αξιώσεις εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμοι του θανόντος, η συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή την γένεση ή την έκταση της ζημίας καταλογίζεται και σ’ αυτόν (τρίτο), με την έννοια ότι το ποσό της αποζημιώσεως που επιδικάζεται σ’ αυτόν μειώνεται κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος (ΑΠ 2081/2017 ό.π.). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 142/2019 ό.π., ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της έφεσης. Οι λόγοι της έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 997/2017 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 997/2017 ό.π.). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 997/2017 ό.π., ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξάλλου, από το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται από αυτήν και τους πρόσθετους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλ. μόνον κατά τα προσβαλλόμενα “κεφάλαια” (ΑΠ 19/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1003/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 791/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 747/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 207/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1163/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 755/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 431/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1344/2015 Δημ. Νόμος), κατά το άρθρο δε 536 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν (ΑΠ 224/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1344/2015 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 487/2016 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 501/2015 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 235/2014 Δημ. Νόμος). Από τα άρθρα 522, 524, 535 παρ. 1, 536 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται από αυτήν και τους πρόσθετους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει, ως προς την αγωγή, την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία σχετικά με το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής και μπορεί αν ο εκκαλών παραπονείται για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής του να εξετάσει αυτεπάγγελτα και να την απορρίψει μετ’ εξαφάνιση  της εκκαλουμένης, ως μη νόμιμη, χωρίς έτσι να γίνεται η εκδιδόμενη απόφαση επιβλαβέστερη γι’ αυτόν (ΑΠ 1344/2015 ό.π., ΑΠ 591/2015 Δημ. Νόμος). Επί αγωγής δε αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (άρθρα 914, 297, 298, 299 ΑΚ), αν ο εκκαλών με την έφεση προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα, στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνονται και εκείνα της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Δεν ισχύει, όμως, και το αντίστροφο, δηλαδή αν εκκαλείται μόνον το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποιήσεως, μόνον αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο, όχι δε και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, διότι το τελευταίο δεν συνέχεται αναγκαστικώς με τα εν λόγω εκκληθέντα ως άνω κεφάλαια της αποφάσεως. Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή μεταβιβάζονται στο Εφετείο μόνο τα κεφάλαια της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από απόψεως ποσοτικού προσδιορισμού τους, η επί των οποίων διάφορη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιδρά επί εκείνου του μη εκκληθέντος κεφαλαίου της υπαιτιότητας και με την έννοια αυτή δεν συνέχονται αναγκαστικώς μετ` αυτού (ΟλΑΠ 10/2015 Δημ. Νόμος, ΑΠ 504/2018 Δημ. Νόμος). Από τη διάταξη δε του άρθρου 522 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσον και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. Στην αντίστροφη περίπτωση αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ’ αυτής, ο τελευταίος, με την άσκηση έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή, μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 747/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 431/2016 Δημ. Νόμος). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή λόγου έφεσης και τη διακράτηση από αυτό της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση δεν δεσμεύεται πλέον από την αρχή της μη χειροτέρευσης του εκκαλούντος, η εξουσία του όμως αυτή να εξετάζει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή στο μέτρο που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η τελευταία αυτή διάταξη ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Έτσι, το Εφετείο κρίνει αν οι κατώτεροι δικαστές αποφάσισαν ορθώς ή μη επί τη βάσει των εκτιθεμένων στην έφεση λόγων, ήτοι των αποδιδομένων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, τα οποία συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις μη προσβληθέντα υπό του διαδίκου με λόγους εφέσεως δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπάγγελτα υπό του Εφετείου ούτε συγχωρείται σ’ αυτό, αν τα διαπιστώσει, να απαγγείλει την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης (ΑΠ 1344/2015 ό.π., ΑΠ 892/2013 – 878/2000 – 192/1998 – 1326/1984 ΝοΒ 33, 997). Λόγοι δε έφεσης δεν είναι παραδεκτοί (και αν καθ’ υπόθεση υποβάλλονται) εφόσον αναφέρονται στο μέρος του κεφαλαίου της εκκαλουμένης που ωφελεί τον εκκαλούντα. Έτσι οι μόνοι δυνάμενοι να υποβληθούν παραδεκτώς λόγοι θα αφορούν, κατ’ ανάγκη τη βλαπτική για τον εκκαλούντα διάταξη ως προς την οποία και μόνο έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, γι’ αυτό και, σε περίπτωση παραδοχής κάποιου από τους λόγους της έφεσης, η εξαφάνιση της απόφασης θα είναι μερική, αποκλειομένης της αποδικάσεως του μέρους του κεφαλαίου που επιδικάστηκε με μόνη την έφεση του ενάγοντος – εκκαλούντος και χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο – εναγόμενο (ΑΠ 1344/2015 ό.π., ΑΠ 12/1992 ΕλλΔνη 34,347).

Από το άρθρο δε 321 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει, ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (ΑΠ 302/2016 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, “Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”. Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί κατ` αρχήν τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π Κ). Το περιεχόμενό του συντίθεται από τις αρχές ότι: 1. Κανένας δε μπορεί να καταδικασθεί ή να κηρυχθεί ένοχος, αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με το νόμο και ύστερα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία. 2. Καμία ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δε μπορεί να επιβληθεί σε βάρος προσώπου, εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους, που προβλέπει ο νόμος. 3. Κανένας δε μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει την αθωότητά του. 4. Η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου. Εάν η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης δικαιολογεί παράλληλα και αστική αξίωση του παθόντος για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος στα πολιτικά δικαστήρια, θα τύχει μεν εφαρμογής το τεκμήριο της αθωότητας, πλην, όμως, η εφαρμογή του πρέπει να περιορίζεται στα όρια, που η δογματική του θέση και κατάταξη προσδιορίζουν. Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, επιβάλλεται να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση (βλ. σχετ. ΑΠ 1422/2017 ό.π., ΑΠ 808/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 302/2016 ό.π., ΑΠ 213/2014, ΑΠ 1870/2014, ΑΠ 1503/2012, ΑΠ 667/2013, ΑΠ 77/2012, ΑΠ 240/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση (ΑΠ 224/2016 Δημ. Νόμος).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 3994/2011, «Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης» (παρ. 1). «Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης» (παρ. 2). Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς “ειδικές” γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αλλά “ιδιάζουσες” τέτοιες γνώσεις, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 300/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 757/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 594/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 895/2015 Δημ. Νόμος, ΑΠ 821/2013, ΑΠ 89/2013, ΕφΛαμ 162/2011 Δημ. Νόμος). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 254 παρ.1, 368, 387, 388, 522, 527, 529, 533 και 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το εφετείο δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η πραγματογνωμοσύνη, οσάκις πρόκειται για ζήτημα, για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, έτσι ώστε μετά τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, αυτών, που θα διεξαχθούν και εκείνων, που η εκκαλουμένη εκτίμησε, να κρίνει αν είναι εσφαλμένη η απόφαση, που προσβάλλεται με την έφεση και σε καταφατική περίπτωση να αποφανθεί για τη βασιμότητα του λόγου της εφέσεως και ως εκ τούτου, κατά την επιλογή του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να εξαφανίσει τότε την εκκαλουμένη (ΟλΑΠ 1285/1982 Δ 1983 σελ. 569, ΑΠ 755/2012 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2/2006 ΕλΔ/νη 47 σελ. 1047, ΕφΛαρ 2/2014 ΤΝΠΔΣΑθ, ΕφΘεσ 2382/2013 Δημ. Νόμος, ΕφΛαμ 63/2013 Δημ. Νόμος, ΕφΔωδ 24/2011 Δημ. Νόμος, ΕφΛαμ 139/2011 Δημ. Νόμος, ΕφΑθ 2516/2008 Δημ. Νόμος, ΕφΚρητ 93/2008 ΤΝΠΔΣΑθ, ΕφΑθ 3671/2007 Δημ. Νόμος, ΕφΛαρ 163/2006 Δημ. Νόμος, ΕφΙωαν 95/2005 Δημ. Νόμος).

Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μ’ επιμέλεια των εναγόντων και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρα), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 , 339 και 395 του ΚΠολΔ – ΑΠ 60/2008 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1201/2007 Δημ. Νόμος), τα οποία στην προκείμενη διαδικασία λαμβάνονται υπόψη ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 671 παρ. 1 εδ. α΄ και 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015) (ΟλΑΠ 15/2003 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1563/2006 Δημ. Νόμος, ΑΠ 284/1999 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1462/1996 Δημ. Νόμος),  έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 187/2010 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1697/2010 Δημ. Νόμος, ΑΠ 722/2004 Δημ. Νόμος, ΑΠ 152/2002 Δημ. ΤΝΠΔΣΑθ, ΜονΕφΑθ 407/2018 Δημ. Νόμος), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1697/2010 Δημ. Νόμος, ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006,173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔνη 41.980, ΜονΕφΑθ 407/2018 ό.π.), από όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 395 ΚΠολΔ) (ΑΠ 64/2019 Δημ. Νόμος), από τη με αριθμ. πρωτ. ………./13-09-2013 Ιατροδικαστική ΄Εκθεση νεκροψίας – νεκροτομίας της …………., Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 22-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του …………, Μηχανικού, η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγόντων και την από 9-1-2015 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ……….., Ιατροδικαστή, η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγομένων και εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρα 340 και 390 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 363/2018 Δημ. Νόμος), από τις επιμέρους ομολογίες των διαδίκων, στα σημεία που ειδικά αναφέρονται στη συνέχεια (άρθρο 261 του ίδιου κώδικα), από τις φωτογραφίες, που προσκομίζονται νόμιμα μ’ επίκληση, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), την εν γένει αποδεικτική διαδικασία και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όσους νόμιμα και παραδεκτά επανυποβάλλουν, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 25 Απριλίου 2013, ημέρα Πέμπτη και περί ώρα 16:55 μ.μ., ήτοι υπό συνθήκες φυσικού φωτισμού, ο ………, γεννηθείς στις 26/01/1939, στον Πειραιά Αττικής, κάτοικος εν ζωή Ν. Σμύρνης Αττικής, εκινείτο πεζός στο Κερατσίνι Ν. Αττικής. Ο ανωτέρω, ………, ήταν πατέρας του πρώτου των εναγόντων (……….), πεθερός της δεύτερης ενάγουσας (…….., συζ. …….), παππούς των τρίτου και τετάρτου των εναγόντων (………. και …….. αντίστοιχα) και αδελφός της πέμπτης ενάγουσας (……..συζ………). Ο ως άνω πεζός, κατά τον ως άνω χρόνο και τόπο, εξερχόμενος από το πολυκατάστημα «….», το οποίο ευρίσκεται στη συμβολή των …….., στο Κερατσίνι Αττικής και συγκεκριμένα στο ρεύμα προς Καραβάκια/Πέραμα) είχε πρόθεση να κατευθυνθεί στην ευρισκόμενη, απέναντι από το ως άνω πολυκατάστημα, στάση αστικών συγκοινωνιών (ΟΑΣΑ), με την ονομασία «Πυροσβεστική», επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας στο ρεύμα προς Πλατεία Λαού/Πειραιά. Η Λεωφόρος Δημοκρατίας, στο ύψος της ως άνω στάσεως, είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος, για το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Καραβάκια/Πέραμα προς την Πλατεία Λαού / Πειραιά, 13 μ. και με τέσσερις (4) λωρίδες κυκλοφορίας (ήτοι δύο -2- λωρίδες για τους οδηγούς, που έχουν πρόθεση αλλαγής κατεύθυνσης προς τ’ αριστερά, για την είσοδό τους στη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη και δύο -2- λωρίδες για οδηγούς έχοντες ευθεία πορεία), σχηματίζοντας δεξιά καμπύλη και πλάτος οδοστρώματος 11,3 μ. για το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας, των οποίων το οδόστρωμα ήταν ασφαλτοστρωμένο, διαχωρίζονταν με νησίδα ασφαλείας, πλάτους 1,50 μ. και ύψους 15 περίπου εκ.. Το ανώτατο δε επιτρεπτό όριο ταχύτητας των οχημάτων, ενόψει του ότι επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή, ανερχόταν σε 50 χλμ./ώρα. Η ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου Δημοκρατίας με τη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη, στο ρεύμα κυκλοφορίας επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, με κατεύθυνση προς την Πλατεία Λαού / Πειραιά, γινόταν με τρεις φωτεινούς σηματοδότες, σε λειτουργία, ήτοι έναν τριπλό σηματοδότη, με βέλος για αλλαγή πορείας προς τα αριστερά (για τους κινούμενους στην πρώτη και τη δεύτερη εκ των λωρίδων κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τα αριστερά), για την είσοδο στη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη και δύο τριπλούς σηματοδότες με κυκλικό φως για την ευθεία πορεία (για τους κινούμενους στην τρίτη και την τέταρτη εκ των λωρίδων κυκλοφορίας, με κατεύθυνση ευθεία προς Πειραιά), που βρίσκονταν σε απόσταση περίπου 30 μ. από την ως άνω στάση λεωφορείων, με την ονομασία «Πυροσβεστική», ενώ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι προς Καραβάκια / Πέραμα, στο ίδιο σημείο (δηλ. σε απόσταση περίπου 30 μ. από την ως άνω στάση λεωφορείων), δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, αλλά υπήρχαν προ της συμβολής, ως προς το ρεύμα αυτό, των ως άνω Λεωφόρων και σε απόσταση περίπου 60 μ. από την ως άνω στάση, όπως αναφέρεται ειδικότερα κατωτέρω. Μετά τους ανωτέρω φωτεινούς σηματοδότες, που υπήρχαν στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου Δημοκρατίας με τη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη επί του ρεύματος πορείας προς την Πλατεία Λαού / Πειραιά και σε απόσταση περίπου 60 μ. από την ως άνω στάση λεωφορείων, οι τέσσερις (4) λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού πορείας γίνονταν δύο (2), το πλάτος του οδοστρώματος ανερχόταν πλέον σε 5,5 μέτρα και υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες σε λειτουργία για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων και των πεζών. Επίσης, σε απόσταση περίπου 60 μ. προ της ως άνω στάσεως των λεωφορείων, επί του ιδίου ρεύματος πορείας προς Πειραιά της Λεωφόρου Δημοκρατίας, υφίσταντο φωτεινοί σηματοδότες σε λειτουργία για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων και των πεζών και υπήρχαν δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας προς Πειραιά. Μετά δε το ύψος των φωτεινών αυτών σηματοδοτών, οι αρχικώς δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Πειραιά (ήτοι αυτών που υπήρχαν προ των φωτεινών σηματοδοτών) γίνονταν τέσσερις (4) μέχρι τη συμβολή της Λεωφόρου Δημοκρατίας με τη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη, εκ των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, οι μεν δύο εξ αριστερών λωρίδες κυκλοφορίας ήταν λωρίδες αλλαγής κατεύθυνσης, προοριζόμενες για τους οδηγούς, που είχαν πρόθεση να πραγματοποιήσουν αλλαγή πορείας προς τ’ αριστερά και είσοδο στη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη, ενώ οι, λοιπές, δύο λωρίδες (τρίτη και τέταρτη από τα αριστερά – πρώτη και δεύτερη από δεξιά) προορίζονταν αποκλειστικά για τους οδηγούς, που είχαν πρόθεση να συνεχίσουν ευθεία την πορεία τους επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας. Στο ως άνω χιλιομετρικό σημείο, ήτοι στο ύψος της ως άνω στάσης του ΟΑΣΑ, με την ονομασία «Πυροσβεστική», δεν υφίσταντο ούτε διαβάσεις πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς, πλην, όμως, υπήρχαν διαβάσεις πεζών και φωτεινοί σηματοδότες σε λειτουργία για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας και τη διάσχιση κάθετα των ως άνω Λεωφόρων σε απόσταση 60 μ. εκατέρωθεν της στάσεως αυτής. Σύμφωνα δε με την καθορισμένη από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας κάθετη και οριζόντια σήμανση, η οποία υφίστατο σε λειτουργία, κατά τον ως άνω χρόνο, στην περιοχή, για την ασφαλή διάβαση κάθετα της Λεωφόρου Δημοκρατίας από έναν πεζό, ο οποίος, εξερχόμενος από το ως άνω πολυκατάστημα, θα είχε πρόθεση να προσεγγίσει την ως άνω στάση λεωφορείων, θα όφειλε ο τελευταίος είτε να κατευθυνθεί πεζός προς τα δεξιά και να διανύσει αρχικά απόσταση περίπου 60 μ. επί του πεζοδρομίου της Λεωφόρου Δημοκρατίας, με κατεύθυνση προς τη συμβολή της τελευταίας με την ανώνυμο οδό Μ. Κιουρί, όπου, υφίσταντο, σε λειτουργία, τόσο φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς, όσο και διαβάσεις πεζών, να διασχίσει, εν συνεχεία, κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Πέραμα, όπου υφίσταντο, επίσης, τριπλός σηματοδότης με κυκλικό φως για τα οχήματα, φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς και διάβαση πεζών σε λειτουργία, κατόπιν δε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πειραιά, όπου υφίστατο, επίσης, τριπλός σηματοδότης με κυκλικό φως σε λειτουργία για τα οχήματα με ευθεία κατεύθυνση προς Πειραιά, φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς σε λειτουργία και διάβαση πεζών και τέλος, να βαδίσει επί του πεζοδρομίου απόσταση περίπου 60 μ., με κατεύθυνση προς την πλατεία Λαού / Πειραιά για να προσεγγίσει την ως άνω στάση των λεωφορείων, είτε, εξερχόμενος από το ως άνω πολυκατάστημα, θα όφειλε να κινηθεί πεζός, επί του πεζοδρομίου, σε απόσταση περί 10 μ. προς τα αριστερά, να διασχίσει στη συνέχεια κάθετα τη Λεωφόρο Γρ. Λαμπράκη, όπου υφίσταντο σε λειτουργία τόσο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, όσο και διάβαση πεζών, κατόπιν να διασχίσει κάθετα τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας, σε καθένα από τα οποία υφίσταντο, επίσης, φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς και να διανύσει, τέλος, προς τα δεξιά απόσταση περίπου 60 μ. επί του πεζοδρομίου της Λεωφόρου Δημοκρατίας έως την ως άνω στάση λεωφορείων Την ώρα εκείνη οι καιρικές συνθήκες ήταν αίθριες, η οδός ήταν ξηρά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική (βλ. σχετ. ιδίως την από 25/04/2013 έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, το από 25/04/2014 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας και την από την από 22-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Διπλωματούχου μηχανικού . ….., η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγόντων). Ο ως άνω πεζός, όμως, ηλικίας 74 ετών, ο οποίος δεν εμφάνιζε προβλήματα υγείας στην όραση και στην ακοή του, παρά μόνον καρδιολογικά, ευρισκόμενος έξωθεν του ως άνω πολυκαταστήματος και έχοντας πρόθεση να κατευθυνθεί στην ως άνω στάση αστικών συγκοινωνιών (ΟΑΣΑ), με την ονομασία «Πυροσβεστική», που βρισκόταν απέναντι του ως άνω πολυκαταστήματος, επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας στο ρεύμα προς Πλατεία Λαού/Πειραιά, ήτοι σε απόσταση περίπου 30 μ. από τους οριζόντιους φωτεινούς σηματοδότες για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από Καραβάκια/Πέραμα προς Πλατεία Λαού/Πειραιά, κρατώντας στα χέρια του τσάντες με προϊόντα, 1.450 γραμ. περίπου, που είχε αγοράσει από το ως άνω πολυκατάστημα, αρχικά διέσχισε κάθετα τις τρεις λωρίδες του ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας από Πλατεία Λαού/Πειραιά προς Καραβάκια/Πέραμα, συνολικού πλάτους 11,3 μ., από σημείο, όμως, όπου δεν υφίσταντο ούτε οι προαναφερόμενοι σε ικανή απόσταση φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, ούτε οι ως άνω διαβάσεις πεζών, που όφειλε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει και ανήλθε επί της νησίδας ασφαλείας, η οποία χωρίζει τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας. Εν συνεχεία, κατήλθε (ο πεζός) της νησίδας ασφαλείας και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα και το άλλο ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφ. Δημοκρατίας, από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, που είχαν κατεύθυνση προς την Πλατεία Λαού, για να μεταβεί στην ευρισκόμενη ακριβώς απέναντι στάση του ΟΑΣΑ, από σημείο, όπου, επίσης, δεν υφίσταντο ούτε οι προαναφερόμενοι φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, ούτε οι ως άνω διαβάσεις πεζών, που όφειλε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει και χωρίς, προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των κινούμενων στο ορατό γι αυτόν τμήμα της Λεωφόρου Δημοκρατίας οχημάτων με κατεύθυνση προς την Πλατεία Λαού, καθ’ ο χρόνο αφενός μεν τα οχήματα στις πρώτη και δεύτερη (εξ αριστερών) λωρίδες κυκλοφορίας ήταν προσωρινά ακινητοποιημένα προ του ερυθρού (προς τ’ αριστερά) γι αυτά φωτεινού σηματοδότη, αφετέρου δε τα οχήματα στις τρίτη και τέταρτη (εξ αριστερών) λωρίδες ευρίσκονταν σε συνεχή κίνηση, καθώς οι προορισμένοι για αυτά δύο φωτεινοί σηματοδότες προ της στάσεως είχαν πράσινο κυκλικό φως, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση, που μεσολαβούσε και την ταχύτητά τους. Τη στιγμή δε που ο ως άνω πεζός άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα, ανάμεσα από τα ευρισκόμενα σε προσωρινή διακοπή πορείας -λόγω του ερυθρού σηματοδότη- στις δύο εξ αριστερών λωρίδες κυκλοφορίας οχήματα και ειδικότερα αφού κινήθηκε όπισθεν του τετάρτου σε σειρά προσωρινά ακινητοποιημένου επί του ερυθρού σηματοδότη Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και έμπροσθεν του πέμπτου σε σειρά προσωρινά ακινητοποιημένου επί του ερυθρού σηματοδότη στη δεύτερη εξ αριστερών λωρίδα, με αριθμ. κυκλοφορίας ………… Ι.Ε.Χ. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ………. (τα στοιχεία του οποίου αναγράφονται στην από 25/04/2013 έκθεση αυτοψίας), εισήλθε στην τρίτη εξ αριστερών λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των εκ δεξιών του κινούμενων, στο ορατό γι αυτόν, σε απόσταση τουλάχιστον 60 μ., τμήμα της Λεωφόρου Δημοκρατίας, οχημάτων, με κατεύθυνση προς την Πλατεία Λαού, όπου η κίνηση ήταν συνεχής, λόγω του φωτεινού σηματοδότη, ο οποίος τη στιγμή εκείνη ήταν πράσινος για τα οχήματα αυτά, ο ………. (πρώτος εναγόμενος), οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφ. ………. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Opel, χρώματος πράσινου, πλάτους 1,62 μ. και μήκους 3,53 μ., ιδιοκτησίας του, το οποίο, όπως συνομολογείται, ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «………..» (δεύτερη εναγόμενη), έβαινε στην ίδια ως άνω τρίτη εξ αριστερών (δεύτερη εκ δεξιών) λωρίδα κυκλοφορίας επί της ανωτέρω Λεωφόρου Δημοκρατίας, με κατεύθυνση από Καραβάκια/Πέραμα προς Πλατεία Λαού/Πειραιά, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, ενώ αρχικά κινούνταν στη δεξιά εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, που υπήρχαν στην πορεία του, στο ύψος της συμβολής της Λ. Δημοκρατίας με την ως άνω ανώνυμη οδό Μ. Κιουρί, πλησιάζοντας στο σημείο, όπου, μετά τη συμβολή αυτή, οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας γίνονται τέσσερις (ήτοι δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την αλλαγή πορείας προς τ’ αριστερά και δύο λωρίδες για την ευθεία πορεία προς Πειραιά) και το οδόστρωμα δεν είναι ευθύ, αλλά παρουσιάζει καμπύλη προς τα δεξιά, άρχισε να εγκαταλείπει τη λωρίδα αυτή, εισερχόμενος στην τρίτη εξ αριστερών λωρίδα κυκλοφορίας (δεύτερη εκ δεξιών). Λόγω, όμως, έλλειψης της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, κινούμενος με υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπτό όριο των 50 χλμ./ώρα για κατοικημένη περιοχή και προσέγγιζε περίπου τα 77 χλμ./ώρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την κίνηση του ως άνω πεζού, ο οποίος διέσχιζε κάθετα, ανάμεσα στα προσωρινά ακινητοποιημένα οχήματα την πρώτη και τη δεύτερη εξ αριστερών του λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3,70 μ. εκάστης και με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα, τη στιγμή, που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 35-40 μέτρων από τον ως άνω πεζό, ο οποίος είχε εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του, να επιχειρήσει αρχικώς ευθύγραμμη τροχοπέδηση επί 5 μ. περίπου -κατά την οποία το αυτοκίνητό του δεν κατέλειπε ίχνη τροχοπέδησης, διότι διέθετε σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση (ABC)- και εν συνεχεία να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, σε φάση τροχοπέδησης, επί 14 μ. περίπου, προς την τέταρτη εξ αριστερών λωρίδα (πρώτη από δεξιά), ήτοι προς την ίδια κατεύθυνση, που βάδιζε και ο πεζός. Το εναρκτήριο σημείο των ιχνών αυτών των δύο τροχών, μήκους 14 μ., εντοπίστηκαν σε απόσταση 3,7 μ. από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος του αριστερού οπίσθιου τροχού και το καταληκτικό σημείο των ιχνών του τροχού αυτού εντοπίστηκε σε απόσταση 2,6 μ. από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος. Λόγω, όμως, της αυξημένης ταχύτητας, που είχε ο οδηγός του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος), δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει τ’ όχημα, που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να παρασύρει με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του (στο ύψος του φανού), τον πεζό, ο οποίος είχε διασχίσει σχεδόν τις τρεις από τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, να τον εκτινάξει στο “παρμπρίζ” (ανεμοθώρακα) του οχήματός του και να επιπέσει ο τελευταίος στη συνέχεια επί του οδοστρώματος, εντός της δεύτερης εκ δεξιών λωρίδας κυκλοφορίας, εξ αριστερών του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και σε απόσταση 4 μ. από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος και 21,5 μ. από το ύψος των οριζόντιων φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας για τα οχήματα, προκαλώντας αρχικά το σοβαρό τραυματισμό του πεζού και εν συνεχεία, μετά από νοσηλεία 48 ημερών σε μονάδα εντατικής θεραπείας, σε φυτική κατάσταση, όπως θ’ αναφερθεί κατωτέρω, το θάνατό του. Η απόσταση από το τέλος των ιχνών πλαγιολίσθησης του εμπρόσθιου αριστερού τροχού μέχρι την τελική θέση του οπίσθιου μέρους του αυτοκινήτου είναι 8 μ., το μήκος του οχήματος είναι 3,53 μ. και οι δεξιοί τροχοί του ακινητοποιήθηκαν σε απόσταση 0,5 μ. ο οπίσθιος και 0,6 μ. ο εμπρόσθιος από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος (βλ. σχετ. από 25/04/2014 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας και την από 22-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Διπλωματούχου μηχανικού ………….). Συνεπώς, το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, συνέχισε και μετά το σημείο παράσυρσης την ευθύγραμμη τροχοπέδησή του και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, σε απόσταση περίπου οκτώ (8) μέτρων. Υπέστη δε βλάβες στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του και στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα. Λόγω της ως άνω παράσυρσης και εκτίναξης του πεζού, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του, διεκομίσθη δε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας «Θριάσιο», όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας (ΜΕΟ), διασωληνωμένος υπό μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, για το χρονικό διάστημα από 25-4-2013 έως 10-6-2013, έχοντας υποστεί πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις με μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία (οι οποίες αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά από τους Νευροχειρουργούς), κακώσεις θώρακα με πολλαπλά κατάγματα πλευρών και πνευμονικές θλάσεις, πνευμοθώρακα ΔΕ (για τον οποίο τέθηκε σωλήνας παροχέτευσης billow) και κατάγματα κοτύλης και ηβικού κλάδου ΑΡ (που αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά από τους Ορθοπεδικούς). Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στη Μ.Ε.Θ. εμφάνισε επανειλημμένα επεισόδια σήψης και σηπτικής καταπληξίας, που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς, χωρίς ωστόσο ν’ αποκαταστήσει επικοινωνία με το περιβάλλον. Στις 10-6-2013, σε εμμένουσα φυτική κατάσταση, με τραχειοστομία, διακομίσθηκε στη Γενική Χειρουργική Κλινική του ανωτέρω Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε έως την 13-6-2013, οπότε απεβίωσε (βλ. σχετ. από 14/06/2013 Ιατρική βεβαίωση νοσηλείας της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «Θράσιο»). Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 25-4-2013 συνταχθέν από το Τ.Α. Κορυδαλλού δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος, η ταχύτητα (S) του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου υπολογίζεται σε 50 χλμ./ώρα, λαμβανομένων υπόψη του μήκους (14 μέτρων) των (αποτυπωμένων) ιχνών τροχοπέδησης (D) και του συντελεστή τριβής (F = 0,70), σύμφωνα με το μαθηματικό τύπο S=V D επί F διά 0,004, ενώ σημειώνεται στο ρηθέν δελτίο ότι «…η ανωτέρω ταχύτητα είναι η ελάχιστη, αφού δεν μπορεί να προσδιορισθεί η ταχύτητα που απορροφήθηκε από τη σύγκρουση…». Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση, την οποία διήνυσε κάθετα ο πεζός επί του οδοστρώματος, ήτοι τις 3 λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Πειραιά, εκ των οποίων εκάστη ήταν πλάτους 3,70 μ., την παράσυρση και εκτίναξη του πεζού, τον ως άνω σοβαρό τραυματισμό του, σε συνδυασμό με την αρχική κινητική ενέργεια του οχήματος, η οποία απορροφήθηκε από την παράσυρση και το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου διέθετε σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση (ABC), κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ταχύτητά του ανερχόταν περίπου σε 77 χιλ/ώρα. Σύμφωνα δε, με την από 22-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ………….., Διπλωματούχου Μηχανικού, η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγόντων (ο οποίος εξετάσθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μ’ επιμέλειά τους), το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, που διαθέτει σύστημα ABS (ήτοι σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση), κατά την τροχοπέδησή του, οι τροχοί του δεν παύουν την περιστροφή τους και ως εκ τούτου τα επίσωτρα (ελαστικά) των τροχών δεν σύρονται επί του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να μη δημιουργούνται ορατά ίχνη τροχοπέδησης επί αυτού, ενώ όταν το όχημα, κατά τη φάση της τροχοπέδησης προβεί σε απότομο ελιγμό, τότε καταλείπει επί του οδοστρώματος ίχνη, τα οποία δεν είναι ίχνη τροχοπέδησης αλλά ίχνη πλαγιολίσθησης. Συνεπώς, εάν τροχοπεδήσει, έστω και για ελάχιστο χρόνο, η ταχύτητά του μειώνεται τουλάχιστον κατά 10 χλμ./ώρα, ανάλογα με το χρόνο και την απόσταση τροχοπεδήσεως πριν από τα ίχνη πλαγιολίσθησης. Επομένως, βάσει της προμνησθείσας έκθεσης, η ταχύτητα (U) του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου υπολογίζεται σε τουλάχιστον 77 χλμ./ώρα, λαμβανομένων υπ’ όψη αφενός του συνολικού μήκους (14 + 11,53 =) 25,53 μέτρων τροχοπέδησης (D) [ήτοι ίχνη πλαγιολίσθησης 14 μ. κατά το δεξιό ελιγμό και ίχνη ευθύγραμμης τροχοπέδησης (8 + 3,53 =) 11,53 μ., μετά το τέλος των ιχνών πλαγιολίσθησης, όπου 3,53 μ. το μήκος του οχήματος και 8 μ. η απόσταση μετά το τέλος των ιχνών] και αφετέρου του συντελεστή τριβής (F = 0,70), καθώς και του ότι με την αρχική ευθύγραμμη τροχοπέδηση η ταχύτητα μειώθηκε τουλάχιστον κατά 10 χλμ./ώρα, σύμφωνα με το μαθηματικό τύπο S=V D επί F (συν 10). Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι το όχημα του πρώτου εναγόμενου δεν διέθετε δελτίο τεχνικού ελέγχου (ΚΤΕΟ), δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου ότι αυτό είχε υποστεί συγκεκριμένη μηχανική βλάβη -η οποία δεν αποδείχθηκε-, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα. Υπό τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα, ο σοβαρός τραυματισμός και, εν συνεχεία, ο θάνατος του ως άνω πεζού, οφείλονται, κατ’ αρχάς, στον τελευταίο (πεζό), διότι, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κατήλθε στο οδόστρωμα από τη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, όπου αρχικώς ευρισκόταν, επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα τις τέσσερις (4) λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας του ρεύματος πορείας προς την Πλατεία Λαού / Πειραιά, βαδίζοντας ανάμεσα από προσωρινά ακινητοποιημένα οχήματα, που βρίσκονταν, λόγω του ερυθρού γι αυτά φωτεινού σηματοδότη, στις δύο εξ αριστερών λωρίδες κυκλοφορίας οχημάτων και από σημείο όπου δεν υπήρχαν ούτε οι ως άνω φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς ούτε οι ως άνω διαβάσεις πεζών, ενώ εκατέρωθεν της ως άνω στάσης και σε ικανή απόσταση περίπου 60 μ. από κάθε πλευρά αυτής υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες ρύθμισης της κυκλοφορίας για τους πεζούς, καθώς και διαβάσεις πεζών, που όφειλε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει, αναζητώντας ασφαλή τρόπο διάβασης της Λεωφόρου Δημοκρατίας και σε κάθε περίπτωση, χωρίς προηγουμένως, όπως όφειλε και μπορούσε, να ελέγξει στο ορατό γι αυτόν τμήμα της Λεωφόρου και βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, που κινούνταν επί του οδοστρώματος, το οποίο είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα και δη είχαν ευθεία κίνηση, όπως, εν προκειμένω, του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος πλησίαζε και ήταν αντιληπτός απ’ αυτόν, τουλάχιστον από απόσταση 60 μέτρων, ώστε, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα με την οποία έτρεχε, να μην επιχειρήσει την κίνησή του αυτή, επί της Λεωφόρου, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του πεζού, ήταν να παρεμποδίσει την πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (άρθρα 38 παρ. 4 α΄ και ε΄ του Κ.Ο.Κ. και 330 εδ. β΄ του Α.Κ. και να λάβει χώρα ο ένδικος τραυματισμός του. Συνυπαίτιος, όμως, του ως άνω ατυχήματος, καθώς και του σοβαρού τραυματισμού και εν συνεχεία θανάτου του πεζού είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ………. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή, που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της επιμελούς οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε, κατά τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, ούτε μείωσε αυτήν, πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, όπως είχε υποχρέωση από το νόμο και μπορούσε να πράξει. Ειδικότερα, κινούμενος με ταχύτητα ανωτέρα της επιτρεπομένης για κατοικημένη περιοχή των 50 χιλ/ώρα, ήτοι περίπου 77 χλμ./ώρα, σε σημείο όπου η οδός παρουσίαζε καμπύλη προς τα δεξιά και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, υπό συνθήκες αίθριες και πλήρους φυσικού φωτισμού, περί ώρα 16.55 μ.μ., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα (ή έστω να έχει αυτό λιγότερο επαχθείς συνέπειες), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως, ενώ μπορούσε, καθώς είχε ορατότητα σε απόσταση περίπου 60 μ., την κίνηση του πεζού, ο οποίος διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ανάμεσα από προσωρινά ακινητοποιημένα οχήματα και να μην δυνηθεί να ακινητοποιήσει έγκαιρα με τροχοπέδηση το αυτοκίνητό του, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντίδρασης ενός μέσου οδηγού, χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, στη μεσολαβούσα απόσταση των 35-40 μέτρων, από την οποία αντελήφθη τον πεζό, που είχε εισέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και είχε αρχίσει να διασχίζει αυτήν κάθετα, κατά τον ελιγμό του δε προς τα δεξιά, να επιπέσει με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος, που οδηγούσε, επί του πεζού και να παρασύρει αυτόν, τη στιγμή που ο τελευταίος είχε διανύσει σχεδόν τις τρεις από τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και εισερχόταν στη δεξιά λωρίδα, να προκληθεί δε ο σοβαρός τραυματισμός του και εν συνεχεία ο θάνατός του. Ελιγμό προς τ’ αριστερά δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει ο πρώτος εναγόμενος λόγω της ύπαρξης προσωρινά ακινητοποιημένων οχημάτων στην εξ αριστερών του λωρίδα κυκλοφορίας. Εάν, όμως, είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και οδηγούσε με ταχύτητα εντός του επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα, θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του πεζού στην πρώτη εξ αριστερών λωρίδα κυκλοφορίας, τουλάχιστον προ 60 μέτρων, ώστε με την πέδηση του οχήματός του να μην επερχόταν τουλάχιστον ο σοβαρός τραυματισμός του πεζού, καθώς οι ως άνω παραβάσεις επηρέασαν τη δυνατότητα να μειώσει τις συνέπειες της απρόσμενης εισόδου του ανωτέρω πεζού στην πορεία του (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 39 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Ο.Κ. και 330 εδ. β΄ του Α.Κ.), υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οδηγήσεως του οχήματός του και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος. Εξάλλου, μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών. Η ύπαρξη δε της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Δυνάμει δε της με αριθμ. 1350/22-03-2017 απόφασης του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία, όμως, δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί αμετάκλητη και εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος, ερήμην του, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθ. 28, 302 παρ.1 του ΠΚ) (βλ. σχετ. ΑΠ 363/2018 Δημ. Νόμος) και ειδικότερα του ότι την 25/04/2013, στο Κερατσίνι Αττικής, «…από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και περί ώρα 16.55, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ………. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, και κινούμενος με αυτό επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, στο ύψος της στάσης του Ο.Α.Σ.Α. με την ονομασία «Πυροσβεστική», με κατεύθυνση από Καραβάκια προς Πλατεία Λαού, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του κατά τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και έτσι δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το όχημά του, όταν αντιλήφθηκε τον πεζό …………., ο οποίος διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της Λεωφόρου Δημοκρατίας, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα, που από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχή δεν προέβλεψε, να τον παρασύρει και να του προκαλέσει κακώσεις θώρακος και λεκάνης, συνεπεία των οποίων απεβίωσε.». Επεβλήθη δε σε αυτόν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Το ποσοστό ευθύνης για το ένδικο ατύχημα, τον τραυματισμό του πεζού και εν συνεχεία το θάνατό του, προσδιορίζεται σε 70% για τον πεζό και σε 30% για τον ως άνω οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (πρβλ. ΑΠ 840/2017 Δημ. Νόμος). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προβλήθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, επί της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε συνοπτικά στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, επαναφέρεται δε παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού στην πρόκληση του τραυματισμού του και εν συνεχεία του θανάτου του (ο οποίος συνιστά κατά μεν τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στο Ν. ΓΠΝ/1911 την ένσταση του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού, κατά δε τη βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ. άρνηση της υπαιτιότητας). Περαιτέρω, όσον αφορά στον ισχυρισμό των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του πεζού στην πρόκληση του τραυματισμού και εν συνεχεία θανάτου του, που οι εναγόμενοι είχαν προβάλει, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης επί της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε συνοπτικά στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, επαναφέρεται δε παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που συνιστά καταλυτική εν μέρει της αγωγής ένσταση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., πρέπει να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει και ως κατ’ ουσία βάσιμη (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 1115/1986 ΕλλΔικ 28.107, ΟλΑΠ 423/1985 ΕλλλΔικ 26.469, ΑΠ 1177/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1417/1991 ΕλλΔικ 34.52, ΑΠ 657/1988 ΕλλΔικ 30.309, ΑΠ 1618/87 ΕλλΔικ 29.1375). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα, τον τραυματισμό του πεζού και εν συνεχεία το θάνατό του, ήταν ο πρώτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 30% και ο πεζός, κατά ποσοστό 70%, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβασίμου του αντίστοιχου λόγου της υπό κρίση έφεσης των εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μικρότερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο και περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του και απορριπτομένων ως κατ’ ουσίαν αβασίμων των αντίστοιχων λόγων της υπό κρίση εφέσεως των εναγόντων και των πρόσθετων λόγων αυτής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του πεζού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 12, 19, 20 και 38 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ούτε, επίσης, τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, λόγω του ως άνω ένδικου ατυχήματος, ο πεζός, . …., τραυματίστηκε σοβαρά. Αμέσως μετά το ατύχημα, στις 25-4-2013, διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας «Θριάσιο», όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας (ΜΕΟ), για το χρονικό διάστημα από 25-4-2013 έως 10-6-2013, διασωληνωμένος, υπό μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, έχοντας υποστεί πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις με μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία (οι οποίες αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά από τους Νευροχειρουργούς), κακώσεις θώρακα με πολλαπλά κατάγματα πλευρών και πνευμονικές θλάσεις, πνευμοθώρακα ΔΕ (για τον οποίο τέθηκε σωλήνας παροχέτευσης billow) και κατάγματα κοτύλης και ηβικού κλάδου ΑΡ (που αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά από τους Ορθοπεδικούς). Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στη ΜΕΘ εμφάνισε επανειλημμένα επεισόδια σήψης και σηπτικής καταπληξίας, τα οποία αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς, χωρίς, ωστόσο, να αποκτήσει επικοινωνία με το περιβάλλον του. Στις 10-06-2013, σε εμμένουσα φυτική κατάσταση, με τραχειοστομία, διεκομίσθη στη Γενική Χειρουργική Κλινική του ανωτέρω Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε έως την 13-6-2013, οπότε απεβίωσε (βλ. σχετ. από 14/06/2013 Ιατρική βεβαίωση νοσηλείας της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «Θράσιο»). Οι ανωτέρω περιγραφείσες βαρύτατες κακώσεις στα ζωτικά όργανα του ασθενούς (πεζού) και κατά κύριο λόγο η εμμένουσα φυτική του κατάσταση, η οποία ήταν άμεση συνέπεια των κρανιοεγκεφαλικών του κακώσεων, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω, κατά τη με αριθμ. πρωτ. …../20-10-2015 ιατρική βεβαίωση νοσηλείας της Διευθύντριας Μ.Ε.Θ. του Λάτσειου Κέντρου Εγκαυμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «Θριάσιο», είναι εξαιρετικά βαριά κατάσταση, που σύμφωνα με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα, εφόσον παραταθεί και επιμείνει, οδηγεί, άλλοτε και σε άλλο χρόνο, στο θάνατο του ασθενούς μέσω δευτερογενών επιπλοκών, όπως πνευμονική εμβολή, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου κ.λ.π.. Κατά τη νοσηλεία του δε στη Χειρουργική Κλινική, κατά το πρώτο 24ωρο χρειάστηκε να υποστηριχθεί μηχανικά, λόγω επιδείνωσης της αναπνευστικής λειτουργίας του, ενώ στις 13-6-2013 παρουσίασε απουσία σφυγμού, ωχρότητα, υπεβλήθη σε καρδιοαναπνευστική ανάνηψη επί μία ώρα ανεπιτυχώς, οπότε υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και περί ώρα 19:00 απεβίωσε. Στην υπ’ αρ. πρωτ. …/13-9-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, η οποία διενεργήθηκε, την 15-6-2013, από την Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, ………., αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αποβιώσας, βάσει των ιστολογικών εξετάσεων, εμφάνιζε «…βαρύτατες αθηρωματοσκληρυντικές αλλοιώσεις των στεφανιαίων αρτηριών τύπου Va και Vb, που προκαλούν επί της δεξιάς στένωση του αυλού κατά 75% και του πρόσθιου κατιόντα κλάδου απόφραξη, ένα παρακαμπτήριο αορτοστεφανιαίο μόσχευμα επί της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας, που παρουσιάζει αθηρωματοσκληρυντικές αλλοιώσεις τύπου Vb, που προκαλούν στένωση του αυλού κατά 45% και πρόσφατα επί παλαιών εμφράγματα του μυοκαρδίου επί του οπίσθιου τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, του μεσοκοιλιακού διαφράγματος και της δεξιάς κοιλίας σε έδαφος χρόνιας ισχαιμικής υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας…», ενώ καταλήγει ως αιτία θανάτου του ανωτέρω πεζού «…Ο θάνατος του ………. επήλθε συνεπεία πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε έδαφος κακώσεων θώρακος, λεκάνης (κατά πληροφορίες τροχαίο ατύχημα, πεζός παρασυρθείς)…». Η ίδια αιτία θανάτου αναγράφεται και στην υπ’ αρ. 31/2/2013 συνταχθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του πεζού. Από τ’ ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι, λόγω των ως άνω προκληθεισών, συνεπεία του ατυχήματος, πολλαπλών εγκεφαλικών θλάσεων με μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, βαρύτατων κακώσεων στο θώρακα, πολλαπλών καταγμάτων στα πλευρά και τη λεκάνη, πνευμονικών θλάσεων και πνευμοθώρακα, ο πεζός, μετά τον ως άνω τραυματισμό του, βρισκόταν, συνεχώς, επί δίμηνο σε φυτική κατάσταση, κατά τη νοσηλεία του στη ΜΕΘ, διασωληνωμένος, δίχως ουδεμία επικοινωνία με το περιβάλλον και εν συνεχεία, κατά τη νοσηλεία του επί τριήμερο στη Γενική Χειρουργική Κλινική, κατά το πρώτο 24ωρο υποστηρίχθηκε μηχανικά λόγω επιδείνωσης της αναπνευστικής λειτουργίας του, ενώ, στις 13-6-2013, λόγω απουσίας σφυγμού και ωχρότητας, υπεβλήθη σε καρδιοαναπνευστική ανάνηψη επί μία ώρα ανεπιτυχώς, οπότε υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και περί ώρα 19:00 απεβίωσε. Ο θάνατος του πεζού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της ιατρικής επιστήμης, συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, διότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το θανάσιμο τραυματισμό του και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη, απορριπτομένης ως αβασίμου της περί του αντιθέτου αιτιάσεως των εναγομένων και του σχετικού λόγου έφεσης αυτών. Η ως άνω πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, με την παραπάνω έννοια, λαμβανομένου υπόψη του σοβαρότατου τραυματισμού του πεζού, κατά το ένδικο ατύχημα, σε συνδυασμό με την ηλικία του, δεν αποκλείεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι στην επέλευση του θανάτου συνετέλεσε και ειδική προδιάθεση του ίδιου του παθόντος λόγω της κατάστασης της υγείας του (χρόνια και χειρουργηθείσα στεφανιαία νόσος). Κατά την από 9-1-2015 γνωμοδότηση δε του Ιατροδικαστή ……….., η οποία συνετάγη κατ’ εντολή των εναγομένων, χωρίς να λάβει μέρος στη διενεργηθείσα νεκροψία – νεκροτομή, ο θάνατος του ………. «…επήλθε από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου και οφείλεται σε καρδιακή κάμψη, εν μέσω πνευμονικού οιδήματος, καθώς και στη διαταραχή της ισορροπίας υπό την οποία λειτουργούσε ο οργανισμός του, ως απότοκος της βαριάς κλινικής κατάστασης που προϋπήρχε του τροχαίου ατυχήματος και τεκμηριώνεται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, ότι ο θάνατος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο τροχαίο ατύχημα…». Ωστόσο, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αίρεται η πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, όταν μετά την επέλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος επέρχεται άλλο γεγονός, το οποίο επιτείνει το αποτέλεσμα, που είχε επέλθει, εφόσον στην επίταση αυτού συνέτεινε η κατάσταση, στην οποία βρισκόταν το βλαπτόμενο πρόσωπο εξ αιτίας του προηγούμενου γεγονότος. Δεν κρίνεται δε αναγκαία η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβασίμου του σχετικού αιτήματος των εναγομένων, το οποίο υποβάλλεται με την υπό κρίση έφεσή τους, καθώς το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση, απ’ όλα τα προσκομιζόμενα νόμιμα μ’ επίκληση από τους διαδίκους ως άνω αποδεικτικά μέσα, για τ’ αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, εφόσον ο θάνατος του πεζού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της ιατρικής επιστήμης, συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, λόγω της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, υπόχρεοι προς χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων, είναι ο πρώτος εναγόμενος, ως οδηγός και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος και η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία είχε ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα, κατά το χρόνο του ατυχήματος για τις ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο συγγενής των εναγόντων, ………., κάτοικος εν ζωή Ν. Σμύρνης Αττικής, είχε γεννηθεί στις 26/01/1939, ήτοι ήταν ηλικίας περίπου 74 ετών, κατά το χρόνο του τραυματισμού και θανάτου του, συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος. Παρά δε τη χρόνια και χειρουργηθείσα στεφανιαία νόσο, είχε εν γένει καλή υγεία, όπως προκύπτει ιδίως από την ανανέωση της οδήγησης αυτοκινήτου, στις 7/12/2010, με διάρκεια ισχύος έως 7/12/2013, και, την απασχόλησή του, κατά το χρόνο του τραυματισμού του, στο μηχανουργείο, που διατηρούσε επί της οδού ………….., στο … Αττικής, ήταν δε μέλος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά. Ο ανωτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ήταν πατέρας του πρώτου των εναγόντων (……….), ο οποίος γεννήθηκε την 17-8-1963 και κατά το χρόνο θανάτου του πατρός του ήταν 50 ετών, ήταν πεθερός της δεύτερης ενάγουσας (…….., η οποία γεννήθηκε την 20-7-1972 και κατά το χρόνο θανάτου του πεθερού της ήταν 41 ετών, ήταν παππούς των τρίτου και τέταρτου των εναγόντων (……… αντίστοιχα), τέκνων των δύο πρώτων των εναγόντων, που γεννήθηκαν στις 20-7-1999 και 24-9-2003 και κατά το χρόνο θανάτου του παππού τους ήταν 14 και 10 ετών αντίστοιχα και ήταν αδελφός της πέμπτης ενάγουσας (…………), η οποία γεννήθηκε την 12-4-1945 και κατά το χρόνο θανάτου του αδελφού της ήταν 68 ετών. Η σύζυγος του αποβιώσαντος (………..) είχε προαποβιώσει αυτού. Οι ως άνω ενάγοντες διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις στοργής και αγάπης με αυτόν. Λόγω του θανάτου του, όλοι οι προαναφερόμενοι δοκίμασαν βαθύτατο πόνο και θλίψη και ως εκ τούτου προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη έκαστος και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ.. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος, έχει γεννηθεί στις 29-1-1986, στο Μαρούσι, ήτοι ήταν ηλικίας 27 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι κάτοικος Αγ. Δημητρίου Αττικής και είναι ιδιωτικός υπάλληλος (βλ. σχετ. από 09/10/2013 έκθεσης εξέτασης αυτού κατά την ποινική προδικασία). Το Δικαστήριο, συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη του: α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) το βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος – υποχρέου (πρώτου εναγομένου), που συνιστά και ποινικό αδίκημα (άρθρα 28, 302 παρ. 1 Π.Κ.), γ) τη συνυπαιτιότητα του πεζού για τον τραυματισμό και θάνατό του, δ) το βαθμό της συγγένειας των ως άνω εναγόντων μετά του θανόντος και την εντεύθεν ψυχική οδύνη που υπέστησαν για τον αδόκητο θάνατο του προσφιλούς συγγενικού τους προσώπου, ε) την ηλικία του θανόντος (74 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος) και την ως άνω κατάσταση της υγείας του, στ) το γεγονός ότι διατηρούσαν καλές σχέσεις μαζί του, ζ) την ως άνω κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των εναγόντων (εκ των οποίων ο πρώτος είναι ιδιωτικός υπάλληλος -Μηχανολόγος Μηχανικός-) και του πρώτου των εναγομένων (ιδιωτικός υπάλληλος), μη λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής κατάστασης της δευτέρας εναγομένης, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, καθορίζει ότι το εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον πρώτο των εναγόντων, υιό του, στο ποσό των 1.500 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, νύφη του, στο ποσό των 4.500 ευρώ, για καθέναν από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων (εγγονούς του) και στο ποσό των 10.000 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα (αδελφή του). Στο ως άνω ποσό σημειώνεται ότι δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 40 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε στον πρώτο των εναγόντων, ως πολιτικώς ενάγοντα, ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, μ’ επιφύλαξη προς αναζήτηση του υπολοίπου ποσού ενώπιον του πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε τα ως άνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, αφού τα επιδικασθέντα ποσά δεν αφίστανται -κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση- από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά (βλ. σχετ. ΑΠ 845/2018 Δημ. Νόμος). Προκειμένου δε να καθοριστεί το ύψος της οφειλόμενης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη, που αναγνωρίστηκε ότι υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ελήφθησαν υπόψη ιδίως, όπως και από την εκκαλουμένη, οι αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, η συντρέχουσα υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού, καθώς και του συγγενούς των εναγόντων και η κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων (βλ. σχετ. ΑΠ 65/2019 ό.π.). Επομένως, οι υποστηρίζοντες τ’ αντίθετα λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην πληττομένη απόφαση οι αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, είναι απορριπτέοι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Σημειώνεται ότι επί αγωγής χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία (άρθρα 914, 297, 292 ΑΚ), αν ο εκκαλών με την έφεση προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνονται και εκείνα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού των εναγομένων ως προς την έφεση των εναγόντων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και εκτιμήθηκαν ιδίως η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, η με αριθμ. πρωτ. …………/13-09-2013 Ιατροδικαστική ΄Εκθεση νεκροψίας – νεκροτομίας της ………., Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, η από 22-9-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ……….., Μηχανικού, η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγόντων, η από 9-1-2015 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του …………, Ιατροδικαστή, η οποία συνετάγη μ’ επιμέλεια των εναγομένων και εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρα 340 και 390 ΚΠολΔ), όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και οι φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων, που περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε όλα τ’ αποδεικτικά μέσα. Σημειώνεται ότι προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρας, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (βλ. σχετ. ΑΠ 621/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 160/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 645/2012 Δημ. Νόμος). Ανεπάρκεια δε αιτιολογίας δεν υπάρχει όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 997/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1250/2011 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, ως προς το αίτημα των εναγομένων, το οποίο επαναφέρεται με λόγο έφεσης, περί εξαίρεσής τους από το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, σημειώνονται τ’ ακόλουθα: Κατά το προηγούμενο του Ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α’, 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 1114/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1207/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ Ολομ. 23-24/2004, ΑΠ Ολομ. 13/1994, ΑΠ 1114/2018 ό.π., ΑΠ 1207/2017 ό.π., ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010). Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι “ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος”, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: “Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης”. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος, που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση, που προβλέπεται, επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1114/2018 ό.π., ΑΠ 1207/2017 Δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, με λόγο της έφεσης των εναγομένων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, κατ’ άρθρ. 346 ΑΚ και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ’ άρθρ. 345 του ίδιου Κώδικα, διότι είχαν «εύλογη» αμφιβολία αναφορικά με την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και κατ’ επέκταση εύλογη αντιδικία με τους ενάγοντες, οπότε σε κάθε περίπτωση ο επιβληθείς τόκος έπρεπε να είναι αυτός της υπερημερίας και όχι της επιδικίας, ενώ το σχετικό αίτημα της ένδικης αγωγής, ως προς όλους, πλην του πρώτου, των εναγόντων, περιορίστηκε, στο σύνολό του, παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται πλέον για αναγνωριστική απόφαση, για το συγκεκριμένο ποσό, που επιδικάστηκε, δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι το αίτημα αυτό πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι «…η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 346 ΑΚ δυνατότητα εξαίρεσης από τον τόκο επιδικίας θεσπίστηκε προς επιβράβευση των οφειλετών, που αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους προς αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος και προβαίνουν σε κάποιες ενέργειες προς ικανοποίησή του (λ.χ. με έγγραφη αναγνώριση της οφειλής τους ή με συμβιβασμό), τέτοια, όμως, περίπτωση κρίνεται ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω…», χωρίς να περιέχεται παραδοχή για το ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία, που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ. δ’ και ε’ του ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα (βλ. σχετ. ΑΠ 1207/2017 ό.π.). ΄Αλλωστε, κατά τ’ αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, δεν έλαβε χώρα ούτε αναγνώριση εγγράφως της οφειλής ή εξώδικος συμβιβασμός πριν τη συζήτηση της αγωγής και οι εναγόμενοι εμμένουν να αντιδικούν, μολονότι ηττήθηκαν εν μέρει πρωτοδίκως και δεν αποδέχονται την οριστική απόφαση, προκειμένου να τερματιστεί η αντιδικία.  Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας, περίπτωση που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως ορθώς κρίθηκε και με την εκκαλουμένη. Ο τόκος δε επιδικίας του άρθρου 346 Α.Κ. αφορά προδήλως, του νόμου μη διακρίνοντος, σε κάθε αγομένη δι` αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της. Επομένως, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημα των εναγομένων, το οποίο επαναφέρεται με λόγο της έφεσής τους, περί εξαίρεσής τους από το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της έφεσης, ως αβασίμου. ΄Οσον αφορά δε στο παρεπόμενο αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της ως άνω καταψηφιστικής διατάξεως, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι το επιδικαζόμενο, εν προκειμένω, καταψηφιστικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ υπολείπεται του ελάχιστου ορίου των 30.000 ευρώ (άρθ. 1047 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει), ενώ σε κάθε περίπτωση, η εκτέλεση διασφαλίζεται από την ασφαλιστική κάλυψη, που παρέχει η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, καθότι δεν αποδείχθηκε αφερεγγυότητά της, κακή της πίστη ή αποστέρηση της περιουσίας της. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε δεκτή εν μέρει την υπό κρίση αγωγή, ως κατ’ ουσία βάσιμη, όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε και ως προς τα προαναφερόμενα οριστικά κριθέντα κονδύλια και υποχρέωσε τους εναγομένους τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα, ………, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, αναγνώρισε δε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος: α) στη δεύτερη ενάγουσα (……..) το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, β) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (……..), για λογαριασμό του τρίτου ενάγοντος ανηλίκου τέκνου τους (…….), ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, ήδη ενηλικιωθέντος, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ, γ) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (…….., για λογαριασμό του τέταρτου ενάγοντος ανηλίκου τέκνου τους (……..), ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ και δ) στην πέμπτη ενάγουσα (……….) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλά ούτε και προσέδωσε σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής των θεμελιωτικών του αγωγικού αιτήματος πραγματικών περιστατικών (προϋποθέσεων) και ορθά, κατ’ αποτέλεσμα, εκτίμησε τις αποδείξεις, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα νόμιμα μ’ επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (όπως μάρτυρας, έγγραφα, δικαστικά τεκμήρια, φωτογραφίες κ.λ.π.), έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, για το λόγο δε αυτό πρέπει, μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης με τις πα­ρούσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) (βλ. σχετ. ΑΠ 1319/2015 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2234/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 845/2011 Δημ. Νόμος, ΤριμΕφΠειρ 357/2016 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 30/2016 Δημ. Νόμος ΕφΛαρ 50/2016 Δημ. Νόμος, ΕφΠειρ 216/2015 Δημ. Νόμος, ΕφΠειρ 544/2015 Δημ. Νόμος, ΕφΑθ 980/2014 Δημ. Νόμος, ΕφΑθ 174/2014 Δημ. Νόμος, ΕφΠειρ 662/2012 Δημ. Νόμος, ΕφΛαρ 209/2012 Δημ. Νόμος), να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι όλοι οι λόγοι των υπό κρίση εφέσεων και των πρόσθετων λόγων έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες τ’ αντίθετα.

Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραπόνου κατά της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, οι υπό κρίση εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, κατά της με αριθμ. 863/22-03-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων, τα οποία κατατέθηκαν από τους εκκαλούντες για την άσκηση εκάστης των υπό κρίση εφέσεων (άρθρ. 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ): A) των εφεσιβλήτων της 07/03/2018 έφεσης και των από 28/01/2019 πρόσθετων αυτής λόγων στους εκκαλούντες αυτών και Β) των εφεσιβλήτων της από 28/03/2017 έφεσης στους εκκαλούντες αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων: Α) την από 07/03/2018 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./12-03-2018, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …./12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./12-03-2018, β) τους από 28/01/2019, με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …./28-01-2019 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./28-01-2019 πρόσθετους λόγους της έφεσης αυτής και Β) την από 28/03/2017 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../04-04-2017 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./04-04-2017, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού με Γεν. Αριθμ. Κατάθ. …../12-03-2018 και Ειδ. Αριθμ. Κατάθ. …./12-03-2018.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις υπό κρίση εφέσεις και τους από 28/01/2019 πρόσθετους λόγους και απορρίπτει τις εφέσεις αυτές και τους πρόσθετους λόγους κατ’ ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων, τα οποία κατέθεσαν οι εκκαλούντες για την άσκηση εκάστης των υπό κρίση εφέσεων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας: A) των εφεσιβλήτων της από 07/03/2018 έφεσης και των από 28/01/2019 πρόσθετων αυτής λόγων στους εκκαλούντες αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ και Β) των εφεσιβλήτων της 28/03/2017 έφεσης στους εκκαλούντες αυτής, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά, στις 11/09/2019, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ