Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 739/2022

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Αριθμός απόφασης     739/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

  Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Ελένη Νικολακοπούλου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Δ.Π.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : …………….τον οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ουρανία Σαμπροβαλάκη με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) της ναυτικής εταιρίας ……….., 2) της ναυτικής εταιρίας ……….., 3) της ναυτικής εταιρίας …………, 4) της ναυτικής εταιρίας …………, 5) της εταιρίας ……….. 6) της εταιρίας ………. 7) της εταιρίας ……………… 8) της εταιρίας ……………., 9) της εταιρίας ………………, 10) της ναυτικής εταιρίας …………….., 11) της ναυτικής εταιρίας ……………., 12) της κοινοπραξίας …………. και 13) ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Λύρα.

Ο εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 10.12.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………/10.12.2018 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 179/2021 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα αναφερόμενα σ’αυτήν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφότερα τα διάδικα μέρη και συγκεκριμένα οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες – εφεσίβλητοι, με την από 3.3.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../3.3.2021 και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου …………/21.4.2021 έφεση και ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, με την από 16.4.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………./16.4.2021 και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ………../21.4.2021 έφεση, που προσδιορίστηκαν να συζητηθούν κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τις απόψεις τους αναφερόμενοι στις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν και κατέθεσαν αντίστοιχα.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες: α) από 3.3.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …………/3.3.2021 και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ………./21.4.2021 και β) από 16.4.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../16.4.2021 και προσδιορισμού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ………./21.4.2021  εφέσεις των εκκαλούντων, αφενός 1)της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στον Πειραιά επί της ……………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «………………..», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) της εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού …………… στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 6) της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού …………….στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 7) της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού …………… στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 8) της εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού ……… στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 9) της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού ………… στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 10) της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, 11) της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) της κοινοπραξίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού …….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 13) ………, κατοίκου Πειραιώς επί της οδού ……… και αφετέρου του ………, που στρέφονται κατά της υπ’αριθμ.179/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621, 622 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ) επί της από 10.12.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……../10.12.2018 αγωγής του κατά των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της, ως προς τις πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των εναγομένων, την απέρριψε κατ’ουσίαν, ως προς τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, δωδέκατη και δέκατο τρίτο των εναγομένων, ενώ την δέχθηκε εν μέρει, ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τις τέταρτη, δέκατη και ενδέκατη εναγόμενες, ασκήθηκε  νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 495, 496, 498, 499, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ.α, 518 § 2 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατ’ άρθρον ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και 520 § 1  ΚΠολΔ,   δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε διετία από την δημοσίευση της, αρμοδίως δε φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011). Πρέπει, επομένως, οι ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α΄ και 591 § 1 ΚΠολΔ, να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ. Σημειωτέον ότι, αν και οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν.4055/2012, δεν απαιτείται για το παραδεκτό τους η κατάθεση του παραβόλου της § 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015), λόγω της φύσεως της διαφοράς, ως εργατικής.

ΙΙ. Ο ενάγων, ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, στην από 10.12.2018 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου ναυτολογήθηκε αρχικά στις 22.5.2017, ως ναυτόπαις, στο υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ- Ο/Γ πλοίο «TJ», νηολογίου Λεμεσού με αριθμό ….., πλοιοκτησίας της ένατης των εναγομένων κυπριακής εταιρείας, που έχει εγκατασταθεί στον Πειραιά, και απασχολήθηκε έως τις 3.6.2017, οπότε απολύθηκε, λόγω μεταθέσεως και την επομένη 4.6.2017 ναυτολογήθηκε, ως ναυτόπαις, στο υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «PJ», νηολογίου Λεμεσού με αριθμό ………., πλοιοκτησίας της όγδοης των εναγομένων, κυπριακής εταιρείας, που έχει εγκατασταθεί στον Πειραιά, όπου και απασχολήθηκε έως 23.10.2017, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά, αμοιβαία συναινέσει, και ότι την διαχείριση των ως άνω πλοίων έχει αναλάβει η ενδέκατη εναγομένη ναυτική εταιρεία, με την οποία συνήψε τις εν λόγω συμβάσεις εργασίας, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δέκατος τρίτος των εναγομένων, ενώ από 22.2.2018 έως 27.3.2018, που απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και από 4.4.2018 έως 18.4.2018, που απολύθηκε λόγω κλεισίματος του ναυτολογίου, ναυτολογήθηκε, ως ναύτης, στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «AJ», νηολογίου Πειραιά με αριθμό …………, κ.ο.χ.3934,18, κυριότητας της δέκατης των εναγομένων και εφοπλισμού της τέταρτης αυτών από 4.8.2017 έως 31.8.2018, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής και συντήρησης, παρεκτός των αναφερομένων διαστημάτων, που το δεύτερο και τρίτο, ως άνω, πλοία, εκτελούσαν δρομολόγια, αντί του προβλεπομένου από την ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων μηνιαίου μισθού και ότι καθ’ όλη την διάρκεια των ναυτολογήσεων του πραγματοποιούσε υπερωρίες, εφόσον εργαζόταν καθημερινά, ακόμη και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, επί 12 ώρες στο πρώτο και στο δεύτερο πλοίο, στο δε τρίτο πλοίο επί 14 ώρες, κατά το χρονικό διάστημα από 22.2.2018 έως 10.3.2018, που εκτελούσε τα αναφερόμενα δρομολόγια και επί 12 ώρες, κατά τα υπόλοιπα διαστήματα, που εκτελούνταν εργασίες επισκευής και συντήρησης του, χωρίς να λαμβάνει τις πλήρεις αποδοχές, που δικαιούνταν, ούτε ολόκληρη τη νόμιμη υπερωριακή αμοιβή του, ενώ δεν έλαβε ούτε ολόκληρα τα ποσά που εδικαιούτο για αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2017 και Πάσχα 2018 αντίστοιχα, όλες δε οι εναγόμενες εταιρείες αποτελούν μέλη της δωδέκατης των εναγομένων Κοινοπραξίας, που έχει συσταθεί από τις οκτώ πρώτες εναγόμενες εταιρείες και λειτουργεί υπό την μορφή ομόρρυθμης εταιρείας, βάσει του από 1.4.2016 συμφωνητικού, που έχει καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ, ενώ οι λοιπές εναγόμενες αποτελούν άτυπα μέλη αυτής, εν τοις πράγμασιν, αφού ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο, έχουν την ίδια έδρα, γραφεία, λογιστήριο, ίδιο νόμιμο εκπρόσωπο και μέλη ΔΣ, εναλλάσσονταν δε μεταξύ τους κατά την καταβολή της μισθοδοσίας του και των ασφαλιστικών του εισφορών, ενώ τον απέλυαν, λόγω μετάθεσης, ναυτολογώντας τον σε άλλο πλοίο του στόλου τους, ανεξαρτήτως αν αυτό ανήκε κατά πλοιοκτησία σε τυπικό ή εν τοις πράγμασι μέλος της κοινοπραξίας.  Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσε ο ενάγων, κατά την κύρια βάση της αγωγής του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες,  κοινοπραξία και μέλη της, εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το συνολικό χρηματικό ποσό των 20.286,13 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, όπως αναλυτικά εκτίθενται τα επιμέρους ποσά, με το νόμιμο τόκο από την απόλυση του, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής της και μέχρι την πλήρη εξόφληση και κατά την επικουρική της βάση, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν: α) η ένατη, η ενδέκατη και ο δέκατος τρίτος των εναγομένων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως πλοιοκτήτρια, διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της διαχειρίστριας, αντίστοιχα του πλοίου «TJ», το ποσό των 1.815,41 ευρώ, β) η όγδοη, η ενδέκατη και ο δέκατος τρίτος των εναγομένων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως πλοιοκτήτρια, διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της διαχειρίστριας, αντίστοιχα του πλοίου «PJ», το ποσό των 12.410,21 ευρώ και γ) η δέκατη και η τέταρτη των εναγομένων, εις ολόκληρον, ως κυρία και εφοπλίστρια αντίστοιχα του πλοίου «AJ», το ποσό των 6.060,51 ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθενται τα επιμέρους ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης του, άλλως της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού κήρυξε την συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη, ως προς τις 5η, 6η, 7η, 8η και 9η των εναγομένων, ελλείψει νομίμου κλητεύσεως τους και απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται αν οι συμβάσεις ναυτολόγησης της ενάγουσας συνήφθησαν από τις εναγόμενες-μέλη της κοινοπραξίας για λογαριασμό της και αν οι εναγόμενες-μέλη της κοινοπραξίας δρούσαν, ως διαχειριστές της, ώστε να την δεσμεύουν έναντι τρίτων και να ευθύνονται εις ολόκληρον με αυτήν, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς την επικουρική της βάση και ακολούθως την απέρριψε, κατ’ουσίαν, ως προς τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, δωδέκατη και δέκατο τρίτο των εναγομένων και την έκανε εν μέρει δεκτή, ως προς τις τέταρτη, δέκατη και ενδέκατη τούτων, υποχρεώνοντας την μεν ενδέκατη, ως εφοπλίστρια, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.817,45 ευρώ, τις δε τέταρτη και δέκατη, ως εφοπλίστρια και κυρία του πλοίου αντίστοιχα, να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον και μέχρι την αξία του πλοίου η δέκατη, το ποσό των 4.179,77 ευρώ για διαφορές αποδοχών, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες διακρίσεις.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ήδη με τις ένδικες εφέσεις τους αμφότεροι οι διάδικοι για τους αναφερομένους λόγους αντίστοιχα, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζητούν την τυπική και ουσιαστική παραδοχή των εφέσεων τους, κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια, την εξαφάνιση, άλλως μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, την αναδίκαση της αγωγής από το Δικαστήριο τούτο και την εν συνόλω απόρριψη και παραδοχή της αντιστοίχως. Επιπλέον, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που βρίσκονταν πριν την εκτέλεση της εκκαλουμένης, με την επιστροφή των ποσών των 5.000 ευρώ και 2.000 ευρώ αντίστοιχα, κατά τα οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, νομιμοτόκως από την έκδοση της παρούσας απόφασης.

Διευκρινίζεται ότι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της περί επαναφοράς των πραγμάτων απόφασης, δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (ΕφΑθ 490/2010 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

III. Στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση, για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφότου, όμως, εμφανίστηκε και δρα στην πράξη, ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρίας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ.3 Ν.4072/2012, εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ. και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία. Εκ τούτου, έπεται ότι, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 – 28, 38, 39, 47 – 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ.2 του ν. 4072/2012), μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρίας, με απεριορίστως και εις ολόκληρο ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου ήδη 249 Ν.4072/2012) πάντα τα μέλη αυτής για τις εκ της δραστηριότητας της υποχρεώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η κοινοπραξία, ενόσω δεν προσλαμβάνει τυπικά κάποια εταιρική μορφή, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα. Παρά ταύτα, αποκτά την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 14/2007) και πτωχευτική ικανότητα (293 παρ.3 και 251 παρ.3 Ν.4072/2012), επομένως και εργοδότης. Και ακόμη, μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στο Δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία είναι ανατεθειμένη η διαχείριση των υποθέσεων της (62 και 64 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά περίπτωση όμως διάδικοι μπορούν να είναι και τα μέλη της. Αποφασιστικό κριτήριο για το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση η κοινοπραξία ενήργησε ως αφανής εταιρία, οπότε ευθύνεται μόνο το μέλος, που επιχείρησε τη συναλλαγή ή ενήργησε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, οπότε ευθύνονται αλληλεγγύως όλα τα μέλη της, ως οφειλέτες για απαίτηση που γεννήθηκε από τη δράση τους είτε ατομικώς είτε στο πλαίσιο της κοινοπραξίας, είναι το πώς εκδηλώθηκε εξωτερικά η συγκεκριμένη δραστηριότητα. (ΑΠ 1246/2014, ΑΠ 680/2014, ΑΠ 1078/2010).

Ενόψει τούτων, η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά την νομική θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης των εναγομένων εταιρειών μελών της εναγομένης κοινοπραξίας από την δραστηριότητα είτε αυτής, είτε κάθε μέλους, περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και δεν πάσχει αοριστίας, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η δωδέκατη εναγομένη κοινοπραξία εκμεταλλευόταν όλα τα αναφερόμενα πλοία ναυτολόγησης του ενάγοντος για λογαριασμό των εναγομένων εταιρειών μελών της, τόσο των τυπικών οκτώ πρώτων εξ αυτών, όσο και των υπόλοιπων, που συμμετείχαν ατύπως, ενεργώντας ως ομόρρυθμη εταιρεία “εν τοις πράγμασι”, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα,  με συνέπεια να τυγχάνει εφαρμογής το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρείας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρείας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής, που συνεπάγεται την απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων μελών της και την ισχύ του κανόνα της ατομικής εκπροσωπήσεως από κάθε εταίρο, που σημαίνει ότι κάθε εναγόμενο μέλος της μπορούσε να την δεσμεύει έναντι τρίτων, τυχόν δε περιορισμοί της εκπροσωπευτικής εξουσίας, μη τηρουμένων των προϋποθέσεων δημοσιότητας, δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στους τρίτους. Επομένως, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τις εναγόμενες εταιρείες είναι ορισμένη και νόμιμη και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα και σαφήνεια αυτής να αναφερθεί ότι οι συμβάσεις ναυτολόγησης του ενάγοντος συνήφθησαν από τις εναγόμενες-μέλη της κοινοπραξίας για λογαριασμό αυτής και ότι αυτές δρούσαν, ως διαχειριστές της, ώστε να την δεσμεύουν έναντι τρίτων και να ευθύνονται εις ολόκληρον με αυτήν, ως εσφαλμένα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμου. Περαιτέρω, η αγωγή είναι απαράδεκτη, ως προς τον δέκατο τρίτο των εναγομένων, καθόσον δεν θεμελιώνεται ευθύνη του, ως προς την κύρια βάση της, αλλά μόνο ως προς την επικουρική βάση, η οποία τελεί υπό την αίρεση μη ευδοκίμησης της κύριας βάσης της αγωγής, που δεν τον αφορά, αλλά αφορά μόνο τις λοιπές απλές ομοδίκους του εναγόμενες εταιρείες, δηλαδή η περιεχόμενη στην αγωγή βάση γι’αυτόν βρίσκεται σε σχέση επικουρικότητας, ως προς την κύρια βάση, που όμως δεν τον περιλαμβάνει, ήτοι δεν υφίσταται κύρια βάση, ως προς το πρόσωπο του και επομένως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η αγωγή, ως προς αυτόν, στηριζόμενη μόνο σε βάση υπό αίρεση (219 ΚΠολΔ) και αφού δεν περιέχεται κύρια βάση, ως προς αυτόν τον ομόδικο, ούτε κοινή με τους λοιπούς ομοδίκους, ούτε χωριστή, η αγωγή κρίνεται γι’αυτόν απορριπτέα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 580/1996).

ΙV. Με τα άρθρα 11, 12 παρ. 1 ,13 παρ.1, 2 & 5 και 18 παρ.1 της ΥΑ 2242.5-1.5/72672/2016 (ΦΕΚ Β΄ 2796/5.9.2016) «Κύρωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2016» και της υπ’ αριθ. 2242.5-1.5/77056/2017 υπουργικής απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β 4005/17.11.2017) «Κύρωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2017», που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση,  ορίζονται τα ακόλουθα : « …Οι ώρες της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμάνι για όλους τους ναυτικούς που αφορά η ανωτέρω Συλλογική Σύμβαση ορίζονται σε 40 εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες την ημέρα από Δευτέρας μέχρι Παρασκευής, της εργασίας του Σαββάτου αμειβόμενης υπερωριακώς. …Ειδικά για το προσωπικό γενικών υπηρεσιών εν γένει, πλην των Ραδιοτηλεγραφητών, η οκτάωρη εργασία κατανέμεται από της 06.00 ώρας μέχρι της 22.00 ώρας με μία  ώρα διακοπή. … Κάθε εργασία που εκτελείται από τους ναυτικούς εν πλω και στο λιμάνι, πέραν των κανονικών εργασίμων ημερών και ωρών, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 11 και 12 της παρούσης, περιλαμβανόμενων και των εργασιών κατάπλου και απόπλου, θεωρείται πρόσθετη (υπερωριακή) και καταβάλλεται στους απασχολούμενους ναυτικούς πρόσθετη αμοιβή η οποία υπολογίζεται ως εξής : Το ποσόν του μηνιαίου μισθού ενεργείας της παραγρ. 1 του άρθρου 1 (αφορά το βασικό μισθό) διαιρείται δια των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης, τούτων εξευρισκομένων δια της διαιρέσεως των εβδομάδων του έτους δια δώδεκα μηνών και του πολλαπλασιασμού του εκ της διαιρέσεως ταύτης προκύπτοντος πηλίκου 4,3 επί τας ώρας της ισχυούσης εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης. Βάσει του ανωτέρω υπολογισμού, οι ώρες της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης ανέρχονται σε εκατόν εβδομήντα τρεις (173)… Για την πρόσθετη (υπερωριακή) εργασία περί της οποίας η προηγούμενη παράγραφος, η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής της υπερωριακή αμοιβή του ναυτικού προσαυξάνεται κατά 25%… Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρον 18 της παρούσης, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή η προσδιοριζόμενη από την παρόντος άρθρου, προσαυξημένη κατά ποσοστό 50% για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτου και αργιών…. Οι κατωτέρω κατονομαζόμενες θρησκευτικές εορτές θεωρούνται ως ημέρες αργίας. Εργασίες εκτελούμενες κατά τις αργίες αυτές εν πλω και στο λιμάνι αμείβονται υπερωριακώς , σύμφωνα με την παραγρ. 5 του άρθρου 13 της Συλλογικής Σύμβασης… α. Η 1η του Έτους, β. Η εορτή των Θεοφανείων. γ. Η Καθαρή Δευτέρα, δ. Η 25η Μαρτίου, ε. Η Μεγάλη Παρασκευή, στ. Η Δευτέρα του Πάσχα. ζ. Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, η. Η 1η Μαΐου. θ. Η ημέρα της Αναλήψεως. ι. Η 15η Αυγούστου. ια. Η 14η Σεπτεμβρίου, ιβ. Η 28η Οκτωβρίου, ιγ. Η ημέρα του Αγίου Νικολάου. ιδ. Η ημέρα των Χριστουγέννων, ιε. Η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων…. ».

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον περιλαμβανόμενο στις  ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις πίνακα αμοιβών και τις σχετικές διατάξεις, περί των αποδοχών ναύτη, ορίζονται τα ακόλουθα : Ο βασικός μηνιαίος μισθός στο ποσό των 1.157,99 ευρώ, το επίδομα Κυριακής στο ποσό των 254,76 ευρώ και συνολικά  στο ποσό των 1.412,75 ευρώ, το αντίτιμο τροφής στο ποσό των 19,21 ευρώ ημερησίως (άρθρο 3), το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας  στο ποσό των 35,22  ευρώ (άρθρο 8 παρ.13), το επίδομα ιματισμού σε 56,50 ευρώ (άρθρο 5) και οι αποδοχές άδειας μετά τροφοδοσίας σε 417,13 ευρώ, ήτοι [(1.157,99 + 254,76) : 22] Χ 5 ημέρες + (19,21 ευρώ το ημερήσιο αντίτιμο τροφής Χ 5 ημέρες)]. Εξάλλου, περί των αποδοχών ναυτόπαιδα ορίζονται τα ακόλουθα : Ο βασικός μηνιαίος μισθός στο ποσό των 928,36 ευρώ, το επίδομα Κυριακής στο ποσό των 204,24 ευρώ και συνολικά  στο ποσό των 1.132,60 ευρώ, το αντίτιμο τροφής στο ποσό των 19,21 ευρώ ημερησίως (άρθρο 3), το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας  στο ποσό των 35,22  ευρώ (άρθρο 8 παρ.13), το επίδομα ιματισμού σε 56,50 ευρώ (άρθρο 5) και οι αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας σε 353,45 ευρώ, ήτοι [(928,36 + 204,24) : 22] Χ 5 ημέρες + (19,21 ευρώ το ημερήσιο αντίτιμο τροφής Χ 5 ημέρες)]. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον περιλαμβανόμενο στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις πίνακα υπερωριακής αμοιβής κατά βαθμό και ειδικότητα με βάση το ωρομίσθιο, του άρθρου 13 παρ.6 περ.Θ αρ.3 και 4, προκειμένου περί ναύτη, η υπερωρία ορίστηκε αντίστοιχα σε 8,38 € (με προσαύξηση 25%) και 10,05 € (με προσαύξηση 50%), ενώ περί ναυτόπαιδα, η υπερωρία ορίστηκε αντίστοιχα σε 6,71 € (με προσαύξηση 25%) και 8,06 € (με προσαύξηση 50%). Επισημαίνεται, περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά ειδικώς στην υπερωριακή απασχόληση κατά την ήμερα της Κυριακής, ότι οι ως άνω Συλλογικές Συμβάσεις Ναυτικής Εργασίας προβλέπουν στο άρθρο 6 ότι «Σε όλους τους ναυτολογημένους ναυτικούς, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές αργίες εν πλω και στο λιμάνι, καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή υπό τύπον επιδόματος δια τας μέχρι οκταώρου εργασίας κατά Κυριακή, ανερχομένη μηνιαίως σε ποσοστό είκοσι δύο τοις εκατόν (22%) επί του μισθού ενεργείας, που προβλέπεται από το άρθρο 1 παρ. 1 της παρούσας Συμβάσεως. Διευκρινίζεται ότι το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής εκ μέρους αυτού ή μη υπηρεσίας», δηλαδή το ειδικό αυτό επίδομα συνιστά ιδιαίτερη αμοιβή για την παρεχομένη εντός του βασικού οκταώρου εργασία κατά τις Κυριακές, η οποία δεν θεωρείται υπερωριακή, ενώ αντιθέτως υπερωριακή θεωρείται η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 328/2014, ΕφΠειρ 626/2014, ΕφΠειρ 630/2014, ΕφΠειρ 27/2011, ΕφΠειρ 803/2009, ΕφΠειρ 529/2009, ΕφΠειρ 1128/2006, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝΔ 34 351, ΕφΠειρ 236/2006, ΕφΠειρ 741/2005 ΕΝΔ 33.444, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝΔ 33.345, ΕφΠειρ 608/2001 ΕΝΔ 29.446).

V. Από την ένορκη ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, …. ….., που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, την υπ’αριθμ……../12.3.2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης ………….., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος-εκκαλούντος, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των εναγομένων-εφεσιβλήτων, κατ’άρθρο 422παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015 με την επίδοση της αγωγής (υπ’ αριθμ….., …. και …../18.12.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………), την υπ’αριθμ………/27.11.2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ανταπόδειξης, ……….., που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, με την επιμέλεια των εναγομένων-εκκαλούντων- εφεσιβλήτων, κατόπιν νομότυπης, κατ’άρθρο 422παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015, κλήτευσης του αντιδίκου (υπ’αριθ………./22.11.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …………..), οι οποίες εκτιμώνται από το Δικαστήριο κατά το μέτρο της αξιοπιστίας και το βαθμό της γνώσεως εκάστου μάρτυρα, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις στα πλαίσια άλλων δικών, ανεξάρτητα αν τα προσκομιζόμενα έγγραφα πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 340 παρ.1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004,723), σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφα τους και εκτιμώνται, κατ’ άρθρα 264 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (336 παρ.4 ΚΠολΔ) και της λογικής, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει του από 1.3.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των τεσσάρων πρώτων εναγομένων εδρευουσών στον Πειραιά επί της οδού …………. ναυτικών εταιρειών, …………… πλοιοκτητριών των Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοων πλοίων «SJ2», «SJ», «MJ» και «NJ» αντίστοιχα, νηολογίου Πειραιά και καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς με αριθμό ……….., συστάθηκε η δωδέκατη εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», με έδρα τον Πειραιά επί της οδού ……….. και σκοπό την από κοινού εξυπηρέτηση των ακτοπλοϊκών γραμμών εσωτερικού, την με κάθε πρόσφορο μέσο εκμετάλλευση των πλοίων, την από κοινού έκδοση εισιτηρίων και φορτωτικών, τη διάθεση των εισιτηρίων των πλοίων, τη βελτίωση των προσφερομένων από τα κοινοπρακτούντα μέλη υπηρεσιών και την ορθολογικότερη ανάπτυξη των δρομολογίων. Τα κοινοπρακτούντα μέλη κοινοπρακτούν, ως προς τα έσοδα από την μεταφορά επιβατών, οχημάτων πάσης φύσεως και εμπορευμάτων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην σύμβαση. Στην κοινοπραξία εισήλθαν κατόπιν της από 1.4.2016 τροποποίησης του καταστατικού της και οι επόμενες τέσσερις εναγόμενες ναυτικές εταιρείες, που εδρεύουν στην Λεμεσό Κύπρου και έχουν εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού . ……… στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενες, …….. με τα Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοα πλοία νηολογίου Λεμεσού «CJ1», «CJ2», «MJ» και «PJ» πλοιοκτησίας τους αντίστοιχα. Διαχειριστής και εκπρόσωπος της κοινοπραξίας ορίστηκε ο ………. Πέραν των ανωτέρω εταιρειών, στην επίδικη κοινοπραξία εισήλθαν ατύπως, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας και οι λοιπές εναγόμενες εταιρείες, η ένατη τούτων με την επωνυμία «………», που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου και έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα επί της οδού …… στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, πλοιοκτήτρια του υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου «TJ» νηολογίου Λεμεσού με αριθμό 100, η δέκατη εναγομένη ναυτική εταιρία με την επωνυμία «……..», που ομοίως εδρεύει στον Πειραιά επί της οδού …… και εκπροσωπείται νόμιμα, με το υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοο πλοίο «AJ» νηολογίου Πειραιά με αριθμό …………., τον εφοπλισμό του οποίου παραχώρησε από 4.8.2017 έως 31.8.2018 στην τέταρτη εναγομένη διατηρώντας την κυριότητα του, καθώς επίσης, η ενδέκατη εναγομένη ναυτική εταιρεία «………….», που εδρεύει ομοίως στον Πειραιά, επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, διαχειρίστρια των υπό κυπριακή σημαία ως άνω πλοίων «PJ» και «TJ» και λοιπών υπό κυπριακή σημαία πλοίων των εναγομένων κυπριακών εταιρειών, οι οποίες ομοίως αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη της εναγομένης κοινοπραξίας εν τοις πράγμασι. Τούτο διότι, όλες οι εναγόμενες εταιρείες έχουν στην πραγματικότητα κοινά γραφεία και λογιστήριο επί της οδού …………… στον Πειραιά, τον ίδιο νόμιμο εκπρόσωπο και διοίκηση, η πρόσληψη των πληρωμάτων των πλοίων είτε γίνονταν από μέλος, είτε από την κοινοπραξία, γίνονταν για λογαριασμό όλων των μελών, οι ναυτολογούμενοι δε απασχολούνταν στα διάφορα πλοία, που ανήκουν στο στόλο της, μεταξύ των οποίων και τα πλοία πλοιοκτησίας των άτυπων μελών της, που περιλαμβάνονταν στο δυναμικό της, σύμφωνα και με τις διαδικτυακές αναρτήσεις της για διαφημιστικούς και προωθητικούς των υπηρεσιών της σκοπούς και απολύονταν, λόγω μετάθεσης, σε άλλο πλοίο κοινοπρακτούντος μέλους τυπικού ή de facto, ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργίας τους και τον προγραμματισμό των δρομολογίων τους. Ενόψει τούτων, η εναγομένη κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα και έχει τον χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας, καταχωρημένη στο Γ.Ε.ΜΗ., λειτουργεί όμως ως ομόρρυθμη εταιρεία “εν τοις πράγμασι” με δώδεκα κοινοπρακτούντα μέλη και όχι με οκτώ, καθόσον αναφορικά με την συμμετοχή σ’αυτήν και τον συντονισμό της δράσης, εκτός των οκτώ πρώτων εναγομένων εταιρειών και της ένατης, δέκατης και ενδέκατης των εναγομένων, δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας και, συνεπώς, κάθε εναγόμενο νομικό πρόσωπο – μέλος της κοινοπραξίας, τυπικό ή de facto, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων για την ομόρρυθμη εταιρεία, ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας, που γεννήθηκαν είτε από τη δραστηριότητα του ατομικώς, είτε της κοινοπραξίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά για λογαριασμό της κοινοπραξίας και των μελών της, ο ενάγων, ……….., απογεγραμμένος ναυτικός, ναυτολογήθηκε, αντί των προβλεπομένων αποδοχών και σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες της εκάστοτε ισχύουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, αρχικά, ως ναυτόπαις, στο υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ- Ο/Γ πλοίο «TJ», νηολογίου Λεμεσού με αριθμό …… (ΙΜΟ ………), κ.ο.χ.11347, πλοιοκτησίας, όπως προαναφέρθηκε, της ένατης των εναγομένων ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…….», κυπριακής εταιρείας με εγκατεστημένο γραφείο στον Πειραιά και απασχολήθηκε έως τις 3.6.2017, οπότε απολύθηκε, λόγω μεταθέσεως στο υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «PJ», νηολογίου Λεμεσού με αριθμό …….., κ.ο.χ.3560, πλοιοκτησίας της όγδοης των εναγομένων, κυπριακής εταιρείας «…………», με εγκατεστημένο γραφείο στον Πειραιά, όπου παρείχε τις υπηρεσίες του, ως ναυτόπαις, από 4.6.2017  έως 23.10.2017, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά, αμοιβαία συναινέσει. Την διαχείριση των ανωτέρω υπό κυπριακή σημαία πλοίων έχει αναλάβει η ενδέκατη εναγομένη ναυτική εταιρεία, με την επωνυμία “………..”, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της όγδοης και της ένατης των εναγομένων κυπριακών εταιρειών, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δέκατος τρίτος των εναγομένων. Ακολούθως, με νέα σύμβαση ναυτικής εργασίας ο ενάγων απασχολήθηκε από 22.2.2018 έως 27.3.2018, που απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και από 4.4.2018 έως 18.4.2018, που απολύθηκε λόγω κλεισίματος του ναυτολογίου, ως ναύτης, στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «AJ», νηολογίου Πειραιά με αριθμό ……, κ.ο.χ.3934,18, κυριότητας της δέκατης των εναγομένων ελληνικής ναυτικής εταιρείας «…………..», τον εφοπλισμό του οποίου ασκούσε από 4.8.2017 έως 31.8.2018, κατόπιν παραχώρησης της ανωτέρω πλοιοκτήτριας, με κοινή δήλωση, που δημοσιεύθηκε νομότυπα, η τέταρτη εναγομένη «…………..».

Οι εναγόμενοι, ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι, αρνούνται την αποδιδόμενη με την υπό κρίση αγωγή στην όγδοη και ένατη εναγόμενες ιδιότητα των πλοιοκτητριών των υπό κυπριακή σημαία πλοίων «PJ» «TJ» αντίστοιχα, ισχυριζόμενοι ότι κατά τα επίδικα διαστήματα ετύγχαναν απλές κυρίες τούτων αντιστοίχως και ότι τον εφοπλισμό των πλοίων αυτών ασκούσε η ενδέκατη εναγομένη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…….», προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους αυτού επικαλούνται και προσκομίζουν τις από 28.11.2016 και 14.3.2017 σχετικές δηλώσεις εφοπλισμού, που καταρτίσθηκαν μεταξύ εκάστης πλοιοκτήτριας και της ενδέκατης εναγομένης, με τις οποίες παραχωρείται αντίστοιχα ο εφοπλισμός των εν λόγω πλοίων από την όγδοη και ένατη πλοιοκτήτρια στην ενδέκατη εναγομένη  έως τις 31.12.2019. Ωστόσο, οι ως άνω δηλώσεις εφοπλισμού δεν έχουν κατατεθεί στην οικεία λιμενική αρχή του τόπου νηολογήσεως των ένδικων αυτών πλοίων, ήτοι δεν τηρήθηκαν ως προς αυτές οι εκ του νόμου προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, που σκοπό έχουν να προστατέψουν τους τρίτους και, συνεπώς, εν ελλείψει τέτοιας δηλώσεως τίθεται μαχητό τεκμήριο ότι οι όγδοη και ένατη εναγόμενες, κυρίες αντίστοιχα των εν λόγω πλοίων, είναι και πλοιοκτήτριες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι όγδοη και ένατη εναγόμενες κυπριακές εταιρίες με εγκατεστημένο γραφείο επί της οδού ………. στον Πειραιά, εκμεταλλεύονταν αντίστοιχα τα εν λόγω πλοία, ως κοινοπρακτούντα μέλος της δωδέκατης εναγομένης κοινοπραξίας, έχοντας την διεύθυνση του κάθε πλοίου για όλα τα ζητήματα, που αφορούσαν την λειτουργία και εκμετάλλευση του, με σκοπό το κέρδος, μέσω της διαχειρίστριας τούτων ενδέκατης εναγομένης, η οποία ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό των πλοιοκτητριών αυτών κυπριακών εταιρειών και ως κοινοπρακτούν μέλος της εναγομένης κοινοπραξίας. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες καταθέσεις στα πλαίσια της προανάκρισης, κατόπιν μήνυσης άλλης κοινοπρακτούσης κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία «….. ..» πλοιοκτήτριας του υπό κυπριακή σημαία πλοίου “PJ”, σε βάρος της εργαζομένης σ’αυτό, ως ανθυποπλοιάρχου, ………., για δήθεν ψευδή δήλωση επίσχεσης εργασίας, τόσο του νομίμου εκπροσώπου της έβδομης, όγδοης και ένατης των εναγομένων, Μιχαήλ Οικονόμου, όσο και του εξουσιοδοτημένου προσώπου της ενδέκατης εναγομένης, ονόματι ………….. και του νομίμου εκπροσώπου αυτής, …………, δέκατου τρίτου των εναγομένων, που καταθέτουν με σαφήνεια ότι η ενδέκατη εναγομένη ενεργούσε, ως διαχειρίστρια των πλοίων αυτών και δεν αναιρούνται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους εναγομένους ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος τους, ……….., υπεύθυνης των πληρωμάτων των επίδικων πλοίων, που αναφέρεται όλως αορίστως στην ανάθεση εφοπλισμού των υπό κυπριακή σημαία ως άνω πλοίων, στην ενδέκατη εναγομένη, πλην όμως, όπως προκύπτει εναργώς από τις από 1.4.2016, 15.12.2017 και 2.12.2019, τροποποιήσεις του συμφωνητικού της Κοινοπραξίας, που καταχωρήθηκαν νομότυπα στο Γ.Ε.ΜΗ, όσον αφορά τα εμφανή μέλη της, η όγδοη εναγομένη αποτυπώνεται σταθερά, ως πλοιοκτήτρια και όχι απλά, ως κυρία, του πλοίου «PJ”. Εξάλλου, ο ενάγων, κατά την σύναψη των συμβάσεων εργασίας του στα εν λόγω πλοία, τελούσε σε γνώση και μπορούσε να συναχθεί από τις διαγνωστέες σ’αυτόν περιστάσεις, ότι η αντισυμβαλλομένη του δεν επιχειρούσε τη σχετική δικαιοπραξία στο όνομα και για λογαριασμό της ίδιας, αλλά των κοινοπρακτούντων ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών, η δε εφοπλιστική δραστηριότητα των τελευταίων, ήταν γνωστή στην ναυτολογούμενο ναυτικό, ώστε να μην δύναται αντικειμενικά να γεννηθεί βάσιμη σ’αυτόν αμφιβολία, ως προς την διαχειριστική ιδιότητα της αντισυμβαλλομένης του, κατά τον χρόνο σύναψης των εργασιακών του συμβάσεων, η οποία δεν ταυτίζεται με εκείνη της εφοπλίστριας, ως αβασίμως υπολαμβάνουν οι εναγόμενοι. Επομένως, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος, που αφορά την απόδειξη των περιστατικών, τα οποία συνάπτονται με την επικληθείσα ιδιότητα της όγδοης και ένατης των εναγομένων εταιρειών, ως κυριών και όχι πλοιοκτητριών των εν λόγω πλοίων και της ενδέκατης με εκείνη της εφοπλίστριας και όχι διαχειρίστριας τούτων, η σχετική ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως τους, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ναυτολόγησης του ενάγοντος στα υπό κυπριακή σημαία πλοία «PJ» και «TJ», τον εφοπλισμό τούτων ασκούσε η ενδέκατη εναγομένη, ενώ η όγδοη και η ένατη τούτων διατηρούσαν αντίστοιχα μόνο την κυριότητα τους, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου εν μέρει του τρίτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, κατά το συναφές σκέλος, ως ουσιαστικά βασίμου, παρελκομένης της εξέτασης του, ως προς το λοιπό μέρος, καθόσον άπτεται περί των παραδοχών της εκκαλουμένης αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής και απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης των εναγομένων, που αποδίδει στην εκκαλουμένη τις πλημμέλειες αυτές, ως ουσιαστικά αβασίμου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο Ι παρ.1 του ν.762/1978 “περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότη συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού”, εάν ο εργοδότης ναυτικού δεν έχει μόνιμον κατοικία εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συναπτών σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότη, ευθύνεται εις ολόκληρον μετ` αυτού δι` απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρεούσας υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος για την περίπτωσιν αυτήν ως αντίκλητος αυτού. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας συνήψε στην Ελλάδα σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο πλοιοκτησίας αλλοδαπής εταιρίας, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος της εταιρίας αυτής, για όλες τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής (ΑΠ 1224/2019 και ΑΠ 1090/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η ενδέκατη των εναγομένων, κατά τη σύναψη στην Ελλάδα των εργασιακών συμβάσεων των πληρωμάτων των πλοίων του στόλου της κοινοπραξίας με κυπριακή σημαία, πλοιοκτησίας αντίστοιχα της πέμπτης, έκτης, έβδομης, όγδοης και ένατης των εναγομένων εδρευουσών στην Λεμεσό Κύπρου ναυτιλιακών εταιρειών, ενεργούσε, ως αντιπρόσωπος τούτων. Επομένως, νομίμως γίνεται προς αυτήν, ως εκ του νόμου αντίκλητο των εν λόγω αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιρειών, η επίδοση της ένδικης αγωγής, που αντικείμενο έχει υποχρεώσεις των  αλλοδαπών αυτών εταιρειών από σχέσεις ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκαν από την αντιπρόσωπο τους στην Ελλάδα και τις αφορούν όλες, ως μέλη της κοινοπραξίας, συντασσομένης της υπ’αριθμ…………/18.12.2018 οικείας έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών ……………. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, ως προς τις πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των εναγομένων εταιρειών, λόγω ακυρότητας της επίδοσης της για λογαριασμό τους, στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενδέκατης εναγομένης υπό την ιδιότητα της, ως αντιπρόσωπο και αντίκλητο στην Ελλάδα των εν λόγω κυπριακών εταιρειών, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης τους με επίκληση δικονομικής βλάβης, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου κατά το μέρος αυτό του δεύτερου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμου.

Περαιτέρω, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησης του ενάγοντος, τις πάσης φύσεως αποδοχές του ρύθμιζε αρχικά η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2016, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/72672/2016 (ΦΕΚ Β΄ 2796/5.9.2016) και ακολούθως, η ΣΣΝΕ του έτους 2017, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 2242.5-1.5/77056/2017 υπουργική απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β 4005/17.11.2017), δεδομένου ότι η μεταγενέστερη από 4.9.2018 ΣΣΝΕ του έτους 2018, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 2242.5-1.5/80350/2018 υπουργική απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β 5084/14.11.2018), δημοσιεύθηκε κατά χρόνο που έπεται της οριστικής απόλυσης του ενάγοντος. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των, ως άνω, εφαρμοζομένων ΣΣΝΕ, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, ως ναυτόπαιδα, ανέρχονταν, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, στο ποσό των 2.097,57  ευρώ [928,36 € μισθός ενεργείας + 204,24 € επίδομα Κυριακών + 35,22 € επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 576,30 € αντίτιμο τροφής 30 ημερών (19,21 € Χ 30) + 353,45 € αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας  [928,36 € μισθός ενεργείας + 204,24 € επίδομα Κυριακών =1.132,60 € Χ 1/22 = 51,48 € Χ 5 ημέρες = 257,41 € + αντίτιμο τροφής 5 ημερών 96,05 € (19,21 Χ 5)], ενώ, ως ναύτη, κατά τα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησης του στο τρίτο ως άνω πλοίο, ανέρχονταν στο ποσό των  2.441,40 ευρώ [1.157,99 € μισθός ενεργείας + 254,76 € επίδομα Κυριακών + 35,22 € επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 576,30 € αντίτιμο τροφής 30 ημερών (19,21 € Χ 30) + 417,13 € αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας [1.157,99 € μισθός ενεργείας + 254,76 € επίδομα Κυριακών = 1.412,75 € Χ 1/22 = 64,21 € Χ 5 ημέρες = 321,08 € + αντίτιμο τροφής 5 ημερών (19,21 Χ 5) = 96,05 €]. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον περιλαμβανόμενο στις  ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις πίνακα υπερωριακής αμοιβής, κατά βαθμό και ειδικότητα με βάση το ωρομίσθιο, του άρθρου 13 παρ.6, προκειμένου περί ναυτόπαιδος, η υπερωριακή αμοιβή ορίστηκε αντίστοιχα σε 6,71 € (με προσαύξηση 25%) για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές και 8,06 € (με προσαύξηση 50%) για κάθε ώρα εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες και για την ειδικότητα του ναύτη σε 8,38 € και 10,05 € αντίστοιχα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του, απασχολείτο σε καθήκοντα σχετικά με τις προαναφερθείσες ειδικότητες του και ειδικότερα στο πλοίο «TJ», δεδομένου ότι τούτο βρισκόταν αγκυροβολημένο στο Νέο Μώλο Δραπετσώνας για εργασίες επισκευής και συντήρησης, ο ενάγων απασχολείτο, ως νυχτοφύλακας, εκτελώντας την βάρδια 18.00μ.μ. έως 6.00π.μ., καθημερινά συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε., ο ενάγων παρείχε, κατά τις καθημερινές και Κυριακές τέσσερις (4) ώρες υπερωριακής εργασίας και κατά τα Σάββατα και τις αργίες δώδεκα (12) ώρες τέτοιας εργασίας. Περαιτέρω κατά την δεύτερη ναυτολόγηση του, λόγω μετάθεσης, στο πλοίο «PJ», από 4.6.2017 έως 23.10.2017, με την ίδια ειδικότητα, τούτο εκτελούσε το δρομολόγιο Νάξος – Πάρος – Μύκονος – Τήνος – Ραφήνα μετ’ επιστροφή και συγκεκριμένα τις έξι ημέρες της εβδομάδος αναχωρούσε από το λιμάνι αφετηρίας την Νάξο στις 09:40 και μετά τις καταπλεύσεις στα ενδιάμεσα λιμάνια επέστρεφε στην Νάξο αφού κατέπλεε στα ίδια λιμάνια αντίστροφα, στις 21:00, ενώ κάθε Δευτέρα γινόταν το ίδιο δρομολόγιο αλλά με αφετηρία το λιμάνι της Ραφήνας, όπου είχε διανυκτερεύσει το πλοίο, με το ίδιο ωράριο έναρξης και λήξης του δρομολογίου. Ο ενάγων απασχολείτο ομοίως, ως νυχτοφύλακας, για τον σκοπό αυτό αναλάμβανε υπηρεσία φυλακής περίπου μιάμιση ώρα μετά τον κατάπλου του πλοίου στο εκάστοτε λιμάνι τελικού προορισμού, λαμβανομένων υπόψη και των πιθανών καθυστερήσεων κατά την άφιξη σε περιόδους αυξημένης επιβατικής κίνησης, όταν δηλαδή το πλήρωμα αποβιβαζόταν, αφού είχε ολοκληρώσει τη βάρδια του, ήτοι ξεκινούσε την φυλακή περί ώρα 22:30 και αυτή διαρκούσε μέχρι την επομένη ημέρα στις 08:30, δηλαδή μία ώρα περίπου πριν από τον προγραμματισμένο απόπλου του πλοίου για το νέο δρομολόγιο, οπόταν ολοκληρωνόταν η φυλακή ασφαλείας, αποβιβαζόταν του πλοίου και επιβιβαζόντουσαν τα μέλη του πληρώματος αναλαμβάνοντας τις βάρδιες τους και ξεκινώντας τις εργασίες τους, προκειμένου να προετοιμαστεί το πλοίο για την επιβίβαση των επιβατών και οχημάτων για τον απόπλου του, ήτοι απασχολείτο επί 10 ώρες ημερησίως συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και συνεπώς, σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε., ο ενάγων παρείχε, κατά τις καθημερινές και Κυριακές δύο (2) ώρες υπερωριακής εργασίας και κατά τα Σάββατα και τις αργίες δέκα (10) ώρες τέτοιας εργασίας.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ν.Ε., ο ενάγων παρείχε τις αντίστοιχες υπερωρίες, τις μεν καθημερινές και Κυριακές πέραν της οκτάωρης εργασίας του, τα δε Σάββατα και τις αργίες οι ως άνω ώρες εργασίας ήταν όλες υπερωριακές, απορριπτομένων των μεν αγωγικών ισχυρισμών, ως προς το υπερβάλλον αναφορικά με το δεύτερο ως άνω πλοίο, που επαναφέρονται με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος, των δε ισχυρισμών των εναγομένων, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και διαλαμβάνονται στους σχετικούς δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσης τους, ότι η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία της δεν υπερέβαινε εκείνη, που αντιστοιχούσε στην κατ’ αποκοπή αμοιβή, που είχε συμφωνηθεί και ελάμβανε μηνιαίως, ως ουσιαστικά αβασίμων. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάζονταν στα ως άνω πλοία καθημερινά, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, τις προαναφερθείσες ώρες, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβασίμως αιτιώνται οι εναγόμενες-εκκαλούσες και ο εκκαλών-ενάγων και συνεπώς, αφού συμπληρωθεί και αντικατασταθεί η σχετική αιτιολογία της εκκαλουμένης με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ο τέταρτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος και οι δεύτερος και τέταρτος εκείνοι της έφεσης των εναγομένων, που αποδίδουν στην εκκαλουμένη τις εν λόγω πλημμέλειες, πλήττοντας τις επιδικασθείσες ώρες υπερωριακής εργασίας,  πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Σημειωτέον, ότι η εκκαλουμένη δεν πλήττεται, ως προς τους επιμέρους υπολογισμούς της  υπερωριακής αμοιβής, που ο ενάγων δικαιούται κατά τα αποδειχθέντα για την αιτία αυτή, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται ειδικώς με την κρινόμενη έφεση.

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια των, ως άνω, ναυτολογήσεων του ενάγοντος, στο πλοίο «AJ», κατά τις χρονικές περιόδους από 11.3.2018 μέχρι 27.3.2018 και από 4.4.2018 έως 18.4.2018, αυτό είχε διακόψει τους πλόες, διότι εκτελούνταν εργασίες επισκευής και συντήρησης του, ενώ κατά το διάστημα από 22.2.2018 έως 10.3.2018, το εν λόγω πλοίο εκτελούσε ακτοπλοϊκά, κυρίως κυκλικά, δρομολόγια, από το λιμάνι της Σύρου προς ορισμένα νησιά των Κυκλάδων. Ειδικότερα, κάθε Δευτέρα αναχωρούσε στις 07:00 από Σύρο και μετά τον κατάπλου σε Μύκονο, Πάρο, Νάξο, Δονούσα, Αιγιάλη, Καταπόλα, Κουφονήσι, Σχοινούσα, Ηράκλεια, Νάξο, Πάρο, επέστρεφε στην Σύρο αυθημερόν στις 22:20, κάθε Τρίτη είχε αναχώρηση στις 07:00 από Σύρο προς Πάρο, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Ίο, Θηρασιά, Θήρα και άφιξη Ανάφη αυθημερόν στις 18:15, κάθε Τετάρτη αναχωρούσε στις 07:00  από Ανάφη προς Θήρα, Θηρασιά, Ίο, Σίκινο, Φολέγανδρο, Νάξο, Πάρο, Σύρο, Κύθνο, Κέα και άφιξη στο Λαύριο αυθημερόν στις 23:35, κάθε Πέμπτη αναχωρούσε στις 07:00 από Λαύριο προς Κέα, Κύθνο, Σύρο, Άνδρο, Τήνο, Πάρο, Τήνο, Άνδρο και επιστροφή στην Σύρο στις 00:45 επομένης ημέρας, κάθε Παρασκευή αναχωρούσε στις 07:00 από Σύρο προς Άνδρο, Τήνο, Πάρο, Τήνο, Άνδρο και επιστροφή στη Σύρο αυθημερόν στις 19:50, κάθε Σάββατο αναχωρούσε στις 07:00 από Σύρο προς Πάρο, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Ίο, Θηρασιά, Θήρα και άφιξη Ανάφη αυθημερόν στις 18:15 και κάθε Κυριακή αναχωρούσε στις 07:00 από Ανάφη για το δρομολόγιο Θήρα, Θηρασιά, Ίο, Σίκινο, Φολέγανδρο, Νάξο, Πάρο και άφιξη στη Σύρο αυθημερόν στις 17:50.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τα, ως άνω, χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του, που το εν λόγω πλοίο εκτελούσε τα ανωτέρω δρομολόγια, απασχολούνταν σε καθήκοντα σχετικά με την ειδικότητα του ναύτη, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων (Β.Δ. 683/1960), είτε σε δύο εναλλασσόμενες τετράωρες βάρδιες ανά 24ωρο, είτε ως ημερεργάτης (dayman/ντεϊμάνης), τα δε καθήκοντα αυτά εναλλάσσονταν περιοδικά, απασχολούμενος ακόμα και ως ναύτης βάρδιας, εκτός από τις φυλακές γέφυρας και καταπέλτη και τις περιπολίες στο πλοίο, ακόμα και πριν την έναρξη της βάρδιας του είτε μετά τη λήξη της, με τις εργασίες που αφορούν την ως άνω ειδικότητα του, ήτοι την πρόσδεση και την απόδεση του πλοίου κατά τον κατάπλου και απόπλου, την φορτοεκφόρτωση, έχμαση και ασφάλιση των οχημάτων στους χώρους στάθμευσης (γκαράζ) αυτού, καθώς και με εργασίες καθαριότητας των χώρων τούτων, των καταστρωμάτων, των κλιμακοστασίων και εν γένει των εξωτερικών μερών του πλοίου, τόσο εν πλω, στην έκταση που κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, όπως με την αποκομιδή σκουπιδιών, όσο και σε λιμένα και ιδίως στο λιμάνι της Σύρου, όπου λάμβαναν χώρα πιο εκτεταμένες και εξειδικευμένες εργασίες καθαρισμού, καθώς επίσης ασχολούνταν με εργασίες συντήρησης και το βάψιμο διαφόρων χώρων του πλοίου. Ωστόσο, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του και ιδίως λόγω των συχνών κατάπλων του στα διάφορα, ως άνω, ενδιάμεσα λιμάνια, ο ενάγων απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητας του καθημερινώς συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και μάλιστα πέραν της προβλεπομένης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσης και της διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων, που διενεργούσε το εν λόγω πλοία και των πολλαπλών λιμένων προσέγγισης. Έτσι, ο ενάγων πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία πέραν του κανονικού οκταώρου της ημερήσιας απασχόλησης του, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, που αφορούν τις ως άνω εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων δεν επαρκούσε απασχόληση μόνον οκτώ ωρών, ενόψει της συνάρτησης τους με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με την διαρκή εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων ακτοπλοϊκών γραμμών και δεν απασχολούνταν μόνο εντός των χρονικών  ορίων της βάρδιας του, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εναγόμενες, προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι δεν παρείχε υπερωρίες.

Εξάλλου, η ανάγκη παροχής εργασίας πέραν των καθορισμένων χρονικών ορίων δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο υπήρχε πλήρης οργανική σύνθεση του πληρώματος, καθόσον αυτή η πληρότητα αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, όπως αβασίμως υπολαμβάνουν οι εναγόμενες, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το ότι κάθε μήνα καταβαλλόταν σε αυτόν ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όπως συνομολογείται  από τις εναγόμενες (αρθ. 352 ΚΠολΔικ) αναγνωριζομένης  εκ προοιμίου της ανάγκης  υπερωριακής εργασίας του.  Για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος με διαφοροποίηση, ως προς την χρονική διάρκεια της, κατέθεσαν ενόρκως οι μάρτυρες των διαδίκων, αφενός ο εξετασθείς του ενάγοντος ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αφετέρου συντασσομένων των, ως άνω, ενόρκων βεβαιώσεων αντιστοίχως, που λαμβάνονται υπόψη κατά το μέτρο αξιοπιστίας και κατά το λόγο γνώσεως καθενός και συνεκτιμώνται ελευθέρως μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, το δε γεγονός ότι οι μάρτυρες του ενάγοντος, …………… και …………., βρίσκονται σε αντιδικία με τις εναγόμενες σε άλλη εκκρεμή δίκη επί ασκηθεισών εκατέρωθεν αγωγών για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, δεν αναιρούν τις μαρτυρίες τους, ούτε τις καθιστούν αναξιόπιστες, μήτε εξαιρετέες, εφόσον δεν θεωρείται ότι έχουν άμεσο και βέβαιο συμφέρον, ως αναγκαία συνέπεια της  έκβασης της προκειμένης δίκης, ως αβασίμως αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενες με την συναφή αιτίαση, που διαλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο της έφεσης τους, η οποία κρίνεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ενόψει των προαναφερθέντων, που αφορούν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του εν λόγω πλοίου, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησης του, σε συνδυασμό με το γεγονός της σταθερής καταβολής κάθε μήνα σ’αυτόν χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, συνάγεται ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης του, όταν το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια, ήταν δώδεκα (12) ώρες, ακόμη και στην περίπτωση, που το προγραμματισμένο δρομολόγιο δεν πραγματοποιούνταν, εργαζόταν υπερωριακά, αφού εκτελούσε δύο εξάωρες βάρδιες πυρασφάλειας, καθώς επίσης εργασίες καθαριότητας και συντήρησης και όχι δεκατέσσερις (14), όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τις επίδικες χρονικές περιόδους, από 11.3.2018 έως 27.3.2018 και από 4.4.2018 έως 18.4.2018, που το ανωτέρω πλοίο είχε διακόψει τους πλόες και εκτελούνταν εργασίες επισκευής και συντήρησης του, ο ενάγων απασχολούνταν με τα συναφή με την ειδικότητα του καθήκοντα του νυχτοφύλακα από τις 18.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ., ήτοι ομοίως επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και αργιών.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε., ο ενάγων παρείχε στο εν λόγω πλοίο, κατά τις καθημερινές και Κυριακές τέσσερις (4) ώρες υπερωριακής εργασίας και κατά τα Σάββατα και τις αργίες δώδεκα (12) ώρες τέτοιας εργασίας, απορριπτομένων των μεν αγωγικών ισχυρισμών, ως προς το υπερβάλλον, που επαναφέρονται με τον πέμπτο λόγος της έφεσης του ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβασίμων, εφόσον δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα μη δυνάμενοι να δικαιολογηθούν υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε αφενός, ότι η ημερησία απασχόληση του ενάγοντος, κατά την διάρκεια εκτέλεσης των καθορισμένων δρομολογίων του εν λόγω πλοίου από 22.2.2018 έως 10.3.2018, δεν υπερέβαινε το νόμιμο οκτάωρο εργασίας, ενώ τις ημέρες που δεν εκτελέστηκε το προγραμματισμένο δρομολόγιο, δεν εργάστηκε καθόλου, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, οι συναφείς ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται στον πέμπτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και πλήττουν τις επιδικασθείσες ώρες της υπερωριακής απασχόλησης του κατά το ανωτέρω διάστημα, αποδίδοντας στην εκκαλουμένη τις εν λόγω πλημμέλειες, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί, ως ουσιαστικά βάσιμοι.

Με αυτές τις παραδοχές, για τα χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεων του στα επίδικα πλοία, ο ενάγων δικαιούνταν: α) για την απασχόληση του στο πλοίο «TJ», ως ναυτόπαιδα, από 22.5.2017 έως 3.6.2017, για βασικές αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 901,95 ευρώ (2.097,57  ευρώ Χ 0,43 μήνες), για υπερωριακή αμοιβή 8 καθημερινών και 2 Κυριακών το ποσό των 268,4 ευρώ (10 ημέρες Χ 6,71€ X 4 ώρες), για υπερωριακή αμοιβή  2 Σαββάτων και 1 αργίας, το ποσό των 290,16 ευρώ (3 ημέρες Χ 12 ώρες Χ 8,06 €) και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2017 ποσό, που ισούται προς 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο του εν λόγω διαστήματος και αφού πρόκειται για μικρότερο διάστημα την αναλογία τούτου, ήτοι το ποσό των 128,05 ευρώ [2.339,61 ευρώ μηνιαίες αποδοχές (2.097,57  ευρώ +  242,04 μέσος όρος υπερωριών (558,56 ευρώ σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 30 Χ 13 ημέρες)) Χ 2/25 = 187,16 Χ 13ημέρες/19] και όχι το ποσό των 152,87 ευρώ, που εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, κατά μερική παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης των εναγομένων κατ’ουσίαν και συνολικά 1.588,56 ευρώ, που δεν προκύπτει ότι έχει καταβληθεί στον ενάγοντα. β) Για την απασχόληση του στο πλοίο «PJ», ως ναυτόπαιδα, από 4.6.2017 έως 23.10.2017, για βασικές αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 9.921,50 ευρώ (2.097,57  ευρώ Χ 4,73 μήνες), για υπερωριακή αμοιβή 120 καθημερινών και Κυριακών το ποσό των 1.610,4 ευρώ (120 ημέρες Χ 6,71€ X 2 ώρες), για υπερωριακή αμοιβή  20 Σαββάτων και 2 αργιών, το ποσό των 1.773,2 ευρώ (22 ημέρες Χ 10 ώρες Χ 8,06 €) και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2017 ποσό, που ισούται προς 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο του εν λόγω διαστήματος, ήτοι το ποσό των 1.572,28 ευρώ [2.631,01 ευρώ μηνιαίες αποδοχές (2.097,57  ευρώ + 533,44 μέσος όρος υπερωριών (3.383,6 ευρώ σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 30 Χ 4,73 μήνες)) Χ 2/25 = 210,48 Χ 7,47 δεκαεννιαήμερα] και συνολικά 14.877,38 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε στον ενάγοντα σταδιακά με καταθέσεις στον τραπεζικό του λογαριασμό το συνολικό ποσό των 5.728,85 ευρώ, όπως ο ίδιος συνομολογεί και προκύπτει από τους πρoσκoμιζόμενoυς λογαριασμούς μισθοδοσίας του σε συνδυασμό με τις γενόμενες τραπεζικές καταθέσεις, όπως απεικονίζονται στην κίνηση του τηρούμενου στην Εθνική Τράπεζα μισθοδοτικού του λογαριασμού, κατά παραδοχή μερικώς της ένστασης εξόφλησης των εναγομένων, που επαναφέρεται με την έφεση τους, ως ουσιαστικά βάσιμης, οπότε εξακολουθεί να του οφείλεται για την απασχόληση του στο εν λόγω πλοίο, το ποσό των 9.148,53 ευρώ και γ) Για την απασχόληση του στο πλοίο «AJ», ως ναύτη, από 22.2.2018 έως 27.3.2018 και από 4.4.2018 έως 18.4.2018, για βασικές αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 4.052,72 ευρώ (2.441,40 ευρώ Χ 1,66 μήνες), για υπερωριακή αμοιβή 39 καθημερινών και Κυριακών το ποσό των 1.307,28 ευρώ (39 ημέρες Χ 8,38 € X 4 ώρες), για υπερωριακή αμοιβή 7 Σαββάτων και 4 αργιών, το ποσό των 1.326,60 ευρώ (11 ημέρες Χ 12 ώρες Χ 10,05 €) και την αναλογία δώρου Πάσχα 2018, που ισούται προς το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού του για κάθε 8ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης του, δηλαδή  το ποσό των 837,93 ευρώ [4.022,36 μηνιαίος μισθός ευρώ (2.441,40 € + 1.580,96 € μέσος όρος υπερωριών (2.633,88 € σύνολο υπερωριακής αμοιβής : 1,666 μήνες): 2 = 2.011,18 ευρώ Χ 1/15 = 134,07 ευρώ Χ 6,25 8ήμερα) και συνολικά 7.524,53 ευρώ. Έναντι των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών του, καταβλήθηκε σ’αυτόν σταδιακά με τραπεζικές καταθέσεις, όπως ο ίδιος συνομολογεί, το συνολικό ποσό των 2.486,44 ευρώ, απομένοντος ανεξόφλητου υπολοίπου 5.038,09 ευρώ.

Οι ανωτέρω καταβολές, που έλαβε έναντι των οφειλομένων αποδοχών του, απομένοντος υπολοίπου ανερχομένου συνολικά σε 15.775,18 ευρώ, αποδεικνύονται ιδίως από τις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις των κινήσεων του τραπεζικού του λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα, όπου απεικονίζονται εναργώς οι καταβολές, που γίνονταν έναντι των δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών του, κατά τις επίδικες περιόδους ναυτολόγησης του, οι οποίες δεν ταυτίζονται με τα πληρωτέα ποσά, που εμφανίζονται στους οικείους προσκομιζομένους μισθοδοτικούς του λογαριασμούς, μη αποδεικνυομένου από κανένα πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, έτερου τρόπου εξόφλησης των δικαιουμένων ποσών και δη μετρητοίς, ως αβασίμως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, η δε προσυπογραφή μερικών εξ αυτών από τον ενάγοντα δεν αποδεικνύει, άνευ άλλου τινός, εξόφληση των παρατιθέμενων καταβλητέων, αλλά όχι καταβληθέντων ποσών, ο δε χαρακτηρισμός των εν λόγω λογαριασμών από την εργοδότρια, που τους εξέδιδε από το μηχανογραφικό της σύστημα, ως «Αποδείξεις Πληρωμής Αποδοχών», με ημερομηνία πληρωμής την τελευταία ημέρα εκάστου δεδουλευμένου μήνα, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον ουδόλως ελάμβανε χώρα ή είχε προηγηθεί εξόφληση των αναγραφομένων πληρωτέων ποσών,  κατά τον χρόνο χορήγησης τους στον ενάγοντα, ως ανάλυση της μισθοδοσίας του, αλλά ο τρόπος πληρωμής ήταν μέσω τραπέζης, όπως ρητά αναφέρεται σ’αυτές, οι δε σχετικές τραπεζικές καταθέσεις ελάμβαναν χώρα σε κατά πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία και δεν αντιστοιχούσαν σε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, αλλά σε μέρος τούτου κάθε φορά, κατά την παραδοχή και των εναγομένων για έναντι καταβολές, ούτως ώστε δια της υπογραφής του εργαζομένου ενάγοντος επ’αυτών ουσιαστικά βεβαιώνεται μόνο ότι αυτός παρέλαβε αντίγραφο της ανάλυσης μισθοδοσίας του, η δε σημείωση στο σώμα τούτων ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχει από την εταιρεία, τελεί υπό την προϋπόθεση είσπραξης των πληρωτέων νόμιμων αποδοχών του και δεν σημαίνει, ούτε συνεπάγεται εξόφληση των αναγραφομένων σε έκαστο μισθοδοτικό λογαριασμό ποσών, καθόσον τούτο δεν αποδεικνύεται, μήτε από αυτούς καθεαυτούς τους προσκομιζόμενους μισθοδοτικούς λογαριασμούς με ρητή αναφορά του εκάστοτε χρόνου, τρόπου και αιτίας πληρωμής συγκεκριμένου ποσού,  ούτε σε συνδυασμό με την προσκόμιση σχετικών αποδείξεων πληρωμής με μετρητά ή με τραπεζικές καταθέσεις, που να αντιστοιχούν στο σύνολο των καταβλητέων ποσών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι γενόμενες καταβολές μέσω τραπέζης, που συνομολογεί ο ενάγων, αφορούσαν επιμέρους ποσά έναντι των αντίστοιχων δεδουλευμένων αποδοχών του, τα οποία υπολείπονταν των απεικονιζομένων στους αντίστοιχους μισθοδοτικούς λογαριασμούς ποσών και των προβλεπομένων νόμιμων αποδοχών του, συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί εξόφλησης των επίδικων απαιτήσεων, διότι για κάθε ένδικη αιτία ο ενάγων έχει λάβει τα αναγραφόμενα αντίστοιχα ποσά στους λογαριασμούς μισθοδοσίας του, ως επαρκώς αναλύονται, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος και επομένως, εξακολουθεί να του οφείλεται το ποσό των 15.775,18 ευρώ, που πρέπει να υποχρεωθούν εις ολόκληρον να του καταβάλουν η εναγομένη κοινοπραξία και οι εναγόμενες εταιρείες, ως κοινοπρακτούντα μέλη της. Σημειωτέον, ότι οι γενόμενες καταβολές αναφέρονται στα ακαθάριστα ποσά αποδοχών, τα οποία αφορούν και οι δικαστικά επιδικαζόμενες διαφορές αποδοχών αντίστοιχα, οι δε παρακρατηθείσες νόμιμες εισφορές και κρατήσεις υπέρ των ταμείων ασφαλίσεως και προνοίας, καθώς επίσης ο παρακρατηθείς φόρος υπέρ του Δημοσίου, αποτελούν μέρος των εν λόγω αποδοχών και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους, μπορούν δε να θεμελιώσουν ένσταση καταβολής, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό των συναφών επίδικων αξιώσεων προς καταβολή τούτων, πλην όμως ουδόλως θεμελιώνεται στην προκειμένη περίπτωση μόνο εκ της αναγραφής των κρατήσεων και του αποδοτέου φόρου στους μισθοδοτικούς λογαριασμούς, στους οποίους παραπέμπουν οι εναγόμενες προς αφαίρεση των αναγραφομένων σ’αυτούς ποσών των κρατήσεων για ασφαλιστικές εισφορές και φόρο μισθωτών υπηρεσιών επί των αποδοχών του ενάγοντος στα πλοία «PJ» και «AJ”, που προσδιορίζονται για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σε 3.059,76 ευρώ και 914,14 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς όμως ουδόλως να αναλύονται στα επιμέρους ποσά και να εξειδικεύεται το είδος των κρατήσεων, που αφορά έκαστο τούτων, μήτε να γίνεται επίκληση περί απόδοσης τούτων στους δικαιούχους ασφαλιστικούς οργανισμούς και το Δημόσιο αντίστοιχα, απορριπτομένης της προβαλλομένης συναφούς ένστασης καταβολής των εν λόγω ποσών, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης των εναγομένων, προεχόντως λόγω αοριστίας, απορριπτομένων των κρινόμενων λόγων, που πλήττουν την εκκαλουμένη για την μη αφαίρεση των εν λόγω ποσών, κατά το μέρος αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμων. Εξάλλου, δεν καθίσταται αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, αν δεν καθορίζεται σ` αυτό, ότι οι γενόμενες καταβολές αφορούν καθαρά ή ακαθάριστα ποσά (ΑΠ 2126/2007 ΔΕΝ 2009, 478) και δεν γίνεται συνυπολογισμός στις καταβολές των νομίμων παρακρατήσεων, ως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενες – εκκαλούσες – εφεσίβλητες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε ότι οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος, καθόσον αφορά το πλοίο «TJ» ανέρχονταν σε 1.637,68 ευρώ, το πλοίο «PJ” σε 9.179,77 ευρώ και το πλοίο «AJ” σε 4.179,77 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων εν μέρει, κατ’ουσίαν, των συναφών πέμπτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος και τρίτου και πέμπτου εκείνου της έφεσης των εναγομένων και απορριπτομένου του έκτου λόγου της έφεσης τους, ως ουσιαστικά αβασίμου.

VI. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές κατ’ ουσίαν οι κρινόμενες εφέσεις, κατά τους σχετικούς βάσιμους αντίστοιχα λόγους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, χάριν της ενότητας της εκτέλεσης, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στην προκειμένη κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1279/2004 ΕλλΔνη 2005.141, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26, 642, ΕφΠειρ 602/2011, ΕφΛαμ 18 και 15/2011, ΕφΠειρ 587/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 44/2006 ΕλλΔνη 48, 1507, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2009, σελ. 447 επ.). Εν συνεχεία, αφού κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή να απορριφθεί, ως προς τον δέκατο τρίτο των εναγομένων και να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά την κύρια βάση της, ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τις λοιπές εναγόμενες εταιρείες και να υποχρεωθούν αυτές εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα-εκκαλούντα το ποσό των 15.775,18 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, με το νόμιμο τόκο των επιμέρους ποσών για έκαστο πλοίο από την επομένη της αντίστοιχης απόλυσης του, παρεκτός της αναλογίας του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2017 νομιμοτόκως από 1.1.2018. Όσον αφορά το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, εφόσον το τελεσίδικα επιδικασθέν καταψηφιστικό ποσό είναι μείζον των ως άνω καταβληθέντων σε εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρο 178 § 1 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του (άρθρα 183, 189παρ.1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), σε βάρος των εναγομένων – εκκαλουσών – εφεσιβλήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων τις ένδικες εφέσεις.

Δέχεται αυτές τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.179/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την από 10.12.2018 αγωγή.

Απορρίπτει αυτήν, ως προς τον δέκατο τρίτο των εναγομένων-εκκαλούντα-εφεσίβλητο.

Δέχεται αυτήν εν μέρει, ως προς τις λοιπές των εναγομένων-εκκαλουσών-εφεσιβλήτων.

Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρείες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα – εκκαλούντα – εφεσίβλητο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα πέντε και δεκαοκτώ λεπτών (15.775,18) ευρώ, με το νόμιμο τόκο των επιμέρους ποσών για έκαστο ένδικο πλοίο από την επομένη της αντίστοιχης απόλυσης του, παρεκτός της αναλογίας του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2017 νομιμοτόκως από 1.1.2018.

Απορρίπτει κατ’ουσίαν το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Επιβάλλει στις εναγόμενες – εκκαλούσες – εφεσίβλητες εταιρείες μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500 €).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 22 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ