Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 194/2023

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός  απόφασης    194/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2Ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσιάλτα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα, Τ.Λ..

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Των εκκαλούντων: 1) ……………και 2) της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία « ……….» που εδρεύει στο ………… που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου  Μαρίας Θ. Ντούμα  (Δ.Σ. Αθηνών με Α.Μ ….. που προσκόμισε το με αριθμ. ……… γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων) παριστάμενη κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, με την από 11-11-2022 δήλωση.

Των εφεσιβλήτων: 1) ………. και 2) ……… που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Κ. Βραχνή ( Δ.Σ. Αθηνών με Α.Μ. ……… που προσκόμισε το με αριθμ. Α …….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων) παριστάμενος στο Δικαστήριο κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ με την από 16-11-2022 δήλωση.

(Β) Των εκκαλουσών: 1) ………. και 2) ……… που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Κ. Βραχνή ( Δ.Σ. Αθηνών με Α.Μ. ………. που προσκόμισε το με αριθμ. Α ……… γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων) παριστάμενος στο Δικαστήριο κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ με την από 16-11-2022 δήλωση.

Των εφεσιβλήτων: 1) ……….. και 2) της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία « ………» που εδρεύει στο ………… που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου  Μαρίας Θ. Ντούμα  (Δ.Σ. Αθηνών με Α.Μ ……. που προσκόμισε το με αριθμ. …….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων) παριστάμενη κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, με την από 11-11-2022 δήλωση.

Οι εκκαλούντες της υπο στοιχ. Α έφεσης, όπως ανωτέρω αναφέρονται, άσκησαν  την από 13-1-2022 (αριθ. καταθ. Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022, αριθ. καταθ. Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022) έφεσή κατά της με αριθμ. 3138/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας), η οποία εγγράφηκε στο πινάκιο για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος.

Περαιτέρω, οι εκκαλούσες της υπό στοιχ. Β έφεσης, άσκησαν την από 10-3-2022 (αρ. κατ. Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2022, αριθ. καταθ. Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./2022) κατά της ανωτέρω απόφασης τακτικής διαδικασίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έφεση γράφηκε στο πινάκιο για της συζήτησης της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται κατέθεσαν παραδεκτώς προτάσεις, αιτούμενοι να γίνουν δεκτοί οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ  ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Οι κρινόμενες με αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2022 και ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2022  αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθμ. 3138/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 2-2-2022 και 11-5-2022 αντίστοιχα, ενώ δεν προκύπτει, ούτε γίνεται από τους διαδίκους επίκληση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495, 511,513 παρ.1, περ β, 516 παρ.1  και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, σύμφωνα με το άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ κατά την προαναφερόμενη διαδικασία, αφού συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθ. 246 και 523 παρ.1 του ΚΠολΔ),ενόψει του ότι για το παραδεκτό καθεμιάς εξ αυτών κατατέθηκε το προβλεπόμενο εκ του άρθρου 495 παρ.3 του ΚΠολΔ παράβολο ποσού εκατό ευρώ (100,00) ευρώ (βλ. σχετικά τις εκθέσεις κατάθεσης δικογράφων του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, το με αριθμ. …… ηλεκτρονικό παράβολο και την από 19-1-2022 απόδειξη πληρωμής αυτού όσον αφορά την υπό στοιχ. Α έφεση, και το με αριθμ. ……….. ηλεκτρονικό παράβολο και την από 11-5-2022 απόδειξη εξόφληση αυτού όσον αφορά την υπό στοιχ. Β έφεση).

ΙΙ. Οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες της ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022 έφεσης και εφεσίβλητοι της αντίθετης με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……/2022  έφεσης, με τη με αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……./16-9-2020 αγωγή τακτικής διαδικασίας την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, επικαλούμενοι την εκ μέρους των εναγομένων, ήδη εφεσιβλήτων της ΓΑΚ/ΕΑΚ/……/2022 έφεσης και εκκαλουσών της αντίθετης  με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……./2022  έφεσης, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς συνιστάμενη στην τελεσθείσα σε βάρος τους κακουργηματική απόπειρας απάτης και κακουργηματική πλαστογραφίας, ζήτησαν, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε παραδεκτώς, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμιά σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και να υποχρεωθούν αυτές να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμιά στην δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσό των 26.200 ευρώ ως αποζημίωση, τα ποσά δε, αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, να απαγγελθεί η προσωπική κράτηση αυτών ως μέσο εκτέλεσης της καταψηφιστικής διάταξης και να καταδικαστούν στη δικαστική τους δαπάνη ανερχόμενη στο ποσό των 8.000 ευρώ. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα για την προσωπική κράτηση των εναγομένων και ως ουσιαστικά αβάσιμο το σωρευόμενο αίτημα ποσού 5.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ συνιστάμενο στην αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου της δεύτερης ενάγουσας,  δέχθηκε εν μέρει την αγωγή στην ουσία της, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμιά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 800 ευρώ, και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμιά στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, τα ανωτέρω δε ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, ενώ καταδίκασε τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία όρισε στο ποσό των 700 ευρώ. Ήδη με την συνεκδικαζόμενη με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2022 έφεση, οι εκκαλούντες παραπονούνται κατά της εκκαλούμενης απόφασης για λόγους που ειδικότερα εκτίθενται, συνιστάμενοι σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη  εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ζητούν να γίνει δεκτή η έφεσή τους, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση αφενός μεν, κατά το μέρος που η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία της, αφετέρου δε, κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας σε αυτούς δικαστικής δαπάνης και ζητούν να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και  να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στη δικαστική τους δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, οι εκκαλούσες με τη με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2022 έφεσή παραπονούνται κατά της εκκαλούμενης απόφασης και ζητούν την εξαφάνιση αυτής ως προς το μέρος κατά το οποίο έγινε δεκτή η με αρ.κατ.  ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………./16-9-2020 αγωγή και την συνολική απόρριψη αυτής για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους που συνίστανται στην εσφαλμένη  εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική τους δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 3 του Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄190/30-11-2019), με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή του, ορίζεται ότι στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ.1), ότι πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του ίδιου νόμου (παρ.2), ενώ στο δεύτερο εδάφιο της παρ.2, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4647/2019 (ΦΕΚ Α΄204/16-12-2019), ορίζεται ότι «το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση προσκόμισης του ενημερωτικού εγγράφου περί της δυνατότητας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς υφίσταται για όλες τις αγωγές, που αφορούν αστικές και εμπορικές διαφορές, οι οποίες κατατέθηκαν από την 30η-11-2019 και εντεύθεν, εφόσον βέβαια οι διάδικοι έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως της τυχόν υπαγωγής των αγωγών αυτών και στις περιπτώσεις του άρθρου 6 του ιδίου νόμου, ήτοι στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση κατάθεσης μαζί με τις προτάσεις και του πρακτικού της παραπάνω συνεδρίας, καθώς και η μνεία στο έντυπο του άρθρου 3 παρ. 2 της ενημέρωσης του εντολέα για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Σημειώνεται δε ότι, ενώ η έναρξη ισχύος των άρθρων 6 και 7 του νόμου αυτού, ως προς τις υποθέσεις της περ. β’ του άρθρου 44 αυτού, μετατέθηκε αναδρομικά για την 1η-07-2020 (άρθρο 74 παρ. 14 του ν. 4690/2020), δεν μετατέθηκε η έναρξη ισχύος εφαρμογής του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που παρέμεινε σε ισχύ από την άνω ημερομηνία, ήτοι την 30η-11-2019. Σκοπός του νομοθέτη, μέσω της υποχρεωτικής έγγραφης ενημέρωσης του διαδίκου από τον εντολέα του, είναι η προώθηση της εξοικείωσης των πολιτών με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και η υποχρεωτική ενημέρωσή τους σχετικά με αυτήν και τα οφέλη της, ως εναλλακτική οδός επίλυσης των διαφορών και όχι ως υποκατάστατο της προσφυγής στη δικαιοσύνη και να άγεται μία διαφορά στην δικαιοσύνη μετά από επίγνωση των μερών ότι αυτή δεν δύναται να επιλυθεί μέσω ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, που δεν κρίνει τα μέρη και τη διαφορά, αλλά συμβάλλει στην επικοινωνία των μερών για την εύρεση του κοινού τόπου που θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της μεταξύ τους σχέσης (αιτιολογική έκθεση Ν. 4640/2019 στο οικείο χωρίο της για το άρθρο 3 αυτού). Επισημαίνεται δε, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 περ.α) του άνω νόμου, τα μέρη μπορούν να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αφότου ανέκυψε η διαφορά και, επομένως, και στο στάδιο που εκκρεμεί η άσκηση ή η συζήτηση ένδικου μέσου, και, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.2, μετά το πέρας της διαμεσολάβησης και εφόσον τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζει, η δίκη καταργείται, στην έκταση που το αντικείμενο αυτής καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών. Έτσι, ενώ με βάση τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 3 παρ.2 του ν. 4640/2019 ανεξάρτητα από τον χρόνο προσκομιδής του εγγράφου-η οποία συγχωρείται έως τη συζήτηση-η ενημέρωση θα πρέπει να προηγείται της κατάθεσης της αγωγής, δεδομένου του σκοπού του νομοθέτη αλλά και της αρχής της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή άσκοπης απασχόλησης του δικαστηρίου με την ίδια διαφορά και του κινδύνου παρέλκυσης της δίκης, πρέπει να γίνει δεκτό (άρθρο 3 παρ.3 εδ.β΄του Ν.4640/2019), ότι η έγγραφη ενημέρωση μπορεί να γίνει πριν ή και μετά την άσκηση της αγωγής, διότι η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης, περιστέλλει την αξίωση για παροχή έννομης προστασίας και αυτή πρέπει να περιορίζεται στο αναγκαίο για την πραγμάτωση του σκοπού της συγκεκριμένης διάταξης μέτρο. Εξάλλου, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης, η μη προσκομιδή του ενημερωτικού εγγράφου θα πρέπει να θεωρηθεί ως τυπική παράλειψη, η οποία δύναται να συμπληρωθεί καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 227 του ΚΠολΔ, όπως γίνεται σε συναφείς περιπτώσεις (παράλειψη καταβολής δικαστικού ενσήμου, πληρεξουσίου εγγράφου ή πρακτικού περί αποτυχίας απόπειρας εξώδικου συμβιβασμού, που προβλεπόταν από το άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ, πριν την τροποποίησή του με τον ν. 3994/2011). Έτσι, σε περίπτωση μεταγενέστερης της κατάθεσης της αγωγής ημερομηνίας του ενημερωτικού εγγράφου, δεν θα πρέπει να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της συζήτησης, αφού ο σκοπός του νομοθέτη για ενημέρωση του διαδίκου υπηρετείται πλήρως (Εφ Πειρ. 161/2022 δημ. σε Τρ. Νομ. Πληρ. «Νόμος»).

IV. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της συνεκδικαζόμενης με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2022 έφεσης, οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 και δεν κήρυξε ως απαράδεκτη της συζήτηση της αγωγής ενόψει του ότι τα ενημερωτικά έγγραφα περί δυνατότητας επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, φέρουν ημερομηνία 17-9-2020, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάθεσης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έλαβε χώρα στις 16-9-2020 και όχι προγενέστερη. Ωστόσο, με το περιεχόμενο αυτό, ο προκείμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, η προγενέστερη κατάθεση της αγωγής από την ημερομηνία του ενημερωτικού εγγράφου δεν άγει σε απαράδεκτο της συζήτησης, καθώς ο σκοπός του νόμου δεν είναι η περιστολή της αξίωσης για παροχή έννομης προστασίας εξ αυτού του λόγου, ενώ σε κάθε περίπτωση, ακόμα και η μη προσκομιδή του ενημερωτικού εγγράφου αποτελεί τυπική παράλειψη που δύναται να καλυφθεί μετά από υπόδειξη του δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 227 του ΚΠολΔ.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 250 του ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το Δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να θεσμοθετείται υποχρέωση, παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο και στην κατ’ έφεση δίκη να αναβάλει με απόφασή του τη συζήτηση της υποθέσεως, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση διαδίκου, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη η οποία επηρεάζει, κατά οποιοδήποτε τρόπο, τη διάγνωση της αστικής διαφοράς (ΑΠ 678/1998 Ε Εργ Δ 47.297- ΕφΠειρ 401/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ). Για δε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής αγωγής, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης, με την έννοια ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την υπόσταση της μιας πράξης, που τελέσθηκε, ασκούν ουσιώδη επιρροή, όσον αφορά τα θεμελιωτικά της αστικής δικαιολογητικής σχέσης περιστατικά (ΑΠ 533/2000 ΕλλΔνη 2000, σελ. 1370, ΑΠ 262/2000 ΕλλΔνη 2000, σελ. 1, ΕφΑθ 9234/2000 ΕΕμπΔ 2001, σελ. 516).

VI. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες έχουν καταθέσει σε βάρος των εναγομένων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς τη με αριθ. ……… μήνυση με αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ίδια με αυτά που συγκροτούν της ιστορική βάση της με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………../16-9-2020 αγωγής  επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Με αφορμή δε, την ανωτέρω μήνυση  ήδη ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις, α)  της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, β) της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα από την οποία επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα προξενηθείσα ζημία η οποία είναι ιδιαίτερη μεγάλη και γ) άμεση συνέργεια στην πράξη της απάτης. Η υπόθεση δε, βρίσκεται στο στάδιο της κύριας ανάκρισης (βλ. σχετ. έγγραφο σημείωμα για στάδιο δικογραφίας). Επομένως, ενόψει του ότι η ιστορική αιτία, αλλά και η κύρια βάση της αγωγής είναι η αδικοπραξία συνιστάμενη στις φερόμενες εκ μέρους των εναγομένων τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις και ότι υπάρχει εκκρεμής δίκη κατά την έννοια του άρθρου 250 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η εκκρεμής αυτή ποινική δίκη επηρεάζει ουσιωδώς την ουσιαστική έρευνα της υπό κρίση διαφοράς, αφού οι προβαλλόμενοι εκ μέρους ων εναγόντων ισχυρισμοί (βιοτικό συμβάν) ταυτίζονται με τα πραγματικά περιστατικά  της υποβληθείσας μήνυσης σε βάρος των εναγομένων με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, όπως ως άνω εκτίθεται. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχ. V νομική σκέψη της παρούσας, το παρόν Δικαστήριο προκειμένου να αχθεί σε ασφαλέστερη κρίση σχετικά με την ενώπιόν του διαφορά, πρέπει να αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας, κατ’ άρθρο 250 του ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ανωτέρω ποινική διαδικασία γενομένου δεκτού του σχετικού υποβληθέντος στο παρόν Δικαστήριο αιτήματος των εφεσιβλήτων-εκκαλουσών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων, τις με αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022 και ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2022 αντίθετες εφέσεις.

Δέχεται τυπικά  τις εφέσεις.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της εκκρεμούς ποινικής δίκης με αφορμή τη με αριθ. ……… μήνυση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά στις 3 Απριλίου 2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ