Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 632/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός   632/2023

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την ……….., προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της Εκκαλούσας:  …….. (Α.Φ.Μ. ……..), κατοίκου … Αττικής, επί της οδού ……., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Γεωργίου Κόμη (A.M.Δ.Σ.Α ….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α …/25-05-2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π.- άρθρο 61 Ν. 4194/ 2013), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση, χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του Εφεσίβλητου: ………, κατοίκου …… Αττικής, επί της οδού ……., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από πληρεξούσιο Δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου

Ο εφεσίβλητος ………. άσκησε σε βάρος της εκκαλούσας ………….. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 16-11-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……./2019 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ………/2016.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 4673/2017 (μη οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την τακτική διαδικασία (Διαδικασία άρθρων 1-465 Κ.Πολ.Δ.), αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της εκδίκασης της αγωγής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 16.09.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου  κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./(Ε.Α.Κ.Δ.)…./2016 αγωγής του ενάγοντος.

Ακολούθως, η εναγόμενη …….. άσκησε την από 16.01.2018 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./2018 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ. Δ.) …./2018.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 4.384/2018 (οριστική) απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε  εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εκκαλούσα- εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα- εφεσίβλητο το χρηματικό ποσό  των τριών χιλιάδων (3.000,00), με το νόμιμο από την επίδοση  της αγωγής μέχρι την εξόφληση αυτού.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς), με την από 22/09/2020 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …/2020 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …/2020, και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …/2022 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …./2022, δικάσιμος δε ορίστηκε η 17η Νοεμβρίου 2022, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρε ται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε ερήμην του εφεσίβλητου.

Ο Δικηγόρος της εκκαλούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα διαλαμβάνονται στην έφεση και στις έγγραφες προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι) Όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….  επί του αντιγράφου της ασκηθείσας, έφεσης, το οποίο προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα, ως επισπεύδουσα τη συζήτηση διάδικος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με την ανάλογη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, επιδόθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας στον εφεσίβλητο, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει γνώση της προκείμενης δίκης και να συμμετάσχει σε αυτήν, κατά τον προσήκοντα τρόπο, κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ωστόσο, αυτός δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπή θηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου. Συνεπώς, η εκδίκαση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. α  Κ.Πολ.Δ.

(ΙΙ) Η κρινόμενη από 22/09/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../(Ε.Α.Κ.Δ.) …./03-02-2022 έφεση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμόν 4384/2018 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (Διαδικασία Άρθρων 1-465 Κ.Πολ.Δ.), αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ. Ε.Κ. Α΄87/23.7.2015) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε σε οποιοδήποτε διάδικο μέρος για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ή σχετική επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή σε αντίγραφο για επίδοση αυτής, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., το δε δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 23η Σεπτεμβρίου 2020], (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Συνεπώς, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής καταβλήθηκε, κατ` άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ. παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου, αξίας εκατό (100,00) ευρώ (βλ. το με αριθμό κωδικού ……………./2020 ηλεκτρονικό (e-) παράβολο), πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

(ΙΙΙ) Με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων- εφεσίβλητος εκθέτει ότι σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας είχε ασκήσει την από 16.09.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./(Ε.Α.Κ.Δ.) …../2016 αγωγή του, με την οποία επεδίωκε την ικανοποίηση της προκληθείσας σε αυτόν ηθικής βλάβης ένεκα έγγραφης καταγγελίας, στην οποία αυτή είχε προβεί, κοινοποιώντας την σε τρίτους, και στην οποία είχε διαλάβει ψευδείς και συκοφαντικούς για το πρόσωπο και την τιμή του ισχυρισμούς αναφορικά με την πρόκληση από την πλευρά του κατ’ επανάληψη λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος της και την εξαπόλυση ύβρεων και απειλών εναντίον της. Ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της κατά τα παραπάνω αγωγής, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα συνέταξε και νέα έγγραφη σε βάρος του καταγγελία, με χρόνο 10.10.2016 σε συνέχεια της προηγούμενης, την οποία ομοίως κοινοποίησε σε τρίτους και, στην οποία, αφού επανέλαβε τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς της σε βάρος του, που είχε συμπεριλάβει και στην πρώτη (1η) κατά σειρά καταγγελία της, επιπλέον επικαλέστηκε και νέους ψευδείς και προσβλητικούς για την τιμή και υπόληψή του ισχυρισμούς αναφορικά με το οξύθυμο χαρακτήρα του και την παθολογική κατάσταση της υγείας του αλλά και με υποτιθέμενη ομολογία του στην πρώτη (1η) ως άνω από 16.09.2016 αγωγή του ότι δήθεν ο ίδιος είναι νευρικός και ότι έχει βρεθεί στα όρια της κατάθλιψης. Επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλλει το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) Ευρώ (Ε), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω προσγενόμενης σε αυτόν ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμόν 4.673/ 2017 (μη οριστική) απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της συζήτησης αυτής μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της ανοιγείσας με την από 16.09.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.ΑΚ.Δ.) ……/2016 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και ακολούθως η υπ’ αριθμόν 4.384/2018 (οριστική) απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, κατά ένα μέρος αυτής, ως ουσιαστικά βάσιμη, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της σχετικά με την παθολογική ψυχική κατάσταση της υγείας του,  αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας να καταβάλλει στον ενάγοντα- εφεσίβλητο το χρηματικό ποσό των τριών (3.000,00) Ευρώ (Ε) με το νόμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Κατά της τελευταίας (οριστικής) απόφασης η εναγόμενη άσκησε την υπό κρίση έφεσή της, με την οποία επικαλείται πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης, συνιστάμενες αυτές τόσο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου όσο και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και ειδικότερα, (Α) σε παράλειψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να κηρύξει ακυρότητα και δη να προβεί σε απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω προφανούς αοριστίας αυτής, καθώς με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων δεν προσδιορίζει παντάπασιν τα στοιχεία του <<εύλογου>> της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης, (Β) σε ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στερούμενη νομικής βάσης, καθώς δεν αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό κρίση έφεση, (Γ) σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σε αυτήν.

Οι λόγοι αυτοί, που τυγχάνουν επαρκώς ορισμένοι, δεκτικοί δικαστικής αξιολόγησης και ως εκ τούτου παραδεκτοί, πρέπει να εξεταστούν ως προς τη βασιμότητά τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

V) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν αυτήν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία σχετικά με την αξίωση, που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015, δημοσιευμένες σε Η.Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην κατά την κρίση του εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος – υποχρέωσης). Επομένως, ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 § 1 εδ. α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων, δεν θα ήταν εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης, η δε επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το Δικαστήριο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις  αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014, δημοσιευμένες σε Η.Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”), ενώ η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017 Η.Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει, όταν το Δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ως άνω Κώδικα, ειδικότερα δε, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία όμως με επάρκεια εκτίθενται στο δικόγραφο της, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ιδίου Κώδικα λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015 Ε7 2015/854). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: (α) η παράνομη και υπαίτια ανθρώπινη συμπεριφορά, (β) η επέλευση ζημίας και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά εκείνη, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (Α.Π. 1284/ 2017 Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 889/ 2008, A.Π. 995/2008, Α.Π. 422/2008). Κατά την κρατούσα γνώμη, το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα με την έννοια ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν δηλαδή προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων. Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δεν αρκεί μόνον ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος ως παράνομης. Ένας τέτοιος κανόνας είναι και οι διατάξεις των άρθρων 57-59 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361-363 του Ποινικού Κώδικα σχετικά με την προστασία της προσωπικότητας στην έκφανση της τιμής. Έτσι, προσβολή προσωπικότητας συνιστούν οι πράξεις εκείνες, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Κατά συνέπεια, η  προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, απειλή, σωματική βλάβη, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 308, 333, 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, (β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και (γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός, θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Ως τρίτοι δε κατά την έννοια του νόμου νοούνται και τα δικαστικά πρόσωπα, τα οποία με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνουν γνώση των δικογράφων (Ολ. Α.Π. 3/2021 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>>). Αυτό, το οποίο αξιολογείται, είναι το γεγονός, δηλαδή, οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, διαφορετικά μπορεί να συνιστούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω, αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του τελευταίου, δηλαδή απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση, που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του Αστικού Κώδικα (άρθρο 300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του ή προς το αποτέλεσμα της, ο οποίος (=δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση. Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του συνίσταται, είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτήν (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα, έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά). Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Η ικανότητα προς καταλογισμό είναι απαραίτητη για την κατάφαση της υπαιτιότητας και περαιτέρω της αδικοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στο δράστη. Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου, είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία, που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή, που προκαλείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή σε εκείνα, τα οποία συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη. Η ηθική βλάβη αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης στις περιπτώσεις των ΑΚ 57-59 (προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητα) και 932 (αδικοπραξία). Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ’ άρθρο 914 ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια, εννοείται η σχέση και αποτελέσματος μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη) και του αποτελέσματος (ζημίας). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα τη κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 177/2008, Α.Π.427/2008, Α.Π. 579/2008). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων, που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Τέλος, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς ωστόσο να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό, που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση). Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον παραπάνω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή σχετικά με το δίκαιο συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του “ευλόγου” και συνακόλουθα το “εύλογο” εμπεριέχεται αναγκαίως στο “ανάλογο”.  Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι “οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και “στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει”, και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο Δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο Δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από Δικαστικό ή Διοικητικό Όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού Δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του Δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Α.Π. 511/2022 Δημοσιευμένη στην τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α. <<ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ>>). Άλλωστε την αρχή αυτή, με την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των Ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018, Α.Π. 79/2020 Δημοσιευ μένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Αρείου Πάγου).  Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει στο δικόγραφο αυτό να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από το νόμο, καθώς και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα. Πρέπει επίσης, με την αγωγή να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, καθώς ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, ενόψει του άρθρου 932 του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία, με βάση, τα οποία θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, προκειμένου περί ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος ή η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 265/2015 ). Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το “εύλογο” του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, αμφ. δη μ. στην Η.Τ.Ν.Π.-ΝΟΜΟΣ) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ.Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983.1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986,869), από την υπ’ αριθμόν ……/19.12.2016 ένορκη βεβαίωση του ……. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ληφθείσα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν …../01.12.2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………, την υπ’ αριθμόν  …../22.12.2016 ένορκη βεβαίως της ………… ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ληφθείσα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος- εφεσίβλητου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ……/ 15.12.2016 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………., αντίστοιχα), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ. Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι, οι οποίοι διατηρούσαν αισθηματική σχέση από το έτος 2007, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 29.06.2013 στον Ιερό Ναό …………. Θεσσαλονίκης, από τον οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο τη ……., που γεννήθηκε στις 10.04.2014. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο ιδιόκτητης τριώροφης οικοδομής στο …… Αττικής, στην οποία διέμεναν και οι γονείς του ενάγοντος, καθώς και η αδελφή του με την οικογένειά της, στον πρώτο (1ο) και στο δεύτερο (2ο) πάνω από ο ισόγειο όροφο, αντίστοιχα. Από τον πρώτο ήδη χρόνο, ο έγγαμος βίος των διαδίκων δεν κύλησε αρμονικά, εξαιτίας άσκησης λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής βίας από τον ενάγοντα σε βάρος της εναγόμενης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της τελευταίας, καθώς και εξαιτίας της επεμβατικής συμπεριφοράς των μελών της οικογένειας του ενάγοντος στην καθημερινή ζωή του νέου ζευγαριού, με την ανοχή του ενάγοντος και χωρίς την εύλογη επιθυμία της εναγόμενης, γεγονός, που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων με την αποχώρηση της εναγόμενης από τη συζυγική οικία, σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν σχετικού συμβιβασμού, που επιτεύχθηκε αναφορικά με το ζήτημα αυτό μεταξύ των διαδίκων. Μετά δε την οριστική ρήξη στην έγγαμη σχέση των διαδίκων, ξέσπασε ανάμεσά τους σφοδρή αντιδικία, με την άσκηση εκατέρωθεν αγωγών και μηνύσεων. Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής, η εναγομένη συνέταξε την από 28.01.2016 έγγραφη καταγγελία της, την οποία κοινοποίησε: (α) στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, (β) στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, (γ) στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.), (δ) στην Τουριστική Αστυνομία Δυτικής Αττικής, (ε) στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων (Δ.Ε.Υ.), (στ) στη Διεύθυνση Αστυνομίας Δυτικής Αττικής (Δ.Α.Δ.Α.), (ζ) στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (η) στην Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Αθηνών και (θ) στο Υπουργείο Εσωτερικών, και στην οποία (καταγγελία), ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα, υπήρξε πολλές φορές θύμα ξυλοδαρμού, λεκτικής βίας και υβριστικής συμπεριφοράς από τον τελευταίο και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, παραθέτοντας μάλιστα και συγκεκριμένα περιστατικά και ειδικότερα: (α) ότι την 24.05.2014, λίγο μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους, ο ενάγων χειροδίκησε εναντίον της, παρουσία του τότε λίγων ημερών βρέφους τους και παράλληλα την απείλησε, λέγοντάς της ότι θα της αδειάσει το όπλο στο κεφάλι, (β) ότι ένα μήνα μετά το ως άνω επεισόδιο, ο ενάγων άρχισε να την προσεγγίζει πιεστικά, ζητώντας της να επιστρέφει στη συζυγική οικία και υποσχόμενος ότι θα αλλάξει συμπεριφορά, έχοντας ωστόσο απώτερο σκοπό να την πείσει να αποσύρει τις σε βάρος του μηνύσεις και να αναμορφώσει την κατάθεσή της ενώπιον της Ε.Δ.Ε., που διενεργείτο από την Υπηρεσία του, (γ) ότι την 14.12.2014, ο ενάγων βιαιοπράγησε και πάλι σε βάρος της, παρουσία του βρέφους τους, (δ) ότι την 01.02.2015 ο ενάγων και η αδελφή του ………. χειροδίκησαν σε βάρος της, παρουσία του βρέφους τους, ενώ επιπλέον ο ενάγων χειροδίκησε και εις βάρος του τότε ευρισκόμενου εν ζωή πατέρα της ………….., (ε) ότι την 22.02.2015, ο ενάγων από κοινού με τον πατέρα του ………….. και τον πεθερό της αδελφής του, μετέβησαν στην οικία της, προκειμένου ο πρώτος από αυτούς (ενάγων) να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο τους, έχοντας προηγουμένως καλέσει χωρίς λόγο περιπολικό της αστυνομίας, με σκοπό να την εκθέσουν και να την μειώσουν στη νέα της γειτονιά, (στ) ότι την 25.02.2015, ο ενάγων και ο πατέρας του ………. απείλησαν αυτήν και τον πατέρα της ……………… αναφέροντάς τους ότι, εάν αυτοί δεν απέσυραν τις μηνύσεις που είχαν υποβάλλει εναντίον του πρώτου από αυτούς (ενάγοντος) και της ως άνω αδελφής του ……………. για το επεισόδιο της 01.02.2015, θα τους έκαναν κακό, (ζ) ότι την 22.04.2015, η μητέρα του ενάγοντος ……….. την εξύβρισε χυδαία και βιαιοπράγησε εναντίον της, (η) ότι, την 12.09. 2015, ο ενάγων από κοινού με τους γονείς του και με τη συνοδεία περιπολικού της αστυνομίας μετέβησαν στην οικία της, προκειμένου ο πρώτος από αυτούς (ενάγων) να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του, όταν δε αυτή κατέβασε το τέκνο στην είσοδο της πολυκατοικίας, ο προαναφερόμενος πατέρας του ενάγοντος την εξύβρισε χυδαία, ενώ ένας από τους αστυνομικούς  του περιπολικού άσκησε σωματική βία εναντίον της και τέλος (ι) ότι την 13.09.2015, οι γονείς του ενάγοντος την εξύβρισαν χυδαία, ενώ επιπλέον η μητέρα του ενάγοντος ………. άσκησε σωματική βία εναντίον της. Μετά τη σύνταξη της ως άνω έγγραφης καταγγελίας της εναγομένης και την κοινοποίηση αυτής στις πιο πάνω Υπηρεσίες, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της την από 16.09.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../(Ε. Α.Κ.Δ.) …../2016 αγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία εξέθετε ότι τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκε η εναγόμενη στην εν λόγω έγγραφη καταγγελία της σε βάρος του και εναντίον των γονέων και της αδελφής του, και τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, ήταν ψευδή και συκοφαντικά και προσέβαλλαν την τιμή και την υπόληψή του, ζητούσε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με απαγγελία προσωπικής κράτησης, να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 99.955,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (μετά από επιφύλαξη ποσού 45,00 ευρώ, προκειμένου αυτός να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά την άσκηση της συγκεκριμένης αγωγής, η εναγόμενη συνέταξε και δεύτερη την (επίδικη) από 10. 10.2016, έγγραφη καταγγελία, την οποία κοινοποίησε στις ίδιες ως άνω υπό στοιχεία α – στ Υπηρεσίες, καθώς και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και στην οποία (καταγγελία), αφού επανέλαβε τα παραπάνω με στοιχεία α-ι περιστατικά της φερόμενης λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος της, τα οποία είχε συμπεριλάβει στην πρώτη ως άνω από 28.01.2016 έγγραφη καταγγελία της, (την οποία μάλιστα επισύναψε στην εν λόγω δεύτερη καταγγελία), ισχυρίστηκε επιπλέον για τον ενάγοντα, σε συμπλήρωση της πρώτης καταγγελίας, ότι ο τελευταίος ομολόγησε στην πιο πάνω από 16. 09.2016 αγωγή του ότι ο ίδιος είναι νευρικός και μάλιστα σε σημείο, που να μην μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της εργασίας του, και έχει βρεθεί στα όρια της κατάθλιψης και επιπλέον (ισχυρίστηκε) ότι ο ενάγων, ως νευρικός αστυνομικός, ο οποίος έχει ομολογήσει και την κατάθλιψή του, οπλοφορεί και επιβεβαιώνει και με τις πράξεις του τη ψυχολογική του κατάσταση, αφού πέραν των άλλων την είχε απειλήσει και την 24.05.2014  με τη φράση «… θα σου αδειάσω το όπλο στο κεφάλι, θα σε σκοτώσω…». Επίσης (ισχυρίστηκε) ότι ο ενάγων έχει συμπεριφορά μη φυσιολογική και ότι είναι κυκλοθυμικός, ότι όταν νευριάζει (ακόμη και για το παραμικρό και για ασήμαντες αφορμές), χάνει τελείως τον έλεγχο, ότι έφθασε και στο σημείο να βιαιοπραγήσει σε βάρος της ακόμα και όταν ήταν έγκυος, ότι από τη συμβίωσή τους διαπίστωσε ότι ήταν συνέχεια νευρικός, ότι τη χτυπούσε για ασήμαντη αφορμή και ότι όταν νεύριαζε έπεφτε στο πάτωμα και έβγαζε σάλια, τινάζοντας ταυτόχρονα τα πόδια του, ότι επίσης πολλές φορές και αφού πρώτα την είχε χτυπήσει, έβγαινε στο μπαλκόνι και φώναζε «βοήθεια», ότι τις νύχτες ήταν ανήσυχος και έβλεπε εφιάλτες και συγκεκριμένα έλεγε πως έβλεπε μια μαυροφορεμένη γυναίκα να τον πνίγει και φώναζε τη μαμά του μέσα στη νύχτα, ότι πολλές φορές ουρούσε στο κρεβάτι τους κατά τη διάρκεια της νύκτας και τέλος ότι έχει μανία καταδίωξης και πιστεύει ότι συνεχώς τον παρακολουθούν και θέλουν να του κάνουν κακό και ότι για το λόγο μάλιστα αυτό δεν ήθελε να φαίνεται το όνομά του στο κουδούνι της εξώπορτας. Για τα όσα ανωτέρω ισχυρίστηκε η εναγομένη για τον ενάγοντα στην επίδικη από 10.10.2016 έγγραφη καταγγελία της, αναφορικά με τα προαναφερόμενα υπό στοιχεία α-ι περιστατικά άσκησης λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος της, τα οποία είχε συμπεριλάβει και στην πρώτη ως άνω από 28.01.2016 καταγγελία της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με ισχύ πλέον δεδικασμένου, καθώς ως προς το κεφάλαιο αυτό και το αληθές των σχετικών ισχυρισμών της, η υπ’ αριθμόν 4.383/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε από τον ηττηθέντα κατά το κεφάλαιο αυτό διάδικο …….. αλλά ούτε και από την εναγόμενη: Την 24.05.2014, ο εναγών άσκησε σωματική βία σε βάρος της εναγόμενης, ωθώντας αυτήν βίαια και ρίχνοντάς την στο δάπεδο, ενώ τη γρατζούνισε στο δεξί χέρι με κλειδί, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στην κοιλιακή χώρα και να υποστεί αμυχές στο δεξί της χέρι. Επιπλέον, την απείλησε με τις φράσεις: «θα πεθάνεις, σε έχω προειδοποιήσει πολλές φορές ότι θα σου αδειάσω το όπλο στο κεφάλι, θα σε σκοτώσω, προκαλώντας σε αυτήν τρόμο και ανησυχία και τέλος την εξύβρισε με τις λέξεις «μωρή μαλακισμένη, πουτάνα, καργιόλα, έπρεπε να μην αναγνωρίσω το παιδί στο νοσοκομείο». Συγκεκριμένα, από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ. …../06.06.2014 ιατρική βεβαίωση του τμήματος επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου «ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ» προκύπτει ότι την 30.05. 2014 η εναγόμενη προσήλθε στα ΤΕΠ λόγω αναφερόμενης αυχεναλγίας, οσφυαλγίας και άλγους αριστερού γόνατος λόγω ξυλοδαρμού, που έλαβε χώρα, κατά δήλωση της ίδιας (εναγόμενης), την 24.05.2014. Από τον ακτινολογικό έλεγχο της αυχενικής και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης διαπιστώθηκε μυϊκός σπασμός, ενώ από τον κλινικό έλεγχο του αριστερού γόνατος παρατηρήθηκε ευαισθησία του επιγονατιδικού τένοντα με παρουσία μώλωπα. Για τη συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος σε βάρος της εναγόμενης, την 24. 05.2014, ασκήθηκε ποινική δίωξη (Α.Β.Μ.: Φ14/ 2135), κατόπιν υποβολής μηνύσεως από την τελευταία, για ενδο οικογενειακή σωματική βλάβη (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3500/2006), ενδο οικογενειακή απειλή (αρ. 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006) και εξύβριση (ΠΚ 361 παρ. 1), αλλά το μήνα Ιούλιο του έτους 2014 η εναγόμενη και οι γονείς της, κατόπιν συμφωνίας της πρώτης (1ης) από αυτούς με τον ενάγοντα για αμοιβαία προσπάθεια επανασύνδεσής τους και βελτίωσης της συμπεριφοράς του ενάγοντος και προκειμένου να αποφύγει ο ενάγων την επιβολή οποιοσδήποτε ποινής από το πειθαρχικό όργανο της Υπηρεσίας του, ως εν ενεργεία αστυνομικός, λόγω των ανωτέρω κατηγοριών και, όπως αποδείχθηκε, πράγματι απαλλάχθηκε πειθαρχικά από οποιαδήποτε ευθύνη, ανασκεύασαν τις προανακριτικές τους καταθέσεις, αποδίδοντας τις κατηγορίες τους σε παρεξήγηση, ενώ την 26.06.2014 οι διάδικοι κατήρτισαν και ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εναγόμενη απέδιδε τη συμπεριφορά, που επέδειξε ο ενάγων την 24.05.2014 σε παρεξήγηση και αποφάσιζαν να συνυπάρξουν αρμονικά. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε η ενόρκως βεβαιούσα μητέρα της εναγόμενης ……….., ο ενάγων προσέγγισε την κόρη της, προκειμένου να την πείσει να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους αλλά κυρίως για να αποφύγει την επιβολή πειθαρχικής ποινής από την Υπηρεσία του. Εντέλει, ο ενάγων καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών για τις πράξεις της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής, με την υπ’ αριθμόν 32244/18.10.2016 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 14.12.2014 οι διάδικοι διαπληκτίστηκαν, όταν η εναγόμενη ζήτησε από τον ενάγοντα να αγοράσει γάλα για την ανήλικη θυγατέρα τους, με τον τελευταίο να της απευθύνεται σε έντονο και περιφρονητικό ύψος, λέγοντάς της: «τί το κάνετε το γάλα, θα σε τσεκάρω από δω και πέρα που χαλάς το γάλα αφού θηλάζεις» και παράλληλα να ασκεί σωματική βία εναντίον της. Η εναγόμενη κατέφυγε στο Αστυνομικό Τμήμα Χαϊδαρίου Αττικής, όπου κατήγγειλε το συγκεκριμένο περιστατικό, αναφέροντας ότι ο ενάγων την εξύβρισε και της προξένησε ελαφρά σωματική βλάβη σε δάχτυλο του αριστερού χεριού της. Ο ενάγων μετέβη το βράδυ της 19.12.2014 στο ανωτέρω αστυνομικό τμήμα και αρνήθηκε τις κατηγορίες της εναγόμενης. Όπως όμως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ………./20.01.2015 ιατρικό πιστοποιητικό του ΠΓΝ «ΑΤΤΙΚΟΝ», η εναγόμενη προσήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο την 15.12.2014, ήτοι την αμέσως επόμενη ημέρα από εκείνη, που εκδηλώθηκε το ανωτέρω συμβάν, εμφανίζοντας κάκωση αριστερού άνω άκρου και κάκωση αριστερής πηχεοκαρπικής, ενώ της ετέθη περίδεση και της δόθηκαν οδηγίες και σύσταση για επανεξέταση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατήγγειλε το περιστατικό αυτό σωματικής βίας, που έλαβε χώρα την 14.12.2014 και στον Πανελλήνιο Σύλλογο Συμπαράστασης Κακοποιημένων Γυναικών και ανήλικων παιδιών, με την επωνυμία «ΒΟΗΘΕΙΑ- ΕΛΠΙΔΑ-ΖΩΗ». Μετά δε το ανωτέρω περιστατικό, οι διάδικοι αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους και κατέθεσαν αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διεκδικώντας την επιμέλεια και τη διατροφή του ανήλικου τέκνου τους. Μέχρι την έκδοση της απόφασης επί των ασφαλιστικών μέτρων, εκδόθηκε η από 30.12.2014 προσωρινή διαταγή, η οποία διέτασσε τη μετοίκηση της εναγόμενης από τη συζυγική οικία, καθόριζε τους όρους επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο, καθώς η επιμέλεια αυτού ανατέθηκε προσωρινά στην εναγόμενη μητέρα του, και όρισε το ποσό της μηνιαίας διατροφής για το τέκνο, που θα υποχρεούτο να καταβάλει ο ενάγων. Ακολούθως, την 01.2.2015, ο ενάγων με την αδελφή του ………….. επισκέφτηκαν την πρώην συζυγική οικία – από την οποία σημειωτέον δεν είχε ακόμα μετοικήσει η εναγόμενη, ο δε ενάγων ήδη διέμενε στο διαμέρισμα των γονέων του στην ίδια οικοδομή στο Χαϊδάρι Αττικής – προκειμένου να παραλάβει το τέκνο του, ώστε να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό. Κατά την ανωτέρω επίσκεψη στο εν λόγω διαμέρισμα και έπειτα από διαπληκτισμό, η προαναφερόμενη αδελφή του ενάγοντος τράβηξε από τα μαλλιά την εναγόμενη, την έσυρε προς τα έξω, αφήνοντας την σε τέτοια θέση, ώστε το μισό της σώμα να βρίσκεται στο ασανσέρ και το υπόλοιπο στη σκάλα και ταυτόχρονα τη χτυπούσε με τα χέρια και με τα πόδια της, ενώ ο ενάγων κλωτσούσε την εναγόμενη, καθώς κρατούσε στην αγκαλιά του το ανήλικο τέκνο τους. Ο πατέρας της εναγόμενης ………., που την στιγμή εκείνη βρισκόταν στο σπίτι της τελευταίας, έσπευσε να βοηθήσει τη θυγατέρα του, αλλά ο ενάγων τον χτύπησε δυνατά με τον αγκώνα του στα πλευρά, παρότι γνώριζε ότι είχε πρόσφατα χειρουργηθεί στο θώρακα, καθώς ήταν καρκινοπαθής. Αμέσως μετά το ανωτέρω περιστατικό, η εναγομένη και ο πατέρας της κάλεσαν την αστυνομία, αλλά ο ενάγων και η αδελφή του αποχώρησαν εσπευσμένα από την πρώην συζυγική οικία και κλείστηκαν στο διαμέρισμα των γονέων τους, στον πρώτο (1ο) πάνω από το ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής, προκειμένου να αποφύγουν την αυτόφωρη διαδικασία. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. ……………….4-2-2015 απόσπασμα του από 01.02.2015 ημερήσιου δελτίου του με αριθμό κυκλοφορίας …….. οχήματος της Άμεσης Δράσης, που μετέβη στην οικία της εναγόμενης, όταν κλήθηκε από την τελευταία μετά το ανωτέρω περιστατικό, η εναγόμενη έφερε εμφανείς εκδορές στο στήθος και στην πλάτη. Επίσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 04.02.2015 ιατρική βεβαίωση της Γ’ Χειρουργικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η εναγομένη προσήλθε το βράδυ της 01.05.2015 στο ΤΕΠ/Χειρουργικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ» λόγω αναφερόμενου ξυλοδαρμού και διαπιστώθηκε ότι έχει εκδορές στον αριστερό ώμο, στην πρόσθια και οπίσθια χώρα, αιμωδία του δεξιού άνω άκρου, ευαισθησία ΑΜΣΣ λόγω αναφερόμενης πλήξης της ΑΜΣΣ, αμβλεία πλήξη στη θέση Pianestiel (καισαρική τομή) με παρουσία ερυθρότητας στην περιοχή, ενώ της δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή. Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο από 04.02.2015 ιατρικό σημείωμα της ίδιας ως άνω Χειρουργικής Κλινικής προκύπτει ότι την 01.02.2015 και ο πατέρας της εναγομένης προσήλθε στο ΤΕΠ/Χειρουργικής του ΠΓΝ «ΑΤΤΙΚΟΝ» και διαπιστώθηκε ότι έχει αμβλεία πλήξη της αριστερής πρόσθιας θωρακικής χώρας συνοδευόμενη από ερυθρότητα στην περιοχή και πλήξη της αριστερής ωμοπλάτης, συνοδευόμενη από ερυθρότητα στην περιοχή, του δόθηκαν δε οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 22.02.2015, ο ενάγων και ο πατέρας του …….. μετέβησαν στην οικία της εναγομένης, προκειμένου να παραλάβουν το ανήλικο τέκνο του πρώτου, έχοντας προηγουμένως ειδοποιήσει περιπολικό της αστυνομίας για την πιθανότητα πρόκλησης νέων επεισοδίων με την εναγομένη. Η εναγόμενη ενοχλήθηκε και ζήτησε από αυτούς να μην προσέρχονται χωρίς λόγο με τη συνοδεία περιπολικού, διότι εκείνη έρχεται σε δύσκολη θέση με τους γείτονές της, αίτημα, το οποίο δεν εισάκουσαν ο ενάγων και οι συγγενείς του, οι οποίοι επανειλημμένως επισκέπτονταν την εναγομένη με συνοδεία περιπολικού. Ακολούθως, την 25.02.2015, ο ενάγων προσήλθε με τον πατέρα του στην οικία της εναγομένης – η οποία στο μεταξύ είχε μετοικήσει οπό την πρώην συζυγική οικία στο Χαϊδάρι Αττικής και διέμενε σε διαμέρισμα στην Νίκαια Αττικής – προκειμένου να ενασκήσει το δικαίωμα του για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του. Κατά την ανωτέρω επίσκεψη, τόσο ο ενάγων όσο και ο πατέρας του απείλησαν την εναγομένη και τους παρόντες γονείς της να αποσύρουν τις μηνύσεις, που έχουν καταθέσει εναντίον τους, για να μην πληγεί η σωματική τους ακεραιότητα, λέγοντας τους επί λέξει: «οι Αλβανοί παλιά τακτοποιούσαν με 400 ευρώ ενώ τώρα με 70 ευρώ». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ……..’/03.03.2015 αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Νικαίας της 25.02.2015 η εναγόμενη, ο πατέρας της, ο ενάγων και ο πατέρας του μετέβησαν στο Αστυνομικό Τμήμα Νικαίας μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, όπου η εναγόμενη εξέφρασε παράπονα, αφενός γιατί ο ενάγων και ο πατέρας του ……… επέμεναν να πάρουν και το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στο Τμήμα, αφετέρου γιατί ο ενάγων καλεί άσκοπα στην οικία της περιπολικό της αστυνομίας, προσβάλλοντας έτσι την αξιοπρέπεια της ίδιας και του τέκνου της. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 22.04.2015, η μητέρα του ενάγοντος ……… προσήλθε στην οικία της εναγομένης, προκειμένου να παραλάβει το ανήλικο τέκνο του υιού της, ώστε να ασκήσει ο τελευταίος το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό, καθώς, σύμφωνα με την με αριθμό 2691/02.04.2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), κατά τις ημέρες και ώρες, που ο ενάγων είχε δικαίωμα να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο, όταν αυτός αδυνατούσε να το παραλαμβάνει λόγω υπηρεσίας του ως αστυνομικός, θα είχαν οι γονείς του το δικαίωμα να το παραλάβουν. Όταν την ανωτέρω ημερομηνία η μητέρα του ενάγοντος επέστρεφε το ανήλικο τέκνο στην οικία της μητέρας του εναγομένης, διαπληκτίστηκε με την τελευταία και την εξύβρισε, ενώ άσκησε σε βάρος και σωματική βία, προκαλώντας σε αυτήν ελαφρά σωματική βλάβη, όπως  προκύπτει από το από 11.05.2015 ιατρικό σημείωμα της Γ1 Χειρουργικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη προσήλθε την 23.04.2015 στο ΤΕΠ/Χειρουργική του ΠΓΝ «ΑΤΠΚΟΝ», όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές στο δεξιό αντιβράχιο και στη δεξιά ραχιαία επιφανείας του άκρου ποδός και ότι εμφάνιζε ευαισθησία κατά την επίκρουση της αριστερής ωμοπλάτης και της δεξιάς πλευροσπονδυλικής γωνίας,  ενώ από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου ……./23.04.2015 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς προκύπτει ότι η εναγόμενη εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή Β1 τάξεως ……., την 23.04.2015, ο οποίος διαπίστωσε ότι φέρει δύο μικροεκδορές στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού καρπού και το κάτω τριτημόριο του δεξιού αντιβραχίου, εκδορά μέσης διαμέτρου 2 εκ. περίπου στην άνω και έξω πλάγια επιφάνεια της ραχιαίας επιφάνειας του αριστερού ποδός με συνοδό μικρού βαθμού οίδημα συστοίχως, καθώς και μικροεκδορές στην έξω πλαγία επιφάνεια του αριστερού ποδός και συμπέρανε ότι πρόκειται για ελαφρές σωματικές βλάβες, προκληθείσες από προστριβή και από θλων όργανο και συνέστησε τέσσερις ημέρες αναρρωτική άδεια. Τέλος, προέκυψε ότι την 12.09.2015, οι γονείς του ενάγοντος επισκέφτηκαν την οικία της εναγόμενης, προκειμένου να παραλάβουν το ανήλικο τέκνο των διαδίκων. Το κουδούνι της εξωτερικής εισόδου του σπιτιού χτύπησε ένας αστυνομικός, ο οποίος μαζί με έναν συνάδελφο του συνόδευαν τους γονείς του ενάγοντος, καθώς οι τελευταίοι είχαν καλέσει περιπολικό της αστυνομίας «προληπτικά», όπως συνήθιζαν, ισχυριζόμενοι ότι θέλουν να αποτρέψουν περιστατικά βίας από την εναγόμενη. Η τελευταία κατέβηκε με τη μητέρα της και το ανήλικο τέκνο, προκειμένου να παραδώσουν το παιδί στους γονείς του ενάγοντος. Τότε, ο πατέρας του ενάγοντος εξύβρισε την εναγομένη λέγοντας της επί λέξει: «Μωρή καργιόλα σου χτυπάει αστυνομικός και δεν κατεβάζεις το παιδί;», ενώ η πεθερά της την αποκαλούσε «καργιόλα, πουτάνα». Η εναγομένη παρέδωσε το τέκνο στους γονείς του ενάγοντος και παράλληλα απευθύνθηκε στους αστυνομικούς, ζητώντας από αυτούς να μην επιτρέπουν στους γονείς του ενάγοντος να της φέρονται με τον προαναφερόμενο περιφρονητικό τρόπο. Τότε, ένας από τους Αστυνομικούς την άρπαξε βίαια, ταρακουνώντας την δυνατά και της απάντησε «δε θα μου πεις εσύ μωρή πως θα κάνω τη δουλειά μου» και την πέταξε στο έδαφος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο πόδι της. Στη συνέχεια, επενέβη ο άλλος αστυνομικός, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Εν συνεχεία, ο πεθερός της απευθύνθηκε στον αστυνομικό, που ταρακούνησε και τραυμάτισε την εναγομένη λέγοντας του «κάνε της ότι θες και θα έρθω σαν μάρτυρας ποιον θα πιστέψουν αυτή ή εμένα που είμαι πρώην αστυνομικός;». Τέλος, καθώς οι γονείς του ενάγοντος αποχωρούσαν από την οικία της εναγομένης είπαν στην τελευταία: «να δεις τι έχεις να πάθεις όταν τα βάζεις με αστυνομικούς. Θα σε καταστρέψουμε». Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ. …../11.07. 2016 ιατρική βεβαίωση του τμήματος Α’ Ορθοπεδικής του ΠΓΜ «ΑΤΤΙΚΟΝ», η εναγόμενη προσήλθε την 13.09.2015 στο ορθοπεδικό τμήμα των επειγόντων περιστατικών του ανωτέρω νοσοκομείου και παρουσίαζε κάκωση αριστερής ποδοκνημικής, ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε διάστρεμμα 2ου βαθμού αριστερής ποδοκνημικής και της δόθηκαν οδηγίες για βάδιση με βακτηρίες μασχάλης καθώς και για επανεξέταση, ενώ της συνεστήθη αναρρωτική άδεια τριών ημερών. Τέλος, από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ. ……../16-9-2015 ιατροδικαστική έκθεση των Ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς …… και …….. προκύπτει ότι η εναγόμενη εξετάστηκε την 16. 09.2015 από τους παραπάνω Ιατροδικαστές και διαπιστώθηκε ότι έχει εκδορά έσω επιφάνειας δεξιού βραχίονα, φέρει ελαστικό επίδεσμο στο αριστερά κάτω άκρο και οίδημα έξω σφύρου αριστερού κάτω άκρου και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπέστη απλή σωματική βλάβη προκληθείσα διαθλώντος οργάνου και πρέπει να απέχει από τις ασχολίες της για τρεις ημέρες προκειμένου να αναρρώσει. Ενόψει όλων των παραπάνω αποδείχθηκε ότι τα όσα υποστήριξε η εναγόμενη στην επίδικη από 10.10.2016 έγγραφη καταγγελία της αναφορικά με τα ανωτέρω περιλαμβανόμενα σε αυτήν περιστατικά λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος της (τα οποία είχε συμπεριλάβει και στην πρώτη ως άνω από 28.01.2016 έγγραφη καταγγελία της), ήταν αληθή, κρίση που ενισχύεται και από το περιεχόμενο της υπ’ αριθμόν 3964/2017 ήδη τελεσίδικης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας την ανωτέρω από 16.09.2016 (αριθμ έκθεσης κατάθεσης ……/2016) αγωγή του ενάγοντος σχετικά με την πρώτη ως άνω από 28.01.2016 έγγραφη καταγγελία της εναγόμενης, με την ως άνω απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης αποδείχθηκε ότι είναι αληθή και τα όσα ισχυρίστηκε η εναγομένη στην επίδικη καταγγελία της αναφορικά με την ομολογία του ενάγοντος στην πιο πάνω από 16.09.2016 αγωγή του ότι ο ίδιος είναι νευρικός και μάλιστα σε σημείο, που να μην μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της δουλειάς του, και έχει βρεθεί στα όρια της κατάθλιψης, καθόσον αποδείχθηκε ότι στο δικόγραφο της εν λόγω αγωγής του και προς θεμελίωση της αξιώσεώς του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο ενάγων ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Επειδή με όλη αυτή την κατάσταση, που δημιούργησε η εναγομένη εις βάρος μου όλον αυτόν τον καιρό (με την κατάθεση των μηνύσεών της, αλλά και με την κατάθεση της προσβλητικότατης καταγγελίας της και της κοινοποίησης αυτής σε πλήθος ανθρώπων και υπηρεσιών, με τα προσβλητικά και συκοφαντικά σε βάρος μου, που αναφέρει και με δεδομένο πως μέχρι σήμερα στη ζωή μου ουδέποτε πρόσβαλλα ή προσβλήθηκα τόσο πολύ από κανέναν) έχασα τον ύπνο μου, στεναχωρέθηκα υπερβολικά, φοβήθηκα για περισσότερη ταλαιπωρία ή για οποιαδήποτε εμπλοκή μου σε δικαστικές αντιδικίες, έχασα την ηρεμία μου, έγινα νευρικός σε σημείο, που δεν μπορούσα να ανταποκριθώ ως όφειλα στις απαιτήσεις της δουλειάς μου, έχασα τελείως την επαφή με το παιδί μου και έφτασα στα όρια της κατάθλιψης». Και μπορεί μεν η εναγομένη στην επίδικη καταγγελία της να μην απέδωσε επακριβώς το περιεχόμενο των αναγραφομένων στην ως άνω αγωγή του ενάγοντος, αφού περιορίστηκε απλώς να αναφέρει ότι αυτός παραδέχθηκε ότι έχει γίνει νευρικός σε σημείο, που να μην μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της δουλειάς του και ότι έχει φθάσει στα όρια της κατάθλιψης, παραλείποντας παράλληλα να εκθέσει και τους λόγους, οι οποίοι, κατά τα αναφερόμενά του στην εν λόγω αγωγή, τον οδήγησαν σε αυτήν την κατάσταση, ωστόσο το βασικό διανόημα των λεγομένων του ενάγοντος, ότι δηλαδή αυτός βρισκόταν σε μία κατάσταση υπέρμετρου εκνευρισμού και έντονης ψυχολογικής πίεσης, δεν αλλοιώθηκε ουσιωδώς από την εναγόμενη, η οποία πριν την επίδικη καταγγελία της, είχε γίνει αποδέκτης της έντονης οξυθυμίας και της ερειστικότητας του ενάγοντος, με την επανειλημμένη τέλεση σε βάρος της πολλαπλών περιστατικών λεκτικής και σωματικής βίας από την πλευρά του τελευταίου και των συγγενών του. Τέλος, αποδείχθηκε ότι είναι αληθή και τα όσα η εναγομένη ισχυρίστηκε στην επίμαχη καταγγελία της αναφορικά με το νευρικό και κυκλοθυμικό χαρακτήρα του ενάγοντος, το γεγονός ότι όταν αυτός νευριάζει, ακόμα και για ασήμαντες αφορμές, χάνει τελείως τον έλεγχο, σε σημείο μάλιστα να φθάσει να βιαιοπραγήσει σε βάρος της ακόμα και όταν εκείνη ήταν έγκυος, το γεγονός ότι από τη συμβίωσή τους διαπίστωσε ότι αυτός ήταν συνεχώς νευρικός και τη χτυπούσε για ασήμαντες αφορμές και τέλος το γεγονός ότι αυτός οπλοφορούσε και ότι την 24.05.2014 την είχε απειλήσει με τη φράση «…θα σου αδειάσω το όπλο στο κεφάλι, θα σε σκοτώσω…», αφού από τα συγκεκριμένα περιστατικά λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής βίας, τα οποία υπέστη η εναγόμενη από τον ενάγοντα προκύπτει το αληθές των ισχυρισμών της τελευταίας, αναφορικά με τα προαναφερόμενα στοιχεία του χαρακτήρα του ενάγοντος, αλλά και της βίαιης και απειλητικής συμπεριφοράς του τελευταίου απέναντι της, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Ωστόσο και πέραν τούτων η εναγόμενη διέλαβε στην επίδικη έγγραφη καταγγελία της και περιστατικά, τα οποία κατά την κρίση ενός μέσου, συνετού- σώφρονος ατόμου, προσδίδουν στον ενάγοντα την εικόνα ενός ατόμου, το οποίο ουσιαστικά πάσχει από ψυχικό νόσημα. Πλέον συγκεκριμένα, τα εκτιθέμενα στην επίδικη καταγγελία περιστατικά σχετικά με το ότι αυτός, όταν εκνευριζόταν, έπεφτε στο πάτωμα και έβγαζε σάλια, τινάζοντας ταυτόχρονα τα πόδια του, ότι επίσης πολλές φορές και αφού πρώτα είχε χτυπήσει την εναγόμενη, έβγαινε στο μπαλκόνι και φώναζε «βοήθεια», ότι τις νύχτες ήταν ανήσυχος και έβλεπε εφιάλτες και συγκεκριμένα έλεγε πως έβλεπε μια μαυροφορεμένη γυναίκα να τον πνίγει και φώναζε τη μητέρα του μέσα στη νύχτα, ότι πολλές φορές ουρούσε στο κρεβάτι τους κατά τη διάρκεια της νύκτας και τέλος ότι έχει μανία καταδίωξης και πιστεύει ότι συνεχώς τον παρακολουθούν και θέλουν να του κάνουν κακό και ότι για το λόγο μάλιστα αυτό δεν ήθελε να φαίνεται το όνομά του στο κουδούνι της εξώπορτας, ουσιαστικά αποτέλεσαν την αφορμή, προκειμένου την 19η Οκτωβρίου του ίδιου έτους (=2016) να διαταχθεί  από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η συλλογή στοιχείων (βλ. σχετ. την υπ’ αριθμόν ……../19.10.2016 παραγγελία του τελευταίου) σχετικά με το αν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις, προκειμένου να διαταχθεί η ακούσια νοσηλεία του ενάγοντος, ήτοι, για ένα καθόλα επαχθές μέτρο.  Ειδικότερα, προέκυψε ότι κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς το Α.Τ. Χαϊδαρίου Αττικής για συλλογή στοιχείων αναφορικά με τη ψυχική κατάσταση του ενάγοντος προς διακρίβωση της συνδρομής στο πρόσωπό του των όρων της ακούσιας νοσηλείας του (ύπαρξη στο πρόσωπό του ψυχικής πάθησης, που καθιστά αυτόν επικίνδυνο για τον ίδιο ή για τους τρίτους), η οποία (=παραγγελία) υποβλήθηκε μετά την κοινοποίηση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών της επίδικης καταγγελίας της εναγομένης, ο αρμόδιος Εισαγγελέας, αφού έλαβε σε γνώση του τα συλλεχθέντα στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη του, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, κρίνοντας προφανώς ότι αυτά στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Σημειωτέον δε ότι τα εκτιθέμενα στην επίδικη καταγγελία πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν το πρώτον με αυτήν, ενώ δεν διαλαμβάνονται στην από 22.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης δικόγραφο (Γ.Α.Κ.) ……../ (Ε.Α.Κ.Δ.) ……/2014, ήτοι, πρόκειται για οψιγενείς ισχυρισμούς, που παραπέμπουν σε ψυχική ασθένεια και πάθηση. Ομοίως, και στην από 21.04.2015 αγωγή της για λύση του γάμου της μεταξύ των διαδίκων δεν επιχειρείται οποιαδήποτε αναφορά στα καταγγελλόμενα περιστα τικά: <<… (σελ. 18 εν τέλει) κάθε φορά δε που τσακωνόμασταν με τον εναγόμενο, ενώ ο αντίδικος ήταν αυτός, που με χτυπούσε, εκείνος φώναζε <<βοήθεια>> και πολλές φορές και στα καλά καθούμενα και χωρίς λόγο φώναζε επίτηδες <<βοήθεια>> ή <<μην χτυπάς τις πόρτες>> και τότε ανέβαιναν οι δικοί του επάνω και με εξύβριζαν  όλοι ενώπιον του παιδιού μου, ήτοι σκηνοθετούσε κατά στάσεις, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του, ο οποίος τελικώς ως εκ των υστέρων διαπιστώνω ήτο και είναι να εξακολουθήσει να υπόκειται στις εντολές των γονέων του…. Αργότερα κατάλαβα ότι η λέξη <<βοήθεια>> ήταν το συνθηματικό μεταξύ του εναγόμενου και των γονιών του, για  να ανεβαίνουν πάνω στο σπίτι μας οι τελευταίοι, επειδή φοβούνταν … >>. Εξάλλου, δεν προσκομίζεται από την εναγόμενη οποιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση – βεβαίωση σχετικά με ψυχικό νόσημα του ενάγοντος- εφεσίβλητου, ενόψει της άρνησης του τελευταίου για τη βασιμότητα μίας τέτοιας καταγγελίας.    Επιπλέον, και η ενόρκως βεβαιώσασα …….. δεν επιχειρεί οποιαδήποτε αναφορά  στα καταγγελλόμενα περιστατικά, έστω και υπό τον τύπο διήγησης- αφήγησης από την πλευρά της θυγατέρας της και εναγόμενης. Συνεπώς, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, με τους οποίους εμφανίζεται ο ενάγων, ως ένα ψυχολογικά ασθενές άτομο, ήτοι, κάποιος, που πάσχει από σοβαρή ψυχική νόσο και εκδηλώνει έντονα παθολογικά συμπτώματα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου τυγχάνουν ψευδείς, γεγονός, που τελούσε σε γνώση της εναγόμενης, κατά την υποβολή της επίμαχης καταγγελίας. Επιπλέον, προέκυψε ότι αυτοί περιήλθαν σε γνώση ενός μεγάλου αριθμού προσώπων, τα οποία επιλήφθηκαν προς διερεύνηση των καταγγελλόμενων, όπως των υπαλλήλων των προαναφερόμενων δημοσίων Υπηρεσιών, καθώς και των Εισαγγελικών Λειτουργών και των Δικαστικών Υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), προς τα οποία (πρόσωπα) κοινοποιήθηκε η επίδικη από 10.10.2016 έγγραφη καταγγελία της εναγόμενης. Συνεπώς, ως προς τα συγκεκριμένα ψευδή περιστατικά, αυτά δεν είχαν σχέση και ούτε κρίνονται αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της σωματικής και λεκτικής βίας σε βάρος της εναγόμενης- εκκαλούσας από την πλευρά του ενάγοντος- εφεσίβλητου, καθώς πρόκειται για περιστατικά, που άπτονται της ψυχικής υγείας, όπως αβάσιμα διατείνεται με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα- ενάγουσα, καθώς το αν ο εφεσίβλητος -ενάγων ουρούσε το βράδυ στο κρεβάτι ή έβλεπε εφιάλτες ή είχε μανία καταδίωξης και παραληρηματικές ιδέες- ψυχώσεις δεν συνέχονται με τα περιστατικά της λεκτικής ή σωματικής βίας σε βάρος της. Δηλαδή, η εναγόμενη θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τα καταγγελλόμενα περιστατικά της λεκτικής και σωματικής βίας σε βάρος της και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια περιστατικά. Έτσι, η εναγόμενη- εκκαλούσα προέβη σε διάδοση αναληθών ισχυρισμών, με συνέπεια να μη συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ του Ποινικού Κώδικα, καθώς η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της νομοτυπικής μορφής του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στη συγκε κριμένη περίπτωση (Α.Π. 1587/2017, Α.Π. 179/2011, Α.Π. 576/2006, Εφ. Θεσ. 422/2016, Εφ.Αθ. 272/2016 Δημοσιευμένες στην τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>>). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τη σχετική ένσταση των εναγομένων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, με το σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως και ως εκ τούτου αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος, ότι η προσβολή αυτή ήταν παράνομη και υπαίτια και ότι προκλήθηκε σε αυτόν ηθική βλάβη, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε αυτός να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη και η οποία -χωρίς να είναι περιουσιακή ζημία- επήλθε επί προσβολής του εννόμου αγαθού της τιμής και υπολήψεως της  (βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου,  σελ. 114), υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγόμενης και της προσβολής του εννόμου αγαθού της τιμής του ενάγοντος- εφεσίβλητου. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος έχει νόμιμη αξίωση σε βάρος της εναγόμενης-εκκαλούσας για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής (ηθικής) ζημίας της, είναι δηλαδή δικαιούχος απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του, δεδομένης της ταραχής, την οποία βίωσε, καθώς και της αναστάτωσης και της ταλαιπωρίας, την οποία αυτός υπέστη προς αποκατάσταση της τρωθείσας τιμής του ως προς την ψυχική υγεία του, αλλά και του κινδύνου, που μπορούσε να προκληθεί ένεκα του εν λόγω ισχυρισμού ότι πάσχει από ψυχικό νόσημα, καθότι πρόκειται για αστυνομικό σε ενέργεια, γεγονός, το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την υπηρεσιακή κατάστασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εναγόμενης τν ένδικη αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, εκείνα, που αντιστοιχούν στο πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την κρατούσα στο πεδίου του αστικού δικονομικού δικαίου θεωρία της λειτουργίας του κανόνα δικαίου ή του προσδιορισμού του επίδικου δικαιώματος σε αντίθεση με τη θεωρία της εξατομίκευσης Κ. Κεραμεύς: Αστικό Δικονομικό Δικαίωμα, Γενικό Μέρος, σελ. 220 με τις εκεί παραπομπές στην Επιστήμη και Νομολογία), καθώς στην ένδικη αγωγή περιγράφεται η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης με πληρότητα, αφού γίνεται εκτενής αναφορά στην επίδικη καταγγελία και στο ειδικότερο περιεχόμενο αυτής, την προσβολή της τιμής και υπόληψής του, που προκάλεσε, ενώ ζητείται και συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η παράθεση όλων εκείνων των προσδιοριστικών στοιχείων για τον καθορισμό του ύψους αυτής από το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Άλλωστε, παρασχέθηκε η δυνατότητα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτή, με την υπαγωγή των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στους κατά τα παραπάνω κανόνες δικαίου (άρθρα 914 και 932 του Αστικού Κώδικα), τάσσοντας τις δέουσες αποδείξεις. Εξάλλου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στην εκκαλούσα- εναγόμενη να αμυνθεί κατ’ αυτής με τους προταθέντες από την ίδια αυτοτελείς ισχυρισμούς- ενστάσεις. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αγωγή κρίνεται επαρκώς ορισμένη και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως. Περαιτέρω, κατόπιν εκτιμήσεως των οικείων προσδιοριστικών παραγόντων, ήτοι των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της κοινωνικής απαξίας των συγκεκριμένων αστικών- ποινικών αδικημάτων, που τέλεσε η εναγόμενη, των δυσμενών συνεπειών, που είχε η αδικοπραξία για τον τελευταίο, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, και με βάση τέλος τα δεδομένα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη για την τελεσθείσα σε βάρος του άδικη πράξη το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) Ευρώ (Ε), το οποίο ενόψει όλων των παραπάνω αλλά και του σκοπού της χρηματικής ικανοποίησης και της εξισορροπητικής λειτουργίας, που αυτή επιτελεί, πρέπει να θεωρηθεί δίκαιο, εύλογο και ανταποκρινόμενο στις συνέπειες της τελεσθείσας αδικοπραξίας, λαμβανομένης υπ’ όψιν κατά τον καθορισμό του ύφους της και της αρχής της αναλογικότητας, την οποία δεν παρέβη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως, ως αβάσιμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη  στις ίδιες παραδοχές και έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ (Ε), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας ηθικής βλάβης στον ενάγοντα δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με την υπό κρίση πλημμέλειες και ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, ενώ παράλληλα διέλαβε στην εκκαλούμενη την απαιτούμενη αναγκαία, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς οι παραδοχές του σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής τυγχάνουν συμβατές με τις αποδείξεις, που προσκομίστηκαν ενώπιον του, παρατίθενται δε όσα προέκυψαν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην παρατηρείται απόκλιση από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την κατάστρωση της ελάσσονος πρότασης. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει  δε της  απόρριψης της ένδικης εφέσεως, πρέπει να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου της εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο. Διάταξη για δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, καθώς, μολονότι απορρίφθηκε το ένδικο μέσο, κατ’ άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ., απολείπεται ο εφεσίβλητος και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε προς τούτο σχετικό αίτημα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πο.Δ. Τέλος, πρέπει να καθορισθεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην του εφεσίβλητου …………….

-ΟΡΙΖΕΙ παράβολο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για την περίπτωση άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ’ ουσία.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του υπ’ αριθμόν …………../2020 ηλεκτρονικού παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα κατά την άσκηση της εφέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, απόντων των διαδίκων και του πληρεξούσιου Δικηγόρου της εκκαλούσας, στον Πειραιά, την 10η Νοεμβρίου 2023.

Ο  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                         Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ