Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 41/2024

Αριθμός Απόφασης 41/2024

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(TAKTIKH ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)

Β΄ ΤΜΗΜΑ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Ιωάννα Ξυλιά, Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΑΣΚΟΥΝΤΟΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λίβα (ΑΜ: ……..), που υπέβαλε, κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, την από 24-05-2023 δήλωση και προκατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………. ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Ο ενάγων και ήδη καλών – εκκαλών – εφεσίβλητος ζήτησε να γίνει δεκτή η από 10-10-2008 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……./13-10-08 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητου – εκκαλούντος, που απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Επ’ αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθ. 2620/01-04-2011 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α) ο ενάγων και ήδη καλών – εκκαλών – εφεσίβλητος, με την από 01-09-2011 έφεσή του, το πρωτότυπο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../01-09-2011, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αριθμό έκθ. κατάθ. …/22-09-2011, καθώς και με το από 20-02-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθ. κατάθ. …./20-02-2012, β) ο εναγόμενος και ήδη καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητος εκκαλών, με την από 30-08-2011 έφεσή του, το πρωτότυπο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/01-09-2011, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αριθμό έκθ. κατάθ. …./22-09-2011. Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 855/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση τη υπόθεσης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./2003 αγωγής του καθ’ ου η κλήση κατά του καλούντος και στη συνέχεια η υπ’ αριθ. 614/2017 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι ανωτέρω εφέσεις και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, αντιμωλία των διαδίκων, απορρίφθηκαν αυτά ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) ο καλών και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, με την από 09-12-2017 αίτηση αναίρεσης β) ο καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητος – εκκαλών, με την από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης και το από 26-12-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής. Συνεδικασθεισών αυτών, όπως διέταξε η υπ’ αριθ. 817/2019 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1640/04-10-2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η από 15-12-2017 αίτηση του . ………………….., παρέλκουσας της έρευνας της αίτησης αναίρεσης . ………………….., αναιρέθηκε η 614/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο αυτό Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Ήδη με την από 22-12-2022 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στο Δικαστήριο αυτό ΓΑΚ…../ΕΑΚ…../22-12-2022 κλήση του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, φέρεται εκ νέου προς συζήτηση η υπόθεση.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καλούντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου δεν εμφανίσθηκε, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητος – εκκαλών δεν παραστάθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παραδεκτώς εισάγονται προς νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την από 22-12-2022 υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ…../ΕΑΚ……../22-12-2022 κλήση του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου α) η από 01-09-2011 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου …/01-09-2011 και στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/22-09-2011 έφεση, όπως διευρύνθηκε με το από 20-02-2012 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/20-02-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του, β) η από 30-08-2011 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./01-09-2011 στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …./22-09-2011 έφεση του καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητου – εκκαλούντος, μετά την έκδοση της υπ’αριθμ. 1640/2022 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της, επειδή δεν ελήφθησαν υπόψη τα αναφερόμενα σ’ αυτήν έγγραφα, η υπ’ αριθμ. 614/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού.

Τα δικόγραφα εφέσεων και πρόσθετων λόγων στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 2620/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …/13-10-08  αγωγής του ενάγοντος και ήδη καλούντος – εκκαλούντος – εφεσίβλητου, κατά του εναγομένου και  ήδη καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητου – εκκαλούντος, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Παραδεκτά φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524§1 ΚΠολΔ), αλλά και λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των προσθέτων λόγων εφέσεως (άρθρο 520§2 ΚΠολΔ, βλ. Ν. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2016, παρ. 112, αρ. 82, σελ. 804), καθώς στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως. Οι εφέσεις έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, αφού δεν επικαλείται ο καλών–εκκαλών- εφεσίβλητος, ούτε προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης επίδοση της εκκαλουμένης, δεν παρήλθε δε από τον χρόνο δημοσίευσής της (01-04-2011) ως την κατάθεση των εφέσεων στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (01-09-2011) χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας (άρθρα 495§§1 και 2, 498, 499, 511, 513§1 εδ. β, 516§1, 517, 518§2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω και το από 20-02-2012 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού …/20-02-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και επιδόθηκε στον εφεσίβλητο τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τη συζήτηση της έφεσης. Κατά την εκφώνηση αυτών από τη σειρά του οικείου πινακίου (…./22-09-2011 εφέσεως, …./22-09-2011 εφέσεως και …/20-02-2012 δικογράφου προσθέτων λόγων) κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο εναγόμενος και ήδη καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητος της πρώτης – εκκαλών της δεύτερης έφεσης ………….. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν είχε καταθέσει κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ δήλωση, ούτε κατέθεσε προτάσεις. Τη συζήτηση επισπεύδει ο καλών – εκκαλών – εφεσίβλητος ………, αφού από την υπ’ αριθμ. ………./31-01-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………., που προσκομίζει με επίκληση, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 8.10.2020 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25-05-23) επιδόθηκε με επιμέλειά του, κατ’ άρθρο 128§4 ΚΠολΔ, νομοτύπως και εμπροθέσμως στον καθ’ ου η κλήση (. …………………..). Συνεπώς, επειδή αφενός η υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./22-09-2011 έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς, αφετέρου ο εκκαλών σ’ αυτήν . …………………… δεν παραστάθηκε, πρέπει αυτός να δικαστεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεση αυτή κατ’ ουσίαν, κατ’ άρθρο 524§3ΚΠολΔ σε συνδ. με 272 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44§1 Ν 3994/2011 και πριν την τροποποίησή του από τον Ν 4335/2015, αφού κατά το άρθρο ένατο αυτού, οι διατάξεις του για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα. Επιπλέον, πρέπει να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τον ερημοδικαζόμενο εκκαλούντα (άρθρα 501, 502§1 και 505§2 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 69§1, 68§1, 63§1 περ. i.α Ν 4194/2013, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Η υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …/22-09-2011 έφεση και το υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./20-02-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του ενάγοντος και ήδη καλούντος – εκκαλούντος πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να ερευνηθούν δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους κατά την ίδια τακτική διαδικασία,  ερήμην του καθ’ ου η κλήση – εφεσίβλητου, που δεν παραστάθηκε, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα προεκτεθέντα. Το Δικαστήριο, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 524§4 εδ. α΄ ΚΠολΔ).

Με την υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./13-10-08 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίστηκε ότι με αφορμή την εκ μέρους του διακοπή της συνεργασίας του με τον εφεσίβλητο, ο οποίος ήταν δικηγόρος του, ο τελευταίος του απέστειλε τις αναφερόμενες σ’ αυτήν τρεις εξώδικες δηλώσεις, με το αναλυτικά αναφερόμενο σ’ αυτήν εξυβριστικό και συκοφαντικό περιεχόμενο, αφού πέραν των μειωτικών της προσωπικότητάς του χαρακτηρισμών, του απέδιδε, εν γνώσει του ψευδώς, τα αδικήματα της παραβίασης του απορρήτου των μεταξύ τους προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών και της υπεξαγωγής εγγράφων, των οποίων κατ’ επανάληψη, κατά τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή χρόνους και τρόπους έκανε χρήση, με αποτέλεσμα να λάβουν γνώση του περιεχομένου τους τα αναφερόμενα στην αγωγή τρίτα πρόσωπα, προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή του. Ότι παρότι με εξώδικες δηλώσεις του ζήτησε την απόδοση σ’ αυτόν της από 16-10-00 ιδιόγραφης διαθήκης του, που του είχε εμπιστευθεί προς φύλαξη, δεν συμμορφώθηκε, αλλά την υπεξήγαγε, στερώντας του τη δυνατότητα της χρήσης της, ενώ επιπλέον έκανε χρήση του περιεχομένου της σε μεταξύ τους πολιτικές και ποινικές δίκες, παραβιάζοντας το απόρρητο του περιεχομένου της και την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας που είχε απέναντί του, προσβάλλοντας την προσωπικότητά του. Ζήτησε δε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής του σε εν μέρει αναγνωριστικό: Ι. να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την ανωτέρω παράνομη, υπαίτια και προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά του, δια χρηματικής ποινής και προσωπικής του κράτησης: Α. για τις πράξεις της εξύβρισης που συνδέονται με την χρήση: α) του από 14-02-2003 εξωδίκου του το ποσό των 10.000 ευρώ, β) του από 15-03-2003 εξωδίκου του το ποσό των 5.000 ευρώ, γ) του από 24-03-2003 εξωδίκου του το ποσό των 5.000 ευρώ, Β. για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης περί παραβίασης του απορρήτου των συνομιλιών τους, που συνδέονται με τη χρήση: α) του πρώτου εξωδίκου, το ποσό των 10.000 ευρώ, β) του δεύτερου εξωδίκου το ποσό των 5.000 ευρώ, γ) του τρίτου εξωδίκου το ποσό των 5.000 ευρώ, Γ. για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης περι υπεξαγωγής εγγράφων, που συνδέονται με τη χρήση: α) του πρώτου εξωδίκου το ποσό των 10.000 ευρώ, β) του δεύτερου εξωδίκου το ποσό των 5.000 ευρώ, γ) του τρίτου εξωδίκου το ποσό των 5.000 ευρώ, Δ. για τις πράξεις της υπεξαγωγής και παράνομης δημοσιοποίησης του περιεχομένου της διαθήκης του το ποσό των 50.000 ευρώ, ΙΙ. να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται επιπλέον να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες τα ποσά των 90.000, 20.000, 20.000, 90.000, 20.000, 20.000, 90.000, 20.000, 20.000 και 50.000 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες αντίστοιχα, επιφυλασσόμενος να αναζητήσει ποσό 40 ευρώ επιπλέον παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων (ήτοι συνολικά 550.000 ευρώ) νομιμοτόκως, τα πρώτα εννέα κονδύλια, από τον χρόνο επίδοσης των εξωδίκων του αντιδίκου του σ’ αυτόν, άλλως από την επίδοση στον εφεσίβλητο την 19-02-2003 προηγούμενης αγωγής του με την οποία τον όχλησε και από την οποία παραιτήθηκε με την κρινόμενη, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης, το δε κονδύλιο που σχετίζεται με τη διαθήκη νομιμοτόκως από την 14-02-03 που ο εφεσίβλητος συνέταξε την εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον ίδιο την 18-02-03, με την οποία αρνήθηκε την απόδοση της διαθήκης, άλλως από 14-03-03, οπότε συντάχθηκε και του επιδόθηκε η δεύτερη εξώδικη, όπου εκ νέου αρνήθηκε την απόδοσή της, άλλως από την επίδοση της ανωτέρω προηγούμενης, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής. Επιπλέον ζήτησε: 1) να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να παραλείπει κάθε όμοια προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά στο μέλλον, δια χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παραβίαση της σχετικής απαγόρευσης, 2) να υποχρεωθεί να του αποδώσει το πρωτότυπο έγγραφο της ανωτέρω διαθήκης του, δια χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, 3) να υποχρεωθεί να παραλείπει κάθε μελλοντική χρήση του πρωτοτύπου της, ή αντιγράφου της ή παράθεση του περιεχομένου της, δια χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Με την εκκαλουμένη, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο λόγω παραγραφής το κονδύλιο της ηθικής βλάβης που αφορά στην υπεξαγωγή της διαθήκης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα λοιπά και αφενός υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να καταβάλει στον εκκαλούντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την κατά τα λοιπά συνολική, αδικοπρακτική και προσβλητική της προσωπικότητας συμπεριφορά του το ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής, αφετέρου υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να παραλείπει οποιαδήποτε μελλοντική προσβλητική της προσωπικότητας του εκκαλούντος συμπεριφορά, καθώς και να χρησιμοποιεί το περιεχόμενο της διαθήκης του, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών, με τους διαλαμβανόμενους στην έφεση και το δικόγραφο προσθέτων λόγων λόγους του, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ζητεί τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του καθ’ όλο της το αιτητικό.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση, εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 ΠΚ, αρχίζει από τον χρόνο, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαίτησης, κατά το άρθρο 937§1 ΑΚ (ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 944/2011). Η προϋπόθεση γνώσης της ζημιάς και του υπόχρεου προς αποζημίωση απαιτείται διότι τότε μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντας ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ’ αυτής (ΑΠ 737/2012, 807/1997). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 1508/2021, 1405/2019, 950/2015), κατ’ άρθρα 221§1 στ. γ΄ περ. β΄ και 215 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία, η επίδοση της αγωγής επιφέρει τα ουσιαστικά αποτελέσματα που ο νόμος ορίζει. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 255, 257 ΑΚ συνάγεται ότι η παραγραφή των αξιώσεων αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος α) … β) μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, απετράπη με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου από την άσκησή της. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός. Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της παραγραφής συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη ένσταση περί συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής (ΑΠ 1280/2018, ΑΠ 299/2010, ΑΠ 715/2006, ΑΠ 1569/2002).

ΙΙ. Σύμφωνα με την ΑΚ 1722 η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από το διαθέτη σε συμβολαιογράφο για φύλαξη κατά τις κοινές διατάξεις για την κατάθεση εγγράφων. Ο διαθέτης έχει τη δυνατότητα, ωστόσο, να παραδώσει την ιδιόγραφη διαθήκη του και σε δικηγόρο ή σε άλλο πρόσωπο της εμπιστοσύνης του, ακόμη και στον τιμώμενο με τη διαθήκη, χωρίς τη σύνταξη οποιασδήποτε πράξεως, οπότε και δεν απαιτείται πράξη κατάθεσης. Η νομική φύση της κατάθεσης είναι αυτή της παρακαταθήκης (ΑΚ 822) και α παραπάνω πρόσωπα ευθύνονται κατά τις ΑΚ 823 επ. ως θεματοφύλακες. Ο διαθέτης έχει, εξάλλου, το δικαίωμα να αναλάβει οποτεδήποτε την ιδιόγραφη διαθήκη που κατέθεσε, χωρίς η ανάληψη αυτή να θεωρείται και ανάκληση (ΑΚ 1767 εδ. 2) ενώ η ιδιόγραφη διαθήκη που έχει κατατεθεί σε συμβολαιογράφο προς φύλαξη εξακολουθεί να έχει την αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου (Ν. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο, τόμ. 2, 6η έκδ., 2023, σ. 607-608).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον εκκαλούντα έγγραφα, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη, χωρίς να τάξει ιδιαίτερες αποδείξεις κατ’ άρθρο 336§4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών . ……………………είναι οικονομολόγος και επιχειρηματίας και το έτος 1996 γνωρίστηκε με τον εφεσίβλητο   ………………….., δικηγόρο Πειραιά. Ανέπτυξαν φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις και του ανέθεσε τη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεών του. Με το υπ’ αριθ. ……./22-07-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, συζύγου του εφεσίβλητου, τον διόρισε γενικό πληρεξούσιό του, ενώ την 07-11-2000 του δάνεισε το ποσό των 20.000.000 δρχ. Οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν το 2002 και σε συνάντησή τους που έλαβε χώρα την 28-12-2002, τρεις μέρες πριν τον συμβατικό χρόνο απόδοσης του δανείου, στο γραφείο του εφεσιβλήτου, επήλθε οριστική ρήξη τους. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθ. ……../04-02-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ….., που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο την 04-02-2003 ο εκκαλών ανακάλεσε το ανωτέρω πληρεξούσιό του στον εφεσίβλητο, ενώ με την από 07-02-2003 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο αυθημερόν, ανακάλεσε και οποιαδήποτε προφορική εντολή και πληρεξουσιότητα του είχε δώσει (σχ. …/04-02-03 και …/07-02-03 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….). Με την τελευταία εξώδικη δήλωσή του ζήτησε και την απόδοση των εγγράφων που βρίσκονταν στην κατοχή του (εφεσίβλητου), μεταξύ των οποίων και της από 16-10-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του, τάσσοντας σ’ αυτόν προθεσμία 7 ημερών να τα παραδώσει, αναφέροντας μάλιστα ειδικά γι’ αυτήν ότι του την είχε παραδώσει για να την φυλάσσει και την οποία όλως παρανόμως και αδικαιολογήτως αρνήθηκε να του παραδώσει, όταν την ζήτησε κατά την επίσκεψή του στο γραφείο του την 28-12-2002, ισχυριζόμενος, όπως του είπε, ότι θα το πράξει αργότερα, όταν ξεκαθαριστούν οι σχέσεις τους. Το προφορικό αίτημα απόδοσης της διαθήκης του προς τον εφεσίβλητο στις 28-12-2002 επιβεβαίωσε και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου, αλλά και αυτού του Δικαστηρίου, αλλά και κατά την ανωμοτί κατάθεσή του στις 30-03-09 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς ο εκκαλών, εκδοθείσας τότε της υπ’ αριθ. 568/2009 απόφασης του Δικαστηρίου εκείνου που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του εφεσίβλητου λόγω παραγραφής, διότι από τότε ως τον χρόνο επίδοσης σ’ αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε ενώπιόν του ο εφεσίβλητος και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης από την παρακράτηση της διαθήκης του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι πράγματι την ημέρα εκείνη ο εφεσίβλητος αγνόησε το προφορικό αίτημά του και αρνήθηκε να συμμορφωθεί και να βγάλει από το ντουλάπι του γραφείου του, που ο ίδιος εκείνη τη στιγμή του υπέδειξε, τον σχετικό φάκελο, προφασιζόμενος ότι θα του την αποδώσει αργότερα, όταν ξεκαθαριστούν οι σχέσεις τους, ωστόσο ο ίδιος δεν γνώριζε από τότε την πρόθεσή του να την παρακρατήσει παρανόμως, την συνειδητοποίησε δε πολύ αργότερα, όταν, παρότι με το νέο από 14-03-03 εξώδικό του τού την περιέγραψε επαρκώς, εκείνος δεν απάντησε σ’ αυτό, άλλως από 18-02-2003, που του επιδόθηκε το ανωτέρω εξώδικό του (εφεσίβλητου), με το οποίο του απάντησε ότι δεν την κατέχει. Συνεπώς ο ίδιος έλαβε γνώση της παράνομης ανωτέρω πράξης του αντιδίκου του την 18-03-03, άλλως την 18-02-2003, με αποτέλεσμα να μην παρέλθει πενταετία ως το χρόνο άσκησης της …………./2008 αγωγής του, που επιδόθηκε σε κείνον στις 19-02-08. Ωστόσο και υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποδείχθηκε γνώση της άρνησης εκ μέρους του εκκαλούντος στις 28-12-2002, αφού αυτός ομολογεί ότι τον χρόνο εκείνο ζήτησε πράγματι την ιδιόγραφη διαθήκη του από τον εφεσίβλητο, όταν βρισκόταν στο γραφείο του τελευταίου, υποδεικνύοντάς του το ντουλάπι του γραφείου του, στο οποίο βρισκόταν ο σχετικός φάκελος, έχοντας επομένως και τη δυνατότητα να την περιγράψει επαρκώς και να την αναγνωρίσει, πλην όμως εκείνος δεν ανταποκρίθηκε, αρνούμενος με τον τρόπο αυτό την απόδοσή της, παρανόμως και αδικαιολογήτως, όπως άλλωστε συνομολογεί ο εκκαλών στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή του. Η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα διαβεβαίωση του αντιδίκου του ότι θα την αποδώσει αργότερα, όταν ξεκαθαριστούν οι μεταξύ τους εκκρεμότητες δεν αποδείχθηκε ότι δημιούργησε στον εκκαλούντα αμφιβολίες για την τέλεση ή μη του ανωτέρω αδικήματος σε βάρος του, αφού ο εφεσίβλητος δεν προέβαλε κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, συγκεκριμένο και σαφές νόμιμο δικαίωμα διακράτησής της, ώστε να μπορεί να ερμηνευθεί η συμπεριφορά του αυτή ως αποδοχή του αιτήματος, το οποίο θα ικανοποιούσε μεταγενέστερα. Συνεπώς, η γνώση της ζημίας και του υπαιτίου εκ μέρους του εκκαλούντος συνέτρεξε το πρώτον στις 28-12-2002, αλλά και δια της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας των 7 ημερών που του έθεσε με το από 07-02-02 εξώδικό του, την 14-02-03. Άλλωστε, ακόμα και η δόλια παράπειση του δικαιούχου να μην αξιώσει το δικαίωμά του, μόνον όταν έλαβε χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής της αναστέλλει αυτήν, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ. Η δε αρνητική ρητή απάντηση του εφεσίβλητου, που περιήλθε σε γνώση του εκκαλούντος την 18-02-02, με το εξώδικο του τελευταίου, αποτέλεσε απλώς επιβεβαίωση της προηγούμενης, τόσο ρητής όσο και σιωπηρής, αλλά σαφούς αρνητικής απάντησής του με τους ανωτέρω τρόπους στον εκκαλούντα. Εξάλλου και αν ακόμα ο ανωτέρω ισχυρισμός του εκκαλούντος επιχειρεί να στηρίξει αντένσταση αναστολής της παραγραφής, λόγω δόλιας συμπεριφοράς του εφεσίβλητου, που «τον διαβεβαίωσε» στις 28-12-2002 ότι θα του την αποδώσει αργότερα, όταν ξεκαθαριστούν οι μεταξύ τους σχέσεις, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ, αυτή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, αφού δεν έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της έφεσης, μέσα  στο τελευταίο  εξάμηνο  του  χρόνου της παραγραφής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εκκαλών έλαβε γνώση της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής και προσβλητικής της προσωπικότητας σε βάρος του συμπεριφοράς εκ μέρους του εφεσίβλητου, για πρώτη φορά, την 28-12-2002, με αποτέλεσμα η αιτούμενη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αυτήν να έχει υποπέσει στην πενταετή περαγραφή, ήδη κατά το χρόνο άσκησης της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ………../2008 αγωγής του (από την οποία παραιτήθηκε δια της κρινομένης), που επιδόθηκε σε κείνον στις 19-02-08. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε το σχετικό αίτημα λόγω παραγραφής, δεχόμενο την σχετική ένσταση του εφεσίβλητου, που συμμεταβιβάζεται στο Δικαστήριο αυτό με την έφεση, χωρίς να απαιτείται εκ νέου πρότασή της, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του εκκαλούντος, που υπέβαλε με τις προτάσεις του, να επαχθεί όρκο ο αντίδικός του, ως νομικά αβάσιμο, διότι το αποδεικτικό μέσο του όρκου καταργήθηκε δυνάμει του άρθρου 14 του Ν 2915/2001, ενώ η αποδεικτέα έννομη σχέση δεν είχε γεννηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του, την 1/1/2002 και ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα εξέτασής του ως διαδίκου, προκειμένου να διευκρινίσει αν και πότε έχασε και βρήκε την διαθήκη του, αφού αποδείχθηκε πλήρως ο χρόνος άρνησης απόδοσης της διαθήκης εκ μέρους του εφεσιβλήτου και γνώσης της άρνησης αυτής από τον εκκαλούντα.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος παρέλαβε ως παρακαταθήκη και κατείχε την από 16-10-00 ιδιόγραφη διαθήκη του εκκαλούντος και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου αρνήθηκε την απόδοσή της, όπως κρίθηκε από την εκκαλουμένη και δεν προβάλλεται ως προς την κρίση της αυτή λόγος έφεσης. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι παρακράτησε τη διαθήκη του ενάγοντος έχοντας δικαίωμα επίσχεσης, διότι με αυτήν τον εγκαθιστούσε κληρονόμο για συγκεκριμένο ποσό, προκειμένου να του εξοφλήσει τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αμοιβές του, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού το δικαίωμα αυτό προβλέπεται κατ’ άρθρα 325 ΑΚ και 179§3 Ν 3026/1954 στα έγγραφα που έχουν παραδοθεί από στον δικηγόρο στα πλαίσια εντολής διεκπεραίωσης των υποθέσεών του και όχι σ’ αυτά που έχουν παραδοθεί δυνάμει σύμβασης παρακαταθήκης, όπως εν προκειμένω, που υποχρεούτο κατά τις διατάξεις των άρθρων 823 επ. και 1094 ΑΚ να αποδώσει η διαθήκη, έχοντας τη δυνατότητα απόδειξης των αξιώσεών του με αντίγραφο αυτής. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής ως νόμω (823 επ., 1094 ΑΚ) και ουσία βάσιμου, να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να του την αποδώσει, απορριπτομένου ως νομικά αβάσιμου του αιτήματος απειλής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής ως μέσο εκτέλεσης της διάταξης αυτής, η οποία εκτελείται άμεσα, κατ’ άρθρο 941 ΚΠολΔ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δεν απάντησε στο αίτημα αυτό, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει, κατά παραδοχή του υπό στοιχείο Β. λόγου του κύριου δικογράφου της έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει δεκτό ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο το αίτημα και να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να τού την αποδώσει.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δημοσιοποίησε το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης, προσκομίζοντας φωτοαντίγραφο αυτής: Α) 1. με τις από 02-03-05 προτάσεις του που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση την 03-03-05, της έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4876/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας της υπ’ αριθμ. 788/2005 απόφασης σε δεύτερο βαθμό και 2. με τις από 2 Ιανουαρίου 2007 προτάσεις του που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση, την 23-01-07, της αίτησης αναίρεσης που άσκησε επί της ως άνω απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 880/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, Β) με τις από 10 Μαΐου 2006 προτάσεις του, επί της υπ’ αριθμ. ……../2003 αγωγής του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που συζητήθηκε την 31-05-06, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 5189/2007 απόφασης, Γ) 1. με το 26 Ιουνίου 2003 υπόμνημά του επί ασκηθείσας ……../2003 μηνύσής του εναντίον του ενάγοντος στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιά, η οποία 2. αναγνώστηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης την 30 Μαρτίου 2005 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας της υπ’ αριθμ. 2887/2005 απόφασης, 3. στην κατ’ έφεση δίκη, την 21-01-08, εκδοθείσας της υπ’ αριθμ. 103/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιά, Δ) κατά την εκδίκαση της υπόθεσης την 15 Φεβρουαρίου 2006, επί της από 12 Οκτωβρίου 2004 ……. μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, οπότε και αναγνώστηκε, εκδοθείσας της υπ’ αριθμ. 729/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, Ε) την 21-12-04 με την κατάθεση της από 20 Δεκεμβρίου 2004 ……. μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ΣΤ) με την κατάθεση, την 16-02-05 της από 15 Φεβρουαρίου 2005 …….. μήνυσής του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, Ζ) με την κατάθεση, την 02-06-05, της από 2 Ιουνίου 2005 …… μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. ……/2006 διάταξή του και στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. …./2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά επί ασκηθείσας προσφυγής του, Η) με το από 14 Δεκεμβρίου 2004 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της ασκηθείσας με ΑΒΜ ……–……. Εισαγγελίας Πειραιά μήνυσης του ενάγοντος, Θ) με το από 25 Οκτωβρίου 2004 απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του 2ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της ασκηθείσας με ΑΒΜ ……. Εισ. Πρωτ. Αθηνών, μήνυσης του ενάγοντος εναντίον του, Ι) με το από 12 Ιουνίου 2007 απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του 7ου Πταισματοδίκη Πειραιά, επί της  ασκηθείσας με ΑΒΜ …….. της Εισαγγελίας Πρ. Πειραιά μήνυσης του ενάγοντος εναντίον του, ΙΑ) με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, την 09-11-07, της υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. ………./2007 αγωγής του ενάγοντος εναντίον του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την κατ’ εξακολούθηση προσκομιδή με επίκληση φωτοαντιγράφου της διαθήκης του ενάγοντος, που τού το είχε εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου του, φανέρωσε χωρίς τη θέλησή του το απόρρητο περιεχόμενό της σε τρίτα πρόσωπα, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του. Για την πράξη του αυτή κηρύχθηκε ένοχος κατ’ άρθρο 371 ΠΚ με την υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, σε απάντηση των ανωτέρω από 04 και 07-02-2003 εξωδίκων δηλώσεων – προσκλήσεων του ενάγοντος, ο εναγόμενος απάντησε με το από 14-02-2003 εξώδικο έγγραφό του, που του επιδόθηκε στις 14-02-03, ενώ στη συνέχεια, σε απάντηση της από 05-03-2003 όμοιας, απάντησε με τα από 15 και 24-03-2003 έγγραφά του, των οποίων συντάκτης είναι ο ίδιος και με τα οποία ανέφερε τα εξής: Α) στο από 14-02-2003 εξώδικό του, τού αποδίδει ότι «κατέκτησε την ιδιόμορφη και όζουσα αποκλειστικότητα» να ανταλλάσσουν με τον ίδιο, δικηγόρο και φίλο του εξώδικα, ότι γι’ αυτόν «η πρυτανεύουσα αλήθεια είναι μία: «τα πάντα και εν πάσι χρυσός»», ότι «χωρίς αιδώ, εντελώς ξεδιάντροπα και με τον πιο επαίσχυντο τρόπο βρήκε το σθένος και με ανέστιο μένος, ψεύδους δε μεμεστωμένος, τολμά και επιχειρεί να τον διαβάλει», ότι τον προσβάλλει «καταφανώς, από υποσυνείδητα, ανεξιχνίαστα πάθη και απωθημένα σκοτεινά του βιώματα», ότι «τον διακατέχει μια βυσοδομούσα υποκρισία, διπροσωπία και ένας υπολογιστικός σκοπός», ότι «προφανώς τον γοητεύει η ζωή των αποδημητικών πτηνών που μεταναστεύουν από τόπο σε τόπο ανάλογα με το που θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν τις διατροφικές τους ανάγκες και ότι η συμπεριφορά του απέδειξε ότι πράγματι υιοθετεί τη συνήθη αυτή πρακτική και βιοτή των αποδημητικών πτηνών και … πετάει σε άλλους τόπους, για νέες φιλόξενες και προφανώς ανέξοδες πατρίδες». Ότι «ο εμπαιγμός, η υποκρισία και το οποιασδήποτε μορφής δαιμόνιο της ευφυίας του πήραν τέλος», ότι είναι «συνήθης άνθρωπος του δόλου και της διαβολής», ότι εφάρμοσε εγκληματική τακτική και υπερτίμησε τον εαυτό του και αντίστοιχα υποτίμησε την αξία της σιωπής και υπομονής του, ότι «κατάφερε να μεταβάλει την ανθρωπομπαιξία σε θεομπαιξία, αφού απέδειξε ότι δεν σέβεται ούτε ιερό ούτε όσιο», ότι κράτησε άθραυστο το καλούπι της δολιότητας και παράγει το ίδιο βρώμικο προϊόν, ότι τον χαρακτηρίζει δολιόφρων αμνησία, ότι διέρρηξε τους φοριαμούς των εταιρειών που ήταν κλειδωμένα και ασφαλισμένα τα εταιρικά βιβλία και σημαντικά έγγραφα του λογιστηρίου και μέχρι σήμερα ο θείος του τον κατηγορεί ότι έχει εξαφανίσει τα εταιρικά βιβλία, ότι ψεύδεται ασυστόλως και κακοβούλως σχετικά με την ιδιόγραφη διαθήκη του, ότι του παρέδωσε τους φακέλους που ζήτησε μετά από την ασεβή, υβριστική και προσβλητική προς το πρόσωπό του συμπεριφορά του, και στην κυριολεξία τους λεηλάτησε, ότι έχει την αποκλειστικότητα του πελάτη που ύπουλα και άνανδρα μεθοδεύει τη ρήξη των σχέσεων με τον δικηγόρο του, ότι διαφυλάσσει τα στενώς και εγωιστικώς νοούμενα οικονομικά του συμφέροντα σε βάρος του, ώστε και το σκυλί να ήταν χορτάτο και η πίτα αφάγωτη. Ότι κακοπροαίρετος σκοπός του ήταν να χρεωθεί ο ίδιος αποκλειστικά αυτή τη διαβολική ρήξη, ώστε να αποστερηθεί τη δυνατότητα αναζήτησης των αμοιβών του, ότι σκοπός του ήταν να προβεί σε κείνες τις αισχρουργίες, να ετοιμάσει το πρόπλασμα για τα σημερινά τερατουργήματά του, για να αποφύγει την πληρωμή των αμοιβών του, ότι σκηνοθέτησε την επαγγελματική τους ρήξη και επέσπευσε εν μέσω ύβρεων τη λεηλασία των φακέλλων των υπαρχουσών δικογραφιών, ότι εφάρμοσε δολιοφυές στρατηγικό και μακρόπνοο σχέδιο, ότι έπαιξε άριστα τον υποκριτικό του ρόλο, φερόμενος άψογα ως φίλος, πελάτης και καλός χριστιανός, αλλά ο ίδιος δεν άντεχε άλλο το ελλειμματικό υποκριτικό του τάλαντο, ότι λειτουργούσε κατά την εγωπαθή βούλησή του, ότι δεν έχει το θάρρος να θίξει την ουσία των σχέσεών τους, παρά τα όσα περί ανέμων και υδάτων, ηθικώς ανερμάτιστα και νομικώς έωλα, περιλαμβάνει στα εξώδικά του. Ότι εκείνος εισέπραξε, ενώ ο ίδιος έμεινε με τα κατάπτυστα εξώδικα των ανακλητικών πράξεών του και ότι ζήλωσε και αντιστοίχισε την απρεπή συμπεριφορά του με κείνη των «ανδρών» της εφήμερης πολιτικής ζωής, αποσιωπώντας εντελώς ανέντιμα το φλέγον θέμα των αμοιβών του. Ότι επαναφέρει στη μνήμη του και, ει δυνατόν στη συνείδησή του, το θέμα της αμοιβής του γάλλου δικηγόρου του και του αποδίδει τη φράση του Παύλου «… πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι». Β) Στη συνέχεια με το από 15-03-03 εξώδικό του, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 17-03-03, πέραν των ανωτέρω χαρακτηρίζει το από 05-03-03 εξώδικο του ενάγοντος «κακοπρόθετη μυθοπλασία», και προσθέτει ότι «θελει αρετή και τόλμη η ελευθερία από τα χρόνια και καταχθόνια δεσμά της “βερβορωμένης ψευδολογίας”», «η ψευδολογία ρέει άφθονη και δίχως κανένα τίμημα και το μόνο που αποζητά είναι το θράσος ενός δειλού», «στην πραγματικότητα δεν “χριστολογείτε” περί τη ζωή αλλά την κοστολογείτε», «αναμειγνύετε με κατάδηλη κακόνοια», «δεν έχετε το θάρρος», «επιλέγετε εν προκειμένω τη σιγή ιχθύος». Τέλος Γ) με το από 24-03-03 εξώδικό του, που τού επιδόθηκε στις 26-03-03, προσθέτει: «επαίσχυντες και μικρόψυχες ψευδολογίες σας», «λασπολογώντας υποστηρίζετε», «δολίων και κακεντρεχών», «έλαβα μόνο την αιδήμονα σιωπή και εύλαλη απραξία σας», «ετσιθελικά και αυθαίρετα προβήκατε εσκεμμένα σε ανηλεή λεηλασία των δικογραφιών (φακέλων) που είχαν σχηματιστεί από τις ενέργειες και εν γένει ενασχολήσεις μου … οπωσδήποτε δε, συνιστά περίπτωση τραγικής ειρωνίας και ασύδοτης υποκρισίας, το να επιζητείτε … ό,τι αντισυμβατικά και παράνομα έχετε αφαιρέσει και οικειοποιηθεί», «μέσα στα πλαίσια του εν λόγω δολιοφυούς σχεδιασμού σας», «αποκρύπτετε κακοβούλως», «πρωτοφανώς κακόβουλη εξώδικη συμπεριφορά σας, με την οποία επιχειρείτε, παντοιοτρόπως, τη συσκότιση και διαστρέβλωση». Το περιεχόμενο αυτών των εξωδίκων επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εφεσίβλητος ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και συγκεκριμένα: α) στην από 02-06-03 υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ………../2003 αγωγή του κατά του ενάγοντος, στις από 18-09-03 προτάσεις του επί της αγωγής αυτής, στις από 02-03-05 προτάσεις του επί ασκηθείσας εφέσεώς του κατά της εκδοθείσας επί της αγωγής αυτής υπ’ αριθ. 4876/2003 αποφάσεως, στις από 02-01-2007 προτάσεις του ενώπιον του ΑΠ, επί ασκηθείσας αναιρέσεως κατά της εκδοθείσας επ’ αυτής υπ’ αριθ. 788/2005 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, β) στις από 10-05-06 προτάσεις του επί της ασκηθείσας υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …./2008 αγωγής του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, γ) τα δύο πρώτα, στο από 26-06-03 υπόμνημά του, επί της υπ’ αριθ. ……../2003 μήνυσης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, το οποίο αναγνώστηκε κατά την εκδίκαση της σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορίας, ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 2887/05 απόφασής του, αλλά και στην έκκλητη δίκη στις 21-01-2008 εκδοθείσας της 103/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, δ) με την υπ’ αριθ. ………. μήνυσή του ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα, τα οποία αναγνώστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 15-02-06 εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 729/2006 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, ε) στην υπ’ αριθ. Α………/21-12-04 μήνυσή του στον ίδιο Εισαγγελέα, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. 205/2007 απορριπτικής Διάταξής του, στ) στην υπ’ αριθ. Α………./16-02-05 μήνυσή του στον ίδιο Εισαγγελέα, που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. ………/2006 Διάταξης του τελευταίου, που την έθεσε στο αρχείο, ζ) στην υπ’ αριθ. Α………/02-06-05 μήνυσή του στον ίδιο Εισαγγελέα, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. …./2006 απορριπτικής Διάταξής του, που μετά από προσφυγή του κρίθηκε και από τον Εισαγγελέα Εφετών, εκδοθείσας της υπ’ αριθ. …/2006 απορριπτικής Διάταξης, η) επί της υπό ΑΒΜ Γ-……../01-08-03 μήνυσης του ενάγοντος, τα δύο πρώτα, με το από 24-03-04 υπόμνημά του στον Πταισματοδίκη Πειραιώς, θ) επί της υπό ΑΒΜ ……./11-09-03 μήνυσης του ενάγοντος στον ίδιο Εισαγγελέα, με τα από 12-01-04 και 15-12-04 υπομνήματά του στον Πταισματοδίκη Πειραιώς, ι) επί της υπό ΑΒΜ …… μήνυσης ενάγοντος στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με τα από 25-05-04 και 25-10-04 υπομνήματά του στον Πταισματοδίκη Πειραιώς. Η χρήση των ανωτέρω εκφράσεων, που περιέχονταν στα ανωτέρω έγγραφα και έλαβαν χώρα στους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εκφέρουν κατ’ αυτού αξιολογικές κρίσεις – χαρακτηρισμούς του ως ανθρώπου με μειωμένες ηθικές και χριστιανικές αρχές και αξίες, ο οποίος συμπεριφέρεται ύπουλα, υποκρίνεται και ψεύδεται, καταστρώνοντας σχέδια για την εξυπηρέτηση του προσωπικού οικονομικού του οφέλους, σε βάρος των δικαιωμάτων του εναγομένου, που ήταν δικηγόρος και φίλος του. Προσέβαλαν δε την προσωπικότητα του ενάγοντος στο πεδίο της τιμής, με την εκδήλωση ονειδισμού και καταφρόνησης στο πρόσωπό του και έλαβαν γνώση αυτών τρίτα πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές). Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτό (ΑΠ 724/2021) προέβαλε τον ισχυρισμό της συνδρομής λόγου άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, επειδή ενήργησε αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να διαφυλάξει δικαιολογημένο συμφέρον του, για την προάσπιση της βάναυσα τρωθείσας από αυτόν ηθικοκοινωνικής του υπόληψης και προσωπικότητας, διότι με τις αναφερόμενες σ’ αυτές προηγούμενες ενέργειές του τον εμφάνιζε ως ανέντιμο δικηγόρο, κακόπιστο χρεοφειλέτη και θύτη του, χωρίς να αποβλέπει στην προσβολή της προσωπικότητάς του, σύμφωνα με το άρθρο 367§1 περ. γ΄ ΠΚ. Πλην όμως, ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατ’ άρθρο 367§2 περ. β΄ ΠΚ, διότι από την αντικειμενική εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων του, με τα οποία αμφισβητεί την κατοχή των εγγράφων των οποίων ζητήθηκε η απόδοση, ζητεί έγγραφα που κατά τους ισχυρισμούς του ο εκκαλών αφαίρεσε από το γραφείο του, αρνείται τη σύμβαση δανείου και επικαλείται οφειλή του εκκαλούντος προς αυτόν, από δικηγορικές αμοιβές, αποδεικνύεται ότι με τις εκφράσεις του αυτές, που επανειλημμένα διατύπωσε, στόχευε ευθέως στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος και της προσωπικότητάς του εν γένει, αφού για την προάσπιση των ανωτέρω συμφερόντων του δεν ήταν αναγκαία η χρήση τους, αντίθετα υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο, αφού η διαφύλαξη των ανωτέρω δικαιωμάτων του θα ήταν εξίσου αποτελεσματική και χωρίς τη χρήση τους. Ομοίως κρίνοντας η εκκαλουμένη, διαλαμβάνοντας επιγραμματικά στις αιτιολογίες της και ενδεικτικά τις σημαντικότερες από τις επαναλαμβανόμενες εξυβριστικές εκφράσεις του εφεσίβλητου (βλ. ιδίως τις λέξεις «μεταξύ άλλων» στη σελ. 8 και «όπως» στη σελ. 10 αυτής), αποδίδοντας το περιεχόμενο των εξυβριστικών χαρακτηρισμών λακωνικά, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, προσδιορίζοντας με ευσύνοπτο τρόπο το μέγεθος της προσβολής. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών ότι παρέκαμψε η εκκαλουμένη τις αναλυτικά αναφερόμενες σ’ αυτόν εκφράσεις, με αποτέλεσμα να υποβαθμίσει το μέγεθος της προσβολής και να αναγνωρίσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο εναγόμενος στα ανωτέρω εξώδικα έγγραφά του, των οποίων έκανε χρήση και έλαβαν γνώση, κατά τα προαναφερόμενα, τρίτα πρόσωπα, διατύπωσε σε βάρος του ενάγοντος ισχυρισμούς περί παραβίασης του απορρήτου των μεταξύ τους συνομιλιών, προφορικών και τηλεφωνικών, αναφέροντας ειδικότερα: Α) στο πρώτο, από 14-02-03 τα εξής: «τότε (28-12-02), που για τελευταία φορά, ως συνήθης άνθρωπος του δόλου και της διαβολής προσήλθατε στο προγραμματισμένο ραντεβού μας και με τον πλέον επαίσχυντο, παράνομο και καταδικαστέο τρόπο, παρά τη θέλησή μου, καταγράψατε κρυφά σε μαγνητόφωνο τις συνομιλίες μας και ειδικότερα, τις απαντήσεις και τα λόγια μου, στις “στημένες” ερωτήσεις σας στις οποίες προσθέτατε και την ποθούμενη απάντηση, όταν δεν σας την έδινα εγώ!», «…επιφυλλάσσομαι … για τις ποινικώς κολάσιμες και άδικες πράξεις σας (υποκλοπή συνομιλιών, τηλεφωνικών και μη …)», Β) στο μεταγενέστερο από 15-03-03, αναφερόμενος στο πρώτο, διέλαβε επιπλέον τα εξής: «Δεν σας αγγίζει καθόλου η κατάπτυστη και εγκληματική συμπεριφορά σας να καταγράφετε με μαγνητόφωνο τις συνομιλίες μας εν αγνοία μου και χωρίς τη συναίνεσή μου, από τον μήνα Μάρτιο του 2002 μέχρι και τις 28 Δεκεμβρίου 2002, που για τελευταία φορά σας δόθηκε η εν λόγω ελεεινή ευκαιρία…», στα οποία αναφέρθηκε και με το από 24-03-03 εξώδικό του. Τα περιστατικά αυτά, της παράνομης καταγραφής εκ μέρους του ενάγοντος των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ των διαδίκων, κατά τους ανωτέρω χρόνους, αποτέλεσαν αντικείμενο και συγκεκριμένα προδικαστικό ζήτημα της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ………./2018 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου, με την οποία ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από την επίκληση των ίδιων ως άνω ψυεδών περιστατικών, εν γνώσει της αναληθείας τους, με την έγερση της από 30-04-03 αγωγής και την κατάθεση της από 26-03-03 έγκλησης εναντίον του. Επ’ αυτής εκδόθηκε, από το – αρμόδιο να κρίνει αυτοτελώς το ανωτέρω ζήτημα και ως κύριο – Πολυμελές Πρωτοδικείο, η υπ’ αριθ. 3077/2015 οριστική απόφαση, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 5163/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού επιδόθηκε στον εφεσίβλητο την 07-02-2020 (βλ. υπ’ αριθ. ………/07-02-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς ……..) και δεν ασκήθηκε κατ’ αυτής ένδικο μέσο (βλ. υπ’ αριθ. πιστ. …/24-05-2011 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης ενδίκων μέσων της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών). Με αυτήν έγινε τελεσίδικα (και αμετάκλητα) δεκτό ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι από τον Μάρτιο του έτους 2002 ως και την προγραμματισμένη συνάντηση των διαδίκων την 28-12-02, ενεργοποιούσε και χρησιμοποιούσε, εν αγνοία του ίδιου, μαγνητόφωνο, στο οποίο κατέγραφε παράνομα κάθε ιδιαίτερη συνομιλία τους, τού υπέβαλε τέτοιας μορφής ερωτήσεις με σκοπό να τον παγιδεύσει αποβλέποντας στην υφαρπαγή απαντήσεων που θα τον διευκόλυναν στην πραγμάτωση των σχεδίων του και όταν δεν έπαιρνε την απάντηση που ανέμενε, έδινε ο ίδιος την απάντηση, καθώς και ότι όταν του τηλεφωνούσε από την οικία του χρησιμοποιούσε μαγνητόφωνο, καταγράφοντας παράνομα και εν αγνοία του τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, ήταν ψευδείς, ο δε εναγόμενος τους επικαλέστηκε, επιδιώκοντας να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, γνωρίζοντας το αναληθές περιεχόμενό τους. Συναφώς κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 634/2012 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (απορριφθείσας της αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής με την 897/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου), το οποίο, κρίνοντας μετά την αναίρεση, με την υπ’ αριθ. 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, της προηγούμενης υπ’ αριθ. 95/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, επί της έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 5189/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. …../2003 αγωγής του εναγομένου κατά του ενάγοντος, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παραβίαση του απορρήτου των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του (τότε) εναγομένου. Το προδικαστικό ζήτημα της αναλήθειας των ανωτέρω ισχυρισμών παράγει δεσμευτικό δεδικασμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 1054/2005), στη δίκη αυτή, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η θετική ενέργεια του οποίου επιβάλλει η κρίση αυτή, της αναλήθειας των πραγματικών περιστατικών αυτών, ως προαναφέρθηκαν, να τεθεί ως βάση της κρίσης του Δικαστηρίου αυτού. Αντίθετο δεδικασμένο δεν απορρέει από τις υπ’ αριθ. 788/2005 και 103/2008 (πολιτικές) αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, με αντικείμενο τις αξιώσεις για δικηγορικές αμοιβές του εναγομένου έναντι του ενάγοντος, αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο, ή έστω προδικαστικό ζήτημα των ανωτέρω υποθέσεων η παραβίαση ή μη του απορρήτου των μεταξύ των διαδίκων συνομιλιών, διότι δεν ήταν προϋπόθεση του κυρίου αντικειμένου της δίκης, αλλά ως επιχείρημα αναφέρεται στις αποφάσεις αυτές, για την αιτία διατάραξης των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων και δεν περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου, απορριπτομένου του προβαλλομένου με τις προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τις ίδιες εξώδικες δηλώσεις του εναγομένου, που χρησιμοποιήθηκαν στους ανωτέρω τόπους και χρόνους και το περιεχόμενο των οποίων έλαβαν γνώση κατά προαναφερθέντα και δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές, ανέφερε επιπλέον σε βάρος του ενάγοντος ότι αρχές Μαρτίου 2002 και άλλες δύο φορές στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεών του, τού παρέδωσε τους φακέλους που ζήτησε, αλλά εκείνος τους λεηλάτησε, αφαιρώντας από αυτούς πλήθος κρίσιμων εγγράφων, ακόμα δε και τις σημειώσεις του και νομολογία, χωρίς να τον ενημερώσει σχετικά, ότι ενήργησε με σκολαστικότητα την αποψίλωσή τους, αφαιρώντας μεταξύ άλλων έγγραφο του καθηγητή του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που αφορά σε ελβετική εταιρεία με οικοδομική δραστηριότητα στην οποία είχε ανάμειξη ο πατέρας του, έγγραφο της γαλλικής εταιρείας που συμμετέχει στη ………, της οποίας ο πατέρας του ήταν μέτοχος, καθώς και όλων των εγγράφων (συμβολαιογραφικών, αποφάσεων, καταστατικών κλπ που αφορούσαν σε οικονομικές και εταιρικές διαφορές με τους θείους του, ………. κλπ, που είχε λάβει από τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου και Αθηνών και Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου. Ότι η χωρίς τη συναίνεσή του αφαίρεση των εγγράφων αυτών σκοπό είχε αφενός να του στερήσει τα αποδεικτικά στοιχεία αναζήτησης των δικηγορικών αμοιβών του, από τις υπηρεσίες που του παρείχε, αφετέρου να ισχυριστεί ότι, τάχα, τα κατακρατεί και όλως παρανόμως και αδικαιολογήτως αρνείται να τα παραδώσει, ζητώντας παράλληλα χορήγηση αντιγράφων τους. Στη συνέχεια κατέθεσε σε βάρος του εκκαλούντος την 14-10-14 στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς, την υπ’ αριθ. ΑΒΜ …/.. μήνυσή του για υπεξαγωγή εγγράφων, ενώ με τις από 02-03-05 προτάσεις του επί των αντίθετων υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. .. και …/2004 εφέσεων ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, ζήτησε την επίδειξή τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πράγματι ο ενάγων παρέλαβε από το γραφείο του εναγομένου, στις 27-03-2002 και εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Απριλίου 2002 από φακέλους που τηρούσε αυτός στο γραφείο του τα κάτωθι έγγραφα: Α. Αντίγραφα συμβολαιογραφικών πράξεων που ελήφθησαν από το Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου και δη 1) από την μερίδα του ……… τα με αριθμούς …/29 – 11 – 1974, ../29 – 11 – 1974 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, τα οποία αφορούν στην αγορά του ενός δεύτερου εξ αδιαιρέτου ακινήτου που βρίσκεται στο Ν. Αργολίδας, τα με αριθμούς …/29–12–1979 και …../29–12–1982 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών … ….. εκ των οποίων με το πρώτο συνεστήθη η εταιρεία με την επωνυμία ………., στην οποία μετείχαν ο πατέρας και θείοι του ενάγοντος και το οποίο αφορά σε δωρεά ακινήτου του ………., 2) από τη μερίδα της …….. το με αριθμό …./13–6–1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ….. ., που αφορά στην αγορά τριών αγροτεμαχίων στο Πορτο Χέλι και το με αριθμό …./29–11–1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρανιδίου …….., το οποίο αφορά αγορά οικοπέδου που κείται στην ίδια θέση, 3) από τη μερίδα της ………: το με αριθμό …./28-2-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που αφορά σε αγορά οικοπέδου, 4) από τη μεριά της ……..: το με αριθμό …./3-5-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., το με αριθμό …./27–2–1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά …….., τη με αριθμό …/14–10–1972 πράξη εξόφλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., τα με αριθμό …/26– 4-1974, ……../27–4– 1974 και …./27–4–1974 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών …….., που αφορούν σε αγορές αγροτεμαχίων και εξόφληση αυτών, 5) από την μερίδα του ……..: τα με αριθμό …./3-1-1969 και … /3-10-1969 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ερμιόνης ……, τη με αριθμό ……../3-4-1969 πράξη σύστασης δουλείας του συμβολαιογράφου Πειραιά …….., 6) από την μερίδα του ……….: τα με αριθμό …./15-12–1972 και …./15-12-1972 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών …. . και επιπλέον το με αριθμό ……./13–10–1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., τα με αριθμούς ../18–6-1971, …/29–7-1971, ……/23–10–1971, ……/25–1-1972, ……../25–1–1972 και ………./20-9-1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρανιδίου ……… Τα εν λόγω αντίγραφα συμβολαίων ο εφεσίβλητος είχε λάβει στα πλαίσια της εντολής που είχε λάβει από τον εκκαλούντα πελάτη του από το Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου (Μασσητος), με έξοδα του τελευταίου. Β. Αντίγραφο του με αριθμό ………/3–10–1969 συμβόλαιο σύστασης ΕΠΕ με την επωνυμία ……….., αντίγραφο του υπ’ αριθ. …./25–2–1979 πρακτικού ΓΣ των εταίρων της ίδιας εταιρείας με την επωνυμία …….., αντίγραφο της με αριθμό …./8-2-1988 συμβολαιογραφικής πράξης παράτασης της ως άνω εταιρείας, αντίγραφο της με αριθμό ……./6-5-1992 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, με την οποία δηλώθηκε η νόμιμη υπεισέλευση στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου της ανωτέρω εταιρείας ……………. των νόμιμων κληρονόμων, ήτοι της συζύγου του χήρας ……… και των θυγατέρων του … και …., αντίγραφο της από 18–9–1995 ανακοινώσεως της εταιρείας ………., αντίγραφο της με αριθμό ……./3–10–1995 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., με την οποία τροποποιήθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας, κατόπιν εισόδου σε αυτήν του εκκαλούντος ως εταίρου και αντίγραφο της με αριθμό ………/12–2–2000 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., με την οποία αφενός μεν αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρίας ………, αφετέρου δε μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία, έγγραφα τα οποία ελήφθησαν από τον εναγόμενο στα πλαίσια της εντολής από τον πελάτη του ενάγοντα από το φάκελο της ανωτέρω εταιρείας, που τηρείται στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με έξοδά του. Γ. αντίγραφο της από 10 Ιουνίου 1994 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εκκαλούντος κατά των ………….. αντίγραφο του από 4 Ιουλίου 1994 σημειώματός του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατετέθη, κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αιτήσεως, αντίγραφο της από 9 Ιουνίου 1994 αγωγής του …….. κατά των …………., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της με αριθμό 2981/1995 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και αντίγραφα των με αριθμό ………./6–10–1994, ……../10–10–1994 και ………./13–9–1994 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …… …, τα οποία κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος ο εναγόμενος δικηγόρος του είχε λάβει από το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. επίσημο αντίγραφο της με αριθμό 1974/450/17–7–2004 αποφάσεις του 19ου Πρωτοδικειου Μουλγκά Κωνσταντινουπόλεως, με την επίσημη μετάφραση στην ελληνική από το υπουργείο εξωτερικών και Ε. φωτοαντίγραφο επιστολής με αποδέκτη τον ενάγοντα, που εστάλη από τον Γάλλο πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο στο γραφείο του εναγομένου. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε η ανάληψη εκ μέρους του ενάγοντος, αλλά ούτε και η μη ανάληψη: 1) εγγράφου του καθηγητή του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που αφορά σε ελβετική εταιρεία οικοδομικών δραστηριοτήτων, στην οποία είχε ανάμειξη ο πατέρας του, 2) εγγράφων της γαλλικής εταιρείας κατασκευής της ………, στην οποία ο πατέρας του διατηρούσε (αν διατηρούσε) μετοχές, ούτε 3) (επιπλέον των προαναφερομένων) έγγραφα που αφορούσαν τις πάσης φύσεως οικονομικές εταιρικές του διαφορές με τους θείους του .. ………………….. κλπ, που είχε λάβει από το Υποθηκοφυλακείο Κρανιδίου, Πρωτοδικείο Ναυπλίου και Αθηνών, αφού τα έγγραφα αυτά δεν εξειδικεύθηκαν με κανέναν τρόπο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου, που διαλαμβάνονταν στις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις του, των οποίων έκανε χρήση στους προδιαλαμβανόμενους τόπους και χρόνους, περί της αφαίρεσης των ανωτέρω – ταυτοποιηθέντων – εγγράφων από το γραφείο του, χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεσή του, εκβιαστικά και με σκοπό αφενός να του στερήσει τα αποδεικτικά στοιχεία αναζήτησης των δικηγορικών αμοιβών του, από τις υπηρεσίες που του παρείχε, αφετέρου να ισχυριστεί ότι, τάχα, τα κατακρατεί και όλως παρανόμως και αδικαιολογήτως αρνείται να τα παραδώσει, ήταν εν γνώσει του εφεσιβλήτου ψευδείς. Ειδικότερα τα προαναφερόμενα έγγραφα ανήκαν στην κυριότητα του ενάγοντος, δεδομένου ότι τα υπό στοιχεία Α, Β και Γ ελήφθησαν ως αντίγραφα κατ’ εντολή για λογαριασμό και με έξοδα του τελευταίου από τον εναγόμενο δικηγόρο του και υπήρχαν στο φάκελο των δικογραφιών του ως άνω πελάτη του τελευταίου ως στοιχεία της δικογραφίας, το υπό στοιχείο Δ φωτοαντίγραφο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου Μουλγκά της Κωσταντινούπολης, που απήγγειλε τη λύση του γάμου των γονέων του ενάγοντος και η σχετική μετάφραση στην ελληνική είχαν παραδοθεί από αυτόν στον εναγόμενο και δεν σχετίζονταν με συγκεκριμένες υπηρεσίες του, η δε υπό στοιχείο Ε επιστολή ήταν επιστολή που είχε σταλεί προσωπικά στον ενάγοντα. Συνεπώς, η αφαίρεση αυτών από τους φακέλους εκ μέρους του ενάγοντος δεν συνιστά παράνομη πράξη, καθώς οι φάκελοι που έφεραν τα ως άνω έγγραφα αφορούσαν, όπως προεκτέθηκε, σε διάφορες υποθέσεις του ενάγοντος και του παραδόθηκαν με τη συναίνεση του εναγομένου, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, δεν είναι δυνατόν να εισήλθε ο ενάγων στο γραφείο του εναγόμενου και της συζύγου του όπου συστεγάζονταν και να αφαίρεσε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς κάποιος να του υποδείξει και να του παραδώσει τους φακέλους. Την παράδοσή τους εξάλλου επιβεβαιώνει στην από την από 15-02-2016 ένορκη κατάθεσή της η σύζυγος του εναγομένου, ενώπιον του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της κατηγορίας της υπεξαγωγής εγγράφων σε βάρος του ενάγοντος, η οποία κατέθεσε ότι του χορηγήθηκαν δύο φορές οι οικείοι φάκελοι για να λάβει τα έγγραφα που επιθυμούσε. Επιπλέον δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι του παραδόθηκαν προκειμένου να τα φωτοτυπήσει και τα επιστρέψει, ούτε ότι η ανάληψή τους εκ μέρους του ενάγοντος έλαβε χώρα προκειμένου να εμποδίσει τον εναγόμενο να αναζητήσει τις αμοιβές του από το χειρισμό σχετικών υποθέσεων, αφού, αφενός από μόνα τους δεν αποδεικνύουν την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, για τις οποίες οφείλεται αμοιβή, αφετέρου προκειμένου να υποστηρίξουν, σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι όλα είχαν αναληφθεί από δημόσιες υπηρεσίες, είχε τη δυνατότητα ο εναγόμενος να ζητήσει εκ νέου τη χορήγηση αντιγράφων τους. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως από την υπ’ αριθ. ………../15-02-06 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που έχει καταστεί αμετάκλητη, δυνάμει της οποίας ο ενάγων απηλλάγη από την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφων, με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος δεν ήταν κύριος των ανωτέρω συγκεκριμένων εγγράφων, ούτε είχε δικαίωμα επίδειξης, ή χορήγησης αντιγράφων, κατά τις διατάξεις του ΑΚ. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε, κατά την ίδια απόφαση (η οποία έκρινε την κατηγορία κατά του εκκαλούντος και από αυτή τη σκοπιά διατύπωσε το αποδεικτικό της πόρισμα), η υπεξαγωγή φωτοαντιγράφων που πιστοποιούν τη νόμιμη σύσταση, λειτουργία και μετοχική σχέση του πατέρα του με την γαλλική εταιρεία «……………», έγγραφα που αφορούσαν στην υπόθεση που την αποκαλούσαν «φάκελο ……», στην οποία εμπλεκόταν η αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “……….”, αλλά και άλλα, σχετικά με το συγγενικό περιβάλλον του και ειδικότερα με τον θείο του ………, και τις εταιρείες ………. και ………., αφού δεν αποδείχθηκε η ταυτότητά τους και δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η υποχρέωσή του να τα αποδώσει στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος, λόγω της ιδιότητάς του και της ως τότε σχέσης του με τον ενάγοντα, αφενός γνώριζε ότι τα έγγραφα αυτά, που παρέλαβε ο τελευταίος, δεν του ανήκαν κατά κυριότητα, αλλά τα κατείχε για λογαριασμό του (ενάγοντος), δεν είχε δικαίωμα επίδειξής τους, ενώ είχε δικαίωμα να τα αναλάβει ο ενάγων, αφετέρου ότι όλα όσα είχε παραλάβει, ο ίδιος τα έθεσε στη διάθεσή του, δια της συζύγου του. Περαιτέρω και οι ισχυρισμοί του της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας και της τηλεφωνικής επικοινωνίας εκ μέρους του ενάγοντος, που διαλαμβάνονται στις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις του εναγομένου, των οποίων έκανε χρήση κατά τους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, ήταν εν γνώσει του ψευδείς, αφού, παρότι κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, τόσο ο ίδιος όσο και η συζυγός του είχαν την πεποίθηση ότι ο ενάγων τους ηχογραφούσε επί εννέα μήνες, ουδέποτε έλαβαν άμεσα μέτρα για την αποκάλυψη της παραβίασης με τον ανωτέρω τρόπο των δικαιωμάτων τους, όπως να καλέσουν την αστυνομία, κατά το χρόνο που αυτός, ευρισκόμενος στο γραφείο του, επανειλημμένως, τους ηχογραφούσε και να προβούν άμεσα στην υποβολή μήνυσης σε βάρος του, ώστε να κατασχεθεί το μέσο καταγραφής και να αποδειχθεί η τέλεση της ως άνω πράξης εκ μέρους του, αντίθετα από την 28-12-02 που κατά τους ισχυρισμούς του έλαβε χώρα το τελευταίο περιστατικό, υπέβαλαν κατ’ αυτού μήνυση στις 26-03-03, μετά την διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας με την ανάκληση της χορηγηθείσας προς τον εκκαλούντα πληρεξουσιότητας. Σημειωτέον ότι με την υπ’ αριθ. 103/2008 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος ο ενάγων για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της παραβίασης του απορρήτου, λόγω αμφιβολιών, ενώ με την υπ’ αριθ. 122/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφήμισης του ενάγοντος για τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, που διατύπωσε στην υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ………/2003 αγωγή του, ωστόσο με την υπ’ αριθ. 269/2011 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατ’ αυτού, λόγω ανάκλησης της έγκλησης και αποδοχής αυτής, κατόπιν δήλωσης του εναγομένου ότι «ομολογεί, αν είναι να κλείσει η υπόθεση και ζητάει συγγνώμη και παραιτείται από όλα». Ένοχος για το ίδιο αδίκημα κηρύχθηκε και με άλλες αποφάσεις, όπως ενδεικτικά την 528/2010 Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (μετά από έφεση κατά της 1668/2009 Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), για τους ίδιους ισχυρισμούς που διατύπωσε στις 30-04 και 02-05-03 με την κατάθεση και επίδοση της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……/2003 αγωγής, απορριφθείσας της αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής με την 486/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και την 397/2011 του ίδιου Δικαστηρίου (κατ’ έφεσιν κατά της 1908/2010 Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), για τους ίδιους ισχυρισμούς που διατύπωσε την 15-07-03, με την από 30-06-03 αγωγή του, 1629/2015 Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, για τους ίδιους ισχυρισμούς που διατύπωσε την 22-03-2012 με την υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……/2012 αγωγή του, 628/2013 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (κατ’ έφεσιν κατά της 1222/2011 Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), για τους ίδιους ισχυρισμούς που διατύπωσε με τις από 11-12-08 προτάσεις του και 30-01-09 προσθήκη – αντίκρουσή του, εκδοθείσας της 95/2009 (πολιτικής) απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, που επικυρώθηκε, ως προς την περί ενοχής διάταξή της με την 1184/2014 απόφαση του ΑΠ, 1864/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για τους ίδιους ισχυρισμούς που επικαλέστηκε με τις από 12-01-10 προτάσεις του επί της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……/30-12-09 αγωγής, 161/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς  (κατ’ έφεσιν κατά της 328/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), κατά της οποίας δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα, αλλά και για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και απόπειρας απάτης, με τις 351/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς, 1.222/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5799/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, απορριφθείσας της αίτησης αναίρεσης με την 1619/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αυτού, για την εν γνώσει της αναλήθειας επίκληση των ανωτέρω ισχυρισμών, κατά τους προδιαλαμβανόμενους χρόνους, δεν αναιρείται από τις απαλλακτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για την ίδια πράξη, που  προσκομίζονται επιμελεία του ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος, ήτοι η εν γνώσει του ψεύδους τους επίκληση των ισχυρισμών αυτών (ενδ. 684/2011 Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, 245/2014 Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), που αφορούσαν σε κάθε περίπτωση σε επίκληση των ανωτέρω ισχυρισμών σε διαφορετικούς των επιδίκων χρόνους. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν αντικειμενικά πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άνθρωπο που ενεργώντας ανήθικα, ανέντιμα, εκβιαστικά και ύπουλα, αφενός υφαρπάσσει αποδεικτικά στοιχεία από την κατοχή του δικηγόρου του, προκειμένου να του στερήσει τη δυνατότητα απόδειξης των αξιώσεών του εναντίον του και να τον παγιδεύσει, επικαλούμενος αξιώσεις από παράνομη αντίστοιχη κατακράτησή τους εκ μέρους του, αφετέρου ως εγκληματία, που καταγράφει παρανόμως και χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή του τις συνομιλίες τους, προφορικές και τηλεφωνικές, για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του, αποτέλεσμα το οποίο επέφεραν, αφού έλαβαν γνώση αυτών δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, γραμματείς και δικαστικοί επιμελητές, κατά την επεξεργασία των ανωτέρω δικογράφων – εγγράφων από τις δικαστικές αρχές. Η δε προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση του εναγομένου, ότι συντρέχει λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του επειδή ενήργησε για την προστασία δικαιώματός του, κατ’ άρθρο 367§1 περ. β΄ ΠΚ, είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, αφού κατά τη διάταξη της §2 περ. α΄ του ίδιου άρθρου, αυτή (§1) δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφήμισης, όπως εν προκειμένω. Επιπλέον απορριπτέα ως αόριστη είναι η προβληθείσα με τις προτάσεις του ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με την οποία επικαλείται συμψηφισμό της ένδικης απαίτησης του εκκαλούντος με τις οφειλόμενες από αυτόν αμοιβές, τον οποίο ουδέποτε εκείνος αρνήθηκε, ενώ ο ίδιος προέβη, σύμφωνα με το σκεπτικό των επικαλούμενων από αυτόν αποφάσεων στην παράνομη καταγραφή των μεταξύ τους συνομιλιών, ενώ αδικαιολόγητα ανακάλεσε τις εντολές του προς αυτόν, αφού τα περιστατικά αυτά δεν επαρκούν για να θεμελιωθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική συμπεριφορά. Τέλος απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν είναι η ένσταση εκκρεμοδικίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι εκκρεμεί ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου άλλη δίκη, για την ίδια επίδικη διαφορά, με τους ίδιους διαδίκους, υπό την αυτή ιδιότητα. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα αναφέρεται στην αιτιολογία της εκκαλουμένης ότι ο ίδιος παρέλαβε τα προαναφερόμενα έγγραφα, αφού δεν τα παρέλαβε, όπως αποδεικνύεται από τις αιτιολογίες της υπ’ αριθ. 788/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη το σχετικό αίτημα επίδειξης εγγράφων του αντιδίκου του, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η υφαρπαγή αυτών. Ότι επιπλέον, παρότι με την 726/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, απηλλάγη της κατηγορίας, για τα έγγραφα που σχετίζονταν με την αλλοδαπή εταιρεία ………… με την επωνυμία «……….», την ελβετική εταιρεία και με τον θείο του …….. και τις εταιρείες ………….. και ……….., πλην όμως ουδεμία αναφορά έγινε από την εκκαλουμένη ως προς τα έγγραφα αυτά, παρότι ο δόλος του εφεσίβλητου είναι δεδομένος, αφού: 1) ως προς τη πρώτη εξ αυτών, παρότι κατά τους ισχυρισμούς του στις προαναφερόμενες από 18-09-03 και 02-03-05 προτάσεις του (εφεσιβλήτου) τα είχε λάβει στην κατοχή του και τα είχε επεξεργαστεί προς διεκπεραίωση των υποθέσεων του εκκαλούντος, ήδη από τον Ιανουάριο 1999, η πραγματικότητα είναι ότι η εταιρεία αυτή ιδρύθηκε μόλις τον Ιούνιο 2001, 2) ουδέποτε υπήρξε υπόθεση «…..», 3) δεν ήταν δυνατόν να θυμάται ο εφεσίβλητος όλα αυτά τα έγγραφα, τα οποία αναζήτησε και παρέλαβε εκ των υστέρων, στοιχεία ενισχυτικά του δόλου του, 4) ο ίδιος συνομολογεί στην υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……./2009 αγωγή του ότι δεν αφαίρεσε το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση των θείων του σε σχέση με τις ανωτέρω εταιρείες. Συνεπώς και ως προς αυτά τα έγγραφα συντρέχει εν γνώση του εφεσιβλήτου ψευδής επίκληση της παράνομης αφαίρεσής τους σε κάθε περίπτωση. Ως προς την πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές, που αφορά στις παραδοχές της εκκαλουμένης περί παραλαβής των προαναφερομένων ταυτοποιημένων εγγράφων, αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ούτε διευκρινίζει ο εκκαλών τον ειδικότερο λόγο για τον οποίο βλάπτεται από την αιτιολογία αυτή, ενώ η κρίση της 788/2005 απόφασης, περί μη απόδειξης της υπεξαγωγής εγγράφων εκ μέρους του εκκαλούντος, υπολείπεται της εκ δόλου επίκλησης υπεξαγωγής εκ μέρους του εφεσίβλητου, που καταγνώστηκε με την εκκαλουμένη. Εξάλλου η αιτίασή του, περί επίκλησης εκ μέρους του εφεσιβλήτου αφαίρεσης εγγράφων της εταιρείας “…………..”, παρότι αυτή δεν υπήρχε στον κρίσιμο χρόνο, που αποδεικνύει κατά τους ισχυρισμούς του το μέγεθος του ψεύδους και του δόλου του, αλλά και των υποθέσεων του θείου του με τις προαναφερόμενες εταιρείες, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, παρά τα όσα αντίθετα διατείνεται ο εκκαλών, στην από 20-08-07 βεβαίωση της εταιρείας αυτής, που προσκομίζει με επίκληση, βεβαιώνεται ότι αυτή «ιδρύθηκε στις 13-06-2001, με τη σημερινή της μορφή», στοιχείο που δεν αποκλείει την ύπαρξή της, με διαφορετική μορφή, σε προηγούμενο χρόνο. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ούτε η παραλαβή, αλλά ούτε και η μη παραλαβή κανενός εγγράφου που να αφορά τις προαναφερόμενες υποθέσεις (εταιρείας ………. και θείων του), κάτι τέτοιο εξάλλου δεν συνάγεται ούτε από την περιεχόμενη στην υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……/2009 αγωγή του ομολογία του, που δεν αφορά στο σύνολο των εγγράφων αυτών, ενώ η από 19-04-04 βεβαίωση του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος αναφέρεται σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, από 01-07-99 έως 31-12-00. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε η παραλαβή, αλλά ούτε και η μη παραλαβή, από το γραφείου του εφεσίβλητου, του εγγράφου καθηγητή του Μετσοβίου σχετικά με εταιρεία με οικοδομική δραστηριότητα στην Ελβετία, ανεξάρτητα από το αν ήταν βάσιμες οι αξιώσεις του εφεσίβλητου για δικηγορικές αμοιβές, αν ο πατέρας του ήταν ή όχι μέτοχος της ελβετικής εταιρείας και από το πότε αυτή έπαυσε να είναι ενεργή και αν διαθέτει περιουσία, αφού δεν γίνεται με τις επίδικες εξώδικες δηλώσεις επίκληση εταιρικής ιδιότητας του πατέρα του σε συγκεκριμένη εταιρεία, ούτε ευθείας απαίτησης κατά της εταιρείας αυτής. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που περιόρισε την συκοφαντική δυσφήμιση στα ανωτέρω ταυτοποιηθέντα έγγραφα, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι ως προς το σκέλος του αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο εναγόμενος, με την ανωτέρω εξυβριστική, συκοφαντική συμπεριφορά του και την παράνομη, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 371 ΠΚ, δημοσιοποίηση του περιεχομένου της ιδιόγραφης διαθήκης του, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, προκαλώντας του έτσι ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, επειδή οι ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς και αδιάκοπης αντιδικίας των διαδίκων, εμφανίζουν ενότητα και δεν απέχουν χρονικά σημαντικά, έχουν κατά τα ουσιώδη περιστατικά το ίδιο περιεχόμενο και αφορούν την ίδια συμπεριφορά και επομένως η εξ αυτών προκύπτουσα βλάβη της προσωπικότητας του ενάγοντος είναι ενιαία, οφείλεται γι’ αυτές ενιαία παροχή χρηματικής ικανοποίησης, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας θα ληφθεί υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενόμενης προσβολής κατά τρόπο που η χρηματική ικανοποίηση που θα επιδικασθεί να ανταποκρίνεται και στη ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 1095/2009, 518/2008). Ο δε αντίθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται για την κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου κρίση αυτή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περί ενότητας της πράξης, επικαλούμενος ανεξάρτητες μεταξύ τους προσβολές, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το αίτημα της αγωγής του για χρηματική ικανοποίηση δεν υποβάλλεται χωριστά για κάθε παράνομη συμπεριφορά, από άποψη τόπου και χρόνου, που έλαβε χώρα σε 25 περίπου περιπτώσεις, κατά τα προεκτεθέντα, με την χρήση των ανωτέρω εξωδίκων δηλώσεων, αλλά μία φορά ενιαία για τις εξυβρίσεις από κάθε εξώδικο (3 συνολικά ποσά), μία φορά ενιαία για τις συκοφαντικές δυσφημίσεις περί παραβίασης του απορρήτου από κάθε εξώδικο, μία φορά ενιαία για τις συκοφαντικές δυσφημίσεις περί υπεξαγωγής εγγράφων και μία φορά ενιαία για τις παράνομες δημοσιοποιήσεις του περιεχομένου της διαθήκης του. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η επίδικη ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, το βαθμό πταίσματός του, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, την έκταση της βλάβης που υπέστη ο τελευταίος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο. Προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης της παρούσας δεν διατάσσεται, διότι η επιδικασθείσα απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 1047§2 ΚΠολΔ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του αποφάνθηκε ομοίως, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (ΚΠολΔ 534), και επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό, δεχόμενο κατά ένα μέρος και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή του, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός υπό στοιχείο β.1 λόγος έφεσης, με τον οποίο επιδιώκει μεγαλύτερο ύψος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Το αίτημα για επιβολή ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, που υπέβαλε ο εκκαλών με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για χρήση εκ μέρους του αντιδίκου του απατηλών αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα α) της περιεχόμενης στα υπ’ αριθ. 4876/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατάθεσης της …………, β) της κατάθεσης ίδιας και του αντιδίκου του στα υπ’ αρθ. 2887/2005 πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και γ) της καταγγελίας του τελευταίου ότι τάχα σκανδαλωδώς εξαφανίστηκε η με αριθμό 5189/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από την 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, επειδή για την δεύτερη εξ αυτών καταδικάστηκαν ενώ για τις άλλες δύο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους, την οποία επαναφέρει προς κρίση με λόγο έφεσης είναι απορριπτέο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής του και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε η επιμελεία του εφεσιβλήτου επίκληση των ανωτέρω καταθέσεων, ενώ η 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά αναιρέθηκε.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, μόνον ως προς το κεφάλαιό της περί απόδοσης της αναφερόμενης στο σκεπτικό διαθήκης και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα στο πρωτότυπο την από 16-10-00 ιδιόγραφη διαθήκη του. Η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος – εκκαλούντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τον εν μέρει βάσιμο πίνακα εξόδων που υποβάλλεται από αυτόν, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου – εφεσιβλήτου, κατά το μέρος της ήττας του, συμψηφιζομένης αυτής κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 183, 189, 190, 191, 178§§1, 2 εδ. τελ. ΚΠολΔ (βλ. και ΑΠ 1515/2007, ΕΑ 432/2022, Μ. Μαργαρίτη, Ερμ. ΚΠολΔ 2012, άρθρο 191, σελ. 333, αρ. 4) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, απορριπτομένου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου του τρίτου λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών για εσφαλμένη κατανομή της δικαστικής δαπάνης, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και επομένως και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων (ΕΑ3696/2017 ΕλλΔικ 2018.455, ΕφΘεσ 2646/2017 Αρμ 2019.371, 145/2017 αδημ., ΕφΛαμ 36/2013, 18/2011, 205/2010 ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει ερήμην του εφεσιβλήτου της πρώτης – εκκαλούντος της δεύτερης έφεσης τις υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού: α) …./22-09-2011 έφεση και …./20-02-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων και β) …/22-09-2011 έφεση.

Ορίζει το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο – εκκαλούντα κατά της παρούσας απόφασης στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Απορρίπτει τη δεύτερη, υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……./22-09-2011 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2620/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία).

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ……./22-09-2011 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της περί απόδοσης του πρωτοτύπου της από 16-10-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του εκκαλούντος.

Κρατεί και δικάζει, ως προς το αίτημα αυτό την υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ………./2008 αγωγή.

Δέχεται αυτήν ως προς το αίτημα αυτό.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να αποδώσει στον ενάγοντα το πρωτότυπο της από 16-10-00 ιδιόγραφης διαθήκης του.

Επιβάλλει σε βάρος του εφεσιβλήτου – εναγομένου μέρος της δικαστικής δαπάνης του εκκαλούντος – ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 4 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 26 Ιανουαρίου 2024, με άλλη σύνθεση, λόγω μεταθέσεως και αναχωρήσεως της Εφέτου Ιωάννας Ξυλιά, αποτελούμενη από τους Δικαστές  Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά και Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτες και με Γραμματέα την Κ.Σ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΦΕΤΩΝ                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ