Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 708/2025

Αριθμός   708/2025

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

 Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη   και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την  …………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………… η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Σπυρίδωνα Νικολακόπουλο.

Ο εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 4.6.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2020) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ   2535/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  παράπεμψε την τη συζήτηση της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, λόγω υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του τελευταίου, το οποίο, συζητήσεως γενομένης εξέδωσε την υπ  αριθμ. 84/2024  απόφασή του, που  δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος με την από   10.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2024) έφεσή του και η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα με την από  5.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ………./2024) έφεσή της, των οποίων δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο εκκαλών-εφεσίβλητος, παραστάς αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (βλ. ΑΠ 876/1996 ΕλλΔνη 1996. 1562, ΕφΑθ 2527/2009 ΕλλΔνη 2011. 200). Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εκκρεμούν α)η από 05-06-2024 και με ΓΑΚ και ΕΑΚ ……/2024 και ……/2024 έφεση της εκκαλούσας και β) από 10-6-2024, με ΓΑΚ και ΕΑΚ ……/2024 και …………/2024 έφεση του εκκαλούντος, εφέσεις, που, αμφότερες στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 84/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης και ήδη, εκκαλούσας-εφεσίβλητης, κατά την τακτική διαδικασία, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αναφέρονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, και, επιπρόσθετα, διότι με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων κατ’ άρθρο 246 του ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 44 § 2 ν. 3994/13-7-2011 [ΦΕΚ Α` 165/25-7-2011], προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο που δικάσθηκε ερήμην επιφέρει χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 639/2015, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005.1100), ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΕφΔυτΜακεδ 28/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση δεν εξαφανίζεται στο σύνολό της αλλά στη διαγραφόμενη από την έφεση έκταση, δηλαδή, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε (ΑΠ10152005 Δ/νη2005, 1100, ΕφΑθ5876/2006Δνη 2007, 302).Δηλαδή, η εξαφάνιση οριοθετείται τόσο όσο αρκεί για το παραδεκτό των προβαλλόμενων ισχυρισμών από τον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα (Β.Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση, έκδ.2015, σελ.215). Μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, ο εκκαλών δικαιούται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να προβάλει με τις προτάσεις του στο εφετείο, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΑΠ 907/2014, ΑΠ 93/2013, δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ446/2007ΝοΒ2008, 138, ΕφΑθ5950/2004 Δ/νη2005, 867).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη, εκκαλών της υπό στοιχείο Β΄έφεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 10-6-2020 την με αριθμ.κατάθ. ΓΑΚ……/2020 και ΕΑΚ …………/2020 αγωγή,  με την οποία ιστορούσε ότι είναι συνιδιοκτήτης του αναφερόμενου διαμερίσματος  πολυκατοικίας, που βρίσκεται στον Πειραιά και ότι στο εν λόγω διαμέρισμα διαμένει ο ίδιος. ΄Ότι οι σχέσεις των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αυτής διέπονται από την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, όπως τροποποιήθηκαν και  η σχετική πράξη τροποποίησής τους, ομοίως, μεταγράφηκε νόμιμα. ΄Ότι σ’αυτήν την πολυκατοικία την ένωση συνιδιοκτητών εκπροσωπεί και εκτελεί, από το 2005 χρέη διαχειρίστριας η εναγόμενη  και ήδη, εφεσίβλητη και εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α΄έφεσης, η οποία, δυνάμει της ως άνω συστατικής πράξης είναι ιδιοκτήτρια του αναφερόμενου διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας. ΄Ότι, υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστρια, στην ως άνω πολυκατοικία  και ενώ, ο ίδιος, για τους αναφερόμενους λόγους, που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αφορούσαν σε σημαντικές παραβιάσεις του κανονισμού της πολυκατοικίας σε βάρος της ιδιοκτησίας του, έπαυσε να καταβάλει τις βαρύνουσες την ιδιοκτησία του κοινόχρηστες δαπάνες, η εναγόμενη διαχειρίστρια-υπεύθυνη επεξεργασίας των οφειλών κοινοχρήστων δαπανών, ως απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπαίτια και παράνομα, χωρίς την συγκατάθεσή του, προέβη στην κατ’εξακολούθηση επεξεργασία (δημοσιοποίηση) των προσωπικών του δεδομένων, αναρτώντας τα μαζί με τις αναφερόμενες οφειλές του για κοινόχρηστα, στον πίνακα κοινοχρήστων, σε εμφανή για τρίτους θέση, κατά παράβαση του νόμου  2472/1997 και των αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τις οποίες της είχε γνωστοποιήσει. ΄Ότι με τις πράξεις της αυτές, στις οποίες προέβη η εναγόμενη εν γνώσει της και με σκοπό να τον προσβάλει και να τον εκθέσει απέναντι σε τρίτους, επισκέπτες της πολυκατοικίας, έβλαψε την προσωπικότητά του, προξενώντας του ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε ο ενάγων α)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 21.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής  του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, β) να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης προσωπική κράτηση δώδικα μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, λόγω της αδικοπραξίας, και γ) να διαταχθεί η άρση της προσβολής της προσωπικότητάς του. Επί της άνω αγωγής του το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την με αριθμ. 2535/2020 απόφασή του, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ’ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ύλην αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως, ο ενάγων, με την από 22-9-2022 κλήση του (ΓΑΚ……./2022, ΕΑΚ…………./2020), επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του, προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο  ερήμην της εναγόμενης, εξέδωσε την εκκαλούμενη, με αριθμ.84/2024 απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης και άρσης της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, στη συνέχεια, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, λόγω της εκ μέρους της εναγόμενης συνεπαγόμενης, από την ερημοδικία της, ομολογίας, των διαλαμβανομένων στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικών και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα,  ως αποζημίωση για την μη  υλική ζημία που υπέστη, το ποσό των 500 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την υπό στοιχείο Α΄, από 5-6-2024, με ΓΑΚ και ΕΑΚ ……/2024 και …………/2024 έφεση η ερημοδικασθείσα εναγόμενη για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή (έφεση) λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου ν’ απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του εφεσίβλητου τα δικαστικά της έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Η έφεση αυτή, που έχει ασκηθεί αρμοδίως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου (άρθρ.19 ΚΠολΔ),  νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρ. τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016, βλ. και υπ’αριθμ…….΄/23-5-2024 προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα της υπό στοιχείο Β΄έφεσης έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, …………), πρέπει ως παραδεκτώς ασκούμενη από την ερήμην δικασθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εναγόμενη, να γίνει τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή, να εξαφανισθεί, κατ` άρθρο 528 ΚΠολΔ, η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εντός των τιθεμένων από τους λόγους εφέσεως ορίων, ως προς όλες τις διατάξεις της, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεδομένου και του ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει καταβληθεί α) το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο, με αριθμ. ………., ποσού 150 ευρώ, το οποίο πρέπει, μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή της έφεσης αυτής, να αποδοθεί στην καταθέσασα εκκαλούσα και β) το κατ’ άρθρο 61 παρ. 3 του ν. 4194/2013 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων. Πρέπει, ομοίως, η συνεκδικαζόμενη, υπό στοιχείο Β΄έφεση, που ασκήθηκε αρμοδίως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου(άρθρ.19 ΚΠολΔ),  νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν), να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα–ενάγοντα, δικηγόρο το υπ’αριθμ. ……… παράβολο των 150 ευρώ, κατ’άρθρ. 495 παρ.3 του ΚΠολΔ,, ενώ λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατάθεσης γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθρ. 61 παρ.3 Ν. ν. 4194/2013). Με την από 10-6-2024, με ΓΑΚ και ΕΑΚ ……/2024 και …………/2024 υπό στοιχείο Β΄ έφεση και για τους διαλαμβανόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ο εκκαλών ζητά να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης τα δικαστικά του έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 2472/1997 “προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως : α) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων “, β).., γ).., δ) “επεξεργασία κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή”, ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την § 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) “αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“αρχείο”) κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια”, στ)…, ζ) “υπεύθυνος επεξεργασίας οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, η) …, θ) …, ι) “αποδέκτης το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι”…. Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. “. Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι: “1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) … Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας …”. Στο άρθρο 5 ότι: “1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) … β) … γ) … δ) … ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών …”. Στο άρθρο 5 § 2 ε` ότι “Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: … ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών”. Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Στο άρθρο 15 ότι: “1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά…”. Τέλος, στο άρθρο 22 § 4 του ίδιου Ν. 2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, ενώ στη μεν § 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο “αστική ευθύνη” ορίζεται, ότι “φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον”, στη δε § 2 ορίζεται ότι η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου τούτου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 476/2009). Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ` του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (βλ. Ολ.ΑΠ 6/2011, ΑΠ252/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ).Οι διατάξεις του νόμου 2472/1997 ερμηνεύονται με βάση α) το σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητας του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”. Περαιτέρω, ως προς την έννοια του “προσωπικού δεδομένου”, αυτή προσδιορίζεται από το νόμο, ως “κάθε πληροφορία, που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων”. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις λοιπές του άρθρου 2 του Ν. 2472/1997, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι, για να εμπίπτει η “πληροφορία” αυτή στην έννοια του προσωπικού δεδομένου, θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το υποκείμενο και τις, προσωπικού χαρακτήρα, ιδιότητες ή εκδηλώσεις αυτού, οι οποίες δεν είναι επιδεκτικές δημοσιοποίησης (διάδοσης), εκτός εάν το ίδιο το “υποκείμενο” συγκατατεθεί σ`αυτό (ΑΠ 637/2013, δημ.ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2028/2015, δημ.ΝΟΜΟΣ).Σε περίπτωση δε παραβίασης των προεκτεθεισών διατάξεων εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1264/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013, ΑΠ 174/2011, ΑΠ 476/2009). Περαιτέρω, ο νόμος γνωρίζει την έννοια της ηθικής βλάβης, την οποία ρυθμίζει στο άρθρο 932 εδ. α`, β` ΑΚ, όπου ως ηθική βλάβη νοείται κάθε μη αποτιμητή σε χρήμα δυσμενής επίδραση στην σωματική, πνευματική, ηθική ή ψυχική υπόσταση του προσώπου συνεπεία προσβολής, ήτοι επέμβασης με την έννοια της βλάβης ή διατάραξης, οποιουδήποτε μη περιουσιακού δικαιώματος ή εννόμου αγαθού ή συμφέροντος. Η ηθική βλάβη συνιστά, καθ’εαυτή εν ευρεία εννοία, μορφή ζημίας (ΑΠ 1284/2017). Ο σκοπός της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης είναι η (οιονεί αποζημιωτικώς) παροχή στον παθόντα της δυνατότητας να αποκαταστήσει, εν ευρεία εννοία, δηλαδή να εξισορροπήσει ή να υπερνικήσει, τις μη περιουσιακές συνέπειες της προσβολής, με τα απαραίτητα εκείνα οικονομικά μέσα, που θα του επιτρέψουν στα πλαίσια του εφικτού, να διασκεδάσει τις συναισθηματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που του προκάλεσε η ηθική βλάβη, είτε αυτή αφορούσε σε μη περιουσιακό έννομο αγαθό (όπως το σώμα, η υγεία, η τιμή, το όνομα), είτε αφορούσε σε περιουσιακό έννομο αγαθό (ΑΠ58/2025 δημ. ΝΟΜΟΣ).Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής ΑΠΔΠΧ) έχει ασχοληθεί δύο φορές με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων  σε πίνακα κοινοχρήστων, τα έτη 2002 και 2006, με αφορμή προσφυγές προς αυτήν ιδιοκτητών διαμερισμάτων, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την ανάρτηση των στοιχείων του εκάστοτε ιδιοκτήτη σε χώρο προσβάσιμο από τρίτους. Οι καταγγέλοντες ζήτησαν από την Αρχή να αναγνωρίσει το μη σύννομο της πρακτικής που θέλει  τους πίνακες κοινοχρήστων να αναρτώνται στην είσοδο των πολυκατοικιών, με αποτέλεσμα να μπορεί οποιοσδήποτε επισκέπτης να βλέπει τα ονόματα και τις οφειλές τους. Το ζήτημα αυτό αποτελεί μία συνάρτηση των αρχών της ελαχιστοποίησης (αναλογικότητας υπό τον προϊσχύσαντα Ν.2472/1997) των δεδομένων και της εμπιστευτικότητας, ως στοιχείο της ασφάλειας της επεξεργασίας Πώς μπορούμε να εκπληρώνουμε τους σκοπούς της ανάρτησης, χωρίς όμως να εκθέτουμε προσωπικά δεδομένα σε δημόσια θέα. Η Αρχή προτίμησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα αποκλειστικά  στο πεδίο της ασφάλειας(εμπιστευτικότητας)των δεδομένων και με την με αριθμ.35/2006 απόφασή της έκρινε ότι: «Τα δεδομένα που αναγράφονται στις ανακοινώσεις που αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων(και σε άλλα σημεία της πολυκατοικίας) και αφορούν τις οφειλές κοινοχρήστων δαπανών των συνιδιοκτητών αποτελούν απλά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα(άρθρ.2 εδ.α΄του Ν.2472/1997). Η συλλογή και η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων είναι νόμιμη και μπορεί να πραγματοποιηθεί και χωρίς τη συγκατάθεση των συνιδιοκτητών, εφ’όσον είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης που υπέχουν οι συνιδιοκτήτες προς καταβολή των κοινοχρήστων χρεών(άρθρ.5 παρ.2 εδ.α΄του Ν.2472/1997). Ειδικότερα, η συλλογή και η επεξεργασία τους από το διαχειριστή-υπεύθυνο επεξεργασίας είναι απαραίτητη, τόσο προκειμένου να ενημερωθούν όλοι οι συνιδιοκτήτες για τις προσωπικές τους οφειλές, όσο και για το εάν έχουν εξοφλήσει όλοι οι συνιδιοκτήτες  τη συμβατική τους υποχρέωση προς καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών, που τους αναλογούν. Η ανάρτηση των ανακοινώσεων περί οφειλής κοινοχρήστων δαπανών στον πίνακα ανακοινώσεων, στις κολώνες της εισόδου της πολυκατοικίας και στο ασανσέρ, καθιστά, εντούτοις, δυνατή τη γνώση των δεδομένων των συνιδιοκτητών από τρίτους (επισκέπτες), καθώς γίνεται σε χώρους οι οποίοι είναι προσβάσιμοι στους τελευταίους. Με σκοπό να αποφευχθεί η ανακοίνωση και η μετάδοση σε τρίτους των προσωπικών δεδομένων των συνιδιοκτητών, που περιλαμβάνονται στις εν λόγω ανακοινώσεις είναι σκόπιμο αυτές να αναρτώνται σε μη προσβάσιμο σε τρίτους πλήν των ενδιαφερόμενων συνιδιοκτητών χώρο της πολυκατοικίας. Στην περίπτωση, που κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό η ανάρτηση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε χώρο, όπου η πρόσβαση τρίτων-επισκεπτών είναι δυσχερής, όπως για παράδειγμα στον τοίχο της σκάλας του πρώτου προς το δεύτερο όροφο ή στον τοίχο της σκάλας, μεταξύ ισογείου και υπογείου (βλ. και 75/2002 απόφαση της ΑΠΔΠΧ).Αναφορικά με το ζήτημα του ποιός είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας στην περίπτωση της διαχείρισης των κοινοχρήστων, σύμφωνα με τους ορισμούς του Γενικού Κανονισμού Προσωπικών Δεδομένων, ο οποίος εφαρμόζεται από 25-5-2018, υπεύθυνος επεξεργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας. Η Αρχή έχει κρίνει ότι υπεύθυνος επεξεργασίας στην περίπτωση των κοινοχρήστων είναι ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Αυτό προκύπτει τόσο από την απόφαση 35/2006 ΑΠΔΠΧ, όσο και από τις μη επικαιροποιημένες πληροφορίες, που βρίσκονται αναρτημένες στη σελίδα της. Επί της κρίσης αυτής πρέπει να γίνει μία αναγκαία διευκρίνιση. Υπεύθυνος επεξεργασίας δεν είναι ο διαχειριστής, αλλά η Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας. Ουσιαστικά η διάταξη αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι υπεύθυνος επεξεργασίας είναι η ένωση προσώπων των συνιδιοκτητών που λειτουργεί μέσω της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών. Η ιδιότητα του προσώπου, που ασκεί καθήκοντα διαχειριστή είναι κρίσιμη, καθώς ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι εκείνος ο οποίος έχει την κύρια ευθύνη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ. Στην περίπτωση όπου η Γ.Σ. των ιδιοκτητών αναθέτει τη διαχείριση σε έναν εξ αυτών, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός ενεργεί στο όνομα της ένωσης προσώπων, οι, δε, ενέργειές του αντανακλώνται και βαρύνουν απευθείας την ένωση αυτή. Εάν αντιθέτως η διαχείριση ανατίθεται σε εταιρεία διαχείρισης κοινοχρήστων, η Γενική Συνέλευση έχει την υποχρέωση να ακολουθήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 28 ΓΚΠΔ και να καθορίσει συμβατικώς τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις της εταιρείας αυτής (βλ.με αριθμ.5/2017 Γνωμοδότηση Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων).Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ως άνω Ν. 3741/1929, περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους, επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή συναίνεση πάντων, να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί αναλόγως της σοβαρότητας των αποφάσεων, που θα ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον, κάθε απόφαση, σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών του κοινού ακινήτου. Οι συνιδιοκτήτες μπορούν, σε περίπτωση έλλειψης Κανονισμού, να ορίσουν, με παμψηφία, ένα διαχειριστή και να παρέχουν σ` αυτόν τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα διαχείρισης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται εκείνα για την εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, κατανομής των δαπανών και των βαρών, καθώς και της παράστασης στο όνομά του στο δικαστήριο, είτε ως εναγομένου, είτε ως ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες και με τον Κανονισμό της πολυκατοικίας (που καταρτίζεται με κοινή συναίνεση) δύνανται, είτε απ` ευθείας να διορίσουν διαχειριστή, παρέχοντας σ` αυτόν τις ως άνω εξουσίες και ειδικότερα, το δικαίωμα να ενάγει και ενάγεται, για τις διενέξεις που θα ανακύψουν από την διαχείριση της πολυκατοικίας, μετά τρίτων ή και συνιδιοκτητών, είτε να αναθέσουν το διορισμό αυτό και την παροχή των εν λόγω εξουσιών σε ορισμένη πλειοψηφία των συνιδιοκτητών. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η έκταση των εξουσιών του διαχειριστή, ως εντολοδόχου των ιδιοκτητών, καθορίζεται με την πράξη του διορισμού του ή και με τον Κανονισμό (ΑΠ 1557/1981). Κατά συνέπεια, εάν, με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για τον διορισμό του διαχειριστή, ορίσθηκε ορισμένη χρονική διάρκεια, κατά την οποία αυτός θα εκτελεί τα καθήκοντά του, στα οποία περιλαμβάνεται και η εκπροσώπηση των συνιδιοκτητών, η εν λόγω εξουσία του ισχύει μόνο για την περίοδο αυτή και μέχρι τη λήξη της. Εάν όμως μετά τη λήξη της θητείας του διαχειριστή, δεν εκλέχθηκε νέος και ο παλαιός συνεχίζει να ασκεί τη διαχείριση, χωρίς να αντιλέγει κάποιος εκ των συνιδιοκτητών, τότε (και μόνον) ο “εν τοις πράγμασι” (de facto) διαχειριστής, έχει την ιδιότητα νομίμως διορισθέντος διαχειριστή και μετά τη λήξη της θητείας του και νομιμοποιείται να εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία και να εγείρει, υπό την ιδιότητά του αυτή, αγωγή κατά συνιδιοκτήτη, από τη σχέση της οροφοκτησίας (ΑΠ 778/2011, ΑΠ 907/2009). Τέλος και πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, ο διοριζόμενος διαχειριστής της πολυκατοικίας, ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, τους εκπροσωπεί ενώπιον παντός δικαστηρίου, παριστάμενος ως ενάγων ή εναγόμενος για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της πολυκατοικίας, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ` αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας (ΑΠ595/2010, ΑΠ 791/2009, ΑΠ 2282/1997).Ειδικότερα κατά το άρθρο 64 παρ.3 ΚΠολΔ «Οι ενώσεις προσώπων, που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να αποτελούν σωματείο, καθώς και οι εταιρείες, που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους». Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ο διαχειριστής εκπροσωπεί τους συνιδιοκτήτες, ενώπιον δικαστηρίου, αν δεν ορίζεται διαφορετικά  στον Κανονισμό (ΑΠ595/2010ό.π., ΑΠ1099/2004ΕλΔ2005, Ι.Κατρά «Δίκαιο Οροφοκτησίας», έκδ.2024 σελ.544).’Ετσι, ο διαχειριστής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον Κανονισμό, εκπροσωπεί, κατ’άρθρ.64 παρ.3 ΚΠολΔ, τη συνιδιοκτησία ενώπιον των δικαστηρίων, για τις υποθέσεις, που σχετίζονται με τη διαχείριση (ΑΠ276/1998ΕλΔ1998/1608, ΑΠ702/1987ΕΔΠ1989, 97), τόσο έναντι των συνιδιοκτητών  όσο και έναντι τρίτων.΄Ετσι, αν ενάγεται η ομάδα των συνιδιοκτητών από τρίτον για ζημία, που υπέστη αυτός από υπαιτιότητα του διαχειριστή μέσα στα όρια της διαχείρισής του, ο τελευταίος εκπροσωπεί την ομάδα στο δικαστήριο (ΕφΑθ5457/2000 ΕλΔνη2001, 1672).΄Ετσι έγινε δεκτό ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62εδ.β΄και 64 παρ.3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο, κατά το άρθρ.4 παρ.1 και 2 του ν.3741/1929, διορισμένος διαχειριστής (σύμφωνα με τον Κανονισμό ή με παμψηφία των συνιδιοκτητών πολυώροφης οικοδομής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων το σύνολο των ιδιοκτητών της, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, παριστάμενος ως ενάγων και εναγόμενος για τις υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αυτής, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ’αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας. Διάδικος, όμως στο δικαστήριο, δηλαδή υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσης, είναι μόνο η ένωση συνιδιοκτητών (παριστάμενη στο δικαστήριο με το διαχειριστή της) και όχι οι, κατ’ιδίαν, συνιδιοκτήτες, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά του τρίτου σε σχέση με την εκκρεμή δίκη, τα ονόματα των οποίων  ούτε καν χρειάζεται να αναφέρονται στην αγωγή, αρκεί να γίνεται μνεία της συγκεκριμένης ένωσης των συνιδιοκτητών, κατά τρόπο, που να μη δημιουργείται αμφισβήτηση για την ταυτότητά της και να αναφέρεται στην αγωγή ότι εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΠ96/2014 και Ι.Κατρά, ό.π., σελ. 545). Κατά τις διατάξεις, τέλος, του άρθρου 68 ΚΠολΔ., η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας, ερευνάται, δε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), η, δε, έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης (ΑΠ 595/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, που άσκησε ο ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το ως άνω περιεχόμενο, στρέφεται ατομικά κατά της εναγόμενης, για την οποία ιστορεί ότι υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας στην υπαγόμενη στις διατάξεις του ν.3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ’ορόφους, πολυκατοικίας,  στην οποία τόσο η ίδια, όσο και ο ενάγων είναι συνιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας και, λόγω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της και συγκεκριμένα, λόγω παράβασης του Ν.2472/1997, ανάρτησε εξακολουθητικά, σε χώρο προσβάσιμο όχι μόνο στους συνιδιοκτήτες αλλά και σε τρίτους-επισκέπτες στην πολυκατοικία ανακοίνωση, στην οποία ανέφερε τις οφειλές του για κοινόχρηστες δαπάνες, με αποτέλεσμα εκτός από την προσβολή των προσωπικών του δεδομένων να επέλθει και απαξίωση της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της οποίας υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία, μεταξύ άλλων, ζητά να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η αγωγή, ωστόσο, αυτή, στρεφόμενη ατομικά κατά της εναγόμενης διορισμένης διαχειρίστριας παρίσταται ως παθητικώς ανομιμοποίητη, καθώς, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η επικαλούμενη συμπεριφορά της έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση της διαχείρισης και εξαιτίας αυτής και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, για τις υποθέσεις που σχετίζονται με την  ενάσκηση της διαχειριστικής αρμοδιότητας, ως τέτοιας νοουμένης και αυτής, που αφορά κατ’άρθρ.4 παρ.2 ν.3741/1929, στην κατανομή των κοινών δαπανών, ενόψει του ότι δεν επικαλέστηκε ο ενάγων ούτε, κατά την, μετά την κατά τα παραπάνω εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, αυτεπάγγελτη έρευνα από το δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο, της παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης, προέκυψε αντίθετη ρύθμιση από τον υπάρχοντα Κανονισμό, η εναγόμενη ως διαχειρίστρια εκπροσωπεί και ενώπιον των δικαστηρίων την ένωση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ως ένωσης προσώπων, στερούμενης νομικής προσωπικότητας, η οποία, κατ’άρθρ.64 παρ.3 ΚΠολΔ, ως διάδικος, παρίσταται ενώπιον των δικαστηρίων, εκπροσωπούμενη από τον εκάστοτε διορισμένο διαχειριστή της για κάθε υπόθεση, που σχετίζεται με τη διαχείριση, τόσο έναντι των συνιδιοκτητών όσο και έναντι τρίτων, λαμβανομένου υπ’όψιν και του ότι, σύμφωνα και με την με αριθμ.5/2017 Γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αποκλειστικά υπεύθυνη για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, που σχετίζονται με την οφειλή κοινόχρηστων δαπανών είναι η ένωση των συνιδιοκτητών. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει, κατ’αποδοχήν και της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης που πρότεινε η εναγόμενη, η αγωγή ως απαράδεκτη να απορριφθεί και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρ.179 και 183 ΚΠολΔ) και να επιστραφεί το παράβολο που κατατέθηκε για την κάθε έφεση, στον καταθέσαντα αυτό διάδικο (άρθρ.495 παρ.3 περ.Γ΄β΄εδ.ε΄ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 5-6-2024, με ΓΑΚ και ΕΑΚ …………/2024 και ……/2024 έφεση της εκκαλούσας και β) την από 10-6-2024, με ΓΑΚ και ΕΑΚ …./2024 και ……../2024 έφεση του εκκαλούντος, που αμφότερες στρέφονται κατά της υπ’αριθμ. 84/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης, κατά την τακτική διαδικασία.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις και κατ’ουσίαν την υπό στοιχείο Α΄ έφεση της εκκαλούσας.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση.

ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως απαράδεκτη.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με αριθμ. ….. παραβόλου στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α΄έφεσης και του υπ’αριθμ. ……. παραβόλου στον εκκαλούντα της υπό στοιχείο Β΄έφεσης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 20η Νοεμβρίου 2025,  και δημοσιεύθηκε στις   28 Νοεμβρίου 2025 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ