ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 727/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων – εκκαλούντων – καθ’ ων οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις: 1) ………… και 2) ……………, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της καθ’ ης η κλήσης – εφεσίβλητης – υπέρ’ ής οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ………, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της καθ’ ης η κλήση – αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο ………. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ………., η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο «……………..», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ …….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μουσούρη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ………….).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 19/3/2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2012 αγωγή της, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 11/3/2015, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3220/2015 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 10/9/2018 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2018 και β) δικογράφου ………../2018, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 10/10/2019, κατόπιν αναβολής για τις 22/10/2020 και κατόπιν νέας αναβολής για τις 17/3/2022, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της. Στη συνέχεια η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ………. άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την από 16/7/2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2019, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 10/10/2019, κατόπιν αναβολής για τις 22/10/2020 και κατόπιν νέας αναβολής για τις 17/3/2022, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της. Ακολούθως οι εναγόμενοι επανέφεραν την ως άνω έφεση και την ως άνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση προς συζήτηση, με την από 18/12/2022 κλήση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………../2022, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 15/2/2024 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο. Τέλος η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα …………….. άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την από 8/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 874/199/2024, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 ΚΠολΔ (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 Ν. 4842/2021), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 271 και 272 του ιδίου Κώδικα, όταν δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο ο εκκαλών ή εμφανιστεί και δεν συμμετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο στη συζήτηση της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. Όταν, δε, η υπόθεση συζητείται κατόπιν αναβολής, τότε, κατ’ άρθρο 226 παρ.4 εδαφ.δ ΚΠολΔ, κλήση του, απόντος κατά την αρχική δικάσιμο, διαδίκου δεν χρειάζεται για την μετ’ αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Όταν την επίσπευση κάνει ο εκκαλών ή την κάνει ο εφεσίβλητος και ο εκκαλών έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο θα απορρίψει την έφεση, εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς. Σύμφωνα, δε, με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ, η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο, θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή, πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΑΠ 268/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Β. Κατ’άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατ’ άρθρο 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, ισχύει όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, αφού κρίθηκε από το νομοθέτη ότι η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών, του μέχρι τότε δικαίου, για την άσκηση έφεσης υπήρξε υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιορισθεί σε διετή για την ταχεία περάτωση των δικών. Κατά τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν.4335/2015, οι νέες διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την ισχύ του νόμου αυτού ένδικα μέσα, ήτοι από 1/1/2016. Όμως η, κατά το γράμμα του νόμου αυτού, εφαρμογή της διάταξης αυτής, εμπεριέχει κινδύνους παγίδευσης των διαδίκων και ανασφάλεια δικαίου και εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμογής η διατυπωμένη στο άρθρο 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου των ένδικων μέσων και, σύμφωνα με αυτή, πρέπει να ισχύει για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την 1/1/2016, η προθεσμία των τριών ετών (ΕφΑθ 3087/2017 ΝοΒ 2017/2087, ΕφΑθ 853/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 19/3/2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2012 αγωγή της, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 11/3/2015, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3220/2015 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν την από 10/9/2018 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……………./2018 και β) δικογράφου ……./2018, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 10/10/2019, κατόπιν αναβολής για τις 22/10/2020 και κατόπιν νέας αναβολής για τις 17/3/2022, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της. Ακολούθως οι εναγόμενοι επανέφεραν την ως άνω έφεση προς συζήτηση, με την από 18/12/2022 κλήση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2022, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 15/2/2024 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο. Οι εκκαλούντες, όμως, δεν εμφανίστηκαν, κατά τη συζήτηση της έφεσης στην τελευταία ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, πρέπει να δικαστούν ερήμην. Περαιτέρω, η κρινόμενη από 10/9/2018 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2018 και β) δικογράφου …………./2018, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3220/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 19/3/2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2012 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεως της, εφόσον ασκήθηκε στις 10/9/2018, ήτοι σε χρονικό διάστημα πέραν των τριών (3) ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, που έλαβε χώρα στις 11/8/2015 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της αλλαγής του από το Ν.4335/2015 για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την 1/1/2016, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο Β μείζονα σκέψη). Επομένως πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν οι εκκαλούντες, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ) καθώς και να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των εκκαλούντων (άρθρα 501, 502 §1, 505 §2 ΚΠολΔ), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Περαιτέρω, λόγω της απουσίας τόσο της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας …………….., όσο και των εκκαλούντων – καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και της εφεσίβλητης – υπέρ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισθείσα δικάσιμο, η συζήτηση της από 16/7/2019 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει να ματαιωθεί (άρθρα 260 παρ.1, 524 παρ.1 ΚΠολΔ).
Γ. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης ή αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στα οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντας ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδια προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή (άρθρο 83 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι, αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς του αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντας προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία ταυ παρεμβαίνοντας με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005 ΤΝΠ Νόμος). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη, ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το όρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 570/2019 ΕΦΑΔ 2019.329). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομόδικους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, ΕφΛαρ 212/2015 Δικογρ. 2015.510, ΕφΛαρ 343/2012 Δικογρ. 2012.698, ΕφΙωαν 75/2005 ΕλλΔνη 47.859, ΕφΑθ 205/2002 Αρμ. 2003.840, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Α`, άρθρο 76 σελ. 523, παρ. 33, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. 1ος, άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 1 και άρθρο 76, σελ. 178, παρ. 7).
Με την από 8/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της, η παρεμβαίνουσα ……………. εκθέτει ότι μετά την άσκηση της ως άνω έφεσης και την επελθούσα εκκρεμοδικία, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………………», που εδρεύει στο ………….. της Ιρλανδίας, κατέστη απώτερη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, μεταξύ άλλων, και των υπό κρίσιν ένδικων απαιτήσεων, από την εταιρεία «…………….» με διακριτικό τίτλο …………., δυνάμει της από 16/10/2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. ……/29.10.2018 και της από 14/9/2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …../14.9.2018. Ότι η εταιρεία ……. με τη σειρά της κατέστη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, μεταξύ των οποίων και της ως άνω επιδικασθείσας απαίτησης, δυνάμει της από 13/3/2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. …../23.3.2018. Ότι κατόπιν των ανωτέρω, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία νόμιμα κατέστη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από τη με αριθμό …………../8-10-2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι οποίες και αποτελούν αντικείμενο της ως άνω εκκρεμούς δίκης. Ότι η παρεμβαίνουσα αποτελεί εταιρεία αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμό 241/10/31.7.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και αποτελεί μη δικαιούχο διάδικο και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..», δυνάμει της από 16-11-2018 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε με την από 21/5/2021 τροποποιητική συμφωνία, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Με το ως άνω περιεχόμενο η παρεμβαίνουσα εκθέτει, ότι ως έχουσα έννομο συμφέρον, υπό την ανωτέρω ιδιότητα της, ασκεί αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπερ της εφεσίβλητης και κατά των εκκαλούντων, ζητώντας να απορριφθεί η έφεση των τελευταίων και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στη δικαστική της δαπάνη.
Η ως άνω από 8/10/2024 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 80, 81 παρ.1, 83, 215 παρ.1, 225 παρ.2 ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής κλήθηκαν νόμιμα οι εκκαλούντες (βλ. τις υπ’ αριθ. 2.340 και ……………./18-10-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….) και η εφεσίβλητη (βλ. την υπ’ αριθ. ……………/18-10-2024 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή) με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να συνεκδικαστεί με την κρινόμενη έφεση (άρθρα 31 παρ.1 και 246 ΚΠολΔ). Κατ` εφαρμογή, δε, των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, παρά την απουσία της εφεσίβλητης, η συζήτηση της έφεσης θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, αφού αυτή θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Κατόπιν τούτων και εφόσον απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να γίνει δεκτή και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της παρεμβαίνουσας (άρθρα 176, 182, 183, 191 §2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, ερήμην των εκκαλούντων, της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ……………….. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την έφεση, την από 16/7/2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και την από 8/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Ματαιώνει την συζήτηση επί της από 16/7/2019 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Ορίζει το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για έκαστο των εκκαλούντων.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10/9/2018 έφεση.
Δέχεται την από 8/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες, εις ολόκληρον, στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ………………….., τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 16/10/2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ