ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 735/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΚΑΘ΄ΟΥ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ : Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών (ΑΦΜ …….), ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), με ΑΦΜ ……….., και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊστάμενους της ΔΟΥ Ά Πειραιά, ΔΥΟ Ε Πειραιά και του Δ. Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δικαστική Πληρεξουσία ΝΣΚ Ελένη- Δέσποινα Ντουρντουρέκα (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», ΑΦΜ …………., που εδρεύει στην Αθήνα (…………), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, (ΑΦΜ : ………..) αυτοτελώς και ως ειδική διάδοχος της κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..>) (…………………) και ως καθολικής διαδόχου δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..», 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ …………..) κι εν προκειμένω εκπροσωπούμενη από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οι οποίες (1,2,3) δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Γ) ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΝΟΥΣΑΣ : της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………» με δ.τ. «…………….» (πρώην «…………….»), που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, (με αριθμ. ΓΕ)ΛΗ ….. και ΑΦΜ……., ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα σύμφωνα με τον ν. 4354/2015 από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ τ.Β 3533/20.09.2Ο19), η οποία, δυνάμει της από 11.06.2021 σύμβασης Διαχείρισης που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./29.07.2021, στον τόμο … και αριθμό …., ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» (…………..), που εδρεύει στο …. Ιρλανδίας (με αρ. μητρώου …….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία (………..) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….») που εδρεύει στην Αθήνα, με αριθ. ΓΕΝΠ-Ι ………. και ΑΦΜ ………….., ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπομένης από τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/17.03.2021, στον τόμο … και με αριθμό …… στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών βιβλία του ν. 2844 2000, η δε Τράπεζα Πειραιώς είχε καταστεί ειδική διάδοχος κατόπιν αναμεταβίβασης απαιτήσεων, την 10.03.2021 , της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) στο δημόσιο βιβλίο του άρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. …../10.03.2021 στον τόμο ….. και με αριθμό ……., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10&8 του Ν.3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Στέλλα Βαρζακάκου [ΔΕ Φρουδάκη Χρήστου και Συνεργάτες].
ΥΠΕΡ ΄ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, (ΑΦΜ : ……..) αυτοτελώς και ως ειδική διάδοχος της κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….>) (………..) και ως καθολικής διαδόχου δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ : 1) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………,», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, με Α.Φ.Μ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, με Α.Φ.Μ. …., και εκπροσωπείται νόμιμα, κι εν προκειμένω εκπροσωπούμενη από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Γ) ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΝΟΥΣΑΣ : της Εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «CEPAL HELLAS», που εδρεύει στη ………. Αττικής, με Α.Φ.Μ. …………. και αρ. Γ.Ε ΝΠ–Ι ………, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία ««……….» με έδρα στην …………… Σουηδίας (η «Δικαιούχος της Απαίτησης») κατά τα οριζόμενα στο από 24.03.2022 Ιδιωτικό Συμφωνητικό και σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015, όπως ισχύει, στην οποία Δικαιούχο της Απαίτησης, η Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..>) και τον διακριτικό τίτλο «…………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 28.12.2021 ενοχικής σύμβασης πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σε συνέχεια της οποίας υπεγράφη η από 23.03.2022 Περίληψη Σύμβασης Πώλησης και Εκχώρησης Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών), [τις οποίες απαιτήσεις είχε αρχικά μεταβιβάσει λόγω τιτλοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3 156/2003 στην εδρεύουσα στην Ιρλανδία εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» δυνάμει της από 30.04.2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών), η οποία στη συνέχεια τις επαναμεταβίβασε στην ……………… δυνάμει της από 03.03.2022 Σύμβασης επανεκχώρησης Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών)), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Πιπίνας Σταύρου [Δικηγορική εταιρία ΧΑΡΑΚΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].
ΥΠΕΡ ΄ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ …………) κι εν προκειμένω εκπροσωπούμενη από τη διαχειρίστρια απαιτήσεων αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ : 1) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………,», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, με Α.Φ.Μ. ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) την ανώνυμη τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, (ΑΦΜ : ……….) αυτοτελώς και ως ειδική διάδοχος της κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..) (………….) και ως καθολικής διαδόχου δι’ απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την : (α) από 10.10.2019 με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2019 ανακοπή του, και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΦΚΑ» την (β) από 10.10.2019 με αρ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2019 ανακοπή του. Οι άνω υποθέσεις συνεκδικάσθηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε η με αρ. 211/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την (α) από 14-11-2022 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2022 έφεσή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.12.2023. Οι αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσες άσκησαν τις, τις με στοιχ. β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023 και 20.11.2023 και γ) με αρ, καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, που ορίστηκαν για τη δικάσιμο της 7.12.2023. Οι υποθέσεις αναβλήθηκαν για τη σημερινή συνεδρίαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι εφεσίβλητες δεν παραστάθηκαν η Δικαστική πληρεξούσια του ΝΣΚ, αναφέρθηκε στις προτάσεις που είχε προκαταθέσει και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των λοιπών παριστάμενων διαδίκων στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις αρ. …./01-12-2022, …./02-12-202 και …../01-12-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ……. . ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης με πράξη καταθέσεως και ορισμό δικασίμου έχει επιδοθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα προς τις εφεσίβλητες, για τη δικάσιμο της 71.12.2023 κατά την οποία η έφεση αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο της άνω δικασίμου για την παρούσα συνεδρίαση, ώστε αφού οι ανωτέρω δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά του πινακίου πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα πρέπει να συνεχισθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 523 παρ.4 ΚΠολΔ). Ωστόσο με δεδομένο ότι εκκρεμούν επίσης οι β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023 και 20.11.2023 και γ) με αρ, καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων θα πρέπει να ερευνηθούν, ώστε να κριθεί κατά πόσο εκπροσωπούνται από αυτές (άρθρα 83 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ).
Η από 14-11-2022 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022 έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 211/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, αφού το Δημόσιο απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης [19 § 1 του του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 “περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α’ 239/1931)]. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή κατά το τυπικό μέρος και να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 KΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης.. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ’ αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017 ό.π., ΑΠ 1731/2011, ΜΕφΘεσ 982/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ` του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ»: Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015: Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον, οι άνω εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 877/2019, ΜΕφΘεσ 982/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και έπεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση που ασκούν υπέρ της δικαιοπαρόχου του δικαιούχου της απαίτησης Τραπεζικής εταιρίας, έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 177/2017, ΑΠ 1485/2006 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης συνεπάγεται μεταξύ άλλων και την εκπροσώπηση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατά την απουσία του, από τον υπέρ ού η παρέμβαση και αντιστρόφως (ΕφΘεσ 78/2017, Αρμ. 2017, σελ. 1156, ΕφΠειρ 111/2016 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1250/2009 ΕλλΔ/νη 2012, σελ. 790). Τέλος από πό τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 80, 81 παρ. 1 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να λάβει χώρα μέχρι περατώσεως της δίκης με αμετάκλητη απόφαση ασκείται δε κατά τις περί αγωγής διατάξεις και κοινοποιείται σε όλους τους αρχικούς διαδίκους, ήτοι με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου στην γραμματεία και κοινοποίηση αυτού σε όλους τους μέχρι την άσκηση της διαδίκους. Χωρίς την πραγματοποίηση της δεύτερης αυτής διατύπωσης η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης δεν έχει ολοκληρωθεί και συνακόλουθα δεν υφίσταται ακόμη παρέμβαση, με την έννοια που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 81 ΚΠολΔ, ούτε επέρχεται κάποια έννομη συνέπεια στη διαδικασία της δίκης. Επομένως, είναι παραδεκτή στην κατ` έφεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση, εάν όμως αυτή δεν επιδόθηκε σε όλους τους αρχικούς διαδίκους της κύριας δίκης, που αναφέρονται στο δικόγραφο της, υπέρ των οποίων και κατά των οποίων ασκήθηκε αλλά μόνο σε ορισμένους εκ των διαδίκων τούτων, τότε δεν θεωρείται ότι οι τελευταίοι μετέχουν στην κατ` έφεση δίκη με αυτήν την ιδιότητα και τυχόν εισαγομένης προς συζήτηση καθίσταται απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ελλείψει προδικασίας (ΑΠ 1308/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420/2005 Δνη 2006.181, ΑΠ 863/1999 ΕΕΝ 2000.722, ΑΠ 1791/1998 ΕΕΝ 2000.319, ΕφΔυτΜακ 17/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.)
Στην προκείμενη περίπτωση εκκρεμούν στο Δικαστήριο και τα εξής δικόγραφα : β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023 και γ) από ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2023 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις.
Η με στοιχ. όμως β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί στην υπέρ’ ής ασκήθηκε αυτή, τρίτη των καθ΄ών, «………………….», αφού η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τη σχετική έκθεση επιδόσεως, ενώ επιδόθηκε στους λοιπούς διαδίκους. Κατά συνέπεια με βάση τα όσα εκτέθηκαν η άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης προδικασίας. Σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το παρεπόμενο αίτημά του (άρθρο 182 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, η με στοιχ, (γ) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, την οποία άσκησε η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με την επωνυμία «………………¨» επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ……………….. ως ειδικής διαδόχου της τρίτης των καθ΄ών τραπεζικής εταιρίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη. Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομότυπα με κλήτευση όλων των διαδίκων είναι νόμιμη (άρθ. 80 και 83 ΚΠολΔ) και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, η οποία αντιπροσωπεύεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα (άρθρο 76 παρ.1 ΚΠοΛΔ ) και πρέπει, ως εκ τούτου, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να συνεκδικαστεί με την έφεση (άρθ. 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ).
Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10.10.2019 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2019 ανακοπή του, ζήτησε την μεταρρύθμιση του με αρ. …………/26-06-2019 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., α) ως προς την παράλειψη του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου να κατατάξει το ίδιο και ως εγχειρόγραφο δανειστή, β) ως προς το ποσό των εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου με την από 10.10.2019 με αρ. κατ. ΓΑΚ ΕΑΚ ……………../2019 ανακοπή του ΝΠΔΔ e -ΕΦΚΑ, την οποίοα απέρριψε ενώ έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή του Δημοσίου ως προς το ποσό των εξόδων απορρίπτοντας το αίτημα κατάταξης αυτού και ως εγχειρόγραφου δανειστή. Κατά της απόφασης αυτής το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου κι εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 71 του ν. 4842/ 2021, «αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρο2υ 975 κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 2 της παραγράφου […]». Σημαντική τομή στο σύστημα του ΚΠολΔ, αναφορικά με τη διανομή του πλειστηριάσματος, αποτελεί η κατάταξη των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10%, όταν αυτές συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια. Σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4335/2015, σελ. 23, άρθρο 977). Κατά δε την κρατούσα πλέον στη νομολογία άποψη, στο 10% του πλειστηριάσματος κατατάσσονται μόνον οι μη προνομιούχες απαιτήσεις, ενώ οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία έρχεται σε αντίθεση με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής αντλείται και από το εδ. γ΄ του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπου και ρητά προβλέπεται η εκ νέου κατάταξη των προνομιούχων δανειστών των άρθρων 975 και 976 ΚΠολΔ στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο 10%, στην περίπτωση που προκύπτει υπόλοιπο μετά την κατάταξη των εγχειρόγραφων δανειστών. Είναι σαφές ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται η ως άνω μνεία στο νόμο, σε περίπτωση που χωρίς άλλο αντιμετωπίζονταν ως εγχειρόγραφοι οι ενέγγυοι πιστωτές αν δεν ικανοποιούνταν προνομιακά (εν όλω ή εν μέρει). Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποτελεί κανόνα η διπλή κατάταξη των προνομιούχων απαιτήσεων θα το προέβλεπε ρητά, όπως άλλωστε έκανε στο άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα, ειδικά και κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει κατά τα λοιπά και στην πτωχευτική διαδικασία (άρθρο 156 ΠτΚ). Πέρα όμως από το γράμμα της διάταξης, η παραπάνω ερμηνεία απολήγει στην καταστρατήγηση της βούλησης του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε, για πρώτη φορά, να αναλώνεται το ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων πιστωτών. Η τελολογία για τη θέσπιση της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 977 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή διατυπώνεται σαφώς στην αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος. Η υλοποίηση της νομοθετικής αυτής ratio είναι αμφίβολη στην περίπτωση που αναγνωριζόταν η δυνατότητα κατάταξης των προνομιούχων πιστωτών στο υπόλοιπο 10%, κατά το μέτρο που δεν ικανοποιήθηκε ολικά ή εν μέρει η απαίτησή τους με βάση το προνόμιό της, αφού είναι επόμενο ότι δεν θα απέμεινε καθόλου ή ελάχιστο υπόλοιπο για τους εγχειρόγραφους δανειστές. Εξάλλου, σύμφωνη με τις ανωτέρω σκέψεις τυγχάνει και η πρόσφατη τροποποίηση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 977 παρ.3 ΚΠολΔ, με την προσθήκη τελευταίου εδαφίου (άρθρο 71 του ν. 4842/ 2021), όπου ρητά πλέον ορίζεται, προς άρση ερμηνευτικών αμφισβητήσεων (βλ. αιτιολογική έκθεση νόμου 4842/2021), ότι αν υπάρχουν και εγχειρόγραφοι δανειστές οι προνομιούχες απαιτήσεις των άρθρων 975 και 976 δεν συμμετέχουν στο δέκα τοις εκατό (10%) ακόμη και εάν δεν ικανοποιήθηκε η απαίτησή τους, η οποία (νέα διάταξη) εφαρμόζεται, όταν ο πίνακας κατάταξης αφορά σε πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε μετά από τις 12-11-2021 (βλ. συνδυασμό διατάξεων περ. θ΄ παρ.6 του άρθρου 116 Ν.4842/2021, ΦΕΚ Α 190 και άρθρου 176 4855/ 2021). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της διαθέσεως, αν κάποιος δανειστής επέλεξε να αναγγείλει την απαίτησή του ως προνομιούχο, θα πρέπει η απαίτηση αυτή να καταταχθεί στον πίνακα κατάταξης ως τέτοια. Ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ούτε το δικαστήριο κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, μπορούν να προβούν σε μη προνομιακή κατάταξη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιώδες στοιχείο του αναγγελτηρίου, μεταξύ άλλων, είναι το αίτημα κατάταξης και, όταν υπάρχει προνόμιο, σύμφωνα με ορθή άποψη, το αίτημα προνομιακής κατάταξης (βλ. ΑΠ 194/2018, ΑΠ 697/2008 www.areiospagos.gr Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. ΙΙα, 2017, σελ. 381,390 και 726-727 με εκεί παραπομπές). Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, τυχόν ερμηνεία, κατά την οποία οι μη ικανοποιηθείσες, εν όλω ή εν μέρει, αναγγελθείσες ως προνομιούχες απαιτήσεις, εξομοιώνονται κατ’ αποτέλεσμα προς τις εγχειρόγραφες και, συνεπώς, κατατάσσονται και στο ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος, προσκρούει τόσο στη βούληση του νομοθέτη όσο και στο σαφές γράμμα του νόμου (ΑΠ 385/2024, ΑΠ ΕφΑθ 2574/2024, ΕφΑθ 2521/2024, ΕφΑιγ 64/2024, ΕφΠειρ 1/2023, ΕφΘεσ 768/2022, ΕφΑθ 1064/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ, EφΠειρ 629/2024, EφΠειρ 185/2025, ΕφΠειρ 179/20125, ΕφΠειρ 379/2023, EφΠειρ 363/2023, ΕφΠειρ 525/2022 σε https://www.efeteio-peir.gr/ Απαλαγάκη/Σταματόπουλος (Ρεντούλης) ο νέος ΚΠολΔ, 2022 άρθρο 977 αρ. 11. Αντ. Βαθρακοκοίλη- Γ,Πλαγάκου ο πίνακας κατάταξης δανειστών σελ. 527-529, Π. Κολοτούρο, Συρροή δανειστών και σύγκρουσις δικαιωμάτων εις το πεδίον της αναγκαστικής εκτελέσεως, ΕΠολΔ 2019 σελ.138 και την άποψη αυτή φαίνεται να ακολουθεί και η ΑΠ 524/2023 www.areiospagos.gr). Αν εξάλλου μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, δηλαδή των μη προνομιούχων απαιτήσεων, απομένει, υπόλοιπο από το 10%, τότε ικανοποιούνται τα γενικά και τα ειδικά προνόμια κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 977 παρ.1 εδ. Β ΚΠολΔ, ήτοι, τα γενικά προνόμια κατατάσσονται έως το 1/3 του υπολοίπου αυτού και τα ειδικά προνόμια έως τα 2/3 αυτού (ΑΠ 385/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με το πρώτο λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, στον οποίο εξέθετε τα εξής : ¨Ότι με επίσπευση της πρώτης της πρώτης των καθ’ ων τραπεζικής εταιρείας, σε εκτέλεση των πρώτων εκτελεστών απογράφων των υπ’ αριθμ, …… και …../2013 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δυνάμει της υπ’ αριθμ. …./16-11-2018 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………….., εκπλειστηριάσθηκαν αναγκαστικά στις 26-06-2019/., τα αναλυτικά περιγραφόμενα στην με αρ. ……/26-06-2019 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών αυτήν ακίνητα ιδιοκτησίας του οφειλέτη …………….. Ότι το ανακόπτον ανήγγειλε απαιτήσεις σε βάρος του οφειλέτη με την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους τη εταιρείας «………………..»: δια του Προϊσταμένου α) της ΔΟΥ. Α’ Πειραιά, συνολικού ποσού 14.358,87 €, β) της Δ,Ο.Υ. Ε’ Πειραιά συνολικού ποσού 80.920,67 € και γ) του Δ’ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά για ποσό 3.454,00 €. ¨Ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον με αρ. ……./26-06-2019 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, αφού αφαίρεσε το τμήμα των αναλογούντων εξόδων και απέμεινε προς διανομή πλειστηρίασμα ποσού 100.462,67 €,, κατέταξε : προνομιακά και οριστικά Α) τον Ε,Φ.Κ.Α, ως για το ποσό των 25.115,67 € € (18,784/94 € και 6.330,73 €), ήτοι στο 25% του διανεμητέου πλειστηριάσματος Β) την πρώτη των καθ΄ών για το συνολικό ποσό των 65.300,73 €, ως ειδική προνομιούχο δανείστρια (ήδη της προσημείωσης υποθήκης τραπείσας σε υποθήκη) και Γ) ως εγχειρόγραφους δανειστές :1) Την επισπεύδουσα τραπεζική εταιρεία, για το συνολικό ποσό των 5.961,40 €. 2) την ………… για το συνολικό ποσό των 2.666,61 € 3) την …………………για το συνολικό ποσό των 1.418,26 €. ¨Ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εσφαλμένα υπολόγισε στις εγχειρόγραφες απαιτήσεις όλες τις απαιτήσεις της πρώτης των καθ΄ών, συνολικού ποσού 313.868,36 € τόσο τις προνομιούχες συνολικού ποσού 236.570,73 € για μέρος των οποίων αυτή ήδη κατατάχθηκε προνομιακά, όσο και τις μη προνομιούχες απαιτήσεις αυτής συνολικού ποσού 38.986,65 €, και δεν συναρίθμησε σε αυτές και τις απαιτήσεις του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίου δεν κατατάχθηκε για καμία από τις ως άνω προνομιούχες απαιτήσεις του, αφού προηγείτο ο ΕΦΚΑ ως γενικός προνομιούχος δανειστής τρίτης τάξεως, ενώ το ανακόπτον ήταν πέμπτης τάξεως.. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταταγεί το ίδιο ως εγχειρόγραφος δανειστής στο ποσό των 4.851,19 €, άλλως σ΄αυτό των 2.811,60 και άλλως σ΄αυτό των 1.580,29 € με ισόποση αποβολή των καθ’ ών. Ωστόσο, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν παρά το ότι δεν κατετάγη καθόλου στο 25 % του πλειστηριάσματος δεν είναι δυνατό να καταταγεί στο 10 % αυτού ως εγχειρόγραφος δανειστής, καθώς ο προνομιακός χαρακτήρας των απαιτήσεών του δεν αναιρείται, αφού δεν είχε παραιτηθεί ρητώς του προνομίου του πριν τη διανομή του πλειστηριάσματος, ούτε είναι δυνατός ο διαχωρισμός των απαιτήσεών του εν μέρει σε προνομιούχες και εγχειρόγραφες. Αντίθετη ερμηνεία, όπως εκτέθηκε θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του νόμου, ο οποίος θέλει αποκλειστικά από το 10 % (σε συρροή γενικών ειδικών προνομίων) του πλειστηριάσματος να ικανοποιούνται οι μη προνομιούχοι δανειστές (ad hoc ΕφΠειρ 1/2023 οπ.) Η τυχόν εσφαλμένη κατάταξη της της καθ΄ής η ανακοπή ως εγχειρόγραφης δανείστριας με συνυπολογισμό και των προνομιακών αυτής απαιτήσεων δεν ωφειλεί αυτό, με δεδομένο ότι όπως επικαλείται, η ίδια είναι εγχειρόγραφη δανείστρια κατά το ποσό των 38.986,65 €, ενώ οι απαιτήσεις των λοιπών εγχειρόγραφων δανειστών, τρίτης και τέταρτης των καθ΄ών ανέρχονται στα ποσά των 140.397,69 € και 74.671,54 €, ώστε είναι βέβαιο ότι και με τον ορθό υπολογισμό (σύνολο απαιτήσεων εγχειρόγραφων 254.055,88 € για να ικανοποιηθούν από το 10 % του πλειστηριάσματος ήτοι 10.046,27 €) μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφωων δανειστών δεν θα απέμεινε υπόλοιπο για την ικανοποίηση του ανακόπτοντος (άρθρο 977 παρ.1 εδ. Β ΚΠολΔ, βλ, ΑΠ 385/2024). Συνακόλουθα ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος και ως αλυσιτελής, αλλά και σε κάθε περίπτωση λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε αυτόν ως νόμω αβάσιμο δεν έσφαλε, ώστε ο λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, Σε βάρος του εκκαλούντος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας που εκπροσωπεί την τρίτη εφεσίβλητη, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την α) από 14-11-2022 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022 έφεση, β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 και 20.11.2023 και γ) με αρ, καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (β) από 20.7.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) €.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την (α) έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν,
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της (γ) αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας «………………» σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) €,
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 8.12.2025.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ