Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 736/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :    736/ 2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα K.Σ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του την ………….., για να δικάσει τις υποθέσεις, μεταξύ :

Α)  ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ –  ΥΠΕΡ’ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : Της  ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  «……….», ΑΦΜ …………, που εδρεύει στην Αθήνα (……), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

ΤΟΥ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΚΑΘ΄ΟΥ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό  Οικονομικών (ΑΦΜ …..) οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), με ΑΦΜ ………,   η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και πιο ειδικά, στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την  Δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Καλλιόπη Στόλη  (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Β) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΚΑΘ΄ΟΥ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ :  Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό  Οικονομικών (ΑΦΜ ….) οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), με ΑΦΜ …….,   η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και πιο ειδικά, στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δικαστική Πληρεξούσια του  Ν.Σ.Κ. Καλλιόπη Στόλη  (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΤΗΣ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ –  ΥΠΕΡ’ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ :  Της  ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  «…………», ΑΦΜ ………., που εδρεύει στην Αθήνα (…………….), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

Β) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της  ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  «……………», ΑΦΜ ………….., που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

ΤΟΥ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό  Οικονομικών (ΑΦΜ ……..) οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), με ΑΦΜ …..,   η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και πιο ειδικά, στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την  Δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Καλλιόπη Στόλη  (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ :  1) Το νπδδ με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ε-Ε.Φ.Κ.Α.)», όπως μετονομάστηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΈΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΦΚΑ-, ως οιονεί καθολικού διαδόχου (N. 4387/2016, ΦΕΚ Ν85/Ι2-Ο5-2ΟΙ6 και α. 31 του Ν. 4445/2016 που τροποποιεί το άρθρο 62 του Ν. 4387/2016) του νπδδ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ» (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………, με ……. ΔΟΥ Δ’ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και εν προκειμένω από τον Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πειραιώς. 2) Την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………………..») και τον δ.τ. «…………..», με έδρα την Αθήνα, οδός ……………, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ….. και ΑΦΜ ….., νομίμως εκπροσωπούμενη, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….») με αριθμό ΓΕΜΗ …… και ΑΦΜ ……., κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία-πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την αριθμ. πρωτ 45089/16-04-2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. …/16-04-2021 και …../16-04-2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα. 3) την εταιρεία με την επωνυμία « ………» καιδιακριτικό τίτλο …………., με έδρα την Αθήνα, ……….., με ΑΦΜ ………. ενεργούσας δυνάμει της από 12/09/2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιηθείσα ισχύει, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας “…………..”, με έδρα στο ………….. Ιρλανδίας και  4) Την εταιρεία με την επωνυμία «………….» (…………..) και με τον διακριτικό τίτλο «……………» (……………..), με έδρα στο ………. Αττικής, επί της οδού …………., με ΑΦΜ ………, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα το …………. Ιρλανδίας, που δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο.

Γ-Δ) ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΝΟΥΣΑΣ :   Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο «………….», πρώην με την επωνυμία «…………» (…………..) και διακριτικό Τίτλο «……………» (………….), η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής, επί της οδού ………., με ….. Δ.Ο.Υ. Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ …………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)] και ήδη σύμφωνα με το νόμο 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» (………..), που εδρεύει στην Ιρλανδία, οδός …………….., με αριθμό μητρώου ……………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………>) (ΑΦΜ …. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ), νόμιμα εκπροσωπούμενης, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003. Η άνω εταιρία ειδικού σκοπού  εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Ελένη Ζαννιά (Ν. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ και συνεργάτες).

Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε  στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  26.6.2020 και με αρ. καταθ. …………./2020  ανακοπή και  το ΝΠΔΔ με την επωνυμία  ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ «ΕΦΚΑ»  την από 19.5.2020 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2020 ανακοπή του. Οι άνω υποθέσεις  συνεκδικάσθηκαν,  επί των οποίων εκδόθηκε, με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η με αρ. 1881/2021 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.  Κατά της τελευταίας  απόφασης η καθ΄ής η ανακοπή «………..»  άσκησε την  (α)  η από 23.6.2022 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023  έφεση, η συζήτησης της οποίας  και το   το ανακόπτον  Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν άσκησε την (β)  από 8.9.2023 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2023  έφεση.  Η συζήτηση αυτών ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.12.2023 οπότε και αναβλήθηκαν για την παρούσα συνεδρίαση για την συνεκδίκασή τους με τις αυτοτελείς πρόσθετες  παρεμβάσεις, δικόγραφα  υπό στοιχ.γ) από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ………./2025  από 24.1.2025 και  δ) με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  …………./2025, που προσδιορίστηκαν για την σημερινή συνεδρίαση.

Κατά τη συζήτηση των άνω υποθέσεων, αφού  συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, η εκκαλούσα της (Α) έφεσης και η εφεσίβλητη της (Β) έφεσης δεν παραστάθηκε,  η  Δικαστική πληρεξούσια  του ΝΣΚ αναφέρθηκε στις προτάσεις που είχε προκαταθέσει και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των λοιπών διαδίκων στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι εφέσεις : α) η από 23.6.2022 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023  της εκκαλούσας  ανώνυμης εταιρίας Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….». β) Η) από 8.9.2023 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023  του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, καθώς στρέφονται κατά της ίδιας εκκαλούμενης απόφασης, της με αρ. 1881/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε  με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται κι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Η (α) έφεση της εκκαλούσας …………… έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ………….. € e – paravolo).  Η άνω εκκαλούσα δεν παραστάθηκε,  όπως δε προκύπτει από τις με αρ. ……. και ………./10.5.2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……………, αντίγραφο της έφεσης με πράξη καταθέσεως και ορισμό δικασίμου για τη δικάσιμο της 7.12.2023 έχει  επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε η συζήτηση της έφεσης για την άνω δικάσιμο έγινε με την επιμέλεια την  εκκαλούσας. Κατά την τελευταία δικάσιμο  η υπόθεση αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο της άνω δικασίμου για τη παρούσα συνεδρίαση, ώστε η εκκαλούσα θα πρέπει να δικασθεί ερήμην, ωστόσο θα πρέπει να  ερευνηθεί αν  εκπροσωπείται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από  24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ………./2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση αυτής  (άρθρα 83 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η (β) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, αφού το Δημόσιο απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης [19  §  1 του του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 “περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α’ 239/1931)].  Κατά  την εκφώνηση της υπόθεσης η εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε και όπως προκύπτει από την με αρ. ………./22.9.2023 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά ………….  αντίγραφο της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη για τη  δικάσιμο της 7.12.2023 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, για την παρούσα συνεδρίαση (άρθρο 226. παρ. 4 ΚΠολΔ.), ώστε θα πρέπει να δικασθεί ερήμην, όμως θα ερευνηθεί αν θα εκπροσωπηθεί από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Ομοίως η (β) έφεση της εκκαλούσας …………… έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ……………… € e – paravolo).  Η άνω εκκαλούσα δεν παραστάθηκε,  όπως δε προκύπτει από τις με αρ. …… και …………/10.5.2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …….., αντίγραφο της έφεσης με πράξη καταθέσεως και ορισμό δικασίμου για τη δικάσιμο της 7.12.2023 έχει  επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε η συζήτηση της έφεσης για την άνω δικάσιμο έγινε με την επιμέλεια την  εκκαλούσας. Κατά την τελευταία δικάσιμο  η υπόθεση αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο της άνω δικασίμου για τη παρούσα συνεδρίαση, ώστε η εκκαλούσα θα πρέπει να δικασθεί ερήμην, ωστόσο θα πρέπει να  εκπροσωπείται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 KΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.  Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ’ αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017 ό.π., ΑΠ 1731/2011, ΜΕφΘεσ 982/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ` του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ»: Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015: Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246).   Εφόσον, οι άνω εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 877/2019, ΜΕφΘεσ 982/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και έπεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση που ασκούν υπέρ της δικαιοπαρόχου του δικαιούχου της απαίτησης Τραπεζικής εταιρίας, έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019 ό.π., ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 177/2017, ΑΠ 1485/2006 ΤΝΠ Νόμος).  Εξάλλου με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης συνεπάγεται μεταξύ άλλων και την εκπροσώπηση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατά την απουσία του, από τον υπέρ ού η παρέμβαση και αντιστρόφως  (ΕφΘεσ 78/2017, Αρμ. 2017, σελ. 1156, ΕφΠειρ 111/2016 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1250/2009 ΕλλΔ/νη 2012, σελ. 790).

Στην προκείμενη περίπτωση, στο παρόν Δικαστήριο ασκούνται και τα με στοιχ. γ) και δ) δικόγραφα  από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  …………./2025  από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ………./2025 και  αυτοτελείς πρόσθετες  παρεμβάσεις της εταιρίας «……….   υπέρ της εκκαλούσας  της (Α) έφεσης και  (Β)  εφεσίβλητης  αντίστοιχα, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας και συγκεκριμένα μετά την αναβίωσή της με την άσκηση των κρινόμενων εφέσεων, τις οποίες άσκησε με την ιδιότητα αυτής ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με τη  επωνυμία …………….»,  η οποία έχει καταστεί  ειδική διαδόχος της εκκαλούσας και εφεσίβλητης «……………» αντίστοιχα, αναφορικά  με τις απαιτήσεις της, σε βάρος της  καθ΄ής η εκτέλεση …………., τις οποίες ανήγγελλε στον πλειστηριασμό της οικίας αυτής στο Κερατσίνι Αττικής και  για τις οποίες κατατάχθηκε μετά την πλειστηριασμό της στον ανακοπτόμενο με αρ ……./2020 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών …..  Επικαλούμενη δε, ως  έννομο συμφέρον, της εκπροσωπούμενης από αυτήν ειδικής διαδόχου, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη, κατ’ άρθρο 325 του ΚΠολΔ, ζητεί στην  παραδοχή  της (Α)  έφεσης και την απόρριψη της (Β), όπως το αιτητικό αυτής και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος/ εφεσίβλητου  τα δικαστικά της έξοδα. Οι  άνω αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις  ασκήθηκαν παραδεκτά, το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 80 του Κ.Πολ.Δ.), με ιδιαίτερα δικόγραφα, στο πλαίσιο της κατ’ έφεση δίκης και είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 68, 76, 83 και 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 4354/2015, δεδομένου ότι  επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσον στο εφεσίβλητο/εκκαλούν, όσον και στην υπερ’ ής η παρέμβαση. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα  προκύπτει ότι δυνάμει  της  από 16.2.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./16.2.2024,  στον Τόμο …. με αριθμό  …, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 παρ. 10 του Ν. 3156/2003, μεταβιβάσθηκαν από την εκκαλούσα   στην εδρεύουσα στο ……. Ιρλανδίας εταιρεία ειδικού σκοπού με  την επωνυμία «…………………»,  νομίμως εκπροσωπούμενη, ως ειδική διαδόχου –  οι επιχειρηματικές απαιτήσεις της πρώτης. Από το προσκομιζόμενο όμως απόσπασμα όμως του άνω  παραρτήματος που προσκομίζει η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (τόμος …. με αυξ. αριθμό ……) δεν προκύπτει ότι έχουν μεταβιβασθούν και οι  απαιτήσεις τις οποίες ανήγγειλε η άνω Τράπεζα ως επισπεύδουσα δανείστρια σε βάρος της οφελέτριας …………..  και για μέρος αυτών ικανοποιήθηκε από τον πλειστηριασμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας αυτής κειμένης   στην οδό ……….. στο Κερατσίνι, που έγινε στις 27.11.2019 και  για τον οποίο συντάθηκε ο ανακοπτόμενος με αρ. ……/2020 πίνακας κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών . …….  Ειδικότερα στο  προσκομιζόμενο απόσπασμα  παραρτήματος αναγράφονται οι εξής απαιτήσεις με οφειλέτρια την ………. :  α)  η με   αύξοντα αριθμό  30370 απαίτηση έχει αριθμό λογαριασμού και  αριθμό σύμβασης  …. ποσό οφειλής 126.598,86 €, εγγυητή τον  …………, χωρίς να αναφέρεται εμπράγματη εξασφάλιση β) η με   αύξοντα αριθμό  …… απαίτηση έχει αριθμό λογαριασμού …. και  αριθμό σύμβασης  ….. ποσό οφειλής 5.232,27 €, εγγυητή τον  …………., χωρίς να αναφέρεται  εμπράγματη εξασφάλιση.  Σημειώνεται ότι ως διεύθυνσή της οφειλέτριας αναφέρεται ως «……….». Η  υπέρ ής όμως η πρόσθετη παρέμβαση επικαλείται στα  δικόγραφο της πρόσθετης αυτής παρέμβασης  τις εξής απαιτήσεις της …………., σε βάρος της καθ’ ής η εκτέλεση :  i) απαίτηση ποσού 135.476,32 €  που απέρρεε από την υπ’ αριθμ. ………/24.06.2005 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 100.000 €, για την οποία εκδόθηκε η με αρ. …./2014 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε  η οφειλέτρια να καταβάλει στην ………… το ποσό των 104.038,76 €.  Η δε απαίτηση αυτή είναι  εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 120.000 € .ii) απαίτηση ποσού 26.659,88 €, που απορρέει από την υπ’ αριθμ. ……./24.06.2005 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 20.000 €, για την οποία εκδόθηκε η με αρ. ………/2014 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία με την οποία υποχρεώθηκε  η οφειλέτρια να καταβάλει το ποσό των   20.472,21. €,  iii) απαίτηση ύψους 25.755,34 που απορρέει από την υπ’ αριθμ. …./10.11.2000 Ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 29.494, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό ……/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε  η οφειλέτρια να καταβάλει ποσό 18.796,19 €  Η δε απαίτηση αυτή είναι  εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 38.342,00€. Σημειώνεται ότι η οφειλέτρια ……….. φέρεται κάτοικος Κερατσινίου, οδός ………… όπου έγινε και πλειστηριασμός ενώ όπως εκτέθηκε στο απόσπασμα αναφέρεται κάτοικος. Συνεπώς οι άνω απαιτήσεις δεν ταυτίζονται με τις απαιτήσεις που αναγράφονται στο απόσπασμα του παραρτήματος που έχει καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στα πλαίσια από  της 16.2.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, ώστε δεν αποδεικνύεται ότι έχουν μεταβιβασθεί οι επίδικες απαιτήσεις  στην άνω εταιρία ειδικού σκοπού με τήρηση του έγγραφου συστατικού τύπου και καταχώριση αυτής στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η οποία  όπως εκτέθηκε,  υπέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 παρ. 10 του Ν. 3156/2003. Εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η άνω εταιρία ειδικού σκοπού έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας «……………», καθ΄ής η ανακοπή και η προσθέτως παρεμβαίνουσα  ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων αυτής (Ε.Δ.Α.Δ.Π), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, οι ως άνω αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας θα πρέπει να επιβληθούν τα έξοδα του καθ΄΄ ού αυτών Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 181, 176 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών η (Α) εκκαλούσα δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί   από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα της i)  από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ……./2025  αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης  (άρθρα 83 και  76 παρ.1 ΚΠολΔ) και  με δεδομένο ότι η ίδια η εκκαλούσα  επέσπευσε τη συζήτηση της έφεσή της,  όπως εκτέθηκε,  πρέπει να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, χωρίς περαιτέρω έρευνα αυτής (άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ).  Περαιτέρω,  σε βάρος της εκκαλούσας πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), και να καθορισθεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρο 505 § 2 ΚΠολΔ). Σε βάρος της εκκαλούσας θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά  του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας κατά το αίτημά του (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα κατ΄άρθρο 495 παρ.3 εδ.εΚΠολΔ. Τέλος, παράβολο ανακοπής ερημοδικίας δεν θα οριστεί, ως προς την απολιπόμενη (α) εκκαλούσα, αφού δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου στη διαδικασία αυτή (ΚΠολΔ 937 περ. β).

¨Οσον αφορά την (Β) έφεση, ως προς την οποία η άνω τράπεζα είναι εφεσίβλητη, ομοίως  αυτή δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί   από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα της (ii) από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  …………../2025 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης,   ώστε θα δικασθεί ερήμην,  η συζήτηση θα συνεχισθεί σαν να ήταν παρούσα (άρθρο 523 παρ. 4  ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής :  Το  ανακόπτον και ήδη εκκαλούν  με την από ζήτησε την μεταρρύθμιση  του με αρ. ……………./2020 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. Η ανακοπή αυτού συνεκδικάσθηκε με την από  19.5.2020 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2020 ανακοπή του «ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΦΚΑ» επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αρ. 1881/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που έκανε δεκτή εν μέρει την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την ανακοπή του ΕΦΚΑ. Κατά της απόφασης αυτή το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται με την (Β) έφεσή του, για λόγους που αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου.

Από τις διατάξεις των  άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στην γένεση ή στην ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρο 979 § 2 εδ. β’ ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν, σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ`ού η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. Τέτοιο συμφέρον του ανακόπτοντος θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος. Έτσι αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθού, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 385/2024, ΑΠ 1644/2018 www.areiospagos.gr). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθ’ ού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές. Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή (ΑΠ 1521/2022, ΑΠ 555/2015, ΑΠ 1468/2011). Αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών περιστατικών της απαίτησής του ή του προνομιακού χαρακτήρα της, ώστε αν δεν  ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 1585/2022, ΑΠ 1001/2019, ΑΠ 108/2018, ΑΠ 129/2018, 687/2018, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 1052/2015 www.areiospagos.gr/). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 1272, 1276, 1277, 1279, 1306, 1318 αρ.3 ΑΚ, 976, 977 παρ. 2 εδ. β`, 978, 1005 παρ. 3, 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ και 41 ΕισΝΚΠολΔ, σε περίπτωση που έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υποθήκης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, ο ενυπόθηκος εξομοιούται πλήρως με τον προσημειούχο δανειστή, ως προς τη δυνατότητα αναγγελίας στον πλειστηριασμό, με μόνη διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ` άρθρο 1007 παρ. 1, κατά το οποίο η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγράφει προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως, ενώ η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται οριστικώς. Ειδικότερα, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προτίμησης προς απόκτηση υποθήκης, η οποία μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαίτησης και τη νομότυπη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και επάγεται από τότε τις έννομες συνέπειές της. Αν πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη χώρησε αναγκαστικός πλειστηριασμός του βαρυνόμενου ακινήτου, με την καταβολή του πλειστηριάσματος, καθίσταται αδύνατη η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, διότι επέρχεται απόσβεση της προσημείωσης, που υπάρχει επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου, ο δε υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος, την εξάλειψη της προσημείωσης. Ο προσημειούχος όμως δανειστής δεν αποστερείται του δικαιώματος να αναγγείλει την εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτησή του δια της προσημειώσεως στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, προκειμένου αυτή να καταταγεί στον πίνακα κατατάξεως που συντάσσεται από αυτόν, οπότε κατατάσσεται κατά τη σειρά της εγγραφής της προσημειώσεως “τυχαίως”, ήτοι με μόνη την αίρεση της τελεσιδίκου επιδίκασής της, μετά την πλήρωση της οποίας (αίρεσης) μπορεί ο δικαιούχος να την εισπράξει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σύμφωνα με το άρθρο 975 και 980 ΚΠολΔ και λαμβάνει αυτή την τάξη και τη σειρά, την οποία θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγραφεί υπέρ αυτής από την αρχή υποθήκη, δηλ. αυτή προηγείται άλλων απαιτήσεων, για την εξασφάλιση των οποίων έχουν εγγράφει μεταγενέστερα προσημειώσεις ή υποθήκες. Εξάλλου το μέρος του πλειστηριάσματος, για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία ο δανειστής, θα διατεθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 978 παρ. 2 ΚΠολΔ, τον οποίο ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να προβλέψει στον πίνακά του και να προβεί σε επικουρική κατάταξη. Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση, με την οποία, ισοδυναμεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ και η διαταγή πληρωμής, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσης ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της δεκαπενθήμερης ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 669/2022, ΑΠ 42/2022, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 243/2018, ΑΠ  977/2015 www.areiospagos.gr/).  Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 1323 ΑΚ αρ. 2 «απόσβεση της προσημείωσης επέρχεται και αν μέσα σε ενενήντα ημέρες, από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση, δεν τράπηκε σε υποθήκη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμόε με αυτές τω άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ, για να αρχίσει να τρέχει η κατά το άρθρο 1323 αρ.2 ΑΚ προθεσμία των ενενήντα ημερών, απαιτείται και δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής και να έχει περάσει άπρακτη η κατά το άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία, οπότε, πλέον, η διαταγή, αποκτά, όμως, κατά νόμο, δύναμη δεδικασμένου, ώστε έκτοτε αν   περάσει άπρακτη, η πιο πάνω ενενηκονθήμερη προθεσμία για τη μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, επέρχεται απόσβεση της προσημείωσης (ΑΠ 738/2015, ΑΠ 1544/2012 https://www.areiospagos.gr/).

Στην προκείμενη περίπτωση το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε στην   από 26.6.2020 και με αρ. καταθ. ………../2020 ανακοπή του ότι την  27.11.2019 εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά ενώπιον της Συμβολαιογράφου Aθηνών ………. ακίνητο, οριζόντια ιδιοκτησία — διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου. επιφάνειας 93,60 τ.μ επί πολυκατοικίας κείμενης στο Κερατσίνι Αττικής.», επί της οδού …………. ιδιοκτησίας της καθ’ ής η εκτέλεση οφειλέτιδας ………., με επίσπευση της καθ΄ής η ανακοπή ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «………………», δυνάμει : α) του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό …/2014 διαταγής πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, του πρώτου  απογράφου εκτελεστού της με αριθμό ……/2015 διαταγής πληρωμής του K. Ειρηνοδίκη Πειραιά,  και το ακίνητο ο ανωτέρω ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα εταιρία, αντί συνολικού πλειστηριάσματος ποσού 64.321,00 €. ¨Ότι  στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκε μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) κι  εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο,Υ. E Πειραιά, για  ληξιπρόθεσμες και Προνομιακές κατ’ άρθρο 5, 6 και 61 Κ.Ε.Δ.Ε. απαιτήσεις κατά. της ως άνω οφειλέτιδας συνολικού ποσού 26.903,84 €. Ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον  με αρ. …………/2020 πίνακα κατάταξης δανειστών στον οποίο, αφού προαφαίρεσε, για τα έξοδα εκτέλεσης, το ποσό των 4.781,10 € απέμεινε καθαρό προς διανομή ποσό των  59.539,90 €, στο οποίο κατέταξε : α) στο 25 % αυτού προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο  για ποσό 9.839,09 €,  το ΕΦΚΑ ΚΕΑΟ Πειραιά για το συνολικό ποσό των 5.045,89 €, β) στο 65 % αυτού προνομιακά και οριστικά την καθ΄ής η ανακοπή επισπεύδουσα  «…………….» υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της και γ) μη προνομιακά κι τυχαία την επισπεύδουσα για ποσό 2.313,51 € και ποσό 503,37 €, που δεν ικανοποιήθηκε προνομιακά, ήτοι ως εγχειρόγραφη δανείστρια και ακόμα την ………  για το ποσό των 1.848,24 €, την  …………. ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας ……… για ποσό  1.235,97 € και την εταιρία ………….. για ποσό 52,89 €. Ότι, όπως όρισε η  άνω η επί του πλεστηριασμού υπάλληλος, σε περίπτωση μη επιδίκασης των προνομιακών απαιτήσεων, καθώς και μη επιδίκασης των μη προνομιακά και τυχαία καταγέντων δανειστών θα εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 977 παρ.3 ΚΠολΔ, ήτοι θα επιδικάζονταν οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων σε ποσοστό 70/100, ενώ οι μη προνομιούχοι από το υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως. Ότι  εσφαλμένα κατατάχθηκε η καθ’  ής η ανακοπή προνομιακά στο 65% του πλειστηριάσματος,  καθώς το προνόμιό της έχει αποσβεσθεί, δεδομένου ότι μετά την δεύτερη επίδοση των επιδίκων  διαταγών πληρωμής,  στις 12.6.2018  δεν ετράπησαν  εμπρόθεσμα, εντός 90 ημερών, κατά τη διάταξη του άρθρου 1323 ΑΚ, οι  προσημειώσεις υποθήκης  σε υποθήκη και  η προθεσμία  παρήλθε άπρακτη στις 2.12.2018,  ώστε δεν διέθετε προνόμιο η καθ’ ής η ανακοπή στις  27.11.2019 κατά την διενέργεια του πλειστηριασμού, η δε από 8.1.2019 αναγγελία της είναι αόριστη ως προς το προνόμιό της, καθώς  όφειλε  είτε να επικαλεσθεί την έγκυρη τροπή σε υποθήκη είτε μη την πάροδο της προθεσμίας,  λόγω άσκησης ανακοπής από πλευρά του οφειλέτη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε με  τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του  την μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης δανειστών, ώστε από το 65% του πλειστηριάσματος  ποσού 38.700,94 €  να αποβληθεί η καθ’ής  και να καταταγεί το ίδιο προνομιακά και οριστικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον άνω λόγο της ανακοπής λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, με το σκεπτικό ότι,  αφού το ανακόπτον προβάλλει ως λόγο ανακοπής την μη πλήρωση των όρων βάσει των οποίων θα οριστικοποιούνταν η απαίτηση της τυχαίως (όπως είναι το ορθό) καταταγείσας καθ΄ής η ανακοπή ΕΤΕ και η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος πρόβλεψε επικουρική κατάταξη,  η ανακοπή έπρεπε να απευθυνθεί αποκλειστικά κατά των επικουρικώς καταγέντων δανειστών, οι οποίοι ωφελούνται από την έκπτωση της ΕΤΕ. ¨Όμως το αντικείμενο της παρούσας ανακοπής είναι η αμφισβήτηση της προνομιακής κατάταξης της καθ’ ής η ανακοπή, η επικαλούμενη πλημμέλεια της κατάταξης της οποίας δεν έχει ακόμα  ελεγχθεί δικαστικά,  ώστε η ανακοπή έπρεπε να απευθυνθεί κατά αυτής. Εξάλλου σε  περίπτωση ματαίωσης της προνομιακής  κατάταξης της καθ’ ής, το ίδιο το ανακόπτον θα καταταγεί επικουρικά από το ανακύπτον υπόλοιπο για το τμήμα της απαίτησής του, που δεν ικανοποιήθηκε, όπως είχε ορίσει η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη διάταξη του άρθρου 978 παρ, 2 και  977 παρ. 3 ΚΠολΔ τελευταίο εδάφιο, ώστε έχει προδήλως έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής, χωρίς να είναι  απαραίτητο να στραφεί και κατά των λοιπών επικουρικώς καταταγέντων, αφού δεν του είναι αναγκαίο να αμφισβητήσει και την επικουρική κατάταξη αυτών για να καταταγεί το ίδιο επικουρικά στο αποδεσμευόμενο ποσό (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη) ΚΠολΔ2 2021 σ.556 στο τέλος). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ανακοπή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, ώστε κατά παραδοχή του λόγου αυτού της ανακοπής θα πρέπει  να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση  (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), αναφορικά με τον πρώτο λόγο ανακοπής,  ως προς την  πρώτη  καθ’ ών η ανακοπή – εφεσίβλητη και να  διακρατηθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος από το παρόν Δικαστήριο. Ο άνω λόγος ανακοπής είναι νόμιμος ως στηριζόμενος στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της   καθ΄ής η ανακοπή ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………» και σε εκτέλεση του του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό ………./2014 διαταγής πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και του πρώτου  απογράφου εκτελεστού της με αριθμό ……./2015 διαταγής πληρωμής του K. Ειρηνοδίκη Πειραιά, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της συμβολαιογράφου  Αθηνών ………….., οριζόντια ιδιοκτησία — διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου. επιφάνειας 93,60 τ.μ επί πολυκατοικίας κείμενης στο Κερατσίνι Αττικής.», επί της οδού ……….. ιδιοκτησίας της καθής η εκτέλεση οφειλέτιδας ….. … Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ………../27-11-2019 έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης της ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, το εκλειστηριασθέν στις 27-11-2019 ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα, έναντι συνολικού ποσού 64.321,00 €.  Στο πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν : α) το  Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. E Πειραιά, για  ληξιπρόθεσμες και προνομιακές κατ’ άρθρο 5, 6 και 61 Κ.Ε.Δ.Ε. απαιτήσεις κατά της ως άνω οφειλέτιδας,  συνολικού ποσού 26.903,84 €, προερχόμενες από ΕΤΗΔΕ, ΕΝΦΙΑ, εισφορές και φόρο Εισοδήματος β) Ο το ΕΦΚΑ ΚΕΑΟ Πειραιά, για τα ποσά των 6.458,15 € και 7.339,24 €, γ) η επισπεύδουσα …………. για απαιτήσεις της συνολικού ποσού 187.891,54 € και ειδικότερα   i) 135.476,32 € , ii) 26.659,88 και  iii) 20.472,21.  από τις οποίες οι  ii) και  iii) ήταν εμπράγματα ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης, δ) η …………….. για ποσό 97.888,66 €, δ) η εταιρία με την επωνυμία «……………. ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας  “ ……. ……..» για ποσό 2.801,40 €, και ε) η εταιρία την  ………..  ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας …………. για ποσό  65.461,38€. Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο με την παρούσα ανακοπή πίνακα κατάταξης. Αφού προαφαίρεσε, για τα έξοδα εκτέλεσης το ποσό των 4.781,10 € απέμεινε καθαρό προς διανομή υπόλοιπο το ποσό των διανομή ποσό των  59.539,90 €, στο οποίο κατέταξε : Α) προνομιακά και οριστικά 1)  την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στο ποσό των 1.364,32 €, για τα αφαιρεθέντα και παρακρατηθέντα έξοδα, 2) την επισπεύδουσα «………….» για έξοδα εκτελέσεως μη αφαιρεθέντα και μη παρακρατηθέντα στο ποσό των 3.416,78 €, 3) το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο διά της ΔΟΥ Ε’ Πειραιά   (από το  25% του πλειστηριάσματος) για ποσό 9.839,09 €.  2)  το ΕΦΚΑ ΚΕΑΟ Πειραιά για τα ποσά των  2.684,06 € και 2.361,83 € και συνολικά 5.045,89 €, (από το  25% του πλειστηριάσματος)  Β) προνομιακά υπό την αίρεση  της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της την καθ΄ής η ανακοπή επισπεύδουσα  «…………» για  ποσό 38.700,94 € (στο 65 % του πλειστηριάσματος). Γ) μη προνομιακά και  τυχαία ως εγχειρόγραφους δανειστές:  1) την επισπεύδουσα …. για ποσό 2.313,51 € και ποσό 503,37 €, που δεν ικανοποιήθηκαν προνομιακά, ήτοι 2.816,88 €, 2) την  ………..  για το ποσό των 1.848,24 €, 3)  την  ……… ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας …….. για ποσό  1.235,97 € και 4) την εταιρία …….. για ποσό 52,89 €.  ¨Όπως επικαλείται η καθ΄ής η ανακοπή στην από 2.12.2019  αναγγελία της : Η i) απαίτηση ποσού 135.476,32 €  απορρέει από την υπ’ αριθμ. ………/24.06.2005 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 100.000 €, για την οποία εκδόθηκε η με αρ. ……./2014 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε  η οφειλέτρια να καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 104.038,76 €. Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επέδωσε στην καθ΄ής η εκτέλεση στις 16.10.2024 και για δεύτερη φορά στις 12.6.2018 (βλ. την με αρ, …../12-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….).  Η δε απαίτηση αυτή είναι  εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 120.000 €, που εγγράφηκε δυνάμει της με αρ. 5207/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  την 29.06.2005 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, σε τόμο …… , α.α. 2 .Η iii) απαίτηση ύψους 25.755,34 που απορρέει από την υπ’ αριθμ. …../10.11.2000 Ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 29.494 €, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 393/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε  η οφειλέτρια να καταβάλει ποσό 18.796,19 €. Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμής η ως άνω Τράπεζα  επέδωσε στην καθ΄ής η εκτέλεση στις 16.10.2024 και για δεύτερη φορά στις 12.6.2018 (βλ. την με αρ, …../12-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..).  Η  απαίτηση αυτή είναι  εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 38.342,00€, που έχει εγγραφεί δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενεγράφη την 16.11.2000 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, σε Τόμο …, αρ…… Ενώ όμως η καθ’ ής η ανακοπή επέδωσε για δεύτερη φορά τις ως άνω διαταγές πληρωμής στις 12.6.2018,  οπότε οι άνω διαταγές πληρωμής κατέστησαν τελεσίδικες στις 4.7.2018,  μετά την  άπρακτη πάροδο της προθεσμίας 15 εργασίμων ημερών για  άσκηση  ανακοπής του άρθρου 633 παρ.1 ΚΠολΔ (άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ) αυτές δεν τράπηκαν σε υποθήκη εντός  προθεσμίας  90 ημερών, ήτοι έως τις 2.12.2018, κατά τη διάταξη του άρθρου 1323 αρ.2  ΑΚ (βλ. το από 18.4.2019 πιστοποιητικό κτηματολογίου του επιδίκου ακινήτου, όπου φαίνονται την άνω ημερομηνία ακόμα εγγεγραμένες οι άνω προσημειώσεις υποθήκης,  οι οποίες συνεπώς δεν  τράπηκαν σε υποθήκη).  Η (απολιπόμενη) καθ’ ής η ανακοπή είχε το βάρος επίκλησης ότι οι άνω προσημειώσεις υποθήκης τράπηκαν εμπρόθεσμα σε υποθήκες (που δεν έγινε), είτε ότι ασκήθηκε κατά αυτών εμπρόθεσμα ανακοπή, το οποίο όμως δεν προκύπτει και σε κάθε περίπτωση  δεν ισχυρίστηκε. Συνεπώς οι άνω προσημειώσεις υποθήκης έχουν αποσβεσθεί, ώστε η καθ’ ής η ανακοπή έχει εκπέσει από το προνόμιό της και θα πρέπει κατά  τη διάταξη του άρθρου 978 παρ.2 και 977 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο του ΚΠολΔ να κληθούν οι επικουρικώς καταταγέντες,  όπως όρισε και η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος,  ήτοι αφού δεν υπάρχουν  άλλοι ειδικοί προνομιούχοι δανειστές, αλλά μόνο γενικοί προνομιούχοι και εγχειρόγραφοι δανειστές στο 70 % του αποδεσμευόμενου ποσού των 38.700,94 €   καλείται το Ελληνικό Δημόσιο και ο ΕΦΚΑ, ενώ από το υπόλοιπο  θα ικανοποιηθούν οι λοιποί πιστωτές (και η καθ΄ής που μεταπίπτει πλέον σε εγχειρόγραφη δανείστρια).  Η απαίτηση του Δημοσίου σε βάρος της οφειλέτριας  ανέρχεται σε  26.903,84 € και  με βάση το γενικό προνόμιό του κατατάχθηκε στον πίνακα κατατάξεως σε  9.839,09 €,  (κατάταξη που είναι οριστική, αφού δεν αμφισβητήθηκε με ανακοπή), ώστε απέμεινε υπόλοιπο 16.254,75 €. Κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της επίδικης  ανακοπής του, έχει ικανοποιηθεί κατά το  επιπλέον ποσό των 3.416,78€, το  οποίο είχε προαφαιρέσει η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος ως έξοδα υπέρ της επισπεύδουσας,  ως προς το οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης και κατέταξε επιπλέον το ανακόπτον.  Κατά  τη διάταξης αυτής η καθ’ ής η ανακοπή άσκησε την (Α) έφεσή της, η οποία έχει ήδη απορριφθεί ως ανυποστήρικτη από το παρόν Δικαστήριο, ώστε η απόφαση ως προς αυτήν έχει καταστεί τελεσίδική (δεν υπόκειται  σε ανακοπή ερημοδικίας).  Κατά συνέπεια το άνω  εκκαλούν – ανακόπτον έχει ικανοποιηθεί ως προς συνολικό ποσό των  (9.839,09 + 3.416,78) 13.255,87, ώστε απομένει υπόλοιπο της απαίτησής  του (26.903,84 – 13.255,87)13.647,97€. Μετά την ματαίωση της προνομιακής κατάταξης της καθ’ ής το αποδεσμευόμενο ποσό  ανέρχεται σε 38.700,94 € και το 70% αυτού, σε 27.090,65, ώστε από αυτό είναι δυνατή η ικανοποίηση ολόκληρου του υπολοίπου της  απαίτησης του ανακόπτοντος (όπως και ολόκληρου του υπολοίπου της απαίτησης  του ΕΦΚΑ, ύψους 8.751,50 €, το οποίο όμως δεν έχει ασκήσει σχετική ανακοπή, ώστε να μην ωφελείται, όπως και οι λοιποί δανειστές).  Κατά συνέπεια  θα πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ανακοπής και να  μεταρρυθμισθεί  ο επίδικος πίνακας κατάταξης, κατά το άνω ποσό των 13.647,97€, όπως εκτέθηκε και ορίζεται στο διατακτικό. Με δεδομένο, εξάλλου ότι έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης και αντίστοιχα  ο άνω λόγος της ανακοπής,  παρέλκει η έρευνα του επικουρικά προβαλλόμενου δεύτερου λόγου της έφεσης, που άσκησε το εκκαλούν για την περίπτωση  που δεν ευδοκιμούσαν οι ανωτέρω, διώκοντας την παραδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής του.  Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ). Τέλος, παράβολο ανακοπής ερημοδικίας δεν θα οριστεί, ως προς την απολιπόμενη (β) εφεσίβλητη ενόψει του ότι, όπως εκτέθηκε, δεν επιτρέπεται η άσκηση αυτού του ενδίκου μέσου στη διαδικασία αυτή (ΚΠολΔ 937 περ. β).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ  αντιμωλία των διαδίκων: α) την  από 8.9.2023 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2023 έφεση, β)  από 23.6.2022 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023 έφεση,  γ) την από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ……../2025  αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δ) την   από 24.1.2025 και  με αριθ. κατ. ΓΑΕΚ/ΕΑΚ  ………/2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εκκαλούσας της (α) από 23.6.2022 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023  έφεσης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) €.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος  της (Γ-Δ) αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα του καθ΄ού αυτών Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων  (500) €  και για τις δύο υποθέσεις.

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εφεσίβλητης,  επί της (β) από  8.9.2023 και   με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023   έφεσης.

ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή  τυπικά και  κατ΄ουσίαν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη, με αρ. 1881/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς  την πρώτη των   καθ’ών η ανακοπή «………..», αναφορικά με τον πρώτο λόγο της από 26.6.2020 και με αρ. καταθ. ………../2020 ανακοπής.

ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 26.6.2020 και με αρ. καταθ. ………../2020 ανακοπής κατά το μέρος αυτό.

ΔΕΧΕΤΑΙ τον πρώτο λόγο αυτής.

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΖΕΙ τον με  αρ. ……./2020 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών ……………., ως εξής :

ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ την 1η των καθ’ ών η ανακοπή από το ποσό των δέκα τριών  χιλιάδων, εξακοσίων σαράντα επτά ευρώ  και ενενήντα λεπτών (13.647,97) €,  ως προς το οποίο είχε καταταγεί ως προνομιούχος δανείστρια και κατατάσσει στο ανωτέρω απελευθερούμενο ποσό προνομιακά και οριστικά .το  ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, επί της ως άνω έφεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την  8.12.2025.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ