Αριθμός 743/2025
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία– Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Α. ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….., ο οποίος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει τύποις στις ………., εν τοις πράγμασι δε στην …. Αττικής, οδός …………, 2) …………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ………….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β. ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει τύποις στις ………., εν τοις πράγμασι δε στην ….. Αττικής, οδός ……….., 2) ………., κατοίκου ………. Αττικής, οδός ………….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………………, ο οποίος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων – εκκαλών – εφεσίβλητος, με την από 21.10.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ……………./2019) αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 614 παρ. 5 ΚΠολΔ) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 3894/2022 οριστική του απόφαση και έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή.
Την απόφαση αυτή προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου:
Α] Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 12.05.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ……………/2025) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. …./2025 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -……-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Β) Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με την από 30.01.2023 (αριθ. εκθ. καταθ. ……../2023) έφεσή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. …………./2025 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…..-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος-εκκαλούντος – εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ οι εναγόμενοι–εφεσίβλητοι–εκκαλούντες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις και δη: Α] Η από 12.05.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ……………/2025) έφεση του ηττηθέντος εν μέρει πρωτοδίκως ενάγοντος κατά της υπ’ αριθ. 3894/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 21.10.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2019) αγωγή και Β] Η από 30.01.2023 (αριθ. εκθ. καταθ. …../2023) έφεση των ηττηθέντων εν μέρει πρωτοδίκως εναγομένων κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠολΔ και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 § 1 εδ. α’ σε συνδ. με άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής απόφασης και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω ειδική διαδικασία και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 1270/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- βλ. Ν. Νίκα, «Πολιτική Δικονομία III – Ενδικα Μέσα», εκδ. 2007, § 114, αρ. περιθ. 3, σελ. 223- Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση- Ερμηνεία Νομολογία», εκδ. 2015, αρ. περιθ. 1665 σελ. 417, αρ. περιθ. 1700, σελ. 425, αρ. περιθ. 1792μδ, σελ. 454 και αρ. περιθ. 1810, σελ. 460).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 272 παρ. 1 – 2 και 524 παρ. 1 – 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 30 και 44 παρ. 1 του ν. 3994/2011 αντίστοιχα και διαμορφώθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 4842/2021, συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ’ έφεση δίκη, εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις που ισχύουν επί ερημοδικίας του ενάγοντος κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς το δικαστήριο ερευνά, εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος και η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως γι’ αυτή, «εφόσον είναι παραδεκτή». Ειδικότερα, εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο εφεσίβλητος ερευνάται εάν ο απολιπόμενος εκκαλών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στην μεν αποφατική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και διατάσσεται νέα κλήτευση (άρθρα 524 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2, 271 ΚΠολΔ), στην καταφατική δε περίπτωση απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ερευνηθεί η ουσία της υπόθεσης. Προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της έφεσης είναι η, κατά τους ορισμούς του άρθρου 271 του ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έρευνα της νόμιμης κλήτευσης του απολιπόμενου διαδίκου ή της επίσπευσης της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι για τυπικό λόγο, διότι, παρ’ ότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό είναι πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (βλ. ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 355/2016, ΑΠ 467/2016, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1192/2015, ΑΠ 693/2014, ΑΠ 2221/2014 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 131/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, όπου και οι αμέσως προηγούμενες παραπομπές).
ΙΙΙ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 30.01.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………/2023 και με αριθμό πρωτ. προσδ. ……………./2025 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3894/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 21.10.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου …………………. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι’ αυτό η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [20.12.2022], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της υπό στοιχείο (Β) ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 2.02.2023). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……………./2025 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης έφεσης, η επίσπευση της συζήτησης αυτής έγινε με πρωτοβουλία του εφεσίβλητου, ο οποίος επέδωσε στους εκκαλούντες αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (βλ. τις με αριθμό Γ΄…../4.6.2025 και Γ΄……/4.6.2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………….προς την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει τύποις στις ……. , εν τοις πράγμασι δε στην …….. Αττικής, οδός …………. και προς τον …………., κάτοικο ……….. Αττικής). Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου (….), οι εκκαλούντες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ότι επιθυμούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εκπροσώπησή τους στο ακροατήριο, με προτάσεις. Επομένως, αφού προηγουμένως η ένδικη έφεση γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα των λόγων της, εφόσον οι εκκαλούντες ερημοδικούν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος εκ μέρους του τελευταίου αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της ήττας τους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τους ερήμην δικασθέντες εκκαλούντες, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα επίσης οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΙV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271 και 524 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ, με τον Νόμο 4335/2015, δεδομένου ότι η έφεση ασκήθηκε το έτος 2025 (άρθρο ένατο παρ. 2 του Νόμου 4335/2015), ήτοι μετά την 1.1.2016, προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου, κατά τη συζήτηση της κατ’ έφεση δίκης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει ποιό από τα διάδικα μέρη είναι εκείνο που επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης. Εφόσον βεβαιωθεί ότι τη συζήτηση την επισπεύδει ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος απουσιάζει, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμό Γ΄………../4.6.2025 και Γ΄…./4.6.2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………… προς την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………….» που εδρεύει τύποις στις ………….., εν τοις πράγμασι δε στην ……….. Αττικής, οδός …………. και προς τον ………., κάτοικο ……… Αττικής, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών προκύπτει ότι, αντίγραφο της έφεσής του, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εφεσίβλητους. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου (13), οι ανωτέρω εφεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ότι επιθυμούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εκπροσώπησή τους στο ακροατήριο, με προτάσεις. Επομένως, αφού η συζήτηση της υπό κρίση έφεσης επισπεύδεται από τον εκκαλούντα πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 524 παρ. 4. εδ. α΄ του ΚΠολΔ), οριζομένου παράβολου ερημοδικίας (άρθρα 501, 502, 505 του ΚΠολΔ).
V. Η κρινόμενη από 12.05.2025 (αριθμ. κατ. …………../2025) έφεση κατά της υπ` αριθ. 3894/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 591, 614§ 5 και 621 του ΚΠολΔ] έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β», 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι’ αυτό η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [20.12.2022], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της υπό στοιχείο (Α) ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 12.05.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα το απαιτούμενο κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, όπως άλλωστε προκύπτει από το με αριθμό ……………. e-παράβολο ποσού (8) ευρώ και προσκομίστηκε η από 12-05-2025 απόδειξη πληρωμής του από την Τράπεζα Πειραιώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 5, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).
VI. Στην προκειμένη περίπτωση, o ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 21.10.2019 αγωγή του, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων εξέθετε ότι τυγχάνει δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Ότι με την ιδιότητά του αυτή, τον μήνα Ιούνιο του έτους 2017, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ιδιοκτήτριας του πλοίου M/V “GK” σημαίας Τόγκο, ανέθεσε σ’ αυτόν τις αναφερόμενες στο δικόγραφο εργασίες, δικαστικές και εξώδικες, προκειμένου να διευθετήσει τις διαφορές που είχαν προκύψει ανάμεσα στην πλοιοκτήτρια εταιρεία και τους εργολάβους που επισκεύαζαν το πλοίο αλλά και ανάμεσα σ’ αυτήν και το ναυτολογημένο πλήρωμα. Ότι επιπλέον, του ανέθεσε την εντολή να προβεί σε όσες εργασίες ήθελε απαιτηθούν προκειμένου το πλοίο να ναυλωθεί, άλλως να πωληθεί. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά, ανέθεσε σ’ αυτόν την εντολή να εκτελέσει για λογαριασμό του τις αναφερόμενες στο δικόγραφο προσωπικές του υποθέσεις. Ότι με βάση τα συμφωνηθέντα, η αμοιβή του θα καταβάλλονταν από τα κέρδη της ναύλωσης άλλως από το τίμημα της εκποίησης του πλοίου. Ότι παρά το γεγονός ότι ο ενάγων εκτέλεσε προσηκόντως τις αναλυτικά στο δικόγραφο εργασίες και ενώ το πλοίο εκπλειστηριάστηκε, ο δεύτερος εναγόμενος, στις 27.09.2019, ανακοίνωσε σ’ αυτόν την λύση της μεταξύ τους συνεργασίας και αρνήθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το σύνολο της νόμιμης αμοιβής του, το οποίο ανέρχεται σε 53.284 ευρώ, επιμεριζόμενο στα αναγραφόμενα στο δικόγραφο ποσά για κάθε εργασία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το παραπάνω ποσό των 53.284 ευρώ για τις παραπάνω αιτίες, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του δεύτερου εναγομένου, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, πλην του κονδυλίου ύψους 4950 ευρώ το οποίο αφορούσε αμοιβή από εργολαβικό δίκης, με την αιτιολογία ότι η συμφωνία έπρεπε να συνομολογηθεί εγγράφως και τέτοιο έγγραφο δεν επικαλέστηκε ο ενάγων και πλην του αιτήματος περί προσωπικής κράτησης, έκανε την αγωγή δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.855 ευρώ και τον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 2.960 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε αυτούς στην καταβολή μέρους της δικαστικής του δαπάνης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του και ζητεί την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
VII. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ.1, 58, 59 του Ν. 4194/2013 ο δικηγόρος δικαιούται αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή αυτή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες δικαστικές ή εξώδικες. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζεται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού [άρθρ. 57 παρ. 1, 58 παρ. 1, 2, 3]. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. Σε περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή [εργολαβικό δίκης]. Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης [παράγρ. 1 εδ. α και β]. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημιές αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, νυχτερινή εργασία ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία και αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η συμφωνία αυτή, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας [παραγρ. 2 εδ. α και 4 εδ.α]. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία. Ως επιτυχής έκβαση της δίκης (άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων), νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, όπως επί εξώδικης λύσης της διαφοράς, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής, μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 του Εισ.ΝΑΚ εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές οπότε η συμφωνία του εργαζόμενου με το δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 92 του Ν.Δ.3026/1954 ήδη παρ. 2 άρθρου 60 του Ν. 4194/2013 [ Κώδικα περί Δικηγόρων] να καταρτισθεί εγγράφως (ΑΠ 1266/2018, 399/2015]. Κατ’ ακολουθίαν η έγγραφη κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου του για τη διεκπεραίωση εργασίας σχετικής με διεκδίκηση εργασιακής απαιτήσεως αποτελεί συστατικό τύπο, που καθιερώθηκε για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, και η μη τήρησή του επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως κατά τα άρθρα 158, 159 και 180 ΑΚ [ΑΠ 945/2019]. (ΑΠ 345/2023, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 492/2017, Ιστοσελίδα ΑΠ).
VIII. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ………………. και …………. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 6.10.2020, όπου η υπόθεση συζητήθηκε το πρώτον, από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα. 336§3, 339, 340, 390, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα από τα οποία έγγραφα αναφέρονται ειδικά κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, από τις υπ’ αριθμ. …./2020, ../2020 και ../2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … ., ……….. και ………….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά ………….., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων (βλ. την υπ’ αριθμ. …./ 18.12.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά .. …….), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με ΑΜ …………, έχει δε την επαγγελματική του έδρα στην οδό …………….. στον Πειραιά. Η πρώτη εναγομένη εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη, από τον Αύγουστο του 2016 έως τον Μάρτιο του έτους 2018, ήταν ιδιοκτήτρια του φορτηγού πλοίου M/V «CK», με σημαία Τόγκο, κοχ 2800, εμπορικής αξίας, την περίοδο εκείνη, 900.000 $ USA. Ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Το εν λόγω πλοίο, από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2016 όπου αγοράστηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, ήταν ελλιμενισμένο στο θαλάσσιο χώρο έμπροσθεν του ναυπηγείου της εταιρείας «…………….» στο Πέραμα προς εκτεταμένη επισκευή. Ειδικότερα, εντός διαστήματος δύο ετών, πραγματοποιήθηκαν σ’ αυτό εργασίες αλλαγής σωληνώσεων, ελασμάτων (λαμαρίνες) όπως επίσης μηχανουργικές εργασίες προς προετοιμασία του προς απόπλου, εντούτοις όμως οι προγραμματισμένες επισκευές δεν ολοκληρώθηκαν, με ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρείας, η οποία δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τις επισκευές. Παράλληλα, την περίοδο αυτή, γίνονταν επιθεωρήσεις στο πλοίο από τον νηογνώμονα ………… σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς SOLAS, MARPOL και Load Line, χωρίς να καταστεί δυνατόν να εκδοθούν πιστοποιητικά αξιοπλοϊας γι’ αυτό. Εξάλλου, από τον 9ο/2016, στο πλοίο ήταν ναυτολογημένο εξαμελές πλήρωμα (πλοίαρχος, υποπλοίαρχος, α΄ μηχανικός, ναύκληρος, ναυτομάγειρας, ναύτης), όλοι υπήκοοι Ουκρανίας. Εντούτοις, λόγω οικονομικών δυσκολιών, η πλοιοκτήτρια εταιρεία σταμάτησε να τους καταβάλει τους μισθούς τους από τον Ιανουάριο του 2017 και μετά, ενώ τον Μάιο του ίδιου έτους έπαυσε και την χορήγηση επαρκούς τροφοδοσίας προς αυτούς, με αποτέλεσμα αυτοί να αναγκαστούν να προσφύγουν στο Γραφείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας των εργαζομένων στις Μεταφορές (ITF). Το πλήρωμα κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του με υπαιτιότητα της πλοιοκτήτριας εταιρείες στις 19.9.2017 και ακολούθως πέτυχε την συντηρητική κατάσχεση του πλοίου προς εξασφάλιση των εργατικών απαιτήσεών του, (βλ. την υπ’ αριθμ. 1872/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με χρόνο δημοσίευσης την 6.12.2017). Τελικά, το πλοίο κατασχέθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/3.1.2018 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στη Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς ……………….. προς εκτέλεση πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η εμπορική δε αξία του, κατά το χρόνο της κατάσχεσης, εκτιμήθηκε στο ποσό των 382.500 ευρώ από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια. Ακολούθως, με επίσπευση των εργαζομένων ναυτικών, το πλοίο εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 28.03.2018, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../2018 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……….. και κατακυρώθηκε στη ναυτική εταιρεία «……………….» με έδρα στη Δημοκρατία των …………… αντί του συνολικού ποσού των 255.001,00 $. Ακολούθως, στις 25.6.2018, ο ως άνω Συμβολαιογράφος, επειδή το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των επισπευδόντων δανειστών και των αναγγελθέντων δανειστών 1) Διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ Β΄Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας ως εκπρόσωπος του ΕΦΚΑ, 2) Διοικητή του ΕΦΚΑ- ΚΕΑΟ- ΟΑΕΕ- ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, 3) ………… 4) …….., 5) ……………, 6) ……….. και 7) «………..», συνέταξε και εξέδωσε τον υπ’ αριθμ. …………/2018 πίνακα διανομής εκπλειστηριάσματος και κατατάξεως δανειστών, ο οποίος ανεκόπη κατ’ άρθρ. 979 ΚΠολΔ από τους …………., με αντίστοιχα δικόγραφα ανακοπών. Τον μήνα Ιούνιο του έτους 2017, όταν δηλαδή το πλοίο ήταν ελλιμενισμένο στο χώρο του ναυπηγείου της εταιρείας «……………», ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα προφορική εντολή όπως ο τελευταίος προβεί στις δέουσες εξωδικαστικές ενέργειες προκειμένου: α) να διευθετηθούν τα ζητήματα αμοιβής των εργολάβων ώστε να ολοκληρωθούν οι επισκευές σ’ αυτό με σκοπό να καταστεί αξιόπλοο, β) να διευθετηθούν στο μεσοδιάστημα τα θέματα του πληρώματος που είχε ναυτολογηθεί από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016 και παρέμενε πάνω στο πλοίο και γ) να επιτευχθεί η ναύλωση άλλως η πώληση του πλοίου. Ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε σιωπηρά η χρονοχρέωση με ποσό το προβλεπόμενο στο Παράρτημα Ι ΣΤ΄ του Ν. 4194/2013 ύψους 80 ευρώ ανά ώρα (άρθρο 59 παρ. 1,3 Ν. 4194/2013). Η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τον ενάγοντα μόλις πραγματοποιούνταν η ναύλωση άλλως η πώληση του πλοίου, ελλείψει ρευστότητας κατά το χρόνο συνομολόγησης της εντολής. Όπως κατέθεσαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά οι μάρτυρες …………………, στενός συνεργάτης του ενάγοντος – επιχειρηματίας, ………….., ναυτικός με εξειδίκευση στις ναυλώσεις και αγοραπωλησίες πλοίων και ………………, μεσίτης πλοίων, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, στα πλαίσια της ως άνω ευρείας εντολής που έλαβε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της πλοιοκτήτριας εταιρείας δεύτερο εναγόμενο διεκπεραίωσε κατά τις κάτωθι ημερομηνίες τις ακόλουθες εξωδικαστικές εργασίες: 1. Στις 19, 20, 22, 23, 26 και 27 Ιουνίου 2017, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις στο γραφείο του αντιπροσώπου του νηογνώμονα …………… για να ενημερωθεί για τις εργασίες επισκευής που γίνονταν στο πλοίο στο ναυπηγείο της εταιρείας «…………..» και το κόστος αυτών. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 6 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 1.440 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 960 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο α) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 1ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1440 ευρώ. 2. Στις 28, 29/6/2017 και 3, 4, 11, 13, 14, 17/7/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τους εργολάβους ………………. και με εκπροσώπους του ναυπηγείου της εταιρείας «………….» με σκοπό να διευθετήσει τις αμοιβές τους. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, η διαπραγματευτική ικανότητα του ενάγοντος είχε ως αποτέλεσμα οι ως άνω δανειστές να παραιτηθούν από τις αξιώσεις τους για επιπλέον χρήματα, οπότε η πρώτη εναγομένη πλοιοκτήτρια εταιρεία ωφελήθηκε κατά το ποσό των 165.000 $. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 8 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 1.920 ευρώ για την παραπάνω αιτία (διευθέτηση αμοιβών). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 1280 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο β) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 2ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1920 ευρώ. Αντίθετα, ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή ύψους 3% επί του ποσού των 165.000 $ κατά το οποίο μειώθηκαν οι απαιτήσεις των δανειστών, καθώς δεν αποδείχθηκε η σύναψη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων με έγγραφο τύπο, ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αποδεικτικός, ((βλ. Π. Γιαννόπουλο, Η δικηγορική αμοιβή κατά το νέο Κώδικα Δικηγόρων [Ν. 4194/2013] και η δικονομική προστασία της, 2016, υπό 3.2.2.2, σελ. 192, 193 και την προπαρατιθέμενη νομολογία στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια αλλά με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ από την παρούσα, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο σχετικός 3ος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. 3. Στις 28, 31/6/2017 και 21, 22, 24/8/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τις αρμόδιες υπηρεσίες του …………… προκειμένου να αποφευχθεί ο χαρακτηρισμός του πλοίου ως ναυαγίου και να καθυστερήσει ο χρόνος που οι οφειλές θα καθίσταντο απαιτητές. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια δύο ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 5 ημέρες χ 2 ώρες χ 80 ευρώ = 800 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών εκτέλεσε την ως άνω εργασία και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 400 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο δ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 4ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 800 ευρώ. 4. Στις 5,8,12,14,15/9/2017 και 2,9,10/10/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με εκπροσώπους του ναυπηγείου της εταιρείας «………………» με σκοπό να διευθετηθούν τα ζητήματα της απομάκρυνσης του πλοίου από το χώρο του ναυπηγείου λόγω του χαρακτηρισμού του ως επικίνδυνου αλλά και για να διευθετηθούν ζητήματα έκτακτων χρεώσεων. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 8 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 1920 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 1280 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ε) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 5ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1920 ευρώ. 5. Στις 18, 19, 26, 28/9/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον πράκτορα του πλοίου κ. ……. στο γραφείο του στον Πειραιά με σκοπό να διευθετηθούν ζητήματα του πληρώματος αλλά και με σκοπό την ανεύρεση αγοραστών για το πλοίο. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 4 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 960 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 640 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο στ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 6ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 960 ευρώ. 6. Στις 2, 14, 18/12/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με εκπροσώπους της Κοινοπραξίας ……… με σκοπό να διευθετηθούν οι απαιτήσεις της από την επισκευή του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 3 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 720 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 480 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ζ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 7ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 720 ευρώ. 7. Στις 20, 21, 22, 23/11/2017 είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον ναυλομεσίτη ………. με σκοπό να καταστεί δυνατή η ναύλωση άλλως η πώληση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 3 ημέρες χ 4 ώρες χ 80 ευρώ = 960 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης επί 4 ημέρες και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 640 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο η) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 9ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 960 ευρώ. 8. Στις 9, 14, 17/11/2017, στον Πειραιά, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον ναυλομεσίτη …………….. με σκοπό να καταστεί δυνατή η ναύλωση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 3 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 720 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 2 ώρες απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 480 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο θ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 10ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 720 ευρώ. 9.Στις 5, 11, 12, 15, 16, 17, 30, 31/10/2017, στον Πειραιά, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον ……………, ο οποίος, εκπροσωπούσε ρώσους αγοραστές, με σκοπό να υλοποιηθεί η πώληση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 8 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 1920 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 20 ώρες απασχόλησης συνολικά και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 1600 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ι) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 11ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1920 ευρώ. 10. Στις 20, 23, 24, 25/10/2017, στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με έτερο υποψήφιο αγοραστή του πλοίου ονόματι ……….. και τον δικηγόρο του ………. με σκοπό να καταστεί δυνατή η πώληση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τρεις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 4 ημέρες χ 3 ώρες χ 80 ευρώ = 960 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 4 ώρες απασχόλησης συνολικά και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 320 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ια) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 12ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 960 ευρώ. 11. Στις 1,2,3,6,7,8,9/11/2017, στο Πέραμα, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με έτερο υποψήφιο αγοραστή του πλοίου ονόματι ……….. και την δικηγόρο του με σκοπό να καταστεί δυνατή η πώληση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τέσσερις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 7 ημέρες χ 4 ώρες χ 80 ευρώ = 2240 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 15 ώρες συνολικά απασχόλησης και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 1200 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ιβ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 13ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 2240 ευρώ. 12. Στις 10, 13, 15, 16/11/2017, στο Πέραμα, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με έτερο υποψήφιο αγοραστή του πλοίου ονόματι …………… με σκοπό να καταστεί δυνατή η πώληση του πλοίου. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια τέσσερις ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 4 ημέρες χ 4 ώρες χ 80 ευρώ = 1280 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για την ως άνω αιτία 10 ώρες απασχόλησης συνολικά και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 800 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (στοιχείο ιγ) να εξαφανισθεί κατά τον βάσιμο προς τούτο 14ο λόγο έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1280 ευρώ. 13. Στις 2,3,16, 17, 19/4/2018, είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον υπάλληλο του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφο Πειραιά …………. για να ενημερώνεται για τον υπ’ αριθμ. ………./2018 πίνακα διανομής εκπλειστηριάσματος και κατάταξης δανειστών, τις αναγγελίες δανειστών και των ανακοπών των ασκηθέντων κατ’ αυτού. Οι συναντήσεις είχαν διάρκεια δύο ώρες κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 5 ημέρες χ 2 ώρες χ 80 ευρώ = 320 ευρώ για την παραπάνω αιτία. . Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιωπηρά το παραπάνω αίτημα του ενάγοντος και δεν του επιδίκασε κανένα ποσό για την παραπάνω αιτία έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς κατά τον βάσιμο προς τούτο 16ο λόγο έφεσης, να εξαφανισθεί η απόφαση στο 7ο φύλλο της κατά την 18η και 19η σειρά όπου αναφέρει ότι «….Δεν αποδείχθηκε άλλη εργασία την οποία εκτέλεσε ο ενάγων για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης….», να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 320 ευρώ για την παραπάνω αιτία. 14. Στις 1,4,5,7,11,13,14,19/6/2018 και 2,3/7/2028 συνέλλεξε στοιχεία για τις αναγγελίες των δανειστών στον πλειστηριασμό. Κατά τις ως άνω ημέρες εργάστηκε επί μία ώρα την κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 10 ημέρες χ 1 ώρα χ 80 ευρώ = 800 ευρώ για την παραπάνω αιτία. 15. Στις 6,9,10,12,16,17,18,20,23,24,25,27/7/2018 συνέλλεξε στοιχεία προς υποβοήθηση των πληρεξουσίων δικηγόρων του πληρώματος ώστε να καταταγούν προνομιακά έναντι των λοιπών αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών. Κατά τις ως άνω ημέρες εργάστηκε επί μία ώρα την κάθε φορά. Επομένως, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικαιούται αμοιβής ύψους 12 ημέρες χ 1 ώρα χ 80 ευρώ = 960 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών παρείχε για τις υπό τον αριθμό 14 και 15 αιτίες 15 ώρες απασχόλησης συνολικά και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 1200 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς το κονδύλιο αυτό της εκκαλουμένης (7ο φύλλο, σειρές 12 έως 18) να εξαφανισθεί κατά τους βάσιμους 17ο και 18ο προς τούτο λόγους έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των (800 + 960 =) 1760 ευρώ συνολικά για τις υπό τον αριθμό 14 και 15 αιτίες. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι όλες οι παραπάνω εξώδικες ενέργειες δεν είναι καθαρά δικαστικές, υπάγονται όμως στον ευρύτερο κύκλο του δικηγορικού λειτουργήματος, διότι η διεξαγωγή τους προϋποθέτει μελέτη και επαγγελματική απασχόληση αλλά κυρίως νομικές γνώσεις επιστημονικού επιπέδου επί των συμβάσεων έργου, ναύλωσης και πώλησης πλοίων. Αντιθέτως, το αίτημα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος να αμειφθεί με το ποσό των 5.580 ευρώ υπολογιζόμενο με το σύστημα της χρονοχρέωσης για το διάστημα 26,30/6/2017–5,6,7,10,19,21,24,25/7/2017-1,3,7,9,10/8/2017– 6,13,20,21/9/2017 και 3,4,6/10/2017, δηλαδή για 22 ημέρες χ 3 ώρες ημερησίως χ 80 ευρώ, επειδή επισκέπτονταν το πλοίο στο ναυπηγείο με σκοπό «…..να μεριμνήσει για τις στοιχειώδεις ανάγκες του πληρώματος, δίδοντάς του διάφορες προμήθειες….» προσπαθώντας να μεταπείσει τους ναυτικούς από το να μην καταγγείλουν τις συμβάσεις εργασίας τους (λόγω της μη πληρωμής των δεδουλευμένων τους) είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς αφορά εξώδικες εργασίες μη συναφείς προς την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, οι οποίες μπορούν να εκτελεστούν από οποιονδήποτε άλλο εντολοδόχο και αμείβονται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, (βλ. Π. Γιαννόπουλο, Η δικηγορική αμοιβή κατά το νέο Κώδικα Δικηγόρων [Ν. 4194/2013] και η δικονομική προστασία της, 2016, υπό 3.1.2.4, σελ. 122, 123). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το παραπάνω κονδύλιο (στοιχείο ζ εδαφ. β) με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά κατ’ αποτέλεσμα κατέληξε και συνεπώς ο σχετικός 8ος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών, εκτέλεσε για λογαριασμό του δεύτερου εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, τις ακόλουθες δικαστικές εργασίες, για τις οποίες δικαιούται να λάβει τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) νόμιμες αμοιβές: 1. Σύνταξη προτάσεων επί της από 28.7.2027 αγωγής (αρ.κατ.δικ. ……………/31.7.2017) του ……….. εναντίον του (μεταξύ άλλων), η οποία συζητήθηκε στις 7.02.2018 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4499/2018 απόφαση. Η αμοιβή του για την ως άνω δικαστική ενέργεια ανέρχεται στο ποσό των 769 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιωπηρά το παραπάνω αίτημα του ενάγοντος και δεν του επιδίκασε κανένα ποσό για την παραπάνω αιτία έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς κατά τον βάσιμο προς τούτο 15ο λόγο έφεσης, να εξαφανισθεί η απόφαση στο 7ο φύλλο της, πίσω σελίδα, κατά την 10η και 11η σειρά όπου αναφέρει ότι «… Άλλη νομική εργασία την οποία ανέθεσε ο δεύτερος εναγόμενος στον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε….», να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 769 ευρώ για την παραπάνω αιτία. 2. Εξέταση των μαρτύρων ……….. και …………… στις 30.11.2017 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, στα πλαίσια της ως άνω (υπο τον αριθμό 1) αστικής διαφοράς, (βλ. την από 23.11.2017 γνωστοποίηση μαρτύρων – κλήση, η οποία επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο στις 27.11.2017, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../ 2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ……… και τις υπ’ αριθμ. ……./2017 και …./2017 ένορκες βεβαιώσεις των αντίστοιχων μαρτύρων που συντάχθηκαν σχετικά). Η αμοιβή του για την ως άνω ενέργεια ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιωπηρά το παραπάνω αίτημα του ενάγοντος και δεν του επιδίκασε κανένα ποσό για την παραπάνω αιτία έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς κατά τον βάσιμο προς τούτο 15ο λόγο έφεσης, να εξαφανισθεί η απόφαση στο 7ο φύλλο της, πίσω σελίδα, κατά την 10η και 11η σειρά όπου αναφέρει ότι «… Άλλη νομική εργασία την οποία ανέθεσε ο δεύτερος εναγόμενος στον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε….», να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 200 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Τέλος, από την επισκόπηση της εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει ότι για την απασχόληση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος με την υποβολή και παρακολούθηση της πορείας της μήνυσης που υπέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος κατά του κ. ………… επιδίκασε σ’ αυτόν το ποσό των 960 ευρώ, (βλ. 7ο φύλλο της απόφασης, 21 έως 24 σειρά). Πρέπει συνεπώς ο σχετικός 19ος λόγος έφεσης με τον οποίο ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται για το αντίθετο να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2019 ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει στον ενάγοντα προς διεκπεραίωση των υποθέσεων τόσο του ιδίου, όσο και της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Όλα όμως τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, αφού, οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε καμία καταβολή προς εξόφληση της αμοιβής του. Συνεπώς, η υπό κρίση από 12.05.2025 έφεση, πρέπει να γίνει δεκτή και ακολούθως, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί για την ενότητα της εκτέλεσης στο σύνολό της, μαζί με την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, να διακρατηθεί η υπόθεση της από 21.10.2019 αγωγής και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί: α) η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.645 ευρώ [1440 + 1920 + 320 + 150 + 800 + 1920 + 960 + 720 + 960 + 720 + 1920 + 960 + 2240 + 1280 + 2400 + 627 + 855 + 736 + 879 + 1758 + 1760 + 320 = 25.645] και β) τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.929 ευρώ [960 + 1000 + 1000 + 769 + 200 = 3.929] , αμφότερα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος των εν μέρει ηττηθέντων εναγομένων (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 63 παρ.1, 68 παρ.1 και 69 παρ.1 Ν 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων») και θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των εφεσιβλήτων [άρθρα 501, 502 και 505 ΚΠολΔ], κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της από 12.05.2025 έφεσης με αριθμό …….. στον εκκαλούντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπό στοιχείο Α) από 12.05.2025 έφεση ερήμην των εφεσιβλήτων και την υπό στοιχείο Β) από 30.01.2023 έφεση ερήμην των εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθ. 3894/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 παρ. 5 ΚΠολΔ)
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση που ασκηθεί αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τους απολειπόμενους εκκαλούντες της υπό στοιχείο Β΄έφεσης στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό στοιχείο Β’ από 30.01.2023 έφεση κατ’ ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου της υπό στοιχείο Β’ από 30.01.2023 έφεσης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες κατά την άσκηση της υπό στοιχείο Β’ από 30.01.2023 έφεσής τους με το υπ’ αριθ. …………….. ηλεκτρονικό παράβολο.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση που ασκηθεί αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τους απολειπόμενους εφεσίβλητους της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ` ουσία την υπό στοιχείο Α΄ από 12.05.2025 έφεση
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 3894/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 21.10.2019 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε (25.645) ευρώ και τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα (3.929) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον ενάγοντα – εκκαλούντα του ηλεκτρονικού παράβολου ……………. ποσού οκτώ (8) ευρώ που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της έφεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στις 10 Δεκεμβρίου 2025 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ