Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 733/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   733/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………… τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Τρανταλίδης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία …………….., που εδρεύει στη …………. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ………………, [ΑΦΜ ……], κατοίκου ……., τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος τους Σοφία Καπίρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο εκκαλών, ……….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (α) την από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../31.1.2020 αγωγή, σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων και (β) την από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../28.12.2020 αγωγή, σε βάρος ομοίως των ήδη εφεσιβλήτων, ο δεύτερος δε των εφεσιβλήτων, ……….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 3.9.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./4.9.2020 αγωγή, σε βάρος του ήδη εκκαλούντος. Οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 19.9.2022 και επ’ αυτών εξεδόθη η με αριθμό 179/1923 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτών, εκ του λόγου ότι, δεν προσκομίσθηκε υπό των διαδίκων, ενημερωτικό έγγραφο, περί της δυνατότητας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της ένδικης διαφοράς. Ακολούθως, ο ενάγων, με την από 30.1.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./30.1.2023 κλήση του, επανέφερε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άπασες τις ανωτέρω αγωγές, συζητήσεως δε γενομένης αυτών την 21.3.2023, εξεδόθη η με αριθμό 666/2024 απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, με την οποία απερρίφθησαν οι ανωτέρω δύο αγωγές του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος και έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η αγωγή του δευτέρου των εναγομένων – εφεσιβλήτου.

Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 04.04.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./04-04-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/18-4-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση του ανωτέρω δικογράφου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, το οποίο εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 04.04.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/04-04-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/18-4-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 666/28.02.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί (α) της από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../31.1.2020 αγωγής του εκκαλούντος, σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων, (β) της από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../28.12.2023 αγωγής του εκκαλούντος, σε βάρος ομοίως των ήδη εφεσιβλήτων και (γ) της από 3.9.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../4.9.2020 αγωγής του δευτέρου εφεσιβλήτου κατά του ήδη εκκαλούντος, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία απερρίφθησαν οι ανωτέρω υπό στοιχεία (α) και (β) αγωγές και έγινε δεκτή η υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα την 28.02.2024, ενόψει του ότι η ένδικη έφεση κατετέθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 4-4-2024, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε, η ένδικη έφεση, αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

ΙΙ. (α) Ο ενάγων, ……………., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./31.1.2020 αγωγή, σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίζονταν ότι, δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και της πρώτης εναγομένης ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία …………, αυτός (ενάγων)  ναυτολογήθηκε την 25.6.2019 στο, υπό ελληνική σημαία, επιβατικό τουριστικό σκάφος περιηγήσεων Λ, κοχ. 7,12, νηολογίου ….. (…………..) πλοιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, …………, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου – Κυβερνήτη, αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού, εκ ποσού ευρώ 1.700. Παράλληλα, ο δεύτερος εναγόμενος, στα πλαίσια της εν λόγω συμβάσεως ναυτικής εργασίας, του παρείχε, άνευ ανταλλάγματος, τη χρήση ενός ισογείου διαμερίσματος, στο ξενοδοχείο, κυριότητός του (δευτέρου εναγομένου), Λ. Ότι αυτός (ενάγων) παρείχε κανονικά την εργασία του, πλην όμως οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν, ως όφειλαν εμπρόθεσμα τις συμφωνημένες αποδοχές του, ο δεύτερος δε εναγόμενος, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει από την εργασία του, χωρίς αυτός (ενάγων) να διεκδικήσει τις οφειλόμενες από την ανωτέρω σύμβαση ναυτικής εργασίας αποδοχές του, ήδη από την 25.8.2019, προέβη σε διακοπή της ηλεκτροδότησης και υδροδότησης του ανωτέρω ισογείου διαμερίσματος του οποίου τη χρήση είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα. Ότι ενόψει της μη συμμόρφωσης των εναγομένων στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ήτοι κατ’ εκτίμηση της αγωγής στην καταβολή των νομίμων αποδοχών του, την 11.10.2019, ο ενάγων κοινοποίησε στον δεύτερο εναγόμενο έγγραφο περί επίσχεσης εργασίας, έγγραφο το οποίο κοινοποίησε την 14.10.2019 και στο οικείο Λιμεναρχείο. Την 13.10.2019, ο δεύτερος εναγόμενος προκειμένου αυτός (ενάγων) να παραιτηθεί από τις νόμιμες αξιώσεις του (α) θυροκόλλησε στο ανωτέρω ισόγειο διαμέρισμα έγγραφο με το οποίο τον καλούσε να αποχωρήσει από το ανωτέρω ισόγειο διαμέρισμα, άλλως του γνωστοποιούσε ότι ο ίδιος θα προέβαινε σε έξωση αυτού (ενάγοντος), (β) έθραυσε το παρμπρίζ του ανωτέρω σκάφους και αφήρεσε το VHF αυτού, (γ) μετά την καταγγελία του ενάγοντος προς το οικείο Λιμεναρχείο ότι έλλειπαν από το εν λόγω πλοίο τα απαραίτητα έγγραφα και ο φανός πλεύσης αυτού ήταν χαλασμένος, γεγονός που δημιουργούσε κίνδυνο συγκρούσεως αυτού με άλλο διερχόμενο πλοίο, το οικείο Λιμεναρχείο επέβαλε απαγόρευση απόπλου στο εν λόγω πλοίο, πλην όμως ο δεύτερος εναγόμενος, χωρίς να διαθέτει δίπλωμα, απέπλευσε με το εν λόγω σκάφος σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων περιμετρικά της νήσου Ζακύνθου με σκοπό να του επιρρίψει ευθύνες. Ότι ο ίδιος (ενάγων) απεχώρησε από την ανωτέρω νήσο την 20.10.2019. Ότι για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο έως της απολύσεώς του και δη για το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 10.1.2020, οι εναγόμενοι του οφείλουν τις νόμιμες αποδοχές του, ανερχόμενες άνευ των νομίμων κρατήσεών του, στο ποσό των ευρώ 7.923,11 για το χρονικό διάστημα από 3/9/2019 έως 29/11/2019 και στο ποσό των ευρώ 3.627,59 για το χρονικό διάστημα από 1/12/2019 έως 10/1/2020. Περαιτέρω, κατά τη δέουσα εκτίμηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι, οι εναγόμενοι απέλυσαν αυτόν, άνευ υπαιτιότητός του και για το λόγο αυτό του οφείλουν ως αποζημίωση το ποσό των ευρώ 1.710,97. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι εκάλεσε τον δεύτερο εναγόμενο όπως προσέλθει στο Λιμεναρχείο Ζακύνθου προκειμένου να του καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές του και προβεί σε καταχώρηση της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, αυτός (δεύτερος εναγόμενος) δεν έπραξε τούτο, με αποτέλεσμα, συνεπεία της μη καταχώρησης της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, να αδυνατεί να ναυτολογηθεί σε έτερο πλοίο, με έτι περαιτέρω αποτέλεσμα, λόγω της μη νομότυπης απόλυσής του, οι εναγόμενοι να του οφείλουν «διαφυγόντες μισθούς» για το χρονικό διάστημα από 10.1.2020 έως 10.6.2020, οι οποίοι ανέρχονται μηνιαίως στο καθαρό ποσό των ευρώ 2.396,18 και συνολικά, στο ποσό των ευρώ 11.980,90. Επιπλέον, οι εναγόμενοι του οφείλουν το ποσό των ευρώ 1.000 ως έξοδα τροφοδοσίας. Ενόψει αυτών, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αναφέρεται στην εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητείται, ο ενάγων εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των ευρώ 11.550,70 ως δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 29.11.2019 και από 1.12.2019 έως 10.1.2020, το ποσό των ευρώ 1.000 για τροφοδοσία και το ποσό των ευρώ 1.710,97 ως αποζημίωση απολύσεως και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των ευρώ 11.980,90 «ως διαφυγόντες μισθούς» για το χρονικό διάστημα από 10.1.2020 έως 10.6.2020, τα ανωτέρω δε ποσά να του επιδικασθούν με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Και (β) ο ίδιος ενάγων, ……….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../28.12.2023 αγωγή, σε βάρος ομοίως των ήδη εφεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίζονταν ότι, δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και των εναγομένων, αυτός (ενάγων)  ναυτολογήθηκε την 25.6.2019 στο, υπό ελληνική σημαία, επιβατικό τουριστικό σκάφος περιηγήσεων Λ., κοχ. 7,12 νηολογίου …… (……….) πλοιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, …………, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου – Κυβερνήτη, αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού εκ ποσού ευρώ 1.700. Παράλληλα, ο δεύτερος εναγόμενος, στα πλαίσια της εν λόγω συμβάσεως ναυτικής εργασίας, του παρείχε, άνευ ανταλλάγματος, τη χρήση ενός ισογείου διαμερίσματος, στο ξενοδοχείο, κυριότητός του (δευτέρου εναγομένου), Λ.. Ότι από της ενάρξεως της ναυτολογήσεώς του στο ανωτέρω πλοίο, οι εναγόμενοι καθυστερούσαν συστηματικά την καταβολή των αποδοχών του, παρά το γεγονός ότι αυτός παρείχε με κάθε επιμέλεια και σύμφωνα με τα καθήκοντά του τις υπηρεσίες του, κατόπιν παρεμβάσεως δε του οικείου Λιμεναρχείου ο δεύτερος εναγόμενος συμφώνησε και του κατέβαλε για δεδουλευμένες αποδοχές του μόνον έως την 3.9.2019. Ότι αν και αυτός (ενάγων) συνέχισε να εργάζεται και μετά την εν λόγω καταβολή στην πρώτη εναγομένη επιχείρηση με την ανωτέρω ειδικότητά του, αφού ο δεύτερος εναγόμενος δεν προέβη άμεσα στην απόλυσή του, γεγονός που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κατά την 28.1.2020, οπότε ήγειρε την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αγωγή του το ναυτικό του φυλλάδιο παρέμενε «ανοιχτό», διότι δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη απόλυσή του και ενώ ελλείψει συμφωνηθείσας αμοιβής ο νόμιμος μισθός του ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 2,396 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με την οικεία ΣΣΕ, ο δεύτερος εναγόμενος δεν του κατέβαλε τους οφειλόμενους μισθούς του, αλλά προκειμένου να μη διεκδικήσει τους μισθούς του (α) προέβη σε διακοπή της ηλεκτροδότησης και υδροδότησης του ισογείου διαμερίσματος όπου αυτός (ενάγων) διέμενε και (β) μετέρχονταν απειλές σε βάρος του από την 25.8.2019 έως την 20.10.2019, οπότε αυτός (ενάγων) απεχώρησε από το νησί, ότι θα τον διώξει από το διαμέρισμα που του είχε παραχωρήσει. Ότι αυτός (ενάγων) άσκησε την 11.10.2014, δια εγγράφου που κοινοποίησε στον δεύτερο εναγόμενο το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, έχει δε ήδη εγείρει την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αγωγή του καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος δεν προσήλθε στο οικείο Λιμεναρχείο να του καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς του και να ζητήσει την καταχώρηση της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, με αποτέλεσμα η ναυτολόγησή του σε έτερο πλοίο να καθίσταται αδύνατη. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, ο δεύτερος εναγόμενος προχώρησε σε νομότυπη απόλυσή του μόλις την 28.9.2020, ήτοι μετά την παρέλευση δέκα τριών μηνών, καταχωρώντας την απόλυσή του στο ναυτικό του φυλλάδιο και ότι παρά το γεγονός ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) ομολόγησε στην από 3.9.2019 αγωγή του ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας την 3.9.2019, προχώρησε σε νόμιμη απόλυσή του την 28.9.2020, με αποτέλεσμα καθόλο το ανωτέρω διάστημα των δέκα τριών μηνών αυτός (ενάγων) να αδυνατεί να εργασθεί σε έτερο πλοίο. Για τους λόγους αυτούς, ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι, δικαιούται «διαφυγόντες μισθούς» για τα χρονικά διαστήματα από 3.9.2019 έως 9.1.2020 και από 11.6.2020 έως 28.9.2020, οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των ευρώ 10.063,16 και 8.386,63, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των ευρώ 18.449,79. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 20.000, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία (α) του γεγονότος ότι επί δέκα τρεις μήνες ελλείψει νομότυπης απόλυσής του στερήθηκε το προς εργασία δικαίωμά του, το οποίο τυγχάνει συνταγματικώς κατοχυρωμένο, αφού καθόλο αυτό διάστημα δεν ηδύνατο να ναυτολογηθεί σε έτερο πλοίο λόγω της μη νομότυπης απόλυσής του, με αποτέλεσμα να διακινδυνεύσει η διαβίωση αυτού και της οικογένειάς του, γεγονός που του προκάλεσε άγχος και αβεβαιότητα για το εργασιακό του μέλλον, (β) του γεγονότος ότι ο δεύτερος εναγόμενος ως πλοιοκτήτης του εν λόγω πλοίου παρακρατούσε τα δεδουλευμένα του από δυστροπία και κακοβουλία και όχι συνεπεία ταμειακής του δυσχέρειας, (γ) η Λιμενική Αρχή, την 13.9.2019, του απέστειλε κλήση σε απολογία για ελλείψεις που εμφάνιζε το ανωτέρω πλοίο και για τις οποίες υπεύθυνος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και επιπλέον, συνεπεία των ελλείψεων αυτών του επεβλήθη πρόστιμο εκ ποσού ευρώ 650, ποσό για το οποίο δεσμεύθηκε ο τραπεζικός του λογαριασμός και (δ) της έκθεσής του στον κίνδυνο ποινικής του τιμωρίας, η οποία θα είχε συνέπειες στην καριέρα του ως Πλοιάρχου, γεγονός που του προκάλεσε άγχος. Συγκεκριμένα, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, την 25.8.2019, καθόν χρόνο το ανωτέρω σκάφος ευρίσκετο στον Όρμο «Κερί», κατόπιν ελέγχου του Λιμεναρχείου Ζακύνθου, διεπιστώθη ότι αυτό δεν ανταποκρίνονταν στα πιστοποιητικά ασφαλείας, αφού έλειπε έναν παιδικό σωσίβιο και ένα σωσίβιο ενηλίκων, είχαν δε υποστεί φθορά πέντε παιδικά και δέκα πέντε σωσίβια ενηλίκων, λόγω μη λειτουργίας αμοιβού συσσωρευτή σκάφους, του διακόπτη εργάτη αλύσεως άγκυρας από τη θέση της γέφυρας, ήταν δε φθαρμένα τα στηρίγματα της πρυμναίας κλίμακας και δεν λειτουργούσε ο δεξιός πλευρικός φανός πορείας, δεν διέθετε σωσίβια και όσα διέθετε ήταν σάπια και ελλιπή, δεν λειτουργούσε το μπουτόν αλύσεως της άγκυρας από τη θέση του καπετάνιου, δεν διέθετε VHF και παράλληλα, είχε επιβληθεί απαγόρευση απόπλου στο εν λόγω πλοίο κατόπιν ιδικής του (ενάγοντος) καταγγελίας, που αφορούσε σοβαρές ελλείψεις στο σκάφος και είχαν δεσμευθεί τα ναυτιλιακά έγγραφα αυτού, το Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης του οποίου δεν ήταν σε ισχύ και παρά ταύτα, χωρίς άδεια αυτού (ενάγοντος) ο οποίος ήταν ο Πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, ο δεύτερος εναγόμενος απέπλευσε από τον όρμο «Κερί» προς τον λιμένα Αγ. Σώστης, ο οποίος βρίσκονταν 3-4 μίλια μακριά, σε βραδινές ώρες, χωρίς να διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα διακυβέρνησης και χωρίς άδεια του οικείου Λιμεναρχείου, με κίνδυνο βυθίσεως του πλοίου ή συγκρούσεως αυτού με έτερο. Ενόψει αυτών, κατόπιν παραδεκτού εν μέρει περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, εζήτησε (α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των ευρώ 18.449,79 ως «διαφυγόντες μισθούς» για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από 3.9.2019 έως 9.1.2020 και από 11.6.2020 έως 28.9.2020 και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των 20.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Περαιτέρω, ζήτησε να ανωτέρω ποσά να του καταβληθούν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Οι ανωτέρω αγωγές, αφού συνεκδικάσθηκαν με την από 3.9.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../4.9.2020 αγωγή του ήδη δευτέρου εφεσιβλήτου κατά του ενάγοντος, με την οποία αυτός (εφεσίβλητος και δεύτερος εναγόμενος των ανωτέρω αγωγών) ισχυρίζονταν ότι, αυτός κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας την 3.9.2019 και ζητούσε να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και η συνεπεία αυτής λύση της εν λόγω σύμβασης εργασίας, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 21.3.2023 και επ’ αυτών εξεδόθη η με αριθμό 666/2024 απόφαση με την οποία εκτιμήθηκε ότι αμφότερες οι ανωτέρω υπό στοιχείο (α) και (β) αγωγές του ενάγοντος ηγέρθησαν σε βάρος του δευτέρου εναγομένου ……………., διότι ως πρώτη εναγομένη φέρεται ατομική επιχείρηση αυτού αποτελούμενη από τον ίδιο ως φυσικό πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητά της και ενεργεί στο όνομά του και για λογαριασμό του, μη φέρουσα αυτή (πρώτη εναγομένη) την ιδιότητα του νομικού προσώπου, στερείται της ικανότητας δικαίου και διαδίκου και περαιτέρω, (i) όσον αφορά στην ανωτέρω υπό στοιχεία (α) αγωγή του ενάγοντος έγινε δεκτή ως νόμιμη και ορισμένη καθό μέρος ο ενάγων ζητούσε δεδουλευμένες αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 10.10.2019, μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 11.10.2019 έως 29.11.2019 και από 1.12.2019 έως 10.1.2020, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 325, 346, 361, 648, 653 656 ΑΚ, 176, 907, 908 παρ.1 περ.ε και 910 αρ.4 ΚΠολΔ, Κατά τα λοιπά δε απέρριψε αυτή ως αόριστη. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στο αίτημα επιδίκασης του ποσού των ευρώ 1.000 ως έξοδα τροφοδοσίας, με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε αόριστο, καθώς ο ενάγων δεν εξέθετε στο ελάχιστο περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής του, τι περιελάμβαναν τα εν λόγω έξοδα, ποιο χρονικό διάστημα αφορούν και για ποία αιτία οφείλονται, δοθέντος ότι ο ενάγων είχε συμπεριλάβει στις αξιούμενες μηνιαίες αποδοχές του αντίτιμο τροφοδοσίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν το αιτούμενο εκ ποσού ευρώ 1.000 επίδομα τροφοδοσίας ταυτίζονταν με το αντίτιμο τροφής. Όσον αφορά στο ποσό των ευρώ 11.980 ως «διαφυγόντες μισθούς» και στο ποσό των ευρώ 1.710,97 ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς, ως εκτιμήθηκε, ο ενάγων κατά την αξίωση του ποσού των ευρώ 11.980 ισχυρίζονταν ότι δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη απόλυση, ενώ για τη θεμελίωση της αξίωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης επικαλείτο, αντιφατικά, την απόλυσή του χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει το χρόνο αυτής και (ii) όσον αφορά στην ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αγωγή, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα   επιδίκασης διαφυγόντων μισθών, εκ του λόγου ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του εναγομένου δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, καθώς επίσης διότι ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης με την αγωγή παράλειψης του εναγομένου και δη της μη καταχώρησης της από 3.9.2019 απόλυσης του ενάγοντος στο ναυτικό του φυλλάδιο, μη αμφισβητουμένης της ίδιας της απόλυσης και της επικαλούμενης ζημίας, αφού η παράλειψη αυτή, δεν ήταν ικανή να στερήσει τον ενάγοντα από τη ναυτολόγησή του σε έτερο πλοίο, καθώς ο ίδιος (ενάγων) ηδύνατο να δηλώσει την αποναυτολόγησή του στη λιμενική αρχή, επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του και ακολούθως να ναυτολογηθεί εκ νέου. Όσον δε αφορά στην αξιούμενη με την αγωγή χρηματική ικανοποίηση, αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη με την εκκαλουμένη απόφαση, εκ του λόγου ότι, η ηθική βλάβη του ενάγοντος φέρεται ως αποτέλεσμα διαφόρων παρανόμων ενεργειών του εναγομένου και ως τέτοιες ανάγονται σε περισσότερα και διαφορετικά και αυτοτελή βιοτικά συμβάντα, πρόκειται για διαφορετικές προσβολές οι οποίες προκάλεσαν στον ενάγοντα διαφορετική ζημία για εκάστη εκ των οποίων αυτός όφειλε να αξιώσει διαφορετική χρηματική ικανοποίηση και όχι ενιαία, ως εν προκειμένω. Περαιτέρω, απέρριψε στην ουσία της την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, καθόσον, κατ’ αποδοχή της ανωτέρω αγωγής του εναγομένου της αγωγής αυτής – εφεσιβλήτου, έκρινε ότι, η εν λόγω σύμβαση ναυτολόγησης λύθηκε 3.9.2019 από τον εναγόμενο πλοιοκτήτη του εν λόγω πλοίου, καθώς η μη αναγραφή της απόλυσης στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος Πλοιάρχου – Κυβερνήτη του εν λόγω πλοίου και η μη καταχώρηση αυτής στο ναυτολόγιο αυτού, δεν επηρέασε το κύρος της απόλυσής της. Τέλος, καταδίκασε τον ενάγοντα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου, το ύψος της οποίας όρισε στο ποσό των ευρώ 1.650. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο ενάγων των ανωτέρω υπό στοιχείο (α) και (β) αγωγών και ήδη εκκαλών, ως ολικώς ηττηθείς στον πρώτο βαθμό, έχοντος έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη του, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως για λόγους που ανάγονται, κατά τη δέουσα εκτίμησή τους, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 216 ΚΠολΔ (α) καθό μέρος απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα που περιέχεται στην πρώτη κρινόμενη αγωγή, περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 11.980,90 ως «διαφυγόντες μισθούς» του για το χρονικό διάστημα από 10.1.2020 έως 10.6.2010, από τη μη νομότυπη και δη λόγω μη καταχώρησης στο ναυτικό φυλλάδιο, της απόλυσής του, με τον πρώτο λόγο έφεσης, (β) καθό μέρος απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα που περιέχεται στην πρώτη κρινόμενη αγωγή, περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 1.000 για έξοδα τροφοδοσίας, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής του, (γ) καθό μέρος απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης με τον τρίτο λόγο έφεσης και των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ καθό μέρος απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα που περιέχεται στην υπό στοιχείο (β) ανωτέρω αγωγή του περί επιδίκασης «διαφυγόντων μισθών» για τα χρονικά διαστήματα από 3.9.2019 έως 9.1.2020 και από 11.6.2020 έως 28.9.2020, ανερχόμενοι στο ποσό των ευρώ 10.063,16 και 8.386,63 αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των ευρώ 18.449,79, με τους δέκα τρεις πρώτους λόγους εφέσεως λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων και για εσφαλμένη επιδίκαση σε βάρος του των δικαστικών εξόδων με τον δέκατο τέταρτο λόγο έφεσης. Εζήτησε δε γενομένης δεκτής της ένδικης έφεσής του να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να γίνουν δεκτές οι ανωτέρω αγωγές του και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΙΙΙ. Η σύμβαση ναυτολόγησης του Πλοιάρχου είναι σύμβαση με την οποία ο Πλοίαρχος υποχρεούται να παράσχει σε άλλο πρόσωπο και δη τον πλοιοκτήτη ή το εφοπλιστή για ορισμένο ή αόριστο χρόνο υπηρεσία στο πλοίο με μισθό (Ι. Καμβύσης, Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1990, σελ. 31). Η εν λόγω σύμβαση, συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του πλοιοκτήτη ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, συντελείται δε με την εγγραφή του στο ναυτολόγιο (άρθρο 37 ΚΙΝΔ). Κατά την ορθότερη άποψη, η σύμβαση ναυτολόγησης του Πλοιάρχου καταρτίζεται solo consensu, δηλαδή με μόνη τη συναίνεση των μερών, παρά τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως που θα μπορούσε να οδηγήσει στην άποψη ότι η σύμβαση είναι τυπική και λαμβάνει υπόσταση μόλις καταχωρηθεί στο ναυτολόγιο. Αναγκαίο εν τούτοις στοιχείο για να θεωρηθεί υποστατή είναι διαζευτικά είτε η καταχώρησή της στο ναυτολόγιο, είτε η επιβίβαση του Πλοιάρχου στο πλοίο προς απασχόληση και προς λειτουργική εξυπηρέτηση του προορισμού του πλοίου (Ι. Κοροντζής, ο.π. σελ. 33 και 111-112). Με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με τις οποίες «Ο  πλοιοκτήτης δύναται κατά πάντα χρόνον να καταγγείλη την σύμβασιν, μη υποχρεούμενος να τηρήση προθεσμίαν  καταγγελίας.  Εναντία  συμφωνία είναι  άκυρος.  Ο  πλοιοκτήτης,  καταγγέλλων  την  σύμβασιν,  ελλείψει εναντίας συμφωνίας, δεν υποχρεούται εις αποζημίωσιν.», ρυθμίζεται η λύση της σύμβασης ναυτολόγησης του πλοιάρχου με καταγγελία από τον πλοιοκτήτη. Ήδη με αρκετές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αναγνωρίζεται δικαίωμα του πλοιάρχου για αποζημίωση λόγω καταγγελίας. Ακόμη κι αν η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως τυγχάνει καταχρηστική δεν είναι δυνατή η επιδίωξη από τον απολυθέντα Πλοίαρχο μισθών υπερημερίας, ενόψει του ότι, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 38 του ΚΙΝΔ, η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και δεν υπάρχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας (Ι. Κοροντζής ο.π. σελ. 74-75). Εάν εν τούτοις η καταγγελία αφορά σύμβαση ορισμένου χρόνου, οφείλονται  οι μισθοί του υπολοίπου χρόνου, δηλαδή έως τη χρονολογία που καθορίσθηκε (Ι. Κοροντζής ο.π. σελ. 75-76). Η καταγγελία της εν λόγωσυμβάσεως, αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία που πρέπει να απευθυνθεί προς τον Πλοίαρχο με δήλωση βούλησης ότι λύεται για το μέλλον η σύμβαση, ως νομική δε πράξη πρέπει να είναι σαφής, να μην εξαρτάται από αίρεση και είναι ανεπίδεκτη ανάκλησης. Αναφορικά με τον τόπο και χρόνο της καταγγελίας, αυτή δύναται να γίνει οποτεδήποτε και οπουδήποτε, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Πλοιάρχου για την καταχρηστικότητά της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, εφόσον τούτο δεν ορίζεται στο νόμο και συνεπώς, αυτή μπορεί να γίνει προφορικώς ή γραπτώς, τηλεφωνικώς, τηλεγραφικώς, προφορικώς, γραπτώς αλλά και σιωπηρώς (Ι. Κοροντζής, ο.π. σελ. 76). Ο πλοιοκτήτης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση δεν υποχρεούται να ανακοινώσει στον Πλοίαρχο τους λόγους της απολύσεώς του, ούτε απαιτείται η ύπαρξη εύλογης αφορμής (Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο, σελ. 70).  Από τις διατάξεις του άρθρου 38 και 52 του ΚΙΝΔ οι οποίες διέπονται από την αντίληψη του άκρως εμπιστευτικού χαρακτήρα της πλοιαρχικής σχέσεως, σαφώς προκύπτει ότι, εκτός ενάντιας συμφωνίας που υπάρχει στην ατομική σύμβαση ή σε ενάντια διάταξη ΣΣΕ, η λύση της πλοιαρχικής σχέσεως, σε οποιονδήποτε λόγο κι αν οφείλεται, δεν συνταρτάται με την καταβολή οποιασδήποτε αποζημιώσεως και μάλιστα τοιαύτης της διατάξεως των άρθρων 75 και 76 του ΚΙΝΔ, οι οποίες συμβιβάζονται με τη φύση του λειτουργήματος του Πλοιάρχου (ΕΠ 334/1982, 140/1982 ΕΝΔ 10. σελ. 456 και 49, αντίστοιχα). Η λύση της σύμβασης με καταγγελία από τον πλοιοκτήτη επιφέρει άμεσα τα αποτελέσματά της (πρβλ. Ι. Κοροτζή, ο.π. σελ. 241 παρ. 496), ενώ η παράλειψη καταχώρησης αυτής στο ναυτικό του φυλλάδιο (άρθρο 62 ΚΔΝΔ) δεν επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας (Ι. Κοροντζή, ο.π. σελ. 241, Δ. Καμβύση ο.π. σελ. 435). Εν τούτοις, η καθυστερημένη καταχώρηση της απόλυσης του ναυτικού στο ναυτικό του φυλλάδιο δημιουργεί δικαίωμα του τελευταίου για αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, καθόσον η μη καταχώρηση στο ναυτικό φυλλάδιο της απόλυσης του ναυτικού δημιουργεί σε αυτόν αδυναμία νέας ναυτολόγησης, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται αξίωση για απώλεια μισθών (Δ, Καμβύσης ο.π. σελ. 435 και σημειώσεις 9, 10, 11, 12, Ι. Κοροτζή ο.π. σελ. 241, παρ. 495). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 81 του ΚΙΝΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και για την περίπτωση του πλοιάρχου, σύμφωνα με τις οποίες «Ο  απολυθείς ναυτικός δικαιούται να παραμένη και διατρέφεται επί του πλοίου μέχρι της καταβολής του οφειλομένου μισθού και της  εγχειρίσεως του εισιτηρίου παλιννοστήσεως μετά των εξόδων διατροφής.» σε περίπτωση κατά την οποία ο απολυθείς πλοίαρχος διατηρεί απαιτήσεις για δεδουλευμένα, η σύμβαση εργασίας ομοίως λύεται και παρέχεται στον απολυόμενο Πλοίαρχο το δικαίωμα παραμονής του και διατροφής του στο πλοίο έως της καταβολής των οφειλομένων, συμπερολαμβανομένης και της αποζημίωσης απολύσεως.

ΙV.  Η πρώτη, υπό στοιχείο (α) αγωγή του ενάγοντος, παραδεκτώς ηγέρθη σε βάρος μόνον του εναγομένου …………., έστω κι αν στο δικόγραφο αυτής αναφέρεται ότι αυτή εγείρεται και κατά της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου, όπως ορθά έγινε δεκτό και υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση κατά τούτο, εφόσον στα πλαίσια του λόγου αυτού (τρίτου) της ενδίκου εφέσεως, αναφέρεται ότι, αβασάνιστα η εκκαλουμένη απόφαση αναφέρει ότι η κρινόμενη αγωγή στρέφεται  κατ’ ουσίαν μόνον σε βάρος του εναγομένου ……………, διότι η πρώτη κατά την ένδικη αγωγή εναγομένη, ατομική επιχείρηση ……………….., ως ατομική επιχείρηση του κατά την αγωγή δευτέρου εναγομένου (………….) δεν έχει ίδια αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αφού αναφέρεται ως ατομική επιχείρηση, αποτελεί μέρος της περιουσίας του κατά την αγωγή δευτέρου εναγομένου …………., με αποτέλεσμα να μη συνιστά αυτοτελές νομικός πρόσωπο (ΕΠ 304/2024 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, πρβλ. ΑΠ 1668/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) στερουμένη αυτή (ατομική επιχείρηση), εκ του λόγου τούτου, ικανότητας δικαίου και διαδίκου. Περαιτέρω, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή (ανωτέρω υπό στοιχείο α αγωγή) και κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι, η ένδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας λειτούργησε και μετά την 3.9.2019, αυτός δε παρείχε τις υπηρεσίες του ως Πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου έως την 11.10.2019 και ακολούθως, άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως έως την 1.12.2019, διότι ο εναγόμενος εργοδότης του δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του, αξιώνει για το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 29.11.2019 και από 1.12.2019 έως 10.1.2020, τις νόμιμες αποδοχές, λόγω της λειτουργίας της εν λόγω σύμβασης ναυτικής εργασίας. Ακολούθως, εν τούτοις, στη σελίδα 6 της αγωγής του, δια των αναφορών υπό του τίτλου «Αποζημίωση λόγω απόλυσής μου άνευ υπαιτιότητός μου» ότι αυτός (ενάγων) απολύθηκε άνευ υπαιτιότητός του και για το λόγο αυτό έχει αξίωση καταβολής του ποσού των ευρώ 1.710,97 ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς επίσης δια των αναφορών υπό του τίτλου «Διαφυγόντες μισθοί λόγω μη νομότυπης απόλυσής μου», ότι αυτός (ενάγων) κάλεσε τον εναγόμενο προκειμένου να εμφανισθεί στο οικείο Λιμεναρχείο Ζακύνθου, ώστε αφενός μεν να του καταβάλει τις αποδοχές του, αφ’ ετέρου δε να καταχωρήσει την απόλυσή του στο ναυτικό φυλλάδιο, όπως επίσης δια της αναφοράς στην εν λόγω σελίδα της αγωγής του «ρητά διατυπώνω την επιφύλαξη να διεκδικήσω με συμπληρωματική αγωγή όλους του μισθούς μου μέχρι της παραδόσεως του ναυτικού μου φυλλαδίου ότε και θα καταχωρηθεί η νομότυπη απόλυσή μου», εκτιμάται ότι ο ενάγων, τους εκ ποσού ευρώ 11.980,90 πλέον αντιτίμου τροφοδοσίας εκ ποσού 1.000 για το χρονικό διάστημα από 10.1.2020 έως 10.6.2020, αξιώνει συνεπεία της επικαλούμενης από αυτόν παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου, ήτοι της μη καταγραφής, με επιμέλειά του (εναγομένου), στο ναυτικό του (ενάγοντος) φυλλάδιο από 10.1.2020 της απόλυσής του, συνεπεία καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εργασίας από τον εναγόμενο. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, όπως αυτό δεόντως εκτιμήθηκε, η ένδικη αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο αυτής αναφέρεται ότι αυτός (ενάγων) απολύθηκε, άνευ υπαιτιότητός του, από τον εναγόμενο, και εκ του λόγου τούτου αξιώνει το ποσό των ευρώ 1.710,97 ως αποζημίωση απολύσεως, έστω κι αν στη συγκεκριμένη παράγραφο όπου αξιώνει την εν λόγω αποζημίωση απολύσεως δεν αναφέρει το χρόνο απόλυσής του και περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο εναγόμενος, αν και κλήθηκε από αυτόν (ενάγοντα) δεν καταχώρησε την απόλυσή του στο ναυτικό του φυλλάδιο, με αποτέλεσμα εκ του λόγου τούτου να μη δύναται αυτός (ενάγων) να εργασθεί σε έτερο πλοίο γεγονός με βάση το οποίο αξιώνει από 10.1.2020 και για διάστημα πέντε μηνών, το ποσό των ευρώ 2.396,18 μηνιαίως και συνολικά για πέντε μήνες το ποσό των ευρώ 11.980,90, πλέον τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 1.000, αφού στις, κατά την αγωγή του, εκ ποσού ευρώ 2.396,18 μηνιαίες νόμιμες αποδοχές του, δεν συμπεριέλαβε και το αντίτιμο τροφής. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή τόσο καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση απολύσεως, όσο και καθό μέρος αξιώνει το ποσό των ευρώ 11.980,90 ως θετική ζημία του πλέον του ποσού των ευρώ 1.000 ως έξοδα τροφοδοσίας από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, εκτιμώντας ότι το ποσό των ευρώ 11.980,90 ο ενάγων αξιώνει ως μισθούς από τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης, με αποτέλεσμα να αντιφάσκει με το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απολύσεως και περαιτέρω, όσον αφορά στο αιτούμενο για το ίδιο διάστημα ποσό των ευρώ 1.000 ως έξοδα τροφοδοσίας, εκ του λόγου ότι, ο ενάγων δεν εκθέτει τι περιλαμβάνουν τα εν λόγω έξοδα, ποία η αιτία τους και ποίο διάστημα αφορούν, αφού έκρινε ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν το εν λόγω κονδύλιο ταυτίζεται με το αντίτιμο τροφής που ο ενάγων έχει συμπεριλάβει στις αποδοχές του, έσφαλε περί την εκτίμηση της ένδικης αγωγής και την εφαρμογή του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει, κατ’ αποδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης, αυτή να εξαφανισθεί κατά τούτο, το παρόν δε Δικαστήριο, αφού κρατήσει, να δικάσει την ένδικη αγωγή και κατά τούτο (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Η ένδικη αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, όπως αυτή εκτιμήθηκε, καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει τους απωλεσθέντες μισθούς, συνεπεία της επικαλούμενης με την αγωγή αυτή παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου και δη της απόλυσής του, χωρίς αυτή (απόλυσή του) να καταχωρηθεί στο ναυτικό του φυλλάδιο, με αποτέλεσμα την αδυναμία του να εργασθεί σε έτερο πλοίο, τυγχάνει νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα και στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ,  καθό μέρος δε αξιώνεται αποζημίωση απολύσεως τυγχάνει νόμιμη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 38 του ΚΙΝΔ και άρθρο 27 της «Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επαγγελματικών Τουριστικών Σκαφών του ν. 4256/2014, ετών 2018-2019», η οποία κυρώθηκε με τη με αριθμό 2242.5-1.8/69740/2018 (ΦΕΚ Β 4469/8.10.2018) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και η οποία τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, εφόσον κατά την παράγραφο του άρθρου 1 αυτής ισχύει επί των Επαγγελματικών Τουριστικών Πλοίων μελών της ΕΠΕΣΤ, του Ν. 4256/2014 ή του εκάστοτε νόμου που διέπει τα Επαγγελματικά Τουριστικά Πλοία, τα οποία εκτελούν επαγγελματικούς πλόες, κατισχύουσας ως ειδική του άρθρου 38 εδ. τελευταίο του ΚΙΝΔ και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.

V. Η δεύτερη, υπό στοιχείο (β) αγωγή του ενάγοντος, παραδεκτώς ηγέρθη σε βάρος μόνον του εναγομένου ………….., έστω κι αν στο δικόγραφο αυτής αναφέρεται ότι αυτή εγείρεται και κατά της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου, όπως ορθά έγινε δεκτό και υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι η πρώτη, κατά την ένδικη αγωγή, εναγομένη, ατομική επιχείρηση ……………, ως ατομική επιχείρηση του, κατά την αγωγή, δευτέρου εναγομένου ………….., δεν έχει ίδια αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή – αφού αναφέρεται ως ατομική επιχείρηση – αποτελεί μέρος της περιουσίας του κατά την αγωγή δευτέρου εναγομένου ………….., με αποτέλεσμα να μη συνιστά αυτοτελές νομικός πρόσωπο (ΕΠ 304/2024 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, πρβλ. ΑΠ 1668/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) στερουμένη αυτή (ατομική επιχείρηση), εκ του λόγου τούτου, ικανότητα δικαίου και διαδίκου. Περαιτέρω, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή και κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της περιστατικά, εφόσον αναφέρεται ότι, ο εναγόμενος, την 3.9.2019, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης που τον συνέδεε με αυτόν (ενάγοντα), πλην όμως αυτός (εναγόμενος) δεν επιμελήθηκε, ως όφειλε, για την καταχώρηση της εν λόγω απολύσεως στο ναυτικό φυλλάδιό του (ενάγοντος) με αποτέλεσμα, αυτός (ενάγων) έως την 28.9.2020, οπότε έλαβε χώρα νόμιμα καταχώρηση της αποναυτολόγησής του από το ένδικο πλοίο στο ναυτικό του φυλλάδιο, να αδυνατεί να εργασθεί σε έτερο πλοίο, εκ του λόγου δε τούτου ο ενάγων αξιώνει ως διαφυγόντες μισθούς ήτοι ως θετική ζημία, τους μισθούς που θα εισέπραττε από 3.9.2019 έως 9.1.2020 και από 11.6.2020 έως 28.9.2020 συνολικού ποσού ευρώ 18.449,79, τυγχάνει νόμιμη, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά η μη καταχώρηση από τον εργοδότη πλοιοκτήτη στο ναυτικό φυλλάδιο του εργαζομένου – Πλοιάρχου του πλοίου της απόλυσής του, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επικαλούμενου με την αγωγή νομίμου λόγου ευθύνης του εναγομένου και της επικαλούμενης ζημίας του ενάγοντος, ήτοι της απώλειας των μισθών του έως της καταχώρησης της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, έσφαλε περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ και πρέπει, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τέταρτο λόγο έφεσης να εξαφανισθεί, κατά τούτο και το παρόν Δικαστήριο, αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΑΚ). Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και καθό μέρος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική βλάβη συνεπεία των επικαλούμενων παράνομων και υπαίτιων επιμέρους συμπεριφορών του εναγομένου και, εκ του λόγου τούτου, αξιώνει το ποσό των ευρώ 20.000 ως χρηματική ικανοποίηση, χωρίς για το ορισμένο αυτής να απαιτείται όπως προσδιορίζεται, για εκάστη επιμέρους επικαλούμενη με την αγωγή, παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, ίδιον ποσό χρηματικής ικανοποίησης. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε αντίθετα και απέρριψε, εκ του λόγου τούτου, ως αόριστο το αίτημα επιδίκασης του ποσού των ευρώ 20.000 ως χρηματική ικανοποίηση, εκ της επικαλούμενης στην αγωγή, ηθικής βλάβης του ενάγοντος, συνεπεία της περιγραφόμενης στην αγωγή παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, έσφαλε περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 914 και 932 ΑΚ και πρέπει, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, να εξαφανισθεί και το παρόν Δικαστήριο να κρατήσει και δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 935 ΚΠολΔ). Η ένδικη υπό στοιχείο (β) αγωγή του εκκαλούντος – ενάγοντος, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, τυγχάνει νόμιμη και επαρκώς ορισμένη, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297,298, 299, 932, 340, 345, 345 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της.

VI. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με αριθμό …. και ….. από 24.5.2021 ένορκες βεβαιώσεις των ……… και του ……….., οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου ………, με επιμέλεια του εναγομένου, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, κατ’ άρθρο 422 παρ.1 ΚΠολΔ (σχετικά υπ’ αριθμ. …………/19.5.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………) και τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, κάτοικος Αθηνών, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο, πλοιοκτήτη του υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ-Τ/Ρ πλοίου Λ Νηολογίου …. (αριθμός Νηολογίου …), κοχ 7,12, ναυτολογήθηκε την 25.6.2019, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου στο ανωτέρω σκάφος, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής εκ ποσού ευρώ 1.700, μηνιαίως. Για τη διαμονή του ενάγοντος στην νήσο Ζάκυνθο όπου θα παρείχε την εργασία του, ο εναγόμενος είχε παραχωρήσει σε αυτόν (ενάγοντα), άνευ ανταλλάγματος, ισόγειο διαμέρισμα στο ξενοδοχείο «Λ» στην ίδια νήσο ……, ιδιοκτησίας του. Ο ενάγων, στα πλαίσια της εν λόγω συμβάσεως, πράγματι επιβιβάστηκε στο εν λόγω πλοίο και ανέλαβε τη διακυβέρνηση αυτού, το οποίο εκτελούσε καθημερινά θαλάσσιες περιηγήσεις του επιβατηγού κοινού στην εν λόγω νήσο. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, διαρκούσης της εν λόγω συμβάσεως ο ενάγων, προφορικώς και εγγράφως την 25.8.2019, δια σχετικής εγγραφής στο ημερολόγιο του εν λόγω πλοίου, κατήγγειλε στο οικείο Λιμεναρχείο Ζακύνθου ότι, κατά την τελευταία εβδομάδα προ της 25.8.2019, έχρηζαν επιδιορθώσεως το κομβίον (μπουτόν) άγκυρας από τη θέση του καπετάνιου του εν λόγω πλοίου, το οποίο δεν λειτουργούσε, όπως επίσης δεν λειτουργούσε η εφεδρική μπαταρία αυτού, ήταν σκισμένη η σημαία του και σπασμένα τα στηρίγματα της πίσω σκάλας του εν λόγω πλοίου. Αυθημερόν, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 25.8.2019 Πρακτικό Διαπίστωσης ελλείψεων/φθορών του Τοπικού Κλιμακίου Επιθεωρήσεως Πλοίων, διενεργήθηκε έκτακτη επιθεώρηση επί του εν λόγω πλοίου, οπότε διεπιστώθη έλλειψη, από το σύνολο των απαιτουμένων σωσιβίων, ενός σωσιβίου ενήλικα και ενός παιδικού σωσιβίου, φθορά σε πέντε παιδικά και δέκα πέντε σωσίβια ενηλίκων, δεμένες πλευστικές συσκευές, μη λειτουργία αμοιβού πλευρικού φανού πορείας, φθορά σημαίας, μη λειτουργία διακόπτη εργάτη αλύσεως άγκυρας από τη θέση της γέφυρας και φθορά στηριγμάτων πρυμναίας κλίμακας πασαρέλας. Συνεπεία των εν λόγω διαπιστώσεων, το ανωτέρω πλοίο ετέθη εκτός λειτουργίας, έως αποκαταστάσεως των ανωτέρω παρατηρήσεων προ του απόπλου και εζητήθη η χορήγηση βεβαιωτικού αξιοπλοΐας από τον παρακολουθούντα το εν λόγω πλοίο νηογνώμονα. Την επομένη ημέρα (26.8.2019), ο εναγόμενος, με αίτησή του προς το ΝΑΤ αιτήθηκε τον διακανονισμό των, προς τον εν λόγω οργανισμό, οφειλών του, προκειμένου και για το κλείσιμο του ναυτολογίου του εν λόγω σκάφους, κλείσιμο το οποίο, παρά το με αριθμό πρωτ. ……………../27-8-2019 σήμα του ΝΑΤ, έμεινε ανεκτέλεστο από το οικείο Λιμεναρχείο Ζακύνθου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό ……5-2/19 από 30.8.2019 σήμα του Λιμεναρχείου, διότι, όπως αναφέρεται στο, με αριθμό πρωτ. …………../2019 από 29.10.2019, έγγραφο υποβολής προανακριτικού υλικού (υποβλητική αναφορά) από το Λιμεναρχείο Ζακύνθου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ζακύνθου, κατά πρώτον εκκρεμούσε η εξόφληση του ενάγοντος. Ειδικότερα, κατά τις εγγραφές στο ημερολόγιο του εν λόγω πλοίου, ο ενάγων διατείνονταν ότι ο εναγόμενος του όφειλε υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής του για την ως άνω εργασία του το ποσό των ευρώ 1.850,00. Κατά δεύτερον δε, κατά την ίδια ως άνω υποβλητική αναφορά, λόγω μη καταβολής των εισφορών του. Την 3.9.2019, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε πράγματι οφειλές προς το ΝΑΤ, το ύψος των οποίων εν τούτοις δεν προέκυψε, απεδείχθη ότι υπέβαλε προς το ΝΑΤ αίτηση με την οποία ζητούσε εκ νέου τη ρύθμιση της εν λόγω οφειλής του δια της προκαταβολής ποσοστού 35% και του υπολοίπου της οφειλής του σε τρεις ισόποσες δόσεις, προκειμένου και για το κλείσιμο του ναυτολογίου του ανωτέρω πλοίου, η οποία διαβιβάσθηκε στον ανωτέρω οργανισμό ασφαλίσεως, μέσω του Λιμεναρχείου Ζακύνθου. Την ίδια ημέρα, αυτός (εναγόμενος) κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος, όπως αυτός (εναγόμενος) αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του και συνομολογείται και από τον ίδιο τον ενάγοντα, με τη δεύτερη των ενδίκων αγωγών του, αφού αναφέρεται σε αυτήν «… Παρά το γεγονός ότι, όπως ομολογεί ο ίδιος ο β εναγόμενος στην από 03-09-2020 αγωγή του, κατήγγειλε τη μεταξύ μας σύμβαση εργασίας την 03-09-2019, προχώρησε σε νόμιμη απόλυση την 28-09-2020.…» (σελ. 4). Ο ενάγων και ήδη εκκαλών βέβαια, ακολούθως, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα πλαίσια των ενδίκων αγωγών του, αναφέρει ότι, ουδέποτε ενημερώθηκε για την απόλυσή του, αρνούμενος ουσιαστικά ότι έλαβε χώρα μονομερής δήλωση του εναγομένου προς αυτόν περί καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εργασίας, αφού αναφέρει σχετικά στις εν λόγω προτάσεις του «… ο ίδιος αυθαίρετα κατήγγειλε την προφορική αυτή συμφωνία, αφού ουδέποτε με ενημέρωσε σχετικά με την απόλυσή μου…». Εν τούτοις, ότι ο εναγόμενος, πλοιοκτήτης του ανωτέρω πλοίου κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας, αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της πρώτης των ενδίκων αγωγών του ενάγοντος, στα πλαίσια της οποίας αυτός (ενάγων) αναφέρει ότι έλαβε χώρα απόλυσή του και εκ του λόγου τούτου αξιώνει αφενός μεν αποζημίωση απολύσεως αφ’ ετέρου δε αποζημίωση εκ του λόγου ότι, ο εναγόμενος δεν επιμελήθηκε την εγγραφή της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, πλην όμως αυτός εντοπίζει την απόλυσή του με την αγωγή αυτή χρονικά την 10.1.2020, εφόσον έκτοτε αξιώνει αποζημίωση για μη εγγραφή της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο. Εν τούτοις, από καμία απόδειξη δεν προέκυψε ότι τότε, ήτοι την 10.1.2020, έλαβε χώρα απόλυση του ενάγοντος από τον εναγόμενο, αφού καμία σχετική και μάλιστα έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται, δοθέντος μάλιστα  ότι, όπως αποδείχθηκε, την 10.1.2020 ο ενάγων είχε ήδη αποχωρήσει από τη νήσο Ζάκυνθο. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, αμφότεροι (ενάγων και εναγόμενος) εμφανίσθηκαν στο οικείο Λιμεναρχείο Ζακύνθου την ίδια ημέρα (3.9.2019), οπότε ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.700 και ο ενάγων υπέγραψε και παρέδωσε στον εναγόμενο την από 3.9.2019 υπεύθυνη δήλωσή του, η οποία παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη, στην οποία ανέφερε ότι καμία έτερη απαίτηση δεν διατηρούσε έναντι του εναγομένου και συγκεκριμένα, κατ’ ακριβή διατύπωση, ανέφερε στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση «…παρέλαβα το ποσό των 1.700 ευρώ από τον …….. για τις υπηρεσίες που του προσέφερα. Ουδεμίαν άλλην οικονομική απαίτηση έχω από τον Κύριον . …….…». Μάλιστα, όπως ο ενάγων αναφέρει στην ένδικη έφεσή του (σχετικά σελίδες 2 και 5), το ανωτέρω Λιμεναρχείο κράτησε το ναυτικό του φυλλάδιο. Ο ενάγων παρέμεινε στη νήσο Ζάκυνθο, αναμένοντας την παράδοση του ναυτικού του φυλλαδίου μετά την σε αυτό καταχώρηση της αποναυτολόγησής του, χωρίς εν τούτοις να εργάζεται στο ανωτέρω πλοίο, παρά τα αντιθέτως υπ’ αυτού υποστηριζόμενα με την πρώτη των ενδίκων αγωγών του, δοθέντος αφενός μεν ότι η σύμβαση ναυτολόγησης είχε ήδη λυθεί, κατόπιν καταγγελίας αυτής από τον εναγόμενο, όπως αναλύεται και κατωτέρω, αφ΄ ετέρου δε το ανωτέρω πλοίο είχε τεθεί εκτός λειτουργίας, ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων των ανωτέρω επιθεωρητών, κατάσταση η οποία διατηρήθηκε τουλάχιστον έως την 29.10.2019, όπως προκύπτει από το με την αυτή ημερομηνία έγγραφο υποβολής προανακριτικού υλικού, του Λιμεναρχείου Ζακύνθου προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου. Ενόψει του ότι δεν είχε εγγραφεί η αποναυτολόγηση του ενάγοντος στο ναυτικό του φυλλάδιο, την 20-9-2019 ο ενάγων, ενημέρωσε τον εναγόμενο περί τούτου και ο τελευταίος αυθημερόν, την 20.9.2019, κατέβαλε προς το ΝΑΤ το ποσό των ευρώ 850, κατόπιν ρύθμισης των οφειλών του, αυθημερόν δε (20.9.2019) εξεδόθη από το ΝΑΤ το με αριθμό πρωτ. ……… από 20.9.2019 έγγραφο προς το ανωτέρω Λιμεναρχείο Ζακύνθου, με το οποίο καλούσε το εν λόγω Λιμεναρχείο να προβεί σε κλείσιμο του ναυτολογίου του ανωτέρω πλοίου. Εν τούτοις, όπως προκύπτει από την προαναφερομένη από 29.10.2019 υποβλητική αναφορά, το ανωτέρω σήμα του ΝΑΤ παρέμεινε σε εκκρεμότητα από το ανωτέρω Λιμεναρχείο, λόγω απαιτήσεων του ενάγοντος. Ο ενάγων, ο οποίος συνέχισε να παραμένει στη νήσο Ζάκυνθο, την 14.10.2019, ενόψει του ότι δεν είχε κλείσει το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου και επιπλέον δεν του είχε παραδοθεί το ναυτικό φυλλάδιο με καταχωρημένη την αποναυτολόγησή του, κοινοποίησε προς τον εναγόμενο έγγραφη εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία στην οποία ανέφερε ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του για την εξόφληση των αποδοχών του, ύψους ποσού ευρώ 2.105, αφορώσες την παροχή εργασίας του τριάντα επτά ημερών, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό σε ποίες ημέρες εργασίας αναφέρεται, εδήλωσε στον εναγόμενο ότι από την 10-10-2019 και εφεξής ασκεί το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας έως της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεώς του, καλώντας τον σε άμεση εξόφληση του ανωτέρω ποσού, προκειμένου να επανέλθει στην εργασία του. Την εν λόγω εξώδικη δήλωσή του ο ενάγων κοινοποίησε αυθημερόν και στο οικείο Λιμεναρχείο το οποίο καταχώρησε το γεγονός της κοινοποίησης της εν λόγω εξώδικης δήλωσης και το περιεχόμενο αυτής, αυθημερόν στο ημερολόγιο του ανωτέρω πλοίου. Επίσης, απεδείχθη ότι την 20-10-2019, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην πρώτη κρινόμενη αγωγή του, αυτός (ενάγων) απεχώρησε από το ανωτέρω νησί. Το κλείσιμο του ναυτολογίου και η τυπική αποναυτολόγηση του ενάγοντος εν τέλει έλαβε χώρα, όπως αποδεικνύεται από σχετική εγγραφή στο ημερολόγιο του εν λόγω πλοίου, την 28.9.2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1α του Ν. 3816/2010, κατά τις οποίες «1. Σε περίπτωση εγκατάλειψης στην αλλοδαπή ή ημεδαπή Ελλήνων ναυτικών, που είναι ναυτολογημένοι σε πλοία υπό ελληνική σημαία ή ξένα, συμβεβλημένα με το “Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο” (Ν.Α.Τ.), λόγω μη τήρησης από τον πλοιοκτήτη των διατάξεων περί μισθοτροφοδοσίας: α) Καταβάλλονται από το Ν.Α.Τ. και ειδικότερα από το “Κεφάλαιο Ασθένειας και Ανεργίας” έναντι των καθυστερημένων βασικών μισθών και επιδομάτων, αποδοχές μέχρι ενός τριμήνου, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικίες συλλογικές συμβάσεις. Η καταβολή αυτή γίνεται με βάση κατάσταση, που περιλαμβάνει το πλήρωμα και τις αποδοχές του και έχει εγκριθεί από την Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία ή από την Επιτροπή της παραγράφου 3. Σε περίπτωση διαφωνίας, υπερισχύει η γνώμη της Επιτροπής. Η βεβαίωση από το Ν.Α.Τ. ότι έχει εκδοθεί για κάθε ναυτικό, που έχει εγκαταλειφθεί, επιταγή για την παραπάνω καταβολή, συνεπάγεται αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης ναυτικής εργασίας και κλείσιμο του ναυτολογίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2.». Εν τούτοις, δοθέντος ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης του πλοιάρχου από τον εργοδότη του, όπως αναφέρεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, λαμβάνει χώρα οποτεδήποτε και οπουδήποτε, προφορικώς ή γραπτώς (σχετικά Ι. Κοροτζή Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο σελ. 73 -74), ακόμη και σιωπηρώς (σχετικά Δημήτριος Καμβύσης, Ναυτεργατικό δίκαιο σελ. 70), τυγχάνει δε έγκυρη έστω κι αν δεν καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης (σχετικά Ι. Κοροτζή Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο σελ. 73 -74), ακόμη κι αν οφείλονται δεδουλευμένα, έστω κι αν αυτή δεν καταχωρηθεί στο ναυτικό φυλλάδιό του, την 3.9.2019, η εν λόγω σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος λύθηκε λόγω καταγγελίας αυτής από τον εναγόμενο εργοδότη του, έστω κι αν αυτή δεν καταχωρήθηκε στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την προσκομιζόμενη από 26.8.2020 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής περί κύρωσης του από 14.8.2020 πρακτικού της Επιτροπής για τη διαπίστωση και συνδρομή των όρων εγκατάλειψης και την παροχή προστασίας στον εγκαταλειπόμενο από τον πλοιοκτήτη ναυτικό, με την οποία κυρώθηκε το από 14.8.2020 πρακτικό της Επιτροπής για τη διαπίστωση και συνδρομή των όρων εγκατάλειψης και την παροχή προστασίας στον εγκαταλειπόμενο από τον πλοιοκτήτη ναυτικό, στο 0ποίο περιέχεται η γνωμοδότηση της Επιτροπής ως προς το ποσό το οποίο κρίθηκε από την ανωτέρω Επιτροπή ότι εδικαιούτο ο ενάγων, ως ασκούντος τη διακυβέρνηση του Ε/Γ-Τ/Ρ πλοίου Λ, και δη το καθαρό ποσό των ευρώ 4.335,26 για ογδόντα έξι ημέρες, δοθέντος ότι εν προκειμένω απεδείχθη ότι η ανωτέρω σύμβαση εργασία ελύθη την 3.9.2019 δια καταγγελίας του εναγομένου. Επομένως, ο ενάγων δεν απεδείχθη ότι διατηρεί απαίτηση για καταβολή μισθού από την εν λόγω εργασιακή σχέση μετά την 3.9.2019. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι πράγματι η ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης έληξε την 3.9.2019 και, εκ του λόγου τούτου, ο ενάγων δεν δικαιούται νομίμους μισθούς για το χρονικό διάστημα από 4.9.2019 έως 10.1.2020, όπως αυτός αξιώνει με την πρώτη υπό στοιχείο (α) αγωγή του, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων, κατά τούτο, των περί του αντιθέτου εβδόμου έως και δεκάτου τρίτου των λόγων εφέσεως, από την εκτίμηση των οποίων κρίνεται ότι πλήττεται το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Όσον αφορά ειδικώς την 3.9.2017, ο ίδιος ο ενάγων στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων αγωγών του αναφέρει ότι με την καταβολή του ποσού των ευρώ 1.700 την 3.9.2017 εξοφλήθηκαν οι δεδουλευμένες αποδοχές του έως την 3/9/2017, αφού αναφέρει σχετικά «… Ύστερα από αρκετές πιέσεις και την παρέμβαση του Λιμεναρχείου Ζακύνθου, ο δεύτερος των εναγομένων συμφώνησε να μου καταβάλει το ποσό των 1.700 ευρώ μόνο για τους δεδουλευμένους μισθούς μου έως 3/9/2019…». Σε αντίθετη κρίση, σε κρίση δηλαδή ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας συνέχισε και μετά την 3.9.2017, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την επικαλούμενη, στα πλαίσια του ογδόου λόγου της ένδικης έφεσης άσκησης υπό του ενάγοντος του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, εφόσον ως απεδείχθη, δήλωση περί επίσχεσης εργασίας ο ενάγων κοινοποίησε στον εναγόμενο μετά την 3.9.2019 και δη την 14.10.2019, οπότε η ανωτέρω σύμβαση εργασίας είχε ήδη λυθεί αφού, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, την 3.9.2019 ο εναγόμενος κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης. Το γεγονός δε ότι δεν ανεγράφη η αποναυτολόγηση του ενάγοντος και μάλιστα ο λόγος αυτής στο ναυτικό του φυλλάδιο, με σφραγίδα και υπογραφή της Λιμενικής Αρχής, όπως επίσης και το γεγονός ότι την 3.9.2019 δεν έλαβε χώρα το κλείσιμο του ναυτολογίου, όπως ο ενάγων αναφέρει στα πλαίσια του ενάτου και δεκάτου τρίτου λόγου έφεσης, το γεγονός ότι δεν του κατεβλήθη αποζημίωση απολύσεως ταυτόχρονα με την απόλυσή του, όπως ο ίδιος (ενάγων) ισχυρίζεται στα πλαίσια του δεκάτου τρίτου λόγου έφεσης, ούτε καταχωρήθηκε η εν λόγω καταγγελία στο ημερολόγιο του ανωτέρω πλοίου, ως ισχυρίζεται ο ενάγων στα πλαίσια του δεκάτου τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης, δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησης από τον εναγόμενο, η οποία έλαβε χώρα την 3.9.2019, ως ειδικότερα απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω. Εξάλλου, στην εγκυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και στην εξ αυτής λύση την 3.9.2017 της επίδικης σύμβασης εργασίας, καμία επίδραση δεν ασκούν οι αναφορές του εκκαλούντος στα πλαίσια του εβδόμου λόγου έφεσης ότι την 25.8.2019 διατηρούσε απαίτηση για οφειλομένους συμφωνημένους μισθούς εκ ποσού ευρώ 1.850, δοθέντος ότι, πέραν του γεγονότος ότι το προ της 3.9.2019 χρονικό διάστημα δεν τυγχάνει επίδικο, αφού ο ενάγων καμία σχετική απαίτηση για το εν λόγω διάστημα δεν προβάλει με τις ένδικες αγωγές του, τυχόν οφειλόμενες διαφορές αποδοχών κατά την 3.9.2019, οπότε ελύθη η ένδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας, δεν επηρεάζουν το κύρος της καταγγελίας, όπως αναλύεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας. Επίσης, καμία επιρροή στην εγκυρότητα της εν λόγω καταγγελίας δεν ασκεί το γεγονός ότι δεν έκλεισε το ναυτολόγιο του εν λόγω πλοίου [πρβλ. ΑΠ 1035/1988 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], δοθέντος μάλιστα ότι εν προκειμένω ο ενάγων έπαψε να εργάζεται στο ανωτέρω πλοίο από 3.9.2019. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, πράγματι η τυπική αποναυτολόγηση του ενάγοντος, Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου, έλαβε χώρα την 20.9.2020, οπότε έκλεισε το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου και μάλιστα όχι λόγω καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως από τον εναγόμενο, αλλά κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1α του Ν. 3816/2010, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω. Εν τούτοις, αποδείχθηκε παράλληλα ότι, ο εναγόμενος, προέβη σε ρύθμιση των οφειλών του προς το ΝΑΤ την 20.9.2019 και αυθημερόν εξεδόθη το με αριθμό πρωτοκόλλου 201926107 σήμα του εν λόγω Οργανισμού Ασφαλίσεως (ΝΑΤ) για κλείσιμο του ναυτολογίου του ανωτέρω πλοίου. Παρά ταύτα, την 20.9.2017, το εν λόγω ναυτολόγιο δεν έκλεισε και κατά συνέπεια δεν ανεγράφη στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος η αποναυτολόγησή του, διότι ο ενάγων ισχυρίζονταν ότι διατηρεί απαιτήσεις από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο και μάλιστα, αναγόμενες σε χρόνο μετά την 3.9.2019, αφού αξιώσεις του για προγενέστερο χρόνο δεν προβάλει με τις ένδικες αγωγές του. Τούτο αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 29.10.2019 έγγραφο του Λιμεναρχείου Ζακύνθου με θέμα «Υποβολή προανακριτικού υλικού» προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ζακύνθου, στο οποίο αναφέρεται «… Ακολούθως με το Α.Π. ………../20-09-2019 Έγγραφο του ΝΑΤ παρέμεινε σε εκκρεμότητα το κλείσιμο του ναυτολογίου του υπόψη σκάφους λόγω μη εξόφλησης του κυβερνήτη κ. ………….. …». Εν τούτοις, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος είχε ήδη λήξει από 3.9.2019, έστω κι αν δεν είχε κλείσει το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου και δεν είχε καταχωρηθεί η αποναυτολόγηση του ενάγοντος στο ναυτικό του φυλλάδιο, με αποτέλεσμα να μην οφείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα μισθούς από τη μεταξύ του σύμβαση ναυτικής εργασίας μετά την 3.9.2020. Ως εκ τούτου, από την 20.9.2019 και εντεύθεν, ο εναγόμενος δεν ζημίωσε και μάλιστα με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τον ενάγοντα από τη μη καταχώρηση της αποναυτολόγησής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, αφού το μη κλείσιμο του ναυτολογίου οφείλονταν αποκλειστικά στη συμπεριφορά του ενάγοντος και δη στους ισχυρισμούς του προς το Λιμεναρχείο Ζακύνθου ότι διατηρεί απαιτήσεις από την ανωτέρω εργασιακή σχέση. Περαιτέρω, για το χρονικό διάστημα από 4.9.2019 έως 19.9.2019, οπότε πράγματι απεδείχθη ότι ο εναγόμενος διατηρούσε οφειλές προς το ΝΑΤ και εκ του λόγου τούτου, δεν ηδύνατο να κλείσει το ναυτολόγιο και κατά συνέπεια να λάβει χώρα εγγραφή της αποναυτολόγησης του ενάγοντος στο ναυτικότου φυλλάδιο και κατά συνέπεια να ναυτολογηθεί σε έτερο πλοίο, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι πράγματι είχε ανεύρει εργασία σε έτερο πλοίο και, εκ της μη εγγραφής της αποναυτολόγησής του από το ένδικο πλοίο στο ναυτικό του φυλλάδιο, δεν ηδυνήθη να ναυτολογηθεί σε αυτό (έτερο πλοίο), αφού  καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε. Ως εκ τούτου, εκ της ολιγοήμερης καθυστέρησης, από της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης την 3.9.2019 έως την 20.9.2019, οπότε ο εναγόμενος πράγματι εξόφλησε τις οφειλές του και έλαβε από το ΝΑΤ άδεια για κλείσιμο του ναυτολογίου του εν λόγω πλοίου, εγγραφής της αποναυτολόγησης του ενάγοντος στο ναυτικό του φυλλάδιο, δεν απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) υπέστη ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου. Κατά συνέπεια, η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης, συνισταμένη στους μισθούς που θα εισέπραττε από την εργασία του σε έτερο πλοίο εάν ελάμβανε χώρα καταχώρηση της απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο την 3.9.2019, για το χρονικό διάστημα από 10.1.2019 έως 10.6.2020 την οποία αξιώνει με την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αγωγή του, όπως το περιεχόμενο αυτής ορθά εκτιμήθηκε και κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.9.2019 έως 9.1.2020 και από 11.6.2020 έως 28.9.2020 ως αξιώνει με την ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αγωγή του, τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της. Ως αβάσιμη στην ουσία της πρέπει να απορριφθεί και η αξίωση του ενάγοντος περί χρηματικής του ικανοποίησης για ηθική βλάβη του συνεπεία μη νομότυπης απόλυσής του και της, εκ του λόγου τούτου, επί δέκα τρεις μήνες στέρησης της δυνατότητός του προς εργασία σε έτερο πλοίο, εφόσον ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η μη εγγραφή της αποναυτολόγησης του ενάγοντος στο ναυτικό φυλλάδιο από 20.9.2019 και εντεύθεν, δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, η μη εγγραφή δε της αποναυτολόγησης του ενάγοντος στο ναυτικό του φυλλάδιο,, κατά το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 20.9.2019 δεν ήταν ικανή να προκαλέσει ηθική βλάβη στον ενάγοντα, εφόσον δεν απεδείχθη ότι αυτός εκ της ολιγοήμερης αυτής καθυστέρησης στερήθηκε τη δυνατότητα να εργασθεί σε έτερο πλοίο αφού, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, δεν απεδείχθη ότι αυτός είχε ανεύρει εργασία και εκ του λόγου τούτου, ήτοι της μη εγγραφής της αποναυτολόγησής του στο ναυτικό του φυλλάδιο κατά το χρονικό διάστημα από 3.9.2019 έως 20.9.2019 δεν ηδυνήθη να ναυτολογηθεί σε έτερο πλοίο, αφού καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε. Η αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, ορωμένη ως προσβολή της προσωπικότητας αυτού, εφόσον αφενός μεν η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή των οφειλομένων στον εργαζόμενο αποδοχών, είτε πρόκειται περί δεδουλευμένων αποδοχών, είτε πρόκειται περί αποδοχών υπερημερίας, τις οποίες ενοχικώς οφείλει και η παρακράτησή τους από τον εργοδότη, δεν αποτελεί αδικοπραξία, διότι με την παράλειψη της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει) ο εργαζόμενος δεν χάνει τις αποδοχές του, τις οποίες ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει από τη σύμβαση, και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη αυτή [ΑΠ 359/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], αφ’ ετέρου δε ο ενάγων διατείνεται ότι τούτο έπραξε ο εναγόμενος από κακοβουλία και επιπλέον, ανέφερε στη δεύτερη κρινόμενη αγωγή του ότι διακινδύνευσε η διαβίωση της οικογένειάς του και η ιδική του, επικαλείται δε τις διατάξεις του άρθρου 57 ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της αφού, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η ένδικη σύμβαση ελύθη την 3.9.2019, με αποτέλεσμα να μην του οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές από 4.9.2019 και εντεύθεν. Ο ενάγων με την δεύτερη ένδικη αγωγή του διατείνεται περαιτέρω ότι, συνεπεία των ελλείψεων που διεπιστώθησαν επί του πλοίου από τους επιθεωρητές του τοπικού κλιμακίου επιθεώρησης αυτού, την 25.8.2019, αφενός μεν κλήθηκε ο ίδιος την 13.9.2019 ως Πλοίαρχος αυτού σε απολογία, αφ΄ετέρου δε του επεβλήθη πρόστιμο ποσού ευρώ 650,00, για την εξόφληση του οποίου, δεσμεύθηκε αντίστοιχο ποσό από τον τραπεζικό του λογαριασμό. Παράλληλα, ισχυρίσθηκε ότι, εξαιτίας αυτών των ελλείψεων, εξετέθη σε κίνδυνο ποινικής του τιμωρίας, γεγονός το οποίο θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις στην καριέρα του ως Πλοιάρχου. Εν τούτοις, δεν απεδείχθη ότι πράγματι επεβλήθη στον ενάγοντα πρόστιμο ποσού ευρώ 650,00 για τις ανωτέρω διαπιστωθείσες την 25.8.2019 ελλείψεις του πλοίου, αφού ο ενάγων καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού. Επίσης, ο ίδιος (ενάγων), δεν προσεκόμισε απόδειξη κλήσης του σε απολογία για τις εν λόγω ελλείψεις του πλοίου. Σε κάθε περίπτωση, από το από 28.5.2019 πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης επιβατηγού πλοίου απεδείχθη ότι το εν λόγω πλοίο επιθεωρήθηκε στην ξηρά την 16.5.2019 και στη θάλασσα την 17.5.2019 και διεπιστώθη ότι αυτό, οι μηχανές του και τα μηχανήματά του, τα μέσα επικοινωνίας του, τα ναυτιλιακά όργανα και βιβλία αυτού, τα πλοϊκά του φώτα και σχήματα, τα μέσα εκπομπής ηχητικών σημάτων αυτού, τα φωτιστικά σήματα κινδύνου, τα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα ως και οι εν γένει χώροι ενδιαίτησης επιβατών και πληρώματος αυτού, πληρούσαν τις απαιτήσεις των κανονισμών και διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο επιθεωρήσεως, διετηρούντο δε σε ικανοποιητική κατάσταση. Επίσης, από το ημερολόγιο του εν λόγω πλοίου, αποδεικνύεται ότι, την 14.6.2019 είχε επιβληθεί απαγόρευση απόπλου στο εν λόγω πλοίο από την οικεία λιμενική αρχή έως αποκαταστάσεως ελλείψεων που είχαν διαπιστωθεί σε αυτό, μεταξύ των οποίων, διότι τα ατομικά σωσίβια που έφερε ήταν σε κακή κατάσταση, απαγόρευση η οποία ήρθη εν τούτοις την 24.6.2019, όπως προκύπτει από το ίδιο ημερολόγιο, κατόπιν της προσκόμισης στην οικεία Λιμενική Αρχή βεβαιωτικού επανελέγχου του εν λόγω πλοίου από τον Νηογνώμονα αυτού και επετράπη η συνέχιση των πλόων του. Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ημερολογίου του εν λόγω πλοίου, αποδεικνύεται ότι, το εν λόγω πλοίο με Πλοίαρχο τον ενάγοντα εκτελούσε κανονικά τους πλόες του έως την 25.8.2019, οπότε κατά τις εγγραφές στο εν λόγω ημερολόγιο δεν πραγματοποιήθηκε το δρομολόγιο λόγω προβλημάτων που υπήρχαν στο σκάφος, χωρίς αναφορά αυτών. Κατά τις ίδιες εγγραφές, η μη λειτουργία του κομβίου άγκυρας από τη θέση του καπετάνιου, η σκισμένη σημαία, η μη ενεργή εφεδρική μπαταρία και τα σπασμένα στηρίγματα της πίσω σκάλας, είχαν γίνει αντιληπτά από τον ίδιο τον ενάγοντα ως Πλοίαρχο του πλοίου μία βδομάδα προ της 25.8.2019, αυτός δε είχε ενημερώσει προφορικά σχετικά το οικείο Λιμεναρχείο, το οποίο με τη σειρά του είχε ενημερώσει σχετικά τον εναγόμενο προκειμένου να προβεί άμεσα σε επιδιόρθωσή τους, χωρίς εν τούτοις να επιβάλει απαγόρευση απόπλου του εν λόγω πλοίου. Επομένως, εφόσον για τις εν λόγω ελλείψεις το οικείο Λιμεναρχείο δεν είχε απαγορεύσει τη λειτουργία του εν λόγω σκάφους, αλλά προφορικά είχε παράσχει προθεσμία στον εναγόμενο, όπως αναγράφεται στο εν λόγω ημερολόγιο πλοίου από τον ενάγοντα, να αποκαταστήσει τις εν λόγω ελλείψεις και βλάβες, δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων, ο οποίος μάλιστα εγνώριζε τις εν λόγω ελλείψεις ως Πλοίαρχος αυτού και συνέχιζε να εκτελεί πλόες, εξετέθη σε κίνδυνο ποινικής τιμωρίας του. Όσον αφορά ειδικώς στα σωσίβια του πλοίου, ο ίδιος ανέφερε δια σχετικής εγγραφής στο ημερολόγιο του εν λόγω πλοίου ότι την ίδια ημέρα, ήτοι την 25.8.2019, διεπίστωσε αλλαγή αυτών, με αποτέλεσμα κατά την εν λόγω εγγραφή «κάποια από αυτά καθίστανται παλαιωμένα/χαλασμένα», γεγονός το οποίο ο ίδιος κατήγγειλε αυθημερόν στο οικείο Λιμεναρχείο, οπότε κατόπιν επιθεωρήσεως του πλοίου απαγορεύθηκε η λειτουργία αυτού, δίχως να προκύπτει ότι ο ενάγων διώχθηκε γι’ αυτό, καθώς επίσης ότι κινδύνεψε σε δίωξη, εφόσον αμέσως ο ίδιος ειδοποίησε το οικείο Λιμεναρχείο και δεν προέκυψε ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του. Ως εκ τούτου, από τις ανωτέρω ελλείψεις δεν προέκυψε ότι κινδύνεψε ο ενάγων σε ποινική τιμωρία και περαιτέρω ότι κινδύνεψε και η επαγγελματική του καριέρα ως Πλοιάρχου. Ο ενάγων περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, μετά την απαγόρευση λειτουργίας του εν λόγω πλοίου, ο εναγόμενος παρά την ύπαρξη απαγόρευσης απόπλου, χωρίς να λάβει άδεια από την οικεία λιμενική αρχή και χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα διακυβέρνησης του σκάφους, ανέλαβε αυτό κατά τις βραδινές ώρες και το μετέφερε από τον όρμο Κερί στη θέση Άγιος Σώστης, συμπεριφορά που τον εξέθεσε σε κίνδυνο ποινικής του τιμωρίας ως Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου. Εν τούτοις, ο ενάγων καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε περί των εν λόγω αναφορών του και κυρίως καμία απόδειξη δεν προσεκόμισε ότι πράγματι διώχθηκε για την εν λόγω συμπεριφορά του εναγομένου. Ως εκ τούτου, δεν απεδείχθη ότι για τις προαναφερόμενες αιτίες ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και εκ του λόγου τούτου δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος της υπό στοιχεία (β) αγωγής του, ως αβασίμου στην ουσία του. Περαιτέρω, εν τούτοις, απεδείχθη ότι, η απόλυση του ενάγοντος την 3.9.2017 δεν έλαβε χώρα συνεπεία υπαιτιότητός του, αφού τέτοια υπαιτιότητα δεν επικαλείται ο εναγόμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 της «Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επαγγελματικών Τουριστικών Σκαφών του ν. 4256/2014, ετών 2018-2019», η οποία κυρώθηκε με τη με αριθμό 2242.5-1.8/69740/2018 (ΦΕΚ Β 4469/8.10.2018) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και η οποία τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, εφόσον κατά την παράγραφο του άρθρου 1 αυτής ισχύει επί των Επαγγελματικών Τουριστικών Πλοίων μελών της ΕΠΕΣΤ, του Ν. 4256/2014 ή του εκάστοτε νόμου που διέπει τα Επαγγελματικά Τουριστικά Πλοία, τα οποία εκτελούν επαγγελματικούς πλόες, αυτή δε (διάταξη άρθρου 27 της εν λόγω ΣΣΝΕ) κατισχύει ως ειδική του άρθρου 38 εδ. τελευταίο του ΚΙΝΔ, κατά τις οποίες υπό του τίτλου «Περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιούται αποζημίωση ο ναυτικός» προβλέπεται ότι «Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιούνται αποζημιώσεις οι ναυτικοί περιλαμβανομένου και του Πλοιάρχου ή Κυβερνήτη είναι: α) Η καταγγελία της Σύμβασης υπό του Πλοιάρχου-Πλοιοκτήτη…. Η αποζημίωση ορίζεται 15 ημέρες σε ελληνικό λιμάνι και σε 30 ημέρες σε λιμάνι αλλοδαπής. …», ο ενάγων των ενδίκων αγωγών εδικαιούτο αποζημίωση απολύσεως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο. Όσον αφορά δε στις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης ναυτολογήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ως άνω εφαρμοζομένης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, υπό του τίτλου «Μισθολόγιο – Μισθός Ενεργείας», ο μισθός ενεργείας του κυβερνώντος το πλοίο Πλοιάρχου, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 1.302,00. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 § 3 της ίδιας εφαρμοζομένης εν προκειμένω ΣΣΝΕ κατά τις οποίες «3. Το επίδομα για οκτάωρη απασχόληση τις Κυριακές κάθε μήνα είναι ίσο με 22% του μηνιαίου βασικού μισθού.» το επίδομα Κυριακής ανήρχετο σε ευρώ 286,44. Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του πληρώματος και ανεξάρτητα από το εάν παρείχαν η όχι υπηρεσία κατά τις ημέρες αυτές. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό. Με το άρθρο 3 της ίδιας ΣΣΝΕ υπό του τίτλου «Αντίτιμο τροφής» προβλέφθηκε ότι «Το ημερήσιο αντίτιμο τροφής του ναυτικού παντός βαθμού και ειδικότητας και εφόσον δεν παρέχεται, ορίζεται στα 15,00 €.», δηλαδή σε τετρακόσια πενήντα ευρώ (15,00 € Χ 30 ημέρες = 450,00 €) μηνιαίως, ενώ με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρο 28 υπό το τίτλου επιδόματα προβλέφθηκε ότι «1. Στον Πλοίαρχο ή Κυβερνήτη και στον Α Μηχανικό ή Μηχανοδηγό χορηγείται μηνιαίο επίδομα 50,00 €. 2. Σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του πληρώματος χορηγείται βαρύ ανθυγιεινό επίδομα μηνιαίως 12,00 €.». Τέλος, οι αποδοχές της αδείας μετά τροφοδοσίας του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 της εν λόγω ΣΣΝΕ, ανήρχετο σε επτακόσια σαράντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά {(1.302,00 € + 286,44 + 450,00 €: 22 Χ 8 ημέρες = 741,25 €. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, κατά την ένδικη ναυτολόγησή του, στο ανωτέρω πλοίο του εναγομένου, επί τη βάση των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση απόλυσης, ανέρχονταν σε (μισθός ενεργείας 1.302,00 € + επίδομα Κυριακών 286,44  € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 450,00 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 741,25 + επίδομα Πλοιάρχου 50,00 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 12,00 =) δύο χιλιάδες οκτακόσια σαράντα ένα ευρώ και εξήντα εννέα λεπτά (2.841,69 ευρώ). Ως εκ τούτου, ο ενάγων, συνεπεία της, υπό του εναγομένου, καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας την 3.9.2019, εδικαιούτο αποζημίωση απολύσεως, ανερχομένη στις αναλογούσες σε διάστημα δέκα πέντε ημερών ανωτέρω νόμιμες τακτικές αποδοχές του και δη στο ποσό των ευρώ (2.841,69 δια 2=) 420,84 και όχι στο ποσό των ευρώ 1.710,97, όπως ισχυρίζεται με την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) ένδικη αγωγή του. Ο εναγόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, από το ποσό των ευρώ 1.700 το οποίο κατέβαλε στον ενάγοντα την 3.9.2019, ποσό ευρώ 850 κατέβαλε σε αυτόν «εν είδει» αποζημιώσεως απολύσεως, ισχυρισμό τον οποίο αρνήθηκε ο εναγόμενος, καθ’ υποφορά με την ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αγωγή του, ισχυριζόμενος σε αυτή ότι το ποσό των ευρώ 1.700 που έλαβε την 3.9.2019 αφορούσε μόνον δεδουλευμένες αποδοχές του από την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης έως την 3.9.2017. Το ισχυρισμό περί μερικής καταβολής, ο εναγόμενος δεν επαναφέρει παραδεκτώς με τις έγγραφες  προτάσεις του αν και επικαλείται και προσκομίζει τις αποδείξεις καταβολής της μισθοδοσίας του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, από την προσκομιζόμενη ως άνω από 3.9.2019 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος δεν αποδεικνύεται ότι εκ του ποσού των ευρώ 1.700 που ο εναγόμενος κατέβαλε την 3.9.2017 στον ενάγοντα, ποσό ευρώ 850 αφορούσε την αποζημίωση απολύσεως αυτού (ενάγοντος), αφού δεν αναφέρεται τούτο και μάλιστα σαφώς στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση. Αντίθετα, κρίνεται ότι, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων με την υπό στοιχείο (α) αγωγή του, το ποσό των ευρώ 1.700 που ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα την 3.9.2019 αφορά μόνον οφειλόμενες δεδουλευμένες συμφωνημένες αποδοχές αυτού (ενάγοντος) έως την 3.9.2019. Σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο ως σχετικά 5, 6, 7, 8 και 9 αποδείξεις καταβολής. Συγκεκριμένα, στην προσκομιζόμενη ως σχετικό 5 απόδειξη πληρωμής, φέρουσα ημερομηνία 23.6.2019, αναγράφεται ότι το καταβληθέν ποσό των ευρώ 500 αφορά μισθοδοσία της 5ης Ιουνίου και όχι σε προκαταβολή μισθών έναντι της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησης, όπως ανέφερε ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Όμοια, στην προσκομιζόμενη ως σχετικό 6 απόδειξη, φέρουσα ομοίως ημερομηνία 23.6.2019, αναγράφεται ότι το καταβληθέν ποσό των ευρώ 500  αφορά μισθοδοσία της 17ης Ιουνίου, χωρίς από το περιεχόμενο αυτής να προκύπτει ότι η εν λόγω καταβολή αφορά προκαταβολή έναντι της εργασίας του ενάγοντος επί του εν λόγω πλοίου από 25.6.2019 έως 3.9.2019, ως ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με τον συνυπολογισμό και των εν λόγω καταβολών ο εναγόμενος επιχειρεί να αποδείξει ότι είχαν ήδη καταβληθεί οι έως την 3.9.2017 οφειλόμενες συμφωνημένες αποδοχές του ενάγοντος έως την 3.9.2019, πλην του ποσού των ευρώ 850 και επομένως το επιπλέον ποσό των ευρώ 850 εκ του ποσού των ευρώ 1.700 που αυτός κατέβαλε στον ενάγοντα την ίδια ημερομηνία, αφορούσε καταβολή έναντι της αποζημίωσης απόλυσης αυτού. Τούτων, δοθέντος ότι ο ενάγων αρνείται καθ’ υποφορά με την υπό στοιχείο (α) αγωγή του ότι έλαβε έναντι της δικαιούμενης υπ΄αυτού αποζημίωσης απόλυσης την 3.9.2019 το ποσό των ευρώ 850, αφού ο ίδιος αναφέρει ότι όλο το ποσό των 1.700 ευρώ που έλαβε την ανωτέρω ημερομηνία αφορά μόνον οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές έως την 3.9.2019, επιπλέον δε ο ίδιος, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι προηγούμενα της ένδικης ναυτολόγησής του και δη από 10.6.2021 έως 24.6.2021, αυτός (ενάγων) εργάζονταν για λογαριασμό του εναγομένου ως τουριστικός πράκτορας στο γραφείο του, ήτοι ότι τους συνέδεε έτερη σχέση εργασίας. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση ανέγραψε ότι ουδεμία άλλη απαίτηση διατηρεί έναντι του εναγομένου από τις υπηρεσίες που του προσέφερε ακόμη κι αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ενέχει παραίτηση από την επίδικη αξίωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006/948, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π., ΜονEφΠειρ. 698/2014, Δνη 2015/504, ΜονΕφΠειρ. 626/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208).

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου εφέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της η ένδικη έφεση, ως ειδικότερα αναλύεται στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 666/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας, αφού δε κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, προς εκδίκαση κατ’ ουσίαν, πρέπει [α] η κρινόμενη υπό στοιχείο (β) από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./28.12.2023 αγωγή, την οποία ήγειρε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς ουσιαστικά κατά μόνου του δευτέρου των εναγομένων, ……………., αφού, ως αναλύεται στο σκεπτικό της παρούσας, η πρώτη εναγομένη ατομική επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου ταυτίζεται ουσιαστικά με αυτόν αφού δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 57, 59, 297, 298, 299, 340, 345, 346 ΑΚ, 70 και 175 ΚΠολΔ, και επαρκώς ορισμένη, να απορριφθεί αυτή στην ουσία της. Περαιτέρω, πρέπει [β] η κρινόμενη υπό στοιχείο (α) από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/31.1.2020 αγωγή, την οποία ήγειρε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς ουσιαστικά κατά μόνου του δευτέρου των εναγομένων, ……………. ., αφού, ως αναλύεται στο σκεπτικό της παρούσας, η πρώτη εναγομένη ατομική επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου ταυτίζεται ουσιαστικά με αυτόν αφού δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα, η οποία τυγχάνει νόμιμη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 37, 38 ΚΙΝΔ, 648, 653, 655, 914, 297, 298, 340, 341, 345, 346 ΑΚ και «Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επαγγελματικών Τουριστικών Σκαφών του ν. 4256/2014, ετών 2018-2019», η οποία κυρώθηκε με τη με αριθμό 2242.5-1.8/69740/2018 (ΦΕΚ Β 4469/8.10.2018) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και επαρκώς ορισμένη, να γίνει μερικώς δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος – εφεσίβλητος, …………….., να καταβάλει στον ενάγοντα, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των ευρώ 1.420,84 ως αποζημίωση απολύσεως, νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της εν λόγω υπό στοιχείο (α) αγωγής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την ένδικη έφεση τυπικά και εν μέρει στην ουσία της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ. 666/2024, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει τις ένδικες (α) από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../31.1.2020 και (β) από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./28.12.2023 αγωγές, του εκκαλούντος σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων

Απορρίπτει την από 28.12.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/28.12.2023 αγωγή στην ουσία της.

Δέχεται, εν μέρει την από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/31.1.2020 αγωγή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο, …………., να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (1.420,84 ευρώ), νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αμέσως ανωτέρω από 28.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./31.1.2020 αγωγής.

Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 5.12.2025.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ