ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 760/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ………… 2) ………. 3) ………. 4) ………….., 5) ………….. και 6) ……………, οι οποίοι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαμπράκη.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «………….» η οποία εδρεύει στη …………. Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη, 2) της εταιρείας με την επωνυμία «…………….., η οποία εδρεύει στη ………. Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη, 3) …………., ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσουρούλη, 4) ……………. ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φέρλα, 5) ………………., ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσουρούλη, 6) …………………, ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσουρούλη, 7) …………….., ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντοσέα, 8) ……………..ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσουρούλη και 9) του εδρεύοντος στο ………… νομικού προσώπου με την επωνυμία ……………… και ήδη με την επωνυμία …………………, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα κα το οποίο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσουρούλη.
Οι πέντε πρώτοι των ήδη εκκαλούντων, ήγειραν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 09.03.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………../09.03.2020 αγωγή, σε βάρος των ανωτέρω οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων με την οποία, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, εζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των ευρώ 200.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο τους πατρός του, καθώς επίσης και το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, εις έναν έκαστον δε των λοιπών (δευτέρου έως πέμπτου) εκκαλούντων – εναγόντων το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο τους αδελφού τους.
Ακολούθως, οι πέντε πρώτοι ήδη εκκαλούντες – ενάγοντες της ανωτέρω αγωγής, μετά του ήδη έκτου εκκαλούντος ……………., άσκησαν την από 02.11.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………………./03.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση –αγωγή κατά του ήδη ενάτου εφεσιβλήτου – αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού, με την οποία ανακοίνωσαν σε αυτό την ανοιγείσα με την ανωτέρω αγωγή δίκη, προσεπικάλεσαν αυτό σε παρέμβαση και εζήτησαν όπως υποχρεωθεί το προς ον η ανακοίνωση–προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-εναγόμενο, για τους διαλαμβανόμενους στη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή λόγους, να καταβάλει στον μεν πρώτο ενάγοντα της αγωγής αυτής (α) το ποσό των ευρώ 200.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του πατρός του και επιπλέον (β) το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση του, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων του Ν. 551/1915 και εις έναν έκαστον των δευτέρου έως και πέμπτου των εναγόντων της αγωγής αυτής και ταυτόχρονα εναγόντων της ανωτέρω αγωγής, το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του αδελφού τους.
Τέλος, ο έκτος των εκκαλούντων ……………, άσκησε σε βάρος απάντων των ήδη εφεσιβλήτων το από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/21.1.2021 δικόγραφο υπό του τίτλου «Πρόσθετη Παρέμβαση» το οποίο απηύθυνε κατά των εναγομένων των ανωτέρω δύο αγωγών και υπέρ των εναγόντων της πρώτης των ως άνω αγωγής, με την οποία εζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβασή του, καθώς επίσης να γίνει δεκτή η ως άνω πρώτη αγωγή και η ως άνω ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση των πέντε πρώτων ανακοινωσάντων – προσεπικαλούντων και να υποχρεωθούν άπαντες οι αντίδικοί του και δη οι καθών η πρόσθετη παρέμβασή του, για τους λόγους και αιτίες που αναφέρει στην πρόσθετη παρέμβασή του, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα της ως άνω αγωγών το ποσό των ευρώ 200.000, εις έκαστον δε των λοιπών εναγόντων των ως άνω αγωγών και σε αυτόν τον ίδιο, το ποσό των ευρώ 150.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του πατρός του πρώτου και αδελφού των λοιπών και επιπλέον, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα της των ανωτέρω αγωγών, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915.
Τα ανωτέρω δικόγραφα, συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρχικώς την 18.5.2021, πλην όμως επ’ αυτών δεν εξεδόθη απόφαση και κατόπιν της με αριθμό 2839/2022 Πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως επαναπροσδιορίσθηκαν προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 19.9.2022, οπότε εξεδόθη η με αριθμό 3881/2022 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτών. Τα ανωτέρω δικόγραφα, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση, με την από 12.1.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/12.1.2023 κλήση των ήδη εκκαλούντων, συζητήσεως δε γενομένης αυτών κατά τη δικάσιμο της 28.2.2023 εξεδόθη η με αριθμό 436/2024 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών με την οποία (α) όσον αφορά στην 09.03.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/09.03.2020 αγωγή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και δη αόριστη καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των ήδη πέμπτου έως και ογδόου των εφεσιβλήτων και κατά τα λοιπά απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, (β) όσον αφορά στην από 02.11.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./03.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση –αγωγής κατά του ήδη ενάτου εφεσιβλήτου αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη καθό μέρος ασκήθηκε από τον ήδη έκτο των εκκαλούντων και δη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού και ως προς τους λοιπούς των εκκαλούντων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Τέλος, όσον αφορά στο από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………………/21.1.2021 δικόγραφο υπό του τίτλου «Πρόσθετη – Παρέμβαση», εκτιμώμενο ως πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, εκ του λόγου ότι δεν κοινοποιήθηκε και προς τους υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση και με επάλληλη αιτιολογία ελλείψει εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος, όσον δε αφορά στο περιεχόμενο σε αυτή αίτημα επιδίκασης στον προσθέτως παρεμβαίνοντα του ποσού των 150.000 ευρώ απερρίφθη ως απαράδεκτο ελλείψει προδικασίας.
Την ανωτέρω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσέβαλαν οι ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό και δη οι ενάγοντες της από 09.03.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../09.03.2020 αγωγής, οι ανακοινώσαντες – προσεπικαλούντες – ενάγοντες της από 02.11.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./03.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή και ο προσθέτως παρεμβαίνων και οι υπέρ ων η από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./21.1.2021 πρόσθετη παρέμβαση με την από 25.04.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………../26-04-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./26-04-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επί τω τέλει όπως γίνουν δεκτές στο σύνολό τους οι ανωτέρω αγωγές και η ανωτέρω πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά τη συζήτηση της ένδικης εφέσεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, η οποία εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 25.04.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………/26-04-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../26-04-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 436/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εξεδόθη κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621, 622 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ) και απέρριψε ως απαράδεκτη και δη αόριστη, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των ήδη πέμπτου έως και ογδόου των εφεσιβλήτων και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη στην ουσία της την από 09.03.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./09.03.2020 αγωγή, ως απαράδεκτη και δη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού, καθό μέρος ασκήθηκε από τον ήδη έκτο των εκκαλούντων και ως απαράδεκτη και δη αόριστη κατά τα λοιπά την από 02.11.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./03.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση –αγωγή κατά του ήδη ενάτου εφεσιβλήτου αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού και ως απαράδεκτη, διότι δεν κοινοποιήθηκε και προς τους υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση και με επάλληλη αιτιολογία, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, όσον δε αφορά στο περιεχόμενο σε αυτή αίτημα επιδίκασης στον προσθέτως παρεμβαίνοντα του ποσού των 150.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, ως απαράδεκτο ελλείψει προδικασίας την από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/21.1.2021 πρόσθετη παρέμβαση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 495, 496, 498, 499, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ.α, 518 § 1 και 2 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατ’ άρθρον ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) ΚΠολΔ και δη όσον αφορά στην ένατη των εφεσιβλήτων εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 518 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη με αριθμό 436/2024 απόφαση επεδόθη με επιμέλεια του ενάτου των εφεσιβλήτων, την 27.3.2024 στους εκκαλούντες, όπως προκύπτει από την με την αυτή ημερομηνία σχετική επισημείωση επί του προσκομιζόμενου ως σχετικό 49 από τους εκκαλούντες αντιγράφου της εκκαλουμένης αποφάσεως, του δικαστικού επιμελητή . ……………, η ένδικη δε έφεση, ασκήθηκε την 26-4-2024, δια καταθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………/26-04-2024) και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών (άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ) ως προς τους λοιπούς των εφεσιβλήτων από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως που έλαβε χώρα την 8.2.2024, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011). Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατ’ αρχήν κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, με τη σημείωση ότι, αν και ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν.4055/2012, δεν απαιτείται για το παραδεκτό της, η κατάθεση του παραβόλου της § 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015), λόγω της φύσεως της διαφοράς, ως εργατικής.
ΙΙ. [Α] Οι ενάγοντες και ήδη πέντε πρώτοι εκκαλούντες, με την ένδικη από 9.3.2020 αγωγή τους [την οποία ήγειραν κατά των οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων και επιπλέον κατά του ………………., από το δικόγραφο της οποίας (ανωτέρω αγωγής), δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 18.5.2021, παραιτήθηκαν και για το λόγο αυτό με τη με αριθμό 3881/2022 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τα λοιπά, η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, θεωρήθηκε ότι αυτή (αγωγή) δεν ασκήθηκε κατ΄ αυτού (έκτου εναγομένου …………………..)], ισχυρίσθηκαν ότι, δια συμβάσεως ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός του πατρός του πρώτου και αδελφού των λοιπών (εναγόντων), στον Πειραιά, αφετέρου δε των τριών πρώτων εναγομένων και δη της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στην Κύπρο ανώνυμης εταιρείας και πραγματικά στην Ελλάδα απ’ όπου ασκείτο η διοίκησή της, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Κύπρου οχηματαγωγού πλοίου AE …… τόνων, νηολογίου Λεμεσού, της δεύτερης εναγομένης, αλλοδαπής και δη εδρεύουσας κατά το καταστατικό της στη ……. Λιβερίας και πραγματικά στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας (στην Ελλάδα) ως ανώνυμη εταιρεία, διαχειρίστριας του εν λόγω πλοίου και του τρίτου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, ο οποίος επιπλέον προς δικό του όφελος και λογαριασμό ασκούσε τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτούσε το ανωτέρω φορτηγό πλοίο, διότι αυτός ουσιαστικά από τον Πειραιά εκμεταλλεύονταν το εν λόγω πλοίο προσλαμβάνοντας το πλήρωμα αυτού, εκναυλώνοντας και ασφαλίζοντας το εν λόγω πλοίο, εισπράττοντας τους ναύλους, καταβάλλοντας τους μισθούς και τα έξοδα αυτού, απολαμβάνοντας τα κέρδη και επωμιζόμενος και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του εν λόγω πλοίου και εκ των λόγων τούτων φέροντος την εφοπλιστή ιδιότητα, γεγονός γνωστό στους ναυτιλιακούς κύκλους του Πειραιά και στο εξωτερικό, ναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο, ως μέλος του οργανωμένου πληρώματός του, με την ειδικότητα του Μάγειρα, αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού συνολικά εκ ποσού ευρώ 4.160. Ο εν λόγω συγγενής τους, επιβιβάσθηκε επί του ως άνω πλοίου και παρείχε την εργασία του, πλην όμως την 29.3.2015, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, καθόν χρόνο ο ανωτέρω αποβιώσας πατέρας του πρώτου ενάγοντος και αδελφός των λοιπών ευρίσκετο επί του ανωτέρω πλοίο, χωρίς να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα υγείας, απεβίωσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, χωρίς να του παρασχεθεί η απαραίτητη και επιβεβλημένη ιατρική βοήθεια. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκαν ότι, την 29.3.2015, ενώ το ανωτέρω πλοίο στο οποίο επέβαινε ο ανωτέρω συγγενής τους ευρίσκετο αγκυροβολημένο στη θέση Μπασούο της Κίνας, το οποίο απείχε επτά (7) ν.μ. από το πλησιέστερο λιμάνι, άπαντες οι εναγόμενοι, εκ των οποίων, οι τέταρτος έως και ένατος αυτών, μέλη του οργανωμένου πληρώματος του εν λόγω πλοίου και προστηθέντες των τριών πρώτων εναγομένων και συγκεκριμένα, κατά τον επίδικο χρόνο, ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη τέταρτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Α Πλοιάρχου, ο πέμπτος εναγόμενος και ήδη πέμπτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Β Πλοιάρχου, ο έβδομος εναγόμενος και ήδη έκτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Β Μηχανικού, ο όγδοος εναγόμενος και ήδη έβδομος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα ομοίως του Β Μηχανικού και ο ένατος εναγόμενος και ήδη όγδοος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Γ Μηχανικού, από αμέλειά τους επέφεραν το θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους, διότι δεν διέθεταν επί του πλοίου πλήρως εξοπλισμένο φαρμακείο, ούτε ιατρικό έντυπο πρώτων βοηθειών, ούτε μηχάνημα ανάνηψης (απινιδωτή), δεν χορήγησαν στον ανωτέρω συγγενή τους ιατρικό οξυγόνο το οποίο έπρεπε να διαθέτει το εν λόγω πλοίο, δεν διέθεταν επί του πλοίου ειδικά εκπαιδευμένο άτομο–μέλος του πληρώματος ώστε να παρασχεθεί αποτελεσματική ιατρική βοήθεια στον ανωτέρω συγγενή τους, ο τέταρτος των εναγομένων, υπηρετών ως Α Πλοίαρχος στο ανωτέρω πλοίο κατά τον επίδικο χρόνο, δεν προέβη σε κλήση προς το Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, η όποια τυχόν βοήθεια παρασχέθηκε στον ανωτέρω συγγενή τους από μέλη του πληρώματος χωρίς σχετική γνώση και εκπαίδευση και όχι από τον τέταρτο εναγόμενο Α Πλοίαρχο του πλοίου ή άλλο μέλος του πληρώματος ειδικώς εκπαιδευμένο προς τούτο, αφού το πλοίο δεν διέθετε ιατρό, δεν αναζήτησαν βοήθεια από έτερα, ελλιμενισμένα στο ίδιο αγκυροβόλιο, πλοία τα οποία διέθεταν ιατρό και τέλος, δεν εκάλεσαν ελικόπτερο ή άλλο πλωτό μέσο για τη μεταφορά του ανωτέρω συγγενή τους στο πλησιέστερο νοσοκομείο προκειμένου να του παρασχεθεί η αναγκαία ιατρική βοήθεια, με αποτέλεσμα το θάνατο του ανωτέρω συγγενή τους από αδιευκρίνιστη αιτία, αφού δεν έχει εισέτι μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα η συνταχθείσα στην Κίνα σχετική ιατροδικαστική έκθεση, έστω κι αν, κατά την από 1.8.2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής, ο θάνατος του συγγενή τους επήλθε λόγω προσφάτων ισχαιμικών αλλοιώσεων του μυοκαρδίου – πνευμονικό οίδημα – πρόσφατη και χρόνια πνευμονική συμφόρηση, πράξη που συγκροτεί σε βάρος του τρίτου έως και ενάτου των εναγομένων, την αξιόποινη πράξη της εκθέσεως. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι, ο θάνατος του ανωτέρω συγγενή τους αποτελεί και εργατικό ατύχημα, η δε ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων της αγωγής αυτής, συνιστά και παραβίαση των ειδικών μέτρων ασφαλείας. Επικαλούμενοι περαιτέρω, ότι συνεπεία του θανάτου του ανωτέρω συγγενή τους υπέστησαν ψυχική οδύνη, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δια των από 18.5.2021 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [άρθρα 223, 295§1 και 297 ΚΠολΔ], εζήτησαν, όπως δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής και δι’ απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των τρίτου έως ογδόου των ήδη εφεσιβλήτων, αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στον μεν πρώτο ενάγοντα, υιό του ανωτέρω θανόντος (α) το ποσό των ευρώ 200.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τον θάνατο του πατρός του και επιπλέον (β) το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση, συνισταμένη στους συνομολογηθέντες μισθούς, διάρκειας πέντε ετών, του αποβιώσαντος πατρός του, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων του Ν. 551/1915, δοθέντος ότι ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός αυτού ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 4.160,00 και εις έναν έκαστον των δευτέρου έως και πέμπτου των εναγόντων της αγωγής αυτής, το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του αδελφού τους. Επιπλέον, εζήτησαν όπως τα ανωτέρω ποσά επιδικασθούν νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής και καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.
Ακολούθως, [Β] οι ενάγοντες της ανωτέρω αγωγής και ο …………………, ήδη έκτος των εκκαλούντων, αδελφός του ανωτέρω θανόντος, με την από 2.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευόμενης σε αυτή αγωγής, δικόγραφο το οποίο απηύθυναν προς το ήδη ένατο νομικό πρόσωπο (αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό), αφού εξέθεσαν ότι οι πέντε πρώτοι εξ αυτών έχουν εγείρει την αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας εξέθεσαν αυτούσιο και επιπλέον αφού ισχυρίσθηκαν ότι, κατά τις προβλέψεις της έγγραφης σύμβασης ναυτολόγησης του ανωτέρω συγγενή τους, ο εργοδότης αυτού είχε αναλάβει την υποχρέωση να ασφαλίσει και πράγματι ασφάλισε τον ανωτέρω θανόντα συγγενή τους, ως μέλος του πληρώματος του ανωτέρω πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο που ευρίσκετο επί του πλοίου και για απώλεια ζωής, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που κατήρτισαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της ως άνω κύριας αγωγής με το καθού η ανακοίνωση – προσεπίκληση και εναγόμενο της αγωγής αυτής, αλληλοασφαλιστικό οργανισμό, ανακοίνωσαν προς αυτό (καθού η ανακοίνωση – προσεπίκληση και εναγόμενο της αγωγής αλληλοασφαλιστικό οργανισμό) την ανοιγείσα με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή τους δίκη, προσεπικάλεσαν το καθού νομικό πρόσωπο σε αναγκαστική παρέμβαση κατά τη συζήτηση αυτής (ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή) και εζήτησαν (α) να αποτελέσει δεδικασμένο και για το προσεπικαλούμενο η απόφαση που θα εκδοθεί επί της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της σωρευθείσας αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δια των από 18.5.2021 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν [οι πέντε πρώτοι ενάγοντες] ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [άρθρα 223, 295§1 και 297 ΚΠολΔ], δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστή και δι’ απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των μη εναγομένων με το δικόγραφο αυτό τρίτου έως και ενάτου των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι το με τη σωρευθείσα αγωγή εναγόμενο νομικό πρόσωπο πρέπει, ως εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως ναυτικής εργασίας, ενεχόμενο, να καταβάλει, εις ολόκληρον μετά των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής τα χρηματικά ποσά που αιτούνται με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή και δη στον μεν πρώτο ενάγοντα, υιό του ανωτέρω θανόντος (α) το ποσό των ευρώ 200.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του πατρός του και επιπλέον (β) το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση του κατά τις προβλέψεις των διατάξεων του Ν. 551/1915 και εις έναν έκαστον των δευτέρου έως και πέμπτου των εναγόντων της αγωγής αυτής, το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του αδελφού τους. Επιπλέον, εζήτησαν όπως τα ανωτέρω ποσά τους επιδικασθούν νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της εν λόγω παρεμπίπτουσας αγωγής και καταδικασθεί το παρεμπιπτόντως εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.
Ακολούθως, [Γ] ο ήδη έκτος εκκαλών ……………., αδελφός του ανωτέρω θανόντος, με το από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………………./21.1.2021 δικόγραφο, υπό του τίτλου «Πρόσθετη – Παρέμβαση» το οποίο απηύθυνε κατά των εναγομένων των υπό στοιχείο [Α] και [Β] αγωγών και υπέρ των εναγόντων της υπό στοιχείο [Α] και [Β] αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι, οι ενάγοντες της υπό στοιχεία [Α] αγωγής, ήγειραν σε βάρος των εναγομένων της αγωγής αυτής, την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθεσε αυτούσιο. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, ομοίως οι ενάγοντες της υπό στοιχείο [Α] αγωγής ήγειραν την ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή τους κατά του ήδη ενάτου εφεσιβλήτου, το περιεχόμενο της οποίας ομοίως παρέθεσε αυτούσιο. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι και ο ίδιος τυγχάνει αδελφός του ανωτέρω αποβιώσαντος ………………, ο οποίος ναυτολογήθηκε ως Μάγειρας στο υπό σημαία Κύπρου φορτηγό πλοίο «AE», νηολογίου Λεμεσού, πλοιοκτησίας της πρώτης καθής η πρόσθετη παρέμβαση – εναγομένης, εδρεύουσας, κατά το καταστατικό της, στη νήσο Κύπρο αλλά πραγματικά στον Πειραιά, του οποίου τη διαχείριση είχε η δεύτερη καθής η πρόσθετη παρέμβαση – εναγομένη εταιρεία εδρεύουσα κατά το καταστατικό της στη …… Λιβερίας αλλά πραγματικά στον Πειραιά, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο τρίτος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος, ο οποίο ουσιαστικά εκμεταλλεύονταν το εν λόγω πλοίο. Ότι την 29.3.2015, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οκτώ πρώτων καθών η πρόσθετη παρέμβαση – εναγομένων, καθόν χρόνο ο ανωτέρω αποβιώσας αδελφός του ευρίσκετο επί του ανωτέρω πλοίο, χωρίς να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα υγείας, απεβίωσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, χωρίς να του παρασχεθεί η απαραίτητη και επιβεβλημένη ιατρική βοήθεια. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι, την 29.3.2015, ενώ το ανωτέρω πλοίο στο οποίο επέβαινε ο ήδη θανών αδελφός του ευρίσκετο αγκυροβολημένο στη θέση Μπασούο της Κίνας, το οποίο απείχε επτά (7) ν.μ. από το πλησιέστερο λιμάνι, άπαντες οι καθών η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενοι, εκ των οποίων, οι τέταρτος έως και ένατος αυτών, μέλη του οργανωμένου πληρώματος του εν λόγω πλοίου και προστηθέντες των τριών πρώτων καθών η πρόσθετη παρέμβαση – εναγομένων και συγκεκριμένα, κατά τον επίδικο χρόνο, ο τέταρτος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος και ήδη τέταρτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Α Πλοιάρχου, ο πέμπτος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος και ήδη πέμπτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Β Πλοιάρχου, ο έβδομος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος και ήδη έκτος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Β Μηχανικού, ο όγδοος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος και ήδη έβδομος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα ομοίως του Β Μηχανικού και ο ένατος καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενος και ήδη όγδοος εφεσίβλητος υπηρετούσε με την ειδικότητα του Γ Μηχανικού, από αμέλειά τους επέφεραν το θάνατο του αδελφού του, διότι δεν διέθεταν επί του πλοίου πλήρως εξοπλισμένο φαρμακείο ούτε ιατρικό έντυπο πρώτων βοηθειών, δεν διέθεταν επί του πλοίου μηχάνημα ανάνηψης (απινιδωτή), δεν του χορήγησαν ιατρικό οξυγόνο το οποίο έπρεπε να διαθέτει το εν λόγω πλοίο, δεν διέθεταν ειδικά εκπαιδευμένο άτομο – μέλος του πληρώματος ώστε να παρασχεθεί αποτελεσματική ιατρική βοήθεια στον ανωτέρω αδελφό του, ο τέταρτος των καθών η πρόσθετη παρέμβαση – εναγομένων, υπηρετών ως Α Πλοίαρχος, στο ανωτέρω πλοίο κατά τον επίδικο χρόνο δεν προέβη σε κλήση προς το Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, η όποια τυχόν βοήθεια παρασχέθηκε στον ανωτέρω ήδη αποβιώσαντα αδελφό του από μέλη του πληρώματος χωρίς σχετική γνώση και εκπαίδευση και όχι από τον τέταρτο καθού η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόμενο Α Πλοίαρχο του πλοίου ή άλλο μέλος του πληρώματος ειδικώς εκπαιδευμένου προς τούτο, αφού το πλοίο δεν διέθετε ιατρό, δεν αναζήτησαν βοήθεια από έτερα, ελλιμενισμένα στο ίδιο αγκυροβόλιο, πλοία τα οποία διέθεταν ιατρό και τέλος, δεν εκάλεσαν ελικόπτερο ή άλλο πλωτό μέσο για τη μεταφορά του ήδη αποβιώσαντος αδελφού του στο πλησιέστερο νοσοκομείο προκειμένου να του παρασχεθεί η αναγκαία ιατρική βοήθεια, με αποτέλεσμα το θάνατο του αυτού από αδιευκρίνιστη αιτία, αφού δεν έχει εισέτι μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα η συνταχθείσα στην Κίνα σχετική ιατροδικαστική έκθεση, έστω κι αν, κατά την από 1.8.2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής κατέληξε ότι ο θάνατος του συγγενή τους επήλθε λόγω προσφάτων ισχαιμικών αλλοιώσεων του μυοκαρδίου – πνευμονικό οίδημα – πρόσφατη και χρόνια πνευμονική συμφόρηση», πράξη που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη της εκθέσεως. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, ο θάνατος του αδελφού του αποτελεί και εργατικό ατύχημα, η δε ανωτέρω συμπεριφορά των καθών η πρόσθετη παρέμβαση, συνιστά και παραβίαση των ειδικών μέτρων ασφαλείας. Ακολούθως, ισχυρίσθηκε ότι, παρεμβαίνει στη δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή και με την υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή, υπέρ των εναγόντων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής και υπέρ των πέντε πρώτων ανακοινωσάντων την ανωτέρω δίκη στο ένατο εφεσίβλητο – προσεπικαλούντων αυτό – εναγόντων, επικαλούμενος αφενός μεν ότι έχει έννομο συμφέρον όπως οι ανωτέρω αγωγές γίνουν δεκτές, αφ’ ετέρου δε ότι δικαιούται και αυτός να λάβει το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικός οδύνης που υπέστη από το θάνατο του ανωτέρω αδελφού του με τον οποίο συνδέονταν με δεσμούς αληθινής αγάπης. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι, όπως προβλέφθηκε σχετικά στη σύμβαση ναυτολόγησης που κατήρτισε ο αποβιώσας αδελφός του, ο εργοδότης αυτού είχε αναλάβει την υποχρέωση να ασφαλίσει όλο το πλήρωμα του εν λόγω πλοίου και για απώλεια ζωής και πράγματι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων ασφάλισαν τον ανωτέρω συγγενή του στο ένατο καθού η πρόσθετη παρέμβαση νομικό πρόσωπο, το οποίο, εκ του νόμου και ενόψει της ανωτέρω σύμβασης ναυτικής εργασίας, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει εις άπαντες του ενάγοντες της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, αλλά και σε αυτόν τα ποσά που αιτούνται με την ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγή οι ενάγοντες αυτής και με την πρόσθετη παρέμβαση ο ίδιος. Κατόπιν αυτών, ζήτησε να γίνει δεκτή η εν λόγω παρέμβασή του, καθώς επίσης να γίνει δεκτή η ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγή και η υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή των πέντε πρώτων ανακοινωσάντων – προσεπικαλούντων – εναγόντων και κατόπιν περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δια των από 18.5.2021 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι άπαντες οι αντίδικοί του και δη οι καθών η πρόσθετη παρέμβασή του, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής και δι’ απαγγελίας προσωπικής κράτησης του τρίτου έως και ενάτου αυτών, για τους λόγους και αιτίες που αναφέρει στην πρόσθετη παρέμβαση καθώς και στο ιστορικό της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα της υπό στοιχείο [Α] αγωγής το ποσό των ευρώ 200.000, στους λοιπούς δε ενάγοντες της ίδιας αγωγής και σε αυτόν τον ίδιο το ποσό των ευρώ 150.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του πατρός του πρώτου και αδελφού των λοιπών και επιπλέον, οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής, άλλως και επικουρικώς από της επιδόσεως της εν λόγω προσεπικλήσεως και να καταδικασθούν οι αντίδικοί του στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.
Η ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, η ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή και η ανωτέρω υπό στοιχείο [Γ] πρόσθετη παρέμβαση, συζητήθηκαν αρχικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 18.5.2021, λόγω δε μη εκδόσεως αποφάσεως επ’ αυτών εντός οκτώ μηνών, με τις με αριθμό 2839/2022 και 2840/2022 Πράξεις του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς, προσδιορίσθηκαν και συζητήθηκαν εκ νέου την 19.9.2022 επί των οποίων εξεδόθη η προσκομιζόμενη με αριθμό 3881/2022 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία θεωρήθηκε ότι υπό στοιχεία [Α] αγωγή και η υπό στοιχείο [Γ] πρόσθετη παρέμβαση δεν ασκήθηκε ως προς τον αρχικώς ενάγοντα ……………… κατόπιν παραίτησης των εναγόντων από το αγωγικό δικόγραφο ως προς αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294 εδ.α, 295 παρ.1 εδ.α κα 297 ΚΠολΔ και κατά λοιπά κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτών. Με κλήση τους, οι ήδη εκκαλούντες, επανέφεραν προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα ανωτέρω δικόγραφα, τα οποία συζητήθηκαν την 28.2.2023, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ’ αυτών εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία: [i] αφού δέχθηκε ότι παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη ενώπιόν του η ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή και περαιτέρω ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση αυτής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4, 20-23 και 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 «Για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», εκ της πραγματικής έδρας των δύο πρώτων ήδη εφεσιβλήτων που ευρίσκεται στην Ελλάδα και της κατοικίας των λοιπών εναγομένων της αγωγής αυτής η οποία ευρίσκεται ομοίως στην Ελλάδα, εφαρμοστέο δε τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο εκ του συνόλου των ειδικών συνθηκών της ένδικης υπόθεσης, πλην των εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ασφαλείας (πρόνοιας) κατά την παροχή ναυτικής εργασίας, ως προς τους οποίους, κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος των εναγομένων έκρινε ως εφαρμοστέο το δίκαιο της σημαίας του πλοίου και δη το δίκαιο της Κύπρου, ακολούθως, αφού εκτίμησε δεόντως τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι αυτή (ένδικη αγωγή) ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης ως πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου, σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, διαχειρίστριας αυτού, ως αντιπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Ελλάδα και συνυπεύθυνης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α του Ν. 762/1978 και σε βάρος του τρίτου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας (δεύτερης εναγομένης) συνυπευθύνου προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 762/1978, οι αγωγικές αναφορές δε περί της ιδιότητος του τρίτου εναγομένου ως εφοπλιστή του εν λόγω πλοίου εκτίμησε ότι δεν αποδίδουν τη νομική και πραγματική έννοια του όρου. Περαιτέρω, αφού εκτίμησε ότι ο πρώτος ενάγων άσκησε την αξίωσή του προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 551/1915 για καταβολή του ποσού των ευρώ 249.600 επικουρικά και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής περί καταβολής σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του πατρός του (α) απέρριψε αυτή (ένδικη αγωγή) ως αόριστη, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ογδόου των ήδη εφεσιβλήτων, εκ του λόγου ότι σε αυτήν (ένδικη ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή) δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης των εν λόγω μελών του πληρώματος προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης τους, (β) απέρριψε την ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη από τον πρώτο ενάγοντα και με αυτήν αξίωνε ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915, το ποσό των ευρώ 249.600, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης ως προς τους τέταρτο έως και ένατο των εναγομένων της εν λόγω αγωγής. Περαιτέρω, έκρινε την ίδια αγωγή, καθό μέρος κρίθηκε παραδεκτή από άποψη παθητικής νομιμοποίησης, ως νόμιμη και δη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 6, 16 του Ν. 551/1915, 299, 330, 346, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας που κυρώθηκε από την Κύπρο με τον Ν. 6(ΙΙΙ)/2012, 84, 105 και 106 του ΚΙΝΔ, 1 παρ.1 εδ.α και 2 του Ν. 762/1978, 68, 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής και απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των εναγομένων, κατόπιν της τροπής του αιτήματος σε αναγνωριστικό και επαρκώς ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό περί του αντιθέτου ισχυρισμό των εναγομένων. Ακολούθως, απέρριψε αυτή στην ουσία της, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο θάνατος του πατρός του πρώτου ενάγοντος και αδελφού των λοιπών εναγόντων της εν λόγω αγωγής, δεν οφείλεται σε αμέλεια των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και επιπλέον, ο θάνατός αυτού δεν ήταν εργατικό ατύχημα, αφού οφείλονταν σε ασθένεια του θανόντος η οποία ήταν αποτέλεσμα της ιδιοσυστασίας του για την οποία ελήφθησαν αμέσως όλα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα, απορρίπτοντας τοιουτοτρόπως και την αξίωση του πρώτου ενάγοντος προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915, συμψήφισε δε τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Περαιτέρω, (ii) αφού δέχθηκε ότι παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη ενώπιόν του προς εκδίκαση η ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή και ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, δέχθηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση και η σωρευομένη σε αυτή αγωγή παραδεκτώς ασκήθηκε μόνον από τους πέντε πρώτους καλούντες – ενάγοντες και ήδη πέντε πρώτους εκκαλούντες, απαραδέκτως εν τούτοις από τον έκτο ανακοινώσαντα – προσεπικαλούντα – ενάγοντα και ήδη έκτο εκκαλούντα, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού, διότι αυτός δεν έφερε την ιδιότητα του ενάγοντος στην υπό στοιχείο [Α] αγωγή, όπως επίσης, καθόν χρόνο αυτή έλαβε χώρα, δεν έφερε και την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, αφού αυτός άσκησε την ως άνω πρόσθετη παρέμβασή του την 21.1.2021, δηλαδή κατόπιν της ασκήσεως της ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωσης δίκης – προσεπίκλησης – αγωγής η οποία έλαβε χώρα την 3.11.2020. Ακολούθως, απέρριψε την εν λόγω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευθείσας στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ως απαράδεκτες και καθό μέρος ηγέρθη υπό των πέντε πρώτων καλούντων – εναγόντων και ήδη πέντε πρώτων εκκαλούντων και δη ως αόριστες, εκ του λόγου ότι, δεν περιέγραψαν στο δικόγραφο επαρκώς την έννομη σχέση που συνδέει τους εν λόγω προσεπικαλούντες με το προσεπικαλούμενο, συμψηφίζοντας τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και (iii) όσον αφορά στο από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./21.1.2021 δικόγραφο υπό του τίτλου «Πρόσθετη – Παρέμβαση», εκτίμησε ότι με αυτό εισήχθη προς συζήτηση πρόσθετη παρέμβαση του ήδη έκτου εκκαλούντος στις ανοιγείσες με τις υπό στοιχείο [Α] και [Β] αγωγές, δίκες, περαιτέρω, αφού δέχθηκε ότι το αίτημα αυτής παραδεκτώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 223 β ΚΠολΔ περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, αρμοδίως εισήχθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε την εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, διότι το δικόγραφο αυτής δεν κοινοποιήθηκε και προς τους υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση, με αποτέλεσμα να μην έχει ολοκληρωθεί η άσκησή της και με επάλληλη αιτιολογία ελλείψει εννόμου συμφέροντος διότι, εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε η θετική διαδικαστική προϋπόθεση της επέκτασης των δυσμενών συνεπειών της απόφασης και δη του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας, της διαπλαστικής ενέργειας και των αντανακλαστικών ενεργειών της σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος. Ειδικώς δε όσον αφορά το αναγνωριστικό αίτημα επιδίκασης σε αυτόν (προσθέτως παρεμβαίνοντα) του ποσού των ευρώ 150.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του αδελφού του που περιέχονταν στην εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε αυτό απαράδεκτο, ελλείψει προδικασίας, διότι δεν εισήχθη με αυτοτελή αγωγή. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το εν λόγω δικόγραφο δεν δύναται να εκτιμηθεί ως κύρια παρέμβαση, με την οποία κατά την εκκαλουμένη απόφαση παραδεκτά προβάλλεται αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, διότι δεν ηγέρθη κατά αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων, συμψηφίζοντας τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Την απόφαση αυτή, πλήττουν οι εκκαλούντες – ενάγοντες της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής, ανακοινώσαντες τη δίκη αυτή και προσεπικαλούντες το ένατο εφεσίβλητο και ενάγοντες της σωρευθείσας στο ίδιο δικόγραφο υπό στοιχείο [Β] αγωγή, καθώς επίσης και ο έκτος των εκκαλούντων – προσθέτως παρεμβάς, ως εν όλω ηττηθέντες διάδικοι με την εκκαλουμένη απόφαση, έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, ως προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως για λόγους που ανάγονται στο σύνολό τους, κατ΄ εκτίμηση της ένδικης έφεσης, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων Συγκεκριμένα, (α) δια του υπό κρίση πρώτου λόγου έφεσης, πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση, διότι παρά το νόμο και κατ΄ εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ απέρριψε ως αόριστη την υπό στοιχείο [Α] αγωγή καθό μέρος ηγέρθη υπό των πρώτων πέντε εκκαλούντων σε βάρος των πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ογδόου των ήδη εφεσιβλήτων ήτοι πέμπτου, εβδόμου, ογδόου και ενάτου των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, ενώ η αγωγή τους ήταν ορισμένη και ως προς τους εν λόγω εναγομένους, (β) δια του δευτέρου λόγου έφεσης πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση, διότι παρά το νόμο και κατ΄ εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ απέρριψε ως αόριστη ως προς τους πέντε πρώτους των εκκαλούντων την υπό στοιχείο [β] ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και τη σωρευθείσα στο αυτό δικόγραφο αγωγή ως αόριστες, αν και ανέφεραν ότι το καθού η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – εναγόμενο υποχρεούτο προς καταβολή της με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ως ασφαλίζουσα τον ανωτέρω θανόντα συγγενή τους επικαλούμενοι και τη σύμβαση ναυτικής εργασίας και (γ) δια του τρίτου λόγου έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθό μέρος απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, πόρισμα το οποίο πλήττουν και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, κατά το δεύτερο δε σκέλος του καθό μέρος με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ως εφαρμοστέο δίκαιο, όσον αφορά ειδικώς τους αναγκαίους όρους ασφαλείας, το δίκαιο της σημαίας του ανωτέρω πλοίου και δη αυτό της Κύπρου, αντί του ελληνικού δικαίου το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο. Επίσης, με τον χωρίς αρίθμηση λόγο της ένδικης έφεσης (σχετικά σελ. 3 της ένδικης έφεσης), ο έκτος των εκκαλούντων παραπονείται για την απόρριψη της από 21.1.2021 πρόσθετης παρέμβασής του στην ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (κατ’ ακριβή διατύπωση αναφέρει «παρά το Νόμο»), άλλως λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων. Ζητούν δε, να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή την οποία ήγειραν οι πέντε πρώτοι εκκαλούντες κατά των οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων και του ………., να γίνει δεκτή η ανωτέρω υπό στοιχείο [Γ] πρόσθετη παρέμβαση την οποία άσκησε ο έκτος των εκκαλούντων σε βάρος των αντιδίκων του και του ……………….. και η ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση και να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι («αντίδικοι» κατά την ακριβή διατύπωση), δι’ απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του τρίτου έως και ογδόου των εφεσιβλήτων, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν, για τους λόγους και αιτίες που αναφέρονται στο ιστορικό των παραπάνω δικογράφων στον πρώτο των εκκαλούντων το ποσό των ευρώ 200.000 και εις έναν έκαστον των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου εξ αυτών (εκκαλούντων) το ποσό των 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον, στον πρώτο των εκκαλούντων το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 και συνολικά, να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν το ποσό των 1.049.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως ενός εκάστου των ανωτέρω δικογράφων έως πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, με την ένδικη έφεση δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε το αίτημα της υπό στοιχείο [Γ] προσθέτου παρεμβάσεως περί επιδίκασης και στον έκτο των ήδη εκκαλούντων του ποσού των ευρώ 150.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστη αυτός, συνεπεία του θανάτου του ανωτέρω αδελφού του, ως απαράδεκτο, αφού με αυτήν (ένδικη έφεση), ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με σκοπό την παραδοχή της από 2.11.2020 πρόσθετης παρέμβασης, χωρίς παράλληλα να προσβάλλεται με ειδικό λόγο έφεσης η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος που περιείχετο στην ανωτέρω πρόσθετη παρέμβαση, παράλληλα δε και προεχόντως διότι, στο αίτημα της ένδικης έφεσης, αν και ζητείται η αποδοχή της εν λόγω παρεμβάσεως, εν τέλει ζητείται να υποχρεωθούν άπαντες οι εφεσίβλητοι να καταβάλουν τα αναφερόμενα στο αιτητικό της ένδικης έφεσης ποσά στους πέντε πρώτους εκκαλούντες, χωρίς παράλληλα δια του αιτήματος αυτής (ένδικης έφεσης) να ζητείται η επιδίκαση οιοδήποτε ποσού στον έκτο των εκκαλούντων. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν μεταβιβάσθηκε στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 1 του Ν. 551/1915, το οποίο εφαρμόζεται και στη σύμβαση ναυτολόγησης, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 του Ν. 3816/1958 “περί κυρώσεως του κώδικος ιδιωτικού ναυτικού δικαίου” (ΟλΑΠ 26/1995), όπως αυτό (άρθρο 1 του Ν. 551/1915) τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 εδ. α Εισ.Ν. Α.Κ.), σύμφωνα με το οποίο «Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρ. 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις τον παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή της εργασίας διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης μόνον της περιπτώσεως καθ` ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα», εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, περιλαμβανομένου και του θανάτου, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας [ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1153/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], εφόσον η ανικανότητα αυτού προς εργασία διαρκεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα [ΑΠ 210/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι «1. Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται.». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του αυτή. Με ενδεχόμενο δηλαδή δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 286/2017, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Δεν εντάσσεται, όμως, στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 19/2014 δημοσιευμένη στην Η.Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Εφόσον, επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330), το ύψος της οποίας καθορίζεται κατ` αποκοπή με βάση τα όσα ο νόμος αυτός ορίζει, αναλόγως της έκτασης και της διάρκειας της ανικανότητας. Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα [ΑΠ 210/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ιδίου νόμου, καθορίζεται η έκταση της εν λόγω αποζημιώσεως, ο τρόπος υπολογισμού του και τα δικαιούμενα αυτής πρόσωπα και συγκεκριμένα ορίζεται ότι «Η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις: 1 …. 5. Εν περιπτώσει θανάτου περιλαμβάνει πέντε ετών μισθούς, ουδέποτε δε ολιγώτερον (των εξήκοντα εξ χιλιάδων δραχμών). Εάν το σύνολον των μισθών των πέντε ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδες δραχμάς) προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων δραχμών το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως.». Με την με αριθμό 12406 (ΦΕΚ Β` 884/19-8-1998) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, Δημοσίων Έργων, Συγκοινωνιών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας, τροποποιήθηκε η προηγούμενη με αριθμό 15231/873/3.4.1974 απόφαση του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ 402/τ. Β/9.4 1974) και το ποσό των δρχ. 110.000 ανήλθε σε ευρώ 1.000.000 ήτοι ευρώ 2.934,70. Κατά το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου «Εν περιπτώσει θανάτου του παθόντος, η κατά το άρθρ. 3 περίπτωσις 5 αποζημίωσις περιέρχεται εις τους συγγενείς αυτού ως εξής: 1) Ο επιζών σύζυγος, εάν ο παθών δεν κατέλιπέ τινα των εν τοις επομένοις εδαφίοις οριζομένων συγγενών, λαμβάνει ολόκληρον την αποζημίωσιν. Ο επιζών σύζυγος, συντρέχων μεν μετά κατιόντων, λαμβάνει τα δύο πέμπτα της αποζημιώσεως, των λοιπών τριών πέμπτων διανεμομένων μεταξύ των κατιόντων, κατά τα κατωτέρω περί κατιόντων οριζόμενα συντρέχων δε μετ` ανιόντων, λαμβάνει το ήμισυ της αποζημιώσεως, του ετέρου ημίσεος διανεμομένου μεταξύ των ανιόντων, κατά τα κατωτέρω περί των ανιόντων οριζόμενα συντρέχων δε μετ` αδελφών, λαμβάνει τα τρία πέμπτα, των λοιπών δύο πέμπτων διανεμομένων μεταξύ των αδελφών κατά τα κατωτέρω περί των αδελφών οριζόμενα. Ουδέν δικαίωμα έχει ο μετά το ατύχημα γενόμενος σύζυγος του παθόντος. 2) Το μετά την αφαίρεσιν του μεριδίου του επιζώντος συζύγου ποσόν της αποζημιώσεως ή, μη υπάρχοντος συζύγου, ολόκληρος ή αποζημίωσις περιέρχεται εις τους κατωτέρω οριζομένους συγγενείς του παθόντος: α) Εάν ο παθών κατέλιπε νόμιμα ή ανεγνωρισμένα ή φυσικά, επί γυναικός, τέκνα, ή άλλους κατιόντας, ζώντας εις βάρος αυτού, πάντας δε αγάμους και, προκειμένου περί αρρένων, ηλικίας κατωτέρας των 21 ετών, ή οιασδήποτε ηλικίας κατιόντας, ανικάνους προς εργασίαν, ένεκεν σωματικού ή διανοητικού ελαττώματος, ο ειρηνοδίκης προσδιορίζει δι` αποφάσεώς του, κατά την κρίσιν του, την μερίδα των υπαρχόντων ανικάνων προς εργασίαν, το δε υπόλοιπον διανέμεται εξ ίσου εις πάντας τους λοιπούς. Εις το ήμισυ του ούτως αναλογούντος ποσού της αποζημιώσεως δικαιούνται τα άρρενα τα άγοντα ηλικίαν μεταξύ 18 και 21 ετών και τα άγαμα θήλεα τα υπερβάντα το 21ον έτος της ηλικίας των. Το δε έτερον ήμισυ διανέμεται μεταξύ των λοιπών, προς επαύξησιν της μερίδος των, και, εάν τοιούτοι δεν υπάρχωσι διανέμεται εις τους άλλους, κατά τα κατωτέρω, δικαιουμένους. β) Εάν ο παθών δεν κατέλιπε τους κατά το προηγούμενον εδάφιον δικαιουμένους κατιόντας ή κατέλιπε μόνον τοιούτους δικαιουμένους εις το ήμισυ της αποζημιώσεως, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως περιέρχεται εις τους απομένοντας και ζώντας εις βάρος του παθόντος ανιόντας. γ) Εάν ο παθών δεν κατέλιπε κατιόντας ή ανιόντας, δικαιουμένους κατά τας προηγουμένας περιπτώσεις α` και β`, κατέλιπεν όμως αδελφούς αγάμους και άγοντας ηλικίαν κατωτέραν μεν των 18 ετών προκειμένου περί αρρένων, κατωτέραν δε των 21 προκειμένου περί θηλέων ή άγοντας οιανδήποτε ηλικίαν, ανικάνους όμως προς εργασίαν, ένεκεν σωματικού ή διανοητικού ελαττώματος, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως περιέρχεται εις τα πρόσωπα ταύτα, εάν έξων εις βάρος του παθόντος, διανεμόμενον μεταξύ αυτών, κατά τα περί κατιόντων ορισθέντα. δ) Εάν ο παθών δεν κατέλιπεν σύζυγον ή άλλον εκ των ανωτέρω απαριθμηθέντων συγγενών ή, προκειμένου περί αλλοδαπών, ούτοι δεν διέμενον εν Ελλάδι κατά τον χρόνον του δυστυχήματος ή εάν δεν διενεμήθη μεταξύ αυτών ολόκληρο η αποζημίωσις, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως επιδιώκεται δικαστικώς ή εξωδίκως υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας και κατατίθεται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος εις έντοκον λογαριασμόν και εις πίστωσιν του “Ταμείου Προνοίας υπέρ των Εργατών”. Ως προς τας διά την εφαρμογήν του άρθρου τούτου αναγκαίας πιστοποιήσεις, τηρούνται αι διατάξεις του άρθρ. 128 του λογιστικού νόμου περί συντάξεων. Μεταξύ των δικαιούχων των προβλεπομένων ανωτέρω υπό μεν του εδαφίου 2α` περιλαμβάνονται και αι κατιούσαι χήραι, υπό δε του εδαφίου 2γ` και αι εν χηρεία τελούσαι αδελφαί.». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες «Εις την κατά το άρθρον 1 αποζημίωσιν υποχρεούνται: οι εργοδόται οικοδομικών και άλλων τεχνικών έργων οι κύριοι επιχειρήσεων διεξαγομένων εις παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, εργαστήρια, άλλους τόπους εργασίας, ή συνεργεία, εν οις γίνεται χρήσις μηχανικών εργαλείων οι κύριοι επιχειρήσεων μεταφοράς δια γης ή ύδατος φορτώσεως, εκφορτώσεως και αποθηκεύσεων παντός είδους οι κύριοι των μη περιλαμβανομένων εν άρθρ. 1 του ΒΩΜΑ Νόμου του 21 Φεβρ. 1901 επιχειρήσεων ορυχείων και λατομείων, ως και πάσης εν γένει επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εν αις κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικαί ή τοξικαί ύλαι ή γίνεται χρήσις μηχανής κινουμένης δια δυνάμεως άλλης πλην της του ανθρώπου ή του ζώου. Εις την αυτήν αποζημίωσιν υποχρεούται το Δημόσιον και παν εν γένει νομικόν πρόσωπον, απασχολούν απ` ευθείας εργάτας ή υπαλλήλους εις εργασίας ή επιχειρήσεις περί ων το εδ. 1 του άρθρου τούτου.», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του εδαφίου δ του άρθρου 16 του ιδίου Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες «…Εν περιπτώσει επιλογής της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως, τα αυτά πρόσωπα διατηρούσιν την κατά το κοινόν Αστικόν Δίκαιον προσήκουσαν αυτοίς αξίωσιν εναντίον του υπαιτίου του ατυχήματος προσώπου, εφ` όσον αυτό είναι διάφορον του κατά τον παρόντα νόμον προς αποζημίωσιν υποχρέου…», υπόχρεος για την καταβολή της ανωτέρω κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα, είναι ο κύριος της επιχείρησης όχι δε και ο προστηθείς. Κύριος δε της ναυτικής επιχείρησης είναι ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής και ο κύριος του πλοίου, ο τελευταίος δε ευθύνεται με το πλοίο (Ι. Κοροτρζή, Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1990, σελ. 203, παρ. 398). Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή ακόμη και όταν ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί την κατ’ αυτού αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα (δόλο ή οποιοσδήποτε μορφής αμέλεια) του εργοδότη ή των προστηθέντων του, που κρίνεται κατά το κοινό Δίκαιο (άρθρα 299, 914, 922, 932 ΑΚ), μη απαιτουμένης της συνδρομής του ειδικού πταίσματος της μη τηρήσεως των επιβαλλομένων όρων ασφαλείας (Ολ. ΑΠ 1117/1986, ΝοΒ 1987/91, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 1438/2002, Δ/νη 2004/716), αφού η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη, κατά τον Ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γι’ αυτή απαιτείται υπαιτιότητα (Ολ. ΑΠ 18/2008, ΔΕΝ 2008/1329, ΤριμΕΠ 422/2013, ΕΠ 672/2010, ΕΝΔ 2010/10, ΕΠ 901/2005, ΕΝΔ 2005/265). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία “Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά. Εξάλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου. Ειδικότερα, πταίσμα του εργοδότη στην επέλευση εργατικού ατυχήματος θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση της διάταξης του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη ή των υπ` αυτού προστηθέντων, αδικοπραξία. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 1616/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 762/1978, «περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβαση εργασίας μετά του ναυτικού», που ορίζει ότι, «εάν ο εργοδότης ναυτικού, πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συναπτών στην Ελλάδα σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται εις ολόκληρο με αυτόν για όλες τις απορρέουσες από τη σχέση ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι του ναυτικού (παρ. 1). Εάν την ανωτέρω σύμβαση με το ναυτικό συνήψε στην Ελλάδα νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό, με τον εργοδότη ενέχονται ατομικώς εις ολόκληρο για τις κατά την προηγούμενη παράγραφο απαιτήσεις του ναυτικού, όλα τα, από του χρόνου της σύναψης της σύμβασης μέχρι του χρόνου της από το ναυτικό ασκήσεως των εξ αυτής αξιώσεων του, εκπροσωπήσαντα ή εκπροσωπούντα το νομικό αυτό πρόσωπο, φυσικά πρόσωπα», προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης του ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, ο αντιπρόσωπος αυτής που συνήψε στην Ελλάδα με το ναυτικό σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη ευθύνεται εις ολόκληρο με αυτόν για κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη σχέση ναυτικής εργασίας. Αν τη σύμβαση αυτή κατάρτισε στην Ελλάδα ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ως αντιπρόσωπος, με την προεκτεθείσα έννοια, τότε για τις απαιτήσεις του ναυτικού ευθύνεται εις ολόκληρο με τον εργοδότη και το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο. Η σύμβαση αυτή δεν είναι αναγκαίο να γίνει εγγράφως. Η σύμβαση πρόσληψης του ναυτικού για να ναυτολογηθεί σε πλοίο είναι ιδιότυπη οριστική σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματα που θέλησαν τα μέρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, και κατά συνέπεια, αν αυτή έγινε στην Ελλάδα, υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη των υπόχρεων που αναφέρονται στην ως άνω διάταξη για τις υποχρεώσεις που πηγάζουν απ` αυτήν ή τη σύμβαση ναυτολόγησης που επακολούθησε (ΑΠ 168/1999 ΕΝΔ 27.278, ΑΠ 424/1995 ΕΝΔ 24.124, Εφ.Πειρ. 761/2013, Εφ.Πειρ. 307/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 172/2003 ΕΝΔ 31.132). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, λόγω έλλειψης ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο, συνάγεται ότι για την προστασία του συμφέροντος του τρίτου και την ασφάλεια των συναλλαγών πρέπει, προκειμένου η δήλωση βούλησης να ενεργήσει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπρόσωπος να αποκαλύπτει κατά τρόπο έκδηλο προς εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, ότι η ενέργεια της δικαιοπραξίας θα επέλθει ευθέως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου. Απαιτείται, δηλαδή, να προκύπτει σαφώς ότι η επιχειρούμενη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία του αντιπροσωπευόμενου, διότι ο νόμος αποδέχεται για την άμεση αντιπροσώπευση την αρχή του εμφανούς συναλλασσόμενου. Η κατά τον τρόπο αυτό φανερή δήλωση στο όνομα άλλου, υπάρχει, όχι μόνον όταν ρητώς δηλώνει ο αντιπρόσωπος ότι ενεργεί για τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά και όταν από όλες τις περιστάσεις προκύπτει ότι η δήλωση του αντιπροσώπου έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου (σιωπηρή αντιπροσώπευση), με εξαίρεση βεβαίως την περίπτωση κατά την οποία η δικαιοπραξία υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο. Στη σύγχρονη δε εποχή παρουσιάζουν ιδιαίτερη διάδοση οι συμβάσεις διαχείρισης πλοίων άλλων. Ειδικότερα έχουν εμφανισθεί οι εξής μορφές τέτοιων συμβάσεων: α) Οι συμβάσεις τεχνικής διαχείρισης πλοίων άλλων στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, αναλαμβάνει τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την επάνδρωση του πλοίου και β) οι συμβάσεις τεχνικής και εμπορικής διαχείρισης πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοιοκτήτη έχει επιπλέον την επιμέλεια της εκναύλωσης, της είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων, της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων τους και εν γένει της διεκπεραίωσης όλων των υποθέσεων που σχετίζονται με το πλοίο. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί εταιρίες, οι οποίες κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό έχουν να διαχειρίζονται τα πλοία άλλων. Στην περίπτωση αυτή, η ενοχική σχέση που συνδέει το διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. Ο διαχειριστής που συναλλάσσεται με τους ενδιαφερομένους για το πλοίο τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, είναι άμεσος αντιπρόσωπος του. Κατά συνέπεια, τα έννομα αποτελέσματα κάθε δικαιοπραξίας, που επιχειρεί ο διαχειριστής στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη (άρθρο 211 ΑΚ). Ο πλοιοκτήτης είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες, που ενεργεί ο διαχειριστής, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώ, αυτός (πλοιοκτήτης) ενέχεται απέναντι των δανειστών, για τις απαιτήσεις που δημιουργούνται από τις σχετικές δικαιοπραξίες. Εφόσον, λοιπόν, ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, δεν καθίσταται αυτός (διαχειριστής) υποκείμενο κάθε δικαιοπραξίας συναπτόμενης με την ιδιότητα του αυτή και κατ’ επέκταση δεν ενέχεται ο ίδιος για την εκπλήρωση της. Έχει τέτοια ευθύνη μόνον, όταν δεν δηλώνει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν προκύπτει από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία γι’ αυτόν, καθώς και όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του. Σημειωτέον ότι ο διαχειριστής διαφέρει από τον εφοπλιστή, ο οποίος εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, που ανήκει σε άλλον, δηλαδή εκτελεί με ξένο πλοίο ναυτιλιακές εργασίες στο όνομα του και είναι υποκείμενο των σχετικών με την εκμετάλλευση ξένου πλοίου δικαιοπραξιών (ΑΠ 689/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ 262/2012 ΕΝΔ 2012 269, Εφ.Πειρ.195/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 468/2011 ΕΝΔ 2012 39). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της έφεσης το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονιέται διότι η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 356/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 162/2013 ΕλλΔνη 2013. 168, ΕφΑθ 1531/2011 ΔΕΕ 2011. 936, ΕφΑθ 3289/2009 ΝΟΜΟΣ).
Η ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] κύρια αγωγή, όπως άλλωστε αυτή εκτιμήθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη με λόγο έφεσης, ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής έγκυρης κεφαλαιουχικής εταιρείας, εκ του λόγου ότι αυτή, κατά την αγωγή, εδρεύει στην Κύπρο πρόκειται δηλαδή για κοινοτική εταιρεία, έστω κι αν η πραγματική της έδρα ευρίσκεται στην Ελλάδα, εφόσον δεν αμφισβητείται με την ένδικη αγωγή ότι αυτή συνεστήθη έγκυρα κατά το δίκαιο της καταστατικής της έδρας, υπό την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου και κυρίας της ναυτικής επιχείρησης εκμετάλλευσης αυτού (εν λόγω πλοίου), δια της αναφοράς δε ότι η δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή κατά το καταστατικό της και πραγματικώς, εδρεύουσα στην Ελλάδα εταιρεία, τυγχάνει διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου, ηγέρθη κατ’ αυτής ως καταρτίσασας τη σύμβαση για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας του ανωτέρω πλοίου εταιρείας και έχουσας την εκμετάλλευση αυτού, όσον δε αφορά στον τρίτο εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο. Οι αναφορές δε στην αγωγή παράλληλα ότι αυτός (τρίτος εναγόμενος) τυγχάνει εφοπλιστής του εν λόγω πλοίου, διότι «ουσιαστικά» αυτός, κατά την ένδικη περίοδο, εκμεταλλεύονταν τη ναυτική επιχείρηση του εν λόγω πλοίου, απολαμβάνοντας τα κέρδη και επωμιζόμενος τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του, δεν οδηγεί σε εκτίμηση της ένδικης αγωγής ότι αυτός (τρίτος εναγόμενος) εναγόμενος ενάγεται πράγματι ως εφοπλιστής του εν λόγω πλοίου κατά τις διατάξεις ελληνικού δικαίου που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέο και δη κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΚΙΝΔ, δοθέντος ότι η πρώτη εναγομένη ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου και όχι ως κυρία αυτού, όπως θα έπρατταν οι ενάγοντες εάν η εκμετάλλευση του εν λόγω πλοίου είχε αποχωρισθεί από την κυριότητα, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η πρώτη εναγομένη θα ενάγονταν δια του πλοίου και έως της αξίας του (άρθρο 106 ΚΙΝΔ), ενάγεται και η διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου για τις ένδικες απαιτήσεις αν και ο τρίτος εναγόμενος κατοικεί στην ημεδαπή, αλλά κυρίως διότι αν και χρησιμοποιείται η έννοια εφοπλιστής στην ένδικη αγωγή όσον αφορά στον εν λόγω (τρίτο) εναγόμενο, παράλληλα εκτίθεται ότι αυτός «ουσιαστικά» ήτοι κατ’ ουσίαν, εκμεταλλεύονταν τη ναυτική επιχείρηση του εν λόγω πλοίου, απολαμβάνοντας τα κέρδη και επωμιζόμενος τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του, ενώ για τη συγκρότηση της έννοιας του εφοπλισμού απαιτείται όπως ο εφοπλιστής, ως εκμεταλλευόμενος το πλοίο, εκμεταλλεύεται αυτό «δι’ εαυτό» ήτοι όχι μόνον για λογαριασμό του, αλλά και στο όνομά του (Ι. Κοροτζής Ναυτικό Δίκαιο, τόμος δεύτερος υπό του άρθρου 105 σελ. 74 παρ. 3.1), στοιχείο που όχι μόνον δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, τουναντίον δια της χρήσεως της λέξεως «ουσιαστικά» υπολαμβάνεται ότι η εκμετάλλευση αυτή δεν εγίνετο στο όνομά του. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, η οποία όσον αφορά στην αξιούμενη κυρίως και όχι επικουρικώς, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, από τον πρώτο ενάγοντα της αγωγής αυτής αποζημίωση, η οποία, όπως ορθώς κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, επιχειρείται όπως θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915 και όχι στις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, ήτοι στις διατάξεις του κοινού δικαίου (άρθρο 16 παρ.1 του Ν. 551/1915), διότι με την ένδικη αγωγή το αξιούμενο από τον πρώτο ενάγοντα ποσό των ευρώ 249.600 συνίσταται στο αναλογούν σε διάστημα πέντε ετών ποσό του συνομολογηθέντος και δικαιούμενου υπό του θανόντος πατρός του μηνιαίου μισθού, χωρίς να εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι το ποσό αυτό αξιώνεται ως δικαιούμενη, υπό του πρώτου ενάγοντος, διατροφή, ως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτώς ηγέρθη ως προς την αξίωση αυτή από τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος επικαλέσθηκε την ιδιότητα αυτού ως υιού του θανόντος, σε βάρος των τριών πρώτων εναγόντων, υπό την επικαλούμενη με την αγωγή ιδιότητα αυτών, τυγχάνει δε νόμιμη, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση, όπως επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες, έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης απόφασης και δεν αμφισβητείται υπό των εναγομένων, καθ’ ο μέρος, εν τούτοις, αφορά στους οφειλόμενους κατά το νόμο κανόνες ασφαλείας κατά την παροχή ναυτικής εργασίας, εφαρμοστέο τυγχάνει το δίκαιο της σημαίας του πλοίου και δη το Δίκαιο της Κύπρου, λόγω του δημοσίου χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων (όμοια ΕΠ 178/2023 ΤΝΠ ΝΜΟΣ πρβλ. Εφ.Πειρ. 187/2005, Ε.Ν.Δ. 2005, 97, Εφ.Πειρ. 639/1993, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Ι. Σέργη «Σύνθεση αλλοδαπού πλοίου και μισθός ελλείποντος», Ε.Ν.Δ. 1983, σ. 100), όπως ορθώς δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αποδοχή αντίστοιχου ισχυρισμού των εναγομένων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εκκαλούντων που περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσής τους, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 6 και 16 του Ν. 551/1915, 299, 330, 346, 662, 914, 932 922, 926 ΑΚ, 84, 105, 106 ΚΙΝΔ, 68, 70 και 276 ΚΠολΔ και Τίτλος 4 περί «Προστασίας υγείας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ευημερίας και προστασίας κοινωνικής ασφάλειας» του Ν. 6(ΙΙΙ)/2012 της Κύπρου, με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, πλην του αιτήματος του πρώτου ενάγοντος περί επιδικάσεως σε αυτόν του ποσού των ευρώ 249.600 ως αποζημίωση εκ του θανάτου του πατρός του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915, το οποίο τυγχάνει νόμιμο για το ποσό των ευρώ (4.160 ευρώ Χ 12 μήνες = 49.920,00 ευρώ ετήσιο εισόδημα Χ 5 έτη = 249.600,00 ευρώ [το ποσό αυτό υπερβαίνει το 2.934,70 ευρώ που καθορίζει το άρθρο 3 παρ. 5 του ν. 551/1915 όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 12406 -ΦΕΚ Β` 884/19-8-1998) μείον 2.934,70 = 246.665,30 ευρώ : 4 = 61.666,32 ευρώ + 2.934,70=) 64.601,02, μη νόμιμη εν τούτοις, κατά το επιπλέον, κατ’ αυτεπάγγελτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 522 ΚΠολΔ έλεγχο της νομιμότητας της ένδικης αγωγής όσον αφορά στους τρεις πρώτους ενάγοντες ως προς τους οποίους για την εν λόγω απαίτηση η ένδικη αγωγή κρίθηκε παραδεκτή, αφού αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την εκκαλουμένη απόφαση και δη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά τον τέταρτο εναγόμενο και ως αόριστη όσον αφορά στους λοιπούς εναγομένους, δοθέντος ότι με την ένδικη έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής για την εν λόγω απαίτηση επιπλέον δε η απόρριψη κατά τούτο της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης δεν καθίσταται δυσμενέστερη τη θέση των εκκαλούντων. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των τριών πρώτων εναγομένων, με την ανωτέρω ιδιότητά τους και δη της πρώτης ως πλοιοκτήτριας αυτού και έχουσας την εκμετάλλευση του πλοίου, της δεύτερης ως διαχειρίστριας αυτού που κατήρτισε στην Ελλάδα την σύμβαση εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης εδρεύουσας στην αλλοδαπή εταιρείας ως αντιπρόσωπος αυτής και του τρίτου εναγομένου ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης κατά τον επίδικο χρόνο, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των πρώτης και τρίτης των εναγομένων που επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, η ένδικη αγωγή, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και καθό μέρος ηγέρθη υπό των εναγόντων σε βάρος του πέμπτου των εναγομένων Πλοιάρχου Β του εν λόγω πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αφού, αυτός (πέμπτος των εναγομένων), ως Πλοίαρχο Β του εν λόγω πλοίου, τυγχάνων αξιωματικός σε βαθμό δε ακολουθεί τον Πλοίαρχο Α του ανωτέρω πλοίου και στον οποίο περιέρχεται η διακυβέρνηση αυτού (πλοίου) σε περίπτωση ανικανότητας του Πλοιάρχου Α και σε κάθε περίπτωση, αφού αναφέρεται ως προς την αποδιδόμενη σε βάρος του παράνομη συμπεριφορά, μεταξύ άλλων επιμέρους παραλείψεων ότι, δεν χορήγησε στον θανόντα πατέρα του πρώτου ενάγοντος και αδελφό των λοιπών εναγόντων της εν λόγω αγωγής, οξυγόνο, πράξη ιατρικής μέριμνας αναγκαία, κατά την αγωγή, για την αποτροπή του θανάτου του συγγενή των εναγόντων, δοθέντος ότι ο εν λόγω (πέμπτος) εναγόμενος ηδύνατο να παράσχει οξυγόνο, ενέργεια η οποία συνιστά πράξη ιατρικής μέριμνας ειδικής εκπαίδευσης την οποία, ως Πλοίαρχος, εκ του νόμου και δη εκ του Προσαρτήματος Κανονισμού ΙΙ/2 της Διεθνούς Συμβάσεως «ΓΙΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗΣ ΦΥΛΑΚΩΝ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ, 1978» (STCW) η οποία έχει κυρωθεί και από την Ελλάδα (Ν. 1314/1983) και από την Κύπρο [Ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Έκδοση και Αναγνώριση Πιστοποιητικών και Ναυτική Εκπαίδευση) Νόμος του 2008 (27(I)/2008] λαμβάνει, αφού κατά τις διατάξεις του του Προσαρτήματος Κανονισμού ΙΙ/2 της εν λόγω Διεθνούς Συμβάσεως, υπό του τίτλου «Ελάχιστες γνώσεις απαιτούμενες για πιστοποιητικά πλοιάρχων και υποπλοιάρχων πλοίων 200 κοχ και άνω.» υπό του αριθμού «13. Ιατρική μέριμνα», για την απόκτηση πιστοποιητικού ικανότητας Πλοιάρχου απαιτείται όπως έχει πλήρη γνώση και χρήση του περιεχομένου του διεθνούς ιατρικού οδηγού πλοίων (International Medical Guide for Ships – IMGS) ήτοι εγγράφου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) που καθοδηγεί τους αρμόδιους αξιωματικούς στα πλοία για την παροχή ιατρικής φροντίδας, τη χορήγηση φαρμάκων και αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών, διασφαλίζοντας ότι τα πλοία διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό και φάρμακα για την υγεία του πληρώματος, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ευρίσκονται, η παράλειψη δε παροχής της εν λόγω πράξης ιατρικής μέριμνας εκ μέρους του εν λόγω (πέμπτου) εναγομένου, ο οποίος ηδύνατο να παράσχει αυτήν κατά την αγωγή, εκ της αναφοράς σε αυτήν (ένδικη αγωγή) της ιδιότητος του εν λόγω εναγομένου, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, συγκροτεί την έννοια της παράνομης πράξης ως στοιχείο αδικοπραξίας, αφού η παροχή της εν λόγω βοήθειας επιβάλλονταν σε αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως Πλοιάρχου Β του εν λόγω πλοίου και σε κάθε περίπτωση από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη υπό στοιχείο [Α] αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του εν λόγω (πέμπτου) εναγομένου καθό μέρος οι ενάγοντες αξιώνουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του πατρός και αδελφού αυτών ως αόριστη, εκ του λόγου ότι, στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του εν λόγω μέλους του πληρώματος προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής του ευθύνης, έσφαλε περί την εφαρμογή των διατάξεων 216 και 914 ΑΚ, κατά τον βάσιμο κατά τούτο πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης, ο οποίος παραδεκτώς προβάλλεται υπό των πέντε πρώτων των εκκαλούντων, εναγόντων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής και πρέπει να εξαφανισθεί και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την ένδικη αγωγή, ως προς τον εν λόγω εναγόμενο (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι καθό μέρος με την ένδικη αγωγή ο πρώτος ενάγων, υιός του θανόντος πατρός του, αξιώνει αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915, η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά στον εν λόγω εναγόμενο, διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως η οποία δεν πλήττεται με την ένδικη έφεση. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, ως προς τον εν λόγω (πέμπτο) εναγόμενο, ως προς τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε Διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ως εκ της κατοικίας του η οποία ευρίσκεται στην Ελλάδα [άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 «Για τη Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»], καθό μέρος κρίθηκε ορισμένη τυγχάνει και νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 299, 340, 345, 346 ΑΚ 70 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της. Αντίθετα, η ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των εβδόμου εναγομένου και ήδη έκτου των εφεσιβλήτων, ογδόου εναγομένου και ήδη εβδόμου των εφεσιβλήτων και ενάτου εναγομένου και ήδη ογδόου των εφεσιβλήτων, υπηρετούντων με την ειδικότητα του Β Μηχανικού ο έβδομος και όγδοος των εναγόντων και του Γ Μηχανικού ο ένατος των εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο επί του ως άνω πλοίου, τυγχάνει αόριστη και ως τέτοια ορθώς απερρίφθη υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης. Συγκεκριμένα, στους εν λόγω εναγομένους αποδίδεται ότι δεν χορήγησαν στον ήδη αποβιώσαντα συγγενή των εναγόντων την αναγκαία και ενδεδειγμένη ιατρική βοήθεια, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του, με ειδικότερη αναφορά ότι δεν του χορήγησαν ιατρικό οξυγόνο το οποίο θα έπρεπε να διαθέτει το εν λόγω πλοίο [υπό στοιχείο (3) παράλειψη κατά την αγωγή]. Εν τούτοις, ενόψει της ειδικότητας αυτών των εναγομένων (Β και Γ Μηχανικών του εν λόγω πλοίου), στο ελάχιστο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής δεν αναφέρεται ότι αυτοί διέθεταν, πέραν των βασικών γνώσεων παροχής πρώτων βοηθειών, εγκεκριμένη εκπαίδευση στη χορήγηση οξυγόνου, πράξη ιατρικής μέριμνας ειδικής εκπαίδευσης πλέον της επιβαλλόμενης εκ του νόμου και δη της ανωτέρω Διεθνούς συμβάσεως STCW, βασικής εκπαίδευσης παροχής πρώτων βοηθειών και παρά τη δυνατότητα χορήγησης οξυγόνου αυτοί παρέλειψαν την εν λόγω πράξη, προκειμένου να συγκροτηθεί παράνομη συμπεριφορά σε βάρος τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, οι έτερες παραλείψεις που αποδίδονται ως παράνομη συμπεριφορά στους εν λόγω εναγομένους δεν ενέπιπταν στην αρμοδιότητά τους και δη, η τυχόν μη ύπαρξη στο εν λόγω πλοίο πλήρους εξοπλισμένου φαρμακείου και ιατρικού εντύπου πρώτων βοηθειών [υπό στοιχείο (1) παράλειψη κατά την αγωγή], ή μηχανήματος ανάνηψης (απινιδωτή) [υπό στοιχείο(2) παράλειψη κατά την αγωγή], μη ύπαρξης επί του πλοίου ειδικώς εκπαιδευμένου ατόμου – μέλους πληρώματος προκειμένου να παράσχει αποτελεσματικά τις αναγκαίες πρώτες βοήθειες [υπό στοιχείο(4) παράλειψη κατά την αγωγή], αφορούν αυτόν που εκμεταλλεύονταν το πλοίο, η δε παράλειψη αναζήτησης βοήθειας από παραπλέοντα πλοία που διέθεταν ιατρό [υπό στοιχείο(7) παράλειψη κατά την αγωγή] και η παράλειψη κλήσης ετέρου πλωτού και εναέριου μέσου προς μεταφορά του ήδη θανόντος συγγενή τους στο πλησιέστερο νοσοκομείο βαρύνει τον Πλοίαρχο του Πλοίου [υπό στοιχείο(8) παράλειψη κατά την αγωγή]. Εξάλλου, η υπό στοιχείο (5) παράλειψη κατά την αγωγή, αποδίδεται στον Α Πλοίαρχο του εν λόγω πλοίου καθόσον αναφέρεται ότι αυτός δεν προέβη σε κλήση προς το Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ενώ αναφορικά με την υπό στοιχείο (6) παράλειψη, εκτίθεται στην αγωγή ότι η οποία βοήθεια που τυχόν προσφέρθηκε στον αποβιώσαντα συγγενή των εναγόντων έλαβε χώρα από τα μέλη του πληρώματος οι οποίοι δεν είχαν καμία σχετική εκπαίδευση και γνώση, ενώ θα έπρεπε να παρασχεθεί από τον Α Πλοίαρχο ή από άλλο μέλος του πληρώματος ειδικά εκπαιδευμένου, αφού το εν λόγω πλοίο δεν διέθετε ιατρό, ήτοι αποδίδεται στον Α Πλοίαρχο και περαιτέρω δεν αναφέρεται ότι οι εν λόγω εναγόμενοι διέθεταν τη σχετική γνώση και εκπαίδευση και δεν την παρείχαν. Και πράγματι σε περίπτωση αγωγής που θεμελιώνεται σε αδικοπραξία είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια του εναγομένου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πλην όμως στο δικόγραφο της αγωγής για το ορισμένο αυτής πρέπει να γίνεται επίκληση της αμέλειας που αποδίδεται στον εναγόμενο. Εν προκειμένω δε η αναφορά στην αγωγή ότι και οι εν λόγω εναγόμενοι δεν χορήγησαν στον θανόντα συγγενή των εναγόντων την αναγκαία και ενδεδειγμένη ιατρική βοήθεια με αποτέλεσμα τον θάνατό του, εφόσον συνοδεύεται με την επίκληση ότι οι εν λόγω εναγόμενοι έφεραν την ειδικότητα του Β και Γ Μηχανικού, χωρίς παράλληλα να εκτίθεται ότι αυτοί είχαν τις αναγκαίες γνώσεις παροχής της αναγκαίας και ενδεδειγμένης εν προκειμένω ιατρικής βοήθειας [πέραν της πράξης χορήγησης ιατρικού οξυγόνου για την οποία έγινε ειδική αναφορά ανωτέρω], τυγχάνει αόριστη. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία απερρίφθη ως αόριστη η ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των εβδόμου εναγομένου και ήδη έκτου των εφεσιβλήτων, ογδόου εναγομένου και ήδη εβδόμου των εφεσιβλήτων και ενάτου εναγομένου και ήδη ογδόου των εφεσιβλήτων, υπηρετούντων με την ειδικότητα του Β Μηχανικού ο έβδομος και όγδοος των εναγόντων και του Γ Μηχανικού ο ένατος των εναγόντων, έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και δη τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης.
V. Από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντα. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον προς παρέμβαση όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντα ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του [ΟλΑΠ 9/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εν προκειμένω, ο έκτος εκκαλών με τον χωρίς αρίθμηση λόγο της ένδικης έφεσης (σχετικά σελ. 3 της ένδικης έφεσης), παραπονείται για την απόρριψη της από 21.1.2021 πρόσθετης παρέμβασής του στην ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (κατ’ ακριβή διατύπωση αναφέρει «παρά το Νόμο»), άλλως λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων (σχετικά σελ. 3 της ένδικης έφεσης). Με την εκκαλουμένη απόφαση η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση απερρίφθη ως απαράδεκτη, διότι το δικόγραφο αυτής δεν κοινοποιήθηκε και προς τους υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση, με αποτέλεσμα να μην έχει ολοκληρωθεί η άσκησή της και με επάλληλη αιτιολογία ελλείψει εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος διότι, εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε η θετική διαδικαστική προϋπόθεση της επέκτασης των δυσμενών συνεπειών της απόφασης και δη του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας, της διαπλαστικής ενέργειας και των αντανακλαστικών ενεργειών της σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος.
Στην προκείμενη υπόθεση, ο έκτος των εκκαλούντων με το από 21.1.2021 δικόγραφο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων της ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγής και κατά των εναγομένων αυτής (καθώς επίσης υπέρ των πέντε πρώτων εναγόντων της υπό στοιχείο [Β] αγωγής και κατά του εναγομένου αυτής για την οποία θα γίνει λόγος ακολούθως). Ως έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασης αυτής επικαλείται την ιδιότητα αυτού ως αδελφού του πατρός και αδελφού των εναγόντων της ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγής, καθώς επίσης ότι και ο ίδιος τυγχάνει δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης λόγω του θανάτου του αδελφού του από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων της αγωγής αυτής. Όμως, αυτά που επικαλείται ο εν λόγω προσθέτως παρεμβαίνων δεν συγκροτούν δικό του έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης στην ανωτέρω δίκη, αφού η τυχόν έκδοση αρνητικής για τους ενάγοντες της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής, αποφάσεως δεν πρόκειται να θίξει δικαίωμα αυτού και να επηρεάσει κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση αυτού (παρεμβαίνοντος). Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά την επάλληλη αιτιολογία της, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, και πρέπει αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία αυτής, με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ο υπό κρίση (άνευ αριθμήσεως) λόγος έφεσης ως αβάσιμος στην ουσία του.
VΙ. Οι ενάγοντες της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής και ο έκτος εφεσίβλητος, όπως προελέχθη, ανακοίνωσαν προς το ήδη ένατο εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο, την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] ανοιγείσα δίκη, προσεπικάλεσαν δε αυτό (ένατο εφεσίβλητο) προς αναγκαστική παρέμβαση στην ανωτέρω με την υπό στοιχείο [Α] αγωγή ανοιγείσα δίκη, επικαλούμενοι ότι, δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι, το εναγόμενο της υπό στοιχείο [Β] αγωγής νομικό πρόσωπο – αλληλοασφαλιστικός συνεταιρισμός, ανέλαβε να καλύψει ασφαλιστικά έναντι των εναγόντων, για τις ένδικες απαιτήσεις που εισήχθησαν με την υπό στοιχείο [Α] αγωγή των εναγόντων αυτής, υπολαμβάνοντας δε ότι, μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής και του εναγομένου της εν λόγω υπό στοιχείο [Β] αγωγής, καταρτίσθηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και δη υπέρ αυτών, για τις αξιώσεις που ήγειραν με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή τους, εζήτησαν με την εν λόγω υπό στοιχείο [Β] σωρευθείσα αγωγή να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο της αγωγής αυτής νομικό πρόσωπο υποχρεούται, συνεπεία της εν λόγω συμβάσεως ασφαλίσεως, εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως εργασίας που κατήρτισε ο ήδη θανών συγγενής τους, να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα με την αγωγή αυτή ποσά τα οποία συμπίπτουν με τα ποσά των οποίων την επιδίκαση αιτούνται με την υπό στοιχείο [Α] ανωτέρω αγωγή. Το προς ον η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση δεν παρενέβη στη δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή, την ανακοίνωση δε δίκης και την προσεπίκληση μετά της σωρευθείσας αγωγής, απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως απαράδεκτες και δη ως αόριστες, διότι στο ελάχιστο περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου δεν αναφέρεται η έννομη σχέση η οποία συνδέει τους προσεπικαλούντες με το προσεπικαλούμενο νομικό πρόσωπο. Ήδη στα πλαίσια του δεύτερου λόγου έφεσης, πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε την εν λόγω ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση και την σωρευθείσα αγωγή. Συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι, εσφαλμένως και δη κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ απερρίφθησαν, υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, η ανωτέρω ανακοίνωση δίκης, η σωρευθείσα στο αυτό δικόγραφο προσεπίκληση και η ομοίως σωρευθείσα στο αυτό δικόγραφο αγωγή, αφού αυτοί ανέφεραν στο ανωτέρω δικόγραφο ότι δυνάμει της σύμβασης ναυτικής εργασίας που ο ήδη θανών συγγενής τους είχε καταρτίσει με τις τρεις πρώτες εναγόμενες είχε συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης αναλάμβανε την υποχρέωση να ασφαλίσει όλο το πλήρωμα επί του σκάφους και για απώλεια ζωής και ότι πράγματι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγής είχαν ασφαλίσει, για την εν λόγω αιτία, στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο – αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό τον ανωτέρω συγγενή τους για την περίπτωση απώλειας ζωής και ως εκ τούτου, αυτό ήταν υποχρεωμένο να τους καταβάλει την αποζημίωση που αξίωναν με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και στα πλαίσια του υπό κρίση δευτέρου λόγου έφεσης γίνεται αναφορά μόνον στην υπό στοιχείο [Β] ανωτέρω ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση, εκτιμάται ότι ο λόγος αυτός πλήττει και τη σωρρευθείσα στο αυτό δικόγραφο αγωγή, αφού κατ’ αποδοχή αυτής οι εκκαλούντες αξιώνουν, γενομένης δεκτής της ένδικης έφεσής τους ακολούθως να γίνει δεκτή η ανωτέρω ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση και να υποχρεωθούν άπαντες οι αντίδικοί τους, ήτοι και το ένατο νομικό πρόσωπο να καταβάλουν στους πρώτους πέντε εκκαλούντες τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Στα πλαίσια της ανοιγείσας με την ανωτέρω υπό στοιχεία [Β] σωρευθείσα αγωγή, παρενέβη προσθέτως ο έκτος των εκκαλούντων με την από 21.1.2021 πρόσθετη παρέμβασή του, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη με την εκκαλουμένη απόφαση.
Όσον αφορά στην ασκηθείσα με το ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] δικόγραφο προσεπίκληση αυτή ετύγχανε μη νόμιμη. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, οι περιπτώσεις προσεπίκλησης τυγχάνουν περιορισμένες και δη αφορούν στην περίπτωση που προσεπικαλείται αναγκαίος ομόδικος (άρθρο 86 ΚΠολΔ) ή ο αληθινός κύριος ή νομέας (άρθρο 87 ΚΠολΔ), περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, καθώς επίσης στην περίπτωση που προσεπικαλείται ο δικονομικός εγγυητής του προσεπικαλούντος (άρθρο 88 ΚΠολΔ). Εν τούτοις, κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 του ΚΠολΔ «Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν σε δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας». Δικαίωμα προσεπίκλησης, με την εν λόγω διάταξη, έχει επομένως ο προσεπικαλέσας μόνον στην περίπτωση που ηττηθεί στη δίκη στην οποία προσεπικαλείται ο δικονομικός εγγυητής. Προϋποθέτει, δηλαδή η εν λόγω προσεπίκληση ότι, μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου, προϋπάρχει έννομη σχέση, που υποχρεώνει τον προσεπικαλούμενο να αποζημιώσει τον προσεπικαλούντα αν ηττηθεί ολικά ή μερικά στην κύρια δίκη. Αυτή η έννομη σχέση μπορεί να θεμελιώνεται σε σύμβαση, αδικοπραξία ή από το νόμο. Υπό τα εκτιθέμενα, εν τούτοις, στην ένδικη προσεπίκληση, αφού οι προσεπικαλούντες δεν εκθέτουν ότι το προσεπικαλούμενο καλείται προκειμένου να παρέμβει στη δίκη που ανοίχθηκε στα πλαίσια της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής διότι δυνάμει εννόμου σχέσεως αυτοί δικαιούνται να αποζημιωθούν από το προσεπικαλούμενο σε περίπτωση ήττας τους στη δίκη αυτή, η υπό κρίση προσεπίκληση ετύγχανε μη νόμιμη. Ωστόσο, δοθέντος ότι με την εκκαλουμένη απόφαση η υπό κρίση προσεπίκληση απερρίφθη ως αόριστη, ο υπό κρίση, δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου ότι απέρριψε ως αόριστη την εν λόγω προσεπίκληση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού η απόρριψη της εν λόγω προσεπίκλησης ως μη νόμιμης, αντί ως αόριστης, όπως απερρίφθη με την εκκαλουμένη απόφαση, προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 536 ΚΠολΔ, που απαγορεύει τη χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος.
Περαιτέρω, όσον αφορά στη σωρευθείσα στο αυτό δικόγραφο ανακοίνωση δίκης, ενόψει του ότι (α) σύμφωνα με το άρθρο 91 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «Με την επιφύλαξη του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης» η ανακοίνωση δίκης αποτελεί δικαίωμα του διαδίκου και αποβλέπει συνήθως στην παρότρυνση του τρίτου να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, (β) σε αντίθεση προς την προσεπίκληση, η ανακοίνωση δίκης δεν συνιστά μορφή αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, δεν διατυπώνει αίτημα κατά του τρίτου, δεν ανοίγει νέα διαδικασία, ούτε διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δε δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επ` αυτής, ούτε υποχρέωση του λήπτη της ανακοίνωσης να απαντήσει στην ιστορική της βάση και (γ) εκείνος προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση της δίκης, αν δεν ασκήσει παρέμβαση, δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν προσήλθε στο δικαστήριο και κατέθεσε κοινές προτάσεις με το διάδικο, που του ανακοίνωσε τη δίκη και συνεπώς δεν ασκεί ούτε ασκείται κατ` αυτού έφεση κατά της οριστικής απόφασης, που εκδόθηκε στη δίκη κατά την οποία έγινε η ανακοίνωση αυτής (βλ. σχ. ΑΠ 1012/1991 Δνη 93,571, ΑΠ 1667/1980 ΝοΒ 29,1079, ΕφΑΘ 2952/1979 ΝοΒ 79, 574, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ στα άρθρα 91, 92 Κεραμέας – Κονδύλη- Νίκα Ερμ ΚΠολΔ στα ίδια άρθρα), στα πλαίσια δε άλλης δίκης μεταξύ του ανακοινούντος και του προς ον η ανακοίνωση θα ερευνηθεί αν αυτή ήταν έγκυρη και προκάλεσε την έκπτωση του προς ον η ανακοίνωση από την δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της τριτανακοπής [ΑΠ 1012/1991 ο.π.], ο υπό κρίση (δεύτερος) λόγος ανακοπής καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση η οποία με διάταξή της απέρριψε ως αόριστη την σωρευθείσα στο υπό στοιχείο [Β] δικόγραφο ανακοίνωση δίκης, τυγχάνει απορριπτέος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εκκαλούντων.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε ως αόριστη τη σωρευθείσα στο υπό στοιχείο [Β] δικόγραφο αγωγή. Όπως αναφέρεται και ανωτέρω, οι ενάγοντες της ανωτέρω υπό στοιχεία [Α] αγωγής (και ο ……………….., ήδη έκτος των εκκαλούντων, αδελφός του ανωτέρω θανόντος), με την από 2.11.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση μετά της σωρευόμενης σε αυτή αγωγής, την οποία απηύθυναν προς το ήδη ένατο νομικό πρόσωπο (αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό), αφού εξέθεσαν ότι οι πέντε πρώτοι εξ αυτών έχουν εγείρει την αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας εξέθεσαν αυτούσιο και επιπλέον ότι, κατά τις προβλέψεις της έγγραφης σύμβασης ναυτολόγησης του ανωτέρω συγγενή τους, ο εργοδότης αυτού είχε αναλάβει την υποχρέωση να ασφαλίσει και πράγματι ασφάλισε τον ανωτέρω θανόντα συγγενή τους, ως μέλος του πληρώματος του ανωτέρω πλοίου κατά τον επίδικο χρόνο που ευρίσκετο επί του πλοίου και για απώλεια ζωής, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που κατήρτισαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της ως άνω κύριας αγωγής με το καθού η ανακοίνωση – προσεπίκληση και εναγόμενο της αγωγής αυτής, αλληλοασφαλιστικό οργανισμό, υπολαμβάνοντας ότι η εν λόγω σύμβαση ασφαλίσεως τυγχάνει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, εζήτησαν, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της σωρευθείσας αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δια των από 18.5.2021 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν [οι πέντε πρώτοι ενάγοντες] ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [άρθρα 223, 295§1 και 297 ΚΠολΔ], δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστή και δι’ απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των μη συνεναγομένων με την αγωγή αυτή τρίτου έως και ενάτου των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι το με την σωρευθείσα αγωγή εναγόμενο νομικό πρόσωπο πρέπει, ως εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως ναυτικής εργασίας ενεχόμενο, να καταβάλει, εις ολόκληρον μετά των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] αγωγής την αποζημίωση που αιτούνται με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγή και δη στον μεν πρώτο ενάγοντα, υιό του ανωτέρω θανόντος (α) το ποσό των ευρώ 200.000 ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τον θάνατο του πατρός του και επιπλέον (β) το ποσό των ευρώ 249.600 ως αποζημίωσή του κατά τις προβλέψεις των διατάξεων του Ν. 551/1915, ανερχομένης στους μισθούς του αποβιώσαντος πατρός του διάρκειας πέντε ετών και εις έναν έκαστον των δευτέρου έως και πέμπτου των εναγόντων της αγωγής αυτής, το ποσό των ευρώ 150.000 ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το θάνατο του αδελφού τους. Επιπλέον, εζήτησαν όπως τα ανωτέρω ποσά τους επιδικασθούν νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της εν λόγω παρεμπίπτουσας αγωγής και καταδικασθεί το παρεμπιπτόντως εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.
Επί της αγωγής αυτής, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 614 «Κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται οι μισθωτικές διαφορές, οι διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, οι εργατικές διαφορές, οι διαφορές επαγγελματιών και οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, οι διαφορές από αμοιβές, οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα, οι διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και οι διαφορές από πιστωτικούς τίτλους: 1. … 2… 3. Εργατικές διαφορές είναι: α) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους, β) οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ εκείνων που εργάζονται μαζί στον ίδιο εργοδότη, γ) οι διαφορές από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης μεταξύ εκείνων που υπάγονται στις διατάξεις αυτές ή μεταξύ αυτών και τρίτων, δ) οι παρεμπίπτουσες αγωγές κατά δικονομικών εγγυητών στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου, καθώς και ε) οι αγωγές κατά ομοδίκων των εναγομένων στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου, εφόσον εναχθούν από κοινού ή προσεπικληθούν….». Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπάγεται κάθε διαφορά από σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή και απλή σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, μεταξύ αφενός των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους, αφ’ ετέρου δε των εργοδοτών ή των διαδόχων τους (περ. α) ή οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής, μεταξύ εκείνων που εργάζονται μαζί στον ίδιο εργοδότη. Προκειμένου τρίτος, μη φέρων κάποια από τις ανωτέρω ιδιότητες να εναχθεί κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία, θα πρέπει να πρόκειται για δικονομικό εγγυητή και να ενάγεται με παρεμπίπτουσα αγωγή, άλλως ο τρίτος τυχόν συνυπαίτιος θα πρέπει ενάγεται ομού μετά των φερόντων κάποια από τις ανωτέρω ιδιότητες των περιπτώσεων α και β της παρ.3 του άρθρου 614 ΚΠολΔ προσώπων ή να έχει λάβει χώρα νόμιμη προσεπίκληση. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις της παρ. 1 περιπτ. δ` και παρ. 2 του άρθρου 218 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις που δεν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός τους και σε περίπτωση καθ` ύλην αναρμοδιότητας εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο παραπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο. Εξάλλου, από την και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔικ, κατά την οποία «αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της κατά τη διαδικασία με την οποία δικάζεται», προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά μη προσήκουσα διαδικασία, το δευτεροβάθμιο, δεχόμενο τυπικά την έφεση, η οποία δεν θα πρέπει να έχει ως μοναδικό λόγο την εκδίκαση της αγωγής με εσφαλμένη διαδικασία, εκτός αν συνδέεται με βλάβη (βλ. ΕφΑθ 1747/ 1988, Δ 1990. 299), αλλά να στηρίζεται και (ή) σε άλλους λόγους, κρατεί το ίδιο και δικάζει την υπόθεση κατά την προσήκουσα διαδικασία, εξαφανίζει δε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο αν το επιβάλλει η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργείται αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 47 και 535 παρ. 2 ΚΠολΔικ), ή αν σωρεύονται αγωγές υπαγόμενες σε διαφορετικά είδη διαδικασίας, αφού δεν είναι τότε δυνατή η συνεκδίκασή τους (άρθρα 218 παρ. 1 εδαφ. δ` και 246 ΚΠολΔικ), οπότε εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη μία αγωγή, διατάσσει χωρισμό και παραπομπή ως προς αυτήν, ενώ κρατεί και δικάζει την άλλη, εκτός και αν δεν είναι δυνατή και ως προς αυτήν η άμεση εκδίκαση [ΕφΑθ 285/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ 460/2007 Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ», Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μαργαρίτης) ΚΠολΔικ I (2000) άρθρο 535 αριθ. 2).
Εν προκειμένω, εκ των περιστατικών που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο [Β] αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, προκύπτει ότι το εναγόμενο στην αγωγή αυτή νομικό πρόσωπο δεν ενάγεται από τους ενάγοντες ως φέροντος την ιδιότητα του εργοδότη του θανόντος συγγενή τους ή διαδόχου αυτού ή ως εργαζομένου μετά του θανόντος συγγενή των εναγόντων στον αυτό εργοδότη. Επιπλέον δε, η εν λόγω αγωγή δεν αφορά παρεμπίπτουσα αγωγή κατά δικονομικού εγγυητή των εναγόντων, ως προς την έννοια του οποίου έγινε λόγος ανωτέρω, περαιτέρω δε ασκήθηκε χωρίς να προηγηθεί νόμιμη προσεπίκληση, ενώ το εναγόμενο με την εν λόγω αγωγή νομικό πρόσωπο ενάγεται μόνον αυτό ως συνυπεύθυνο προς αποζημίωση μετά των εναγομένων της υπό στοιχείο [Α] ανωτέρω αγωγής, συνεπεία του ενδίκου συμβάντος, συνεπεία της επικαλούμενης στην αγωγή σύμβασης ασφαλίσεως, ήτοι βάση αυτής αποτελεί αιτία άσχετη προς τη σχέση εργασίας του ήδη θανόντος συγγενή τους, έστω και αν η τελευταία αποτελεί, κατά την αγωγή, την αφορμή για την συναλλακτική σχέση των συμβληθέντων στην επικαλούμενη σύμβαση ασφαλίσεως [όμοια ΕΑ 3279/2024 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διαφορά δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, αλλά ως εκ του αντικειμένου της απαιτήσεως, απορρέουσας από την επικαλούμενη στην αγωγή σύμβαση ασφαλίσεως, καταρτισθείσας, κατ’ εκτίμηση των εκτιθέμενων στην αγωγή και ιδίως του αγωγικού αιτήματος, όπως επιδικασθούν ευθέως στους ενάγοντες της αγωγής αυτής τα αξιούμενα ποσά σε βάρος του εναγομένου νομικού προσώπου, ως γνησίας σύμβασης υπέρ τρίτων, συνιστά διαφορά εκδικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία. Περαιτέρω δε, ενόψει του ύψους των αγωγικών απαιτήσεων του πρώτου των εναγόντων (ο πρώτος ενάγων αιτείται να του επιδικασθεί το ποσό των 449.600) και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ασκούμενες αξιώσεις όλων των εναγόντων της εν λόγω υπό στοιχείο [Β] αγωγής απορρέουν από διαιρετά δικαιώματα, οι δε απαιτήσεις τους υπάγονται στην συνήθη καθ’ ύλην αρμοδιότητα διαφορετικών δικαστηρίων και δη του μεν πρώτου των εναγόντων στη συνήθη, λόγω ποσού, καθ` ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου των λοιπών δε εναγόντων οι οποίοι αξιώνουν το ποσό των 150.000 σε αυτήν του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 και 18 του ΚΠολΔικ, ως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και ότι αυτοί (ενάγοντες) συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, έπρεπε η αγωγή αυτών, να εισαχθεί προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία στο καθ’ ύλην αρμόδιο λόγω ποσού Δικαστήριο και δη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7, 9 εδαφ. γ` και δ`, 10, 14 παρ. 2 και 18 του ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν αυτών, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη στην εκδίκαση της σωρευόμενης στο υπό στοιχείο [Β] δικόγραφο αγωγής αποζημίωσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντί της τακτικής όπως έπρεπε, ενόψει του είδους της υπόθεσης που αφορά, πρέπει κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, ήτοι καθό μέρος απέρριψε ως αόριστη την σωρρευθείσα στο ανωτέρω δικόγραφο αγωγή και να παραπεμφθεί αυτή προς εκδίκαση ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που θα τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, αφού δεν είναι σε κάθε περίπτωση επιτρεπτή η συνεκδίκασή αγωγών που υπάγονται σε διαφορετικές διαδικασίες (βλ. αναλυτικά ΕφΠειρ 316/2002 πρβλ. και Νίκα στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (2000), άρθ. 89 αριθ. 1), από το οποίο ως μόνον αρμόδιο θα διερευνηθεί το υποστατό της αγωγής και η τυχόν ύπαρξη διαδικαστικού κωλύματος συνεπεία υπάρξεως συμφωνίας διαιτησίας ως υποστηρίζει το εναγόμενο νομικό πρόσωπο [ΑΠ 343/2023 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Παράλληλα, θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και καθό μέρος απέρριψε την από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………281/2021 πρόσθετη παρέμβαση του έκτου των εκκαλούντων επί της ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] αγωγής ως αόριστη και να παραπεμφθεί και αυτή προς συνεκδίκασή της με την ανωτέρω υπό στοιχείο [Β] αγωγή ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που θα τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία.
VΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 250 ΚΠολΔ «Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την Αναβολή της Συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία.». Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα και στην κατ’ έφεση δίκη, να αναβάλλει με απόφασή του τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση διαδίκου, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη, η οποία επηρεάζει κατά οποιοδήποτε τρόπο τη διάγνωση της αστικής διαφοράς. Εκκρεμής θεωρείται η ποινική αγωγή, εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και διατάχθηκε προανάκριση ή κυρία ανάκριση, ανεξάρτητα από την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τον χρόνο της έκδοσης της αναβλητικής απόφασης. Απόκειται επομένως στην κρίση του πολιτικού δικαστηρίου να εξετάσει αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία περί της βασιμότητας της εκκρεμούς αγωγής.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι, κατά του τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων ως προς τους οποίους η ένδικη υπό στοιχείο [Α] αγωγή κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το θάνατο του πατρός του πρώτου και αδελφού των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εκκαλούντων, για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρου εκθέσεως κατά συναυτουργία, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 5 παρ.2, 14, 15, 16, 17, 26 εδ.α, 27 παρ.1, 45 και 306 παρ.1-2β του ΠΚ. Επειδή η ανωτέρω εκκρεμής ποινική υπόθεση, επηρεάζει τη διάγνωση της προκείμενης αστικής διαφοράς, αφού επιστηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά της ανωτέρω υπό στοιχείο [Α] αγωγής, κρίνεται αναγκαίο προς πληρέστερη διάγνωση και για την ορθή εκτίμηση της ένδικης διαφοράς στο σύνολό της, να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης εφέσεως, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας. Παράλληλα, θα πρέπει στη μετ’ αναβολή συζήτηση να προσκομισθούν, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, αντίγραφα του συνόλου της σχηματισθείσας εκκρεμούς κατά τα άνω ποινικής δικογραφίας, καθώς επίσης και αντίγραφα της υπό στοιχεία ΑΒΜ …………….. ποινικής δικογραφίας, η οποία είχε σχηματισθεί για το ένδικο συμβάν και η οποία ετέθη στο αρχείο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 ΚΠΔ, με τη με αριθμό …………. από 6.2.2020 πράξη της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό πρωτ. …………. πράξη της Αντεισαγγελέως Εφετών, συμπεριλαμβανομένων των σε αυτήν τυχόν περιεχομένων εκθέσεων ένορκης εξέτασης μαρτύρων που προσκομίζονται στην παρούσα δίκη μετά βεβαίωσης ότι προέρχονται από την τελευταία αυτή ποινική δικογραφία και της από 17.7.2015 πορισματικής έκθεσης του Αξιωματικού Ανάκρισης του ΚΛ Πειραιά για το ένδικο συμβάν η οποία αναφέρεται στην ανωτέρω Αναφορά κατ’ άρθρο 43 ΚΠοινΔικ. Τέλος, όσον αφορά στην απόρριψη της ένδικης έφεσης των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εκκαλούντων καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των έκτου, εβδόμου και ογδόου των εφεσιβλήτων και όσον αφορά στην απόρριψη της ένδικης έφεσης υπό του έκτου εκκαλούντος καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των οκτώ πρώτων των εφεσιβλήτων, πρέπει να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων αυτών δικαστική δαπάνη, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την ένδικη έφεση.
Απορρίπτει αυτή στην ουσία της (α) καθό μέρος ηγέρθη από τους πέντε πρώτους εκκαλούντες σε βάρος των έκτου, εβδόμου και ογδόου των εφεσιβλήτων, (β) καθό μέρος ηγέρθη από τον έκτο εκκαλούντα σε βάρος των οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων, αναφορικά με την από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2021 πρόσθετη αυτού παρέμβαση στα πλαίσια της ανοιγείσας, με την από 09.03.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/09.03.2020 αγωγή, δίκης και (γ) καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε την από 2.11.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκλησης.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση (α) καθό μέρος απέρριψε ως απαράδεκτη τη σωρευθείσα στο από 2.11.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../2020 δικόγραφο, αγωγή ως προς τους πέντε πρώτους εναγόμενους και (β) καθό μέρος απέρριψε ως απαράδεκτη την από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2021 πρόσθετη παρέμβαση του έκτου των εκκαλούντων στα πλαίσια της ανοιγείσας, στη σωρευθείσα στο από 2.11.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/2020 δικόγραφο αγωγή, δίκης.
Παραπέμπει τη σωρευθείσα στο από 2.11.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2020 δικόγραφο, αγωγή των πέντε πρώτων εκκαλούντων και εναγόντων αυτής κατά του ενάτου εφεσιβλήτου και εναγομένου αυτής νομικού προσώπου με την επωνυμία ……………. και ήδη με την επωνυμία ……………. και την από 21.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2021 πρόσθετη παρέμβαση του έκτου των εκκαλούντων στα πλαίσια της ανοιγείσας, δια της σωρευθείσας στο από 2.11.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2020 δικόγραφο, αγωγής των πέντε πρώτων εκκαλούντων και εναγόντων αυτής κατά του ενάτου εφεσιβλήτου, δίκης, προκειμένου να δικασθούν στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο Δικαστήριο, που είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, καθό μέρος απέρριψε ως απαράδεκτη και δη αόριστη την αναφερόμενη στο σκεπτικό της παρούσας υπό στοιχείο [Α] αγωγή των πέντε πρώτων εκκαλούντων, κατά του πέμπτου εφεσιβλήτου.
Κρατεί και δικάζει την ένδικη αγωγή.
Αναβάλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση της υπό στοιχείο [Α] αγωγής μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Διατάσσει όπως, κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση, προσκομισθούν, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, αντίγραφα του συνόλου της σχηματισθείσας εκκρεμούς κατά τα άνω ποινικής δικογραφίας, καθώς επίσης και αντίγραφα της υπό στοιχεία ΑΒΜ ………. ποινικής δικογραφίας, η οποία ετέθη στο αρχείο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 ΚΠΔ, με τη με αριθμό ………. από 6.2.2020 πράξη της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό πρωτ. ………… πράξη της Αντεισαγγελέως Εφετών, συμπεριλαμβανομένων των σε αυτήν τυχόν περιεχομένων εκθέσεων ένορκης εξέτασης μαρτύρων που προσκομίζονται στην παρούσα δίκη με βεβαίωση ότι προέρχονται από την τελευταία αυτή ποινική δικογραφία και της από 17.7.2015 πορισματικής έκθεσης του Αξιωματικού Ανάκρισης του ΚΛ Πειραιά για το ένδικο συμβάν, η οποία αναφέρεται στην ανωτέρω Αναφορά κατ’ άρθρο 43 ΚΠοινΔικ.
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, καθό μέρος απερρίφθη η ένδικη έφεση των πρώτου δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εκκαλούντων σε βάρος των έκτου, εβδόμου και ογδόου των εφεσιβλήτων και καθό μέρος απερρίφθη η ένδικη έφεση του έκτου εκκαλούντος καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος των οκτώ πρώτων των εφεσιβλήτων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29.12.2025 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ