ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 766/2025
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, με δήλωση κατ άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ και
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοτσαλή, με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στη ……., επί της ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και υπό την ιδιότητα της Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις και ως εντολοδόχου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αποκτώσας εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», με έδρα το …………. Ιρλανδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σκούρα, μέλος της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία Σιούφας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία.
Η ανακόπτουσα και νυν εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………./2023) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1493/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 4.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό …………. και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εκκαλούσας και του πρώτου εφεσίβλητου ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης εφεσίβλητης, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που προέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 4.10.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2024 έφεση κατά της με αριθμό 1493/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την από 29.5.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2023 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.ΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. την βεβαίωση της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στην με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………../2024 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου για την κατάθεση του με αριθμό ……….. παραβόλου). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 29.5.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………../2023 ανακοπή, ζητούσε να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, α) η με αριθμό ………/ 22.2.2023 πράξη έκθεσης αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ακινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………. και β) η με αριθμό …………../24.3.2023 πράξη περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών ………….. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή της. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Επί του δεύτερου λόγου έφεσης: Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής της που αφορούσε τη διενέργεια του ένδικου πλειστηριασμού σε χρονικό διάστημα μικρότερο του προβλεπόμενου στο άρθρο 993 KΠολΔ. Ειδικότερα, με τον παραπάνω λόγο η ανακόπτουσα υποστήριξε ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που της επιδόθηκε στις 13.7.2022, δεδομένου ότι δυνάμει αυτής επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός, η διενέργεια του οποίου ορίζεται να γίνει ηλεκτρονικά στις 22.2.2023, ήτοι σε χρονικό διάστημα μικρότερο των επτά μηνών που θέτει το άρθρο 954 παρ.2 KΠολΔ, καθώς το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν δύναται να προσμετρηθεί στην ως άνω επτάμηνη προθεσμία, αφού κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού αναστέλλεται οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης κατ’ άρθρο 940Α του KΠολΔ κι εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 147 παρ.2 KΠολΔ που προβλέπει για την αναστολή των προθεσμιών. Ο λόγος αυτός ανακοπής ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμος, αφού ο Αύγουστος δεν προσμετράται στην προθεσμία του άρθρου 993, μόνο όταν αυτή λήγει κατά το μήνα αυτό και όχι στις υπόλοιπος περιπτώσεις όπου απλώς στην εν λόγω επτάμηνη προθεσμία περιλαμβάνεται και ο Αύγουστος, όπως εν προκειμένω που η προθεσμία έληγε την 14.2.2023, ώστε ο πλειστηριασμός που ορίσθηκε για την 22.2.2023 είναι εντός της νόμιμης με το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του KΠολΔ προθεσμίας (βλ. Μ.Εφ. Πειρ.81/2025, Μ.Εφ.Πειρ. 222/2025, Μ.Εφ.Αιγ. 9/2025, ΜΕφΑθ 2244/2025, ΜΕφΑθ13/2024, Μ.ΕφΑθ48/2024, Μ.Εφ.Πειρ. 54/2024, Μ.Εφ. Λαμ. 109/2024, Μ.Εφ.Πειρ. 174/2024, Μ.Εφ. Πειρ. 494/2024, Μ.Εφ.Αθ. 1211/2024, Μ.ΕφΑθ 2342/2024, Μ.Εφ.Αθ.3081/2024 όλες στην ΤΝΠ Νόμος, Εφ. Πειρ. 512/2024, ΕφΠειρ 549/2023, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΠειρ 309/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΑθ 6316/2022, ΕφΑθ 5174/2022, ΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 353/2023 και ΜΕφΠειρ 109/2022 στην efeteio-peir.gr, ΜΕφΠειρ 199/2023στην ΤΝΠ Νόμος, , ΜΕφΑθ 3593/2021, ΜΕφΠειρ 425/2021 στην ΤΝΠ Νόμος).
Επί του τρίτου λόγου έφεσης: Λόγους έφεσης, κατά την έννοια του άρθρου 520 του KΠολΔ, που απαιτεί με ποινή ακυρότητας την ύπαρξη αυτών στο δικόγραφο της έφεσης, μπορούν να αποτελέσουν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Τα τελευταία μπορεί να είναι παραβιάσεις δικονομικών κανόνων, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή εγκατάλειψη αιτήσεως αδίκαστης (βλ. ΕφΠατρ 17/2020, ΕφΔωδ 204/2017, ΕφΑθ 2575/2009, ΕφΔωδ 70/2008 όλες δημ. στην ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ, ό.π, παρ. 540). Έτσι, η απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 249 του KΠολΔ, δεν μπορεί να αποτελέσει παραδεκτό λόγο έφεσης, αφού το δικαστήριο, έχοντας, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να απορρίψει αυτό (αίτημα αναβολής), δεν υποπίπτει στο σφάλμα της παράλειψης να αποφανθεί, ούτε πρόκειται για σφάλμα του διαδίκου που μπορεί να επανορθωθεί, πολύ δε περισσότερο το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν θεμελιώνεται στην παραδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού (πρβλ. και ΑΠ 679/1973, ΝοΒ 22. 68, {βλ. ΕφΘεσ 907/1993}, ΕφΑθ 9117/1989 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8701/1980, ΝοΒ 29. 357, ΕφΑθ 1610/1972, Αρμ 26. 910, αντίθετα ΕφΑθ 12901/1987 ΕλλΔ/νη 31. 587, Σ. Σαμουήλ, ό.π, παρ. 540 περ. ιε’), ακόμη και όταν, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας, η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο ((ΕφΠατρών 159/2021 ΤΝΠ Νόμος). Με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας το αίτημά της, αναφερόμενο και ως λόγος ανακοπής υπό στοιχείο Β3 για αναβολή της δίκης κατ’ άρθρο 249 του KΠολΔ μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 10.6.2022 (αρ.εκθ.καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2022) ανακοπής της και του από 14.11.2022 ((αρ.εκθ.καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2022) δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής, με αίτημα την ακύρωση της με αριθμό ……./2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της από 20.5.2022 επιταγής προς πληρωμή. Ο λόγος αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η απόρριψη ή μη του αιτήματος αναβολής της συζήτησης κατ’άρθρο 249 του KΠολΔ εναπόκειτο στην κρίση του δικαστηρίου, έχοντας προς τούτο διακριτική ευχέρεια εφόσον δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση εκκρεμοδικίας.
Επί του πρώτου λόγου έφεσης:
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επίσης, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων. Η δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από τον νόμο προβλεπόμενου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 151/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τον συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 KΠολΔ, συνάγεται, ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί, και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η πρόδηλη αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 1519/2017, ΑΠ 1077/2015, Μον.Εφ.Αθ.1637/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η ανακόπτουσα παραπονείται ότι κακώς απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο προβληθείς με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, ισχυρισμός της – ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης, κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ, εκ μέρους της δεύτερης καθ΄ής η ανακοπή – εφεσίβλητης, του δικαιώματός της να προβεί στις ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Κι αυτό διότι, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η ανακόπτουσα – εκκαλούσα, αμέσως μετά την απόρριψη της ανακοπής που είχε ασκήσει κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει των οποίων επισπεύστηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου της, επικοινώνησε με την δεύτερη εφεσίβλητη, προκειμένου να ρυθμίσει την οφειλή της, αποστέλλοντας μετά από σχετικό αίτημα της τελευταίας τα οικονομικά της στοιχεία αλλά και ιατρικά έγγραφα για την κατάσταση της υγείας της, χωρίς όμως η δεύτερη εφεσίβλητη να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής, αντιθέτως δε, όταν τελικά αντιπρόσωπος αυτής, απάντησε σε μια από τις επανειλημμένες κλήσεις της, της ζήτησε την καταβολή του ποσού των 72.000 ευρώ για να σταματήσει ο πλειστηριασμός. Ότι με τον τρόπο αυτό η δεύτερη εφεσίβλητη καταχρηστικά προέβη στη διενέργεια του πλειστηριασμού, χωρίς να προβεί σε πρόταση ρύθμισης της οφειλής της εκκαλούσας, και χωρίς να δεχθεί να αναστείλει τον πλειστηριασμό με καταβολή συγκεκριμένου ποσού από την εκκαλούσα, πράξεις που θα ωφελούσαν και την ίδια αφού θα ρυθμιζόταν το σύνολο της οφειλής και δεν θα ικανοποιούνταν μόνο μερικώς η αξίωση της, όπως έγινε μέσω του πλειστηριασμού.
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την με αριθμό ……../28-3-2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά . ………….., που λήφθηκε επιμελεία της εκκαλούσας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς α) ……./21-3-2024 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών και β) …./22-3-2024 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, …………….., αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον ως άνω λόγο έφεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της δεύτερης εφεσίβλητης δυνάμει της αριθμό ………… Β/12- 7-2022 έκθεσης κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………… και δυνάμει της με αριθμό ……../22-2-2023 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης και της με αριθμό ……../24-3-2023 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., εκπλειστηριάσθηκε την 22-2-2023 ακίνητο ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ήτοι μία οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα με αριθμό 2 του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, με την αποθήκη 7 και την ανοικτή θέση στάθμευσης P3 σε οικοδομή επί οικοπέδου κείμενου στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιά, στη θέση «…………», επί της οδού ……………, και κατακυρώθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο, έναντι εκπλειστηριάσματος ποσού 97.011 ευρώ. Της κατάσχεσης αυτής είχε προηγηθεί η επίδοση της από 24-5-2022 επιταγής προς πληρωμή της δεύτερης εφεσίβλητης κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της με αριθμό …../2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δυνάμει της οποία επιτασσόταν η εκκαλούσα να της καταβάλλει το ποσό των 139.871,96 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων προς ικανοποίηση απαίτησής της απορρέουσας από την με αριθμό ……………/2006-12-2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» ως πιστώτριας και της εφεσίβλητης ως πιστούχου. Η ανωτέρω σύμβαση αφορούσε ποσό δανείου 130.000 ευρώ, το οποίο καταγγέλθηκε από την αρχική δανείστρια στις 15-4-2019 λόγω υπερημερίας της εφεσίβλητης περί τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Εν συνεχεία η αρχική πιστώτρια εξέδωσε την υπ’ αριθμ …./2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία ………………….», την οποία εκπροσωπεί η δεύτερη εφεσίβλητη απέκτησε λόγω εκχωρήσεως την ένδικη απαίτηση δυνάμει της από 11-4-2022 ελληνικής σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, που καταχωρίσθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τις οποίες απαιτήσεις η τελευταία απέκτησε σε συνέχεια μεταβίβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015 από την εδρεύουσα στην Ιρλανδία αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………….» με καταχωρημένη έδρα το …………. Ιρλανδίας και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ………, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», υπό την ιδιότητα της ως καθολικής διαδόχου, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………. »,κατόπιν διάσπασης της τελευταίας. Μετά την απόρριψη της ανακοπής της εκκαλούσας κατά της με αριθμό ………../2019 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την με αριθμό 503/14-2-2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η τελευταία, απέστειλε με το από 15.2.2023 ηλεκτρονικό μήνυμα στην υπάλληλο της δεύτερης εφεσίβλητης …………. τα έγγραφα που αφορούσαν την οικονομική της κατάσταση, αλλά και ιατρικά έγγραφα, που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας της, με σκοπό να ενταχθεί σε ρύθμιση για να μην λάβει χώρα ο πλειστηριασμός της ιδιοκτησίας της. Η εκκαλούσα δεν έλαβε απάντηση στο αίτημά της, αντίθετα όταν μπόρεσε να επικοινωνήσει με αντιπρόσωπο της δεύτερης εφεσίβλητης, της ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των 72.000 ευρώ προκειμένου να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε ότι η δεύτερη εφεσίβλητη, διά των υπαλλήλων της, δηµιούργησε στην εκκαλούσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της µε την διενέργεια του πλειστηριασμού, αντίθετα δε ζήτησε την καταβολή ορισμένου ποσού για την αναβολή του πλειστηριασμού. Περαιτέρω, η αποδοχή η μη της πρότασης για ρύθμιση της οφειλής, αποτελεί ευχέρεια της δεύτερης εφεσίβλητης χωρίς να είναι η ίδια υποχρεωμένη να την δεχθεί, αν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Η άσκηση του δικαιώματός της θα ήταν καταχρηστική αν η εφεσίβλητη δεν είχε συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος της ή βάσει προγενέστερης συμπεριφοράς της είχε δημιουργήσει στην εκκαλούσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της, γεγονός που δεν το επικαλείται η τελευταία. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα από το έτος 2019 κατά το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, δεν φαίνεται να έχει προβεί σε κάποια αίτηση για ρύθμιση, την οποία φαίνεται να υπέβαλε μόλις την 15 Φεβρουάριου του έτους 2023, ήτοι μόλις 7 ημέρες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού. Ακόμα η εκκαλούσα δεν προέβη σε κάποια καταβολή έναντι της οφειλής κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την διενέργεια του πλειστηριασμού, καθώς δεν επικαλείται σχετικά πραγματικά περιστατικά. Τέλος, η δεύτερη των εφεσίβλητων δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το σύνολο της απαίτησής της με τον πλειστηριασμό του ακινήτου ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, αφού η οφειλή της τελευταίας ανερχόταν στο ποσό των 139.000 ευρώ και το εκπλειστηρίασμα στο ποσό των 97.000 ευρώ, πλην όμως δεν μπορεί εκ του λόγου αυτού να στοιχειοθετηθεί καταχρηστική συμπεριφορά αυτής, αφού η εκκαλούσα δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ευλόγως ότι ήταν σε θέση μέσω ρύθμισης ή καταβολών να προβεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στην αποπληρωμή της οφειλής της, κρίση που επιρρωνύεται από το γεγονός ότι από το έτος 2019 μέχρι την 15.2.2023 δεν προέβη σε κάποια αίτηση για ρύθμιση, ούτε προέβη σε μερικότερες καταβολές προς μείωση της οφειλής της. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν και απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης, και εν τέλει απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, μη απομένοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση, η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ΄ουσία, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα, κατ΄άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε΄ KΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της απόρριψης του ένδικου μέσου που άσκησε, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ΄ ουσία την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικού παραβόλου Δημοσίου, στο Δημόσιο Τάμειο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας την δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των 200 ευρώ για έκαστο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 31.12.2025, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, παρούσας της Γραμματέως.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ