Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 767/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   767/2025

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..» με ΑΦΜ …….. , η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, επί της οδού ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαδόπουλο, μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Χαρακτινιώτης και Συνεργάτες Δικηγορική εταιρεία» και

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …………….., η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ανακόπτουσα και νυν εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 28.4.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2024) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2832/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 8.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.  Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό ……. και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αφού έλαβε τον λόγο από τη Δικαστή αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 8.10.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……………/2024 έφεση κατά της με αριθμό 2832/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έκανε δεκτή την από 29.4.2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2024 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση  ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.ΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100  ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με κωδικό ……….. ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου σε συνδυασμό με την απόδειξη πληρωμής του της Τράπεζας Eurobank AE» ). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθμό …………/16.10.2024, έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Δωδεκαννήσου ……………, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με κλήση να παραστεί κατά τη δικάσιμο που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση, (άρθρο 128 παρ.4 Κ.Πολ.Δ), στην εφεσίβλητη, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. (591παρ.7 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί η έφεση περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

H ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 29.4.2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2024 ανακοπή, ζητούσε να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, η με αριθμό ……/19.3.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας της, που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ………….. Η ανακοπή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Επ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2832/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκανε δεκτή την ανακοπή, ακύρωσε την ως άνω πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης και υποχρέωσε την καθής η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ανακόπτουσας την οποία όρισε στο ποσό των 1.200 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθής  η ανακοπή  με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να απορριφθεί η ανακοπή και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης.               Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ασκηθείσα ανακοπή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, επειδή ενώ η δεύτερη και τελευταία κοινοποίηση της με αριθμό ……../2023 διαταγής πληρωμής μετά επιταγής προς εκτέλεση έλαβε χώρα την 1.3.2024, η άσκηση της κρινόμενης ανακοπής μέσω της επίδοσης αυτής έλαβε χώρα την 2.5.2024, ήτοι μετά την πάροδο της 15νθήμερης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 633 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Ο ως άνω λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος επειδή βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι ότι η κρινόμενη ανακοπή βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 633 ΚΠολΔ, που αφορούν την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ενώ όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και το αιτητικό της ανακοπής, αυτή εδράζεται στις διατάξεις που αφορούν την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, καθώς με αυτήν ζητείται η ακύρωση της με αριθμό …………./19.3.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας της, που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ……….., πράξη η οποία ακυρώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση.

Περαιτέρω, η ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης πλήττεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 933 KΠολΔ ανακοπή, η οποία αποτελεί και το μόνο πρόσφορο για την προσβολή της ένδικο βοήθημα. Και στην περίπτωση αυτή κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της  αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το κύρος της πράξης εκτέλεσης της οποίας ζητείται η ακύρωση, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας επιτάσσεται η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος (ΑΠ 1329/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι δε προβαλλόμενοι λόγοι μπορεί να αφορούν την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου, τη διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού και την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 83/2020, ΕφΠατρ 476/2021, ΕφΔωδ 153/2020 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., ό.π., σελ.519, αρ. 45, Γέσιου-Φαλτσή Π., Αναγκαστική Εκτέλεση, Γενικό Μέρος, εκδ. 2017, §39, σελ. 641 επ. αρ. 1 επ.). Στην τελευταία, ωστόσο, περίπτωση πρέπει η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής να μην έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632§1 και 633§2 KΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της τυχόν ασκηθείσας κατά της διαταγής πληρωμής, ανακοπής (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 792/2015, ΕφΔωδ 153/2020, ΕφΑιγ 23/2019, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οποιοσδήποτε, όμως, και, εάν είναι ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προσβάλλεται με αυτήν, και όχι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, έστω και, εάν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητάς της ή της ανυπαρξίας ή ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 792/2015, ΕφΔωδ 153/2020, ΕφΑιγ 23/2019 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Απαλλαγάκη Χ./Ρεντούλης Π., σε ΕρμΚΠολΔ, επιμ. Απαλλαγάκη, εκδ. 2019, τ. II, άρθρο 933, σελ. 2880 και 2881, αρ. 1 και 3, Γέσιου-Φαλτσή Π., ό.π., §34, σελ 580 επ. αρ. 47 επ.). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η προγενέστερη άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 KΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση, μετά την έναρξη της εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, και εκείνης του άρθρου 933 KΠολΔ, η οποία βάλλει κατά των πράξεων εκτέλεσης, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή βασίζεται στους ίδιους λόγους, που ήδη έχουν προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 632 KΠολΔ. Ούτε εκλείπει στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την άσκησή της διότι αυτό θεμελιώνεται επαρκώς αφενός μεν, στην ανάγκη τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 934 KΠολΔ, αφετέρου δε, στο γεγονός ότι η ακύρωση πράξης εκτέλεσης μόνο με την ανακοπή του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να επιτευχθεί (ΕφΙωανν 157/2021, ΕφΑιγ 23/2019, ΠΠρΑθ 1408/2015, ΜΠρΠειρ 2/2021, ΜΠρΗλείας 276/2021 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Γέσιου-Φαλτσή Π., ό.π., §34, σελ. 586, αρ.53, Μπρίνιας I., Αναγκαστική εκτέλεση, 1985, τ. I, άρθρο 933, σελ. 413 επ., Πανταζόπουλος Στ., ό.π., σελ. 434 επ., Ποδηματά Κ., ό.π., άρθρο 632, σελ. 1190, αρ. 37). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 623 KΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του Κώδικα, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει, κατά το άρθρο 624 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, (βλ ΑΠ 1349/2013 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 KΠολΔ, το δικόγραφο της αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α KΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαιτήσεως, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από πλευράς αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, (βλ ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 1071/2017 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Επειδή η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν έχει ανάγκη από πλήρεις αιτιολογίες, αλλά αρκεί να αναφέρει την αιτία της πληρωμής, δηλαδή το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, εφόσον δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή, αρκεί η απαίτηση να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της. Απαιτείται ακόμη να αναφέρεται το καταβλητέο ποσό χρημάτων, προκειμένου η απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 KΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση του τίτλου, εάν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το, νόμο, (ΑΠ 368/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1349/2013 ό.π., ΑΠ 330/2012 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ενσωμάτωση στην επιδικασθείσα με τη διαταγή πληρωμής απαίτηση κονδυλίων που δεν στηρίζονται στον νόμο, δεν θίγει την απόδειξη της απαιτήσεως με έγγραφα, ούτε αυτή καθίσταται ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα του αντιστοίχου ποσού της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, (βλ ΑΠ 1133/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106 και 626 παρ 1 KΠολΔ, προκύπτει ότι ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να περιορίσει το ποσό, για το οποίο ζητεί την έκδοση, σε μέρος μόνο της απαιτήσεώς του ή των τόκων, έστω και εάν τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύουν το σύνολο της απαιτήσεώς, ο περιορισμός δε του αιτήματος σε μέρος του κεφαλαίου ή της παρεπόμενης απαιτήσεώς των τόκων αποτελεί άσκηση δικονομικής ευχέρειας του δανειστή και δεν απαιτείται να αιτιολογείται, (βλ ΑΠ 206/2023, ΑΠ 1512/2006 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 112/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 256/2014 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, με τον ανωτέρω περιορισμό δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της απαιτήσεώς, για το οποίο ζητείται η έκδοση εκτελεστού τίτλου. Ειδικότερα, όταν η απαίτηση συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, όπως κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς, τόκους υπερημερίας, έξοδα, εισφορά Ν. 128/1975 κλπ, ο περιορισμός του ποσού, για το οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, επιχειρείται παραδεκτώς, μόνον εφόσον διευκρινίζεται από τον αιτούντα σε ποια επιμέρους κονδύλια αφορά ή όταν η απαίτηση περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του συνόλου της και επέρχεται, κατά τον τρόπο αυτό, αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί η απαίτηση, για την οποία έχει ζητηθεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου, (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 30/2007 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 652/2023, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 965/2021 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Η εκκαλουμένη απόφαση ακύρωσε την με αριθμό …../19.3.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ………………, δεχόμενη τον δεύτερο και τον άνευ αρίθμησης λόγο ανακοπής στις σελίδες 30-31 αυτής, με τους οποίους η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει άκυρη η σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, επειδή είναι άκυρος ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται αυτή και δη η με αριθμό ………/2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, επειδή η καθής η ανακοπή με την αίτησή της για την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής είχε ζητήσει να διαταχθεί η ανακόπτουσα να καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως μέρος της συνολικής της οφειλής ποσού 51.153,69 ευρώ, χωρίς όμως να εξειδικεύει περαιτέρω τον περιορισμό του αιτηθέντος ποσού, με έννομη συνέπεια το μη εκκαθαρισμένο της απαίτησης, την ακυρότητα του εκτελεστού τίτλου και των πράξεων  αναγκαστικής εκτέλεσης που βασίστηκαν σε αυτόν, συνακόλουθα και της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης.  Σε σχέση με τους λόγους αυτούς της ανακοπής που παραδεκτά προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού αφορούν το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και κρίθηκαν ορισμένοι και νόμιμοι με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε επίσης ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Ότι, σύμφωνα με την από 31.5.2023 αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή – εκκαλούσας κατά της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης, καθώς και κατά των ……………….., οι εν λόγω καθ’ ων η αίτηση ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην αιτούσα το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 51.153,69 ευρώ, έντοκα, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 15.12.2022 (επομένη επίδοσης εξώδικης καταγγελίας), και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, πλέον τυχόν εξόδων, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, όπως ορίζεται στο Νόμο και τους όρους της σύμβασης και ότι με την ίδια την αίτηση η ίδια περιόρισε το αιτούμενο ποσό από το ποσό των 51.153,69 ευρώ, το οποίο ήταν βάσει των αναφερόμενων στην αίτηση και αποδειχθέντων με τα συνημμένα στην αίτηση και με τα προσκομισθέντα με αυτήν η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή των καθ’ ων από την ανωτέρω σύμβαση, στο ποσό των 50.000,00 ευρώ, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για τη μελλοντική επιδίωξη του υπολοίπου της οφειλής συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού 1.153,69 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ότι με βάση την αίτηση αυτή ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, με την οποία να διατάσσονται οι καθ’ ων η αίτηση να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στην αιτούσα υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου και διαχειρίστριας της ήδη μεταβιβασθείσας απαίτησης, το οφειλόμενο ποσό των 50.000,00 ευρώ, έντοκα, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 15.12.2022 (επομένη επίδοσης εξώδικης καταγγελίας), και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, πλέον τυχόν εξόδων, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης εκ της επίδικης δανειακής συμβάσεως συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού 51.153,69 ευρώ, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για τη μελλοντική επιδίωξη του υπολοίπου της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού 1.153,69 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ότι από την με αριθμό ……../2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αποδείχθηκε  ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στην αίτηση έγινα δεκτά και, ως εκ τούτου, έγινε δεκτή η αίτηση και το εκδόσαν αυτήν Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου διέταξε «τους καθ’ ων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στην αιτούσα, υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου και διαχειρίστριας της ήδη μεταβιβασθείσας ανωτέρω απαίτησης, το οφειλόμενο ποσό των ευρώ πενήντα χιλιάδων (50.000,00€) έντοκα, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 15-12-22 (επομένη επίδοσης εξώδικης καταγγελίας), και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, πλέον τυχόν εξόδων, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης εκ της επίδικης δανειακής συμβάσεως συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού των ευρώ πενήντα μίας χιλιάδων εκατόν πενήντα τριών και εξήντα εννέα λεπτών (51.153,69€) επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για τη μελλοντική επιδίωξη του υπολοίπου της οφειλής εκ της ανωτέρω δανειακής συμβάσεως συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού των ευρώ (1153,69€) πλέον τόκων και εξόδων.». Ότι από τα συνημμένα και προσκομισθέντα με την αίτηση αποσπάσματα του υπ’ αριθ. ….. Λογαριασμού εξυπηρέτησης της υπ’ αριθ. ..…./6.11.2008 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση, και δοθέντος ότι τόσο στην αίτηση όσο και στην διαταγή πληρωμής αναφέρεται το ποσό των 51.153,69 ευρώ ως η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή, προέκυψε ότι στην τελευταία δεν περιλαμβάνεται μόνο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο. Ότι επιπλέον, από το ίδιο το απόσπασμα, στο οποίο αποτυπώθηκε η οφειλή κατά ενήμερο κεφάλαιο, ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο, τόκους επί ενήμερης οφειλής, τόκους επί ληξιπρόθεσμης οφειλής, τόκους τάξεως επί ενήμερης οφειλής, τόκους τάξεως επί ληξιπρόθεσμης οφειλής, έξοδα και συνολική οφειλή, την 11.2.2019 φαίνεται ως συνολική οφειλή 51.125,69 ευρώ, που ταυτίζεται με το ενήμερο κεφάλαιο, ωστόσο, την ίδια ημέρα φαίνεται στο πεδίο «ποσό» ποσό «-40721 Π», στο πεδίο «ενήμερο κεφάλαιο» ποσό «-40721» και στο πεδίο συνολική οφειλή» ποσό «10404,69» με αιτιολογία τραπεζικής πράξης «ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ SPLIT». Ότι εν συνεχεία, την 29.9.2020 εμφαίνεται στο πεδίο «ποσό» ποσό «-6242,8 Π», στο πεδίο «ενήμερο κεφάλαιο» ποσό «- 2,8» και στο πεδίο «συνολική οφειλή» ποσό «4161,89» με αιτιολογία τραπεζικής πράξης «ΠΟΣΟ ΠΡΟΣ ΑΛΛΑΓΗ ΞΙΝΟΜ. ΤΕΤΑΡΤΟΒ. ΛΟΓ. Ε.Κ.Λ.Σ.Τ.». Ότι την 7.2.2022 εμφαίνεται στο πεδίο «ποσό» ποσό «6242,8 Χ», στο πεδίο ενήμερο κεφάλαιο» ποσό «0», στο πεδίο «τόκοι τάξεως επί ενήμερης οφειλής» ποσό «6242,8» και στο πεδίο συνολική οφειλή» ποσό «10404,69» με αιτιολογία τραπεζικής πράξης «ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΟΥ ΤΑΞΙΝΟΜ. ΤΕΤΑΡΤΟΒ ΛΟΓ. Ε.Κ.Λ.Σ.Τ.», ενώ, τέλος, την ίδια ημέρα εμφαίνεται στο πεδίο «ποσό» ποσό «-6242,8 Π», στο πεδίο «ενήμερο κεφάλαιο» ποσό «0», στο πεδίο «τόκοι τάξεως επί ενήμερης οφειλής» ποσό «-6242,8» και στο πεδίο «συνολική οφειλή» ποσό «4161,89» με αιτιολογία τραπεζικής πράξης «ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΛΟΓΩ ΠΩΛΗΣΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ», και ταυτόχρονα (7.2.2022) το τελευταίο ποσό φαίνεται να πιστώνεται και να εμφανίζει ο ανωτέρω λογαριασμός μηδενική οφειλή  με την ίδια με την μόλις ως άνω τελευταία αιτιολογία τραπεζικής πράξης. Ότι από την 11.2.2019, οπότε και καταρτίσθηκε η από 11.2.2019 πρόσθετη πράξη, με την οποία ενεργοποιήθηκε ο υπ’ αριθ……………. λογαριασμός εξυπηρέτησης της υπ’ αριθ. ……………./6.11.2008 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού – ενόψει της αναγνώρισης εκ μέρους της οφειλέτιδος και των εγγυητών της έως την ως άνω ημέρα οφειλής, αφενός, αυτή είχε διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό (ενήμερο κεφάλαιο πλέον συμβατικών τόκων -συμπεριλαμβανομένων και όσων οφείλοντο δυνάμει τυχόν προηγηθείσας συμφωνίας καταβολής-κλασματικής δόσης – και ληξιπρόθεσμη οφειλή) των 51.125,69 ευρώ και, αφετέρου, καίτοι η αριθμητική απόκλιση του ως άνω ποσού από την αναφερόμενη στην αίτηση και στην διαταγή πληρωμής συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό μόλις των 28,00 ευρώ, εντούτοις προκύπτει ότι ο ανωτέρω λογαριασμός από την 11.2.2019 έως και την
7.2.2022 φαίνεται ότι επιβαρυνόταν με τόκους αλλά και με έξοδα. Ότι, επιπλέον, ούτε η καθ’ ης ισχυρίστηκε ούτε από την σύμβαση και τους πρόσθετους λόγους αυτής αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε επιμέρους όρος ότι με την καταγγελία της σύμβασης θα καθίσταται η συνολική οφειλή πλήρως κεφαλαιοποιημένη, μη διακριτή πλέον κατά κεφάλαιο, τόκους, κεφαλοποιημένους τόκους και έξοδα, αλλά μόνο ότι η αρχική δικαιούχος πιστώτρια Τράπεζα δικαιούται με την καταγγελία να καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και να χρεώνει και αυτό από την ημερομηνία της καταγγελίας της σύμβασης αυτοδικαίως και χωρίς ειδοποίηση με τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού επιδιώκοντας την είσπραξή του μαζί με τους οφειλόμενους τόκους και τα έξοδα, ενώ τέλος σε κάθε περίπτωση η καταγγελία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα σε χρόνο μετά την μεταφοράς της οφειλής, ως κάτωθι αναφέρεται. Ότι  τόσο από την αίτηση όσο και από την ίδια την διαταγή πληρωμής, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω αρχικός και ενεργοποιηθείς την 11.2.2019 λογαριασμός, κατόπιν διαδοχικών μεταπτώσεων του χρεωστικού του υπολοίπου εμφάνισε στον υπό  αριθ. …………. λογαριασμό, την 1.12.22 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 51.153,69 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση την 1.12.22, όπως αποδεικνύεται και από την καρτέλα λογαριασμού της «………………, η οποία έχει επισυναφθεί στην αίτηση, όπου το ανωτέρω ποσό αναφέρεται ως προκύψαν, αφενός, εκ μεταφοράς (ολική καθυστέρηση) και αφετέρου, ως συνολική οφειλή. Ότι από τα παραπάνω έγγραφα και ελλείψει οπουδήποτε αποσπάσματος ή άλλου εγγράφου εξαχθέντος ή συνταχθέντος από οιονδήποτε τηρηθέντα λογαριασμό κατά το χρονικό διάστημα από 7.2.2022 έως 1.12.2022, δεν προκύπτει εάν και ποιο ποσό καταλογίζεται μόνο στο κεφάλαιο και σε αρνητική περίπτωση, εάν η συνολική οφειλή αφορά, εκτός από κεφάλαιο, επιπλέον και σε τόκους, τόκους τόκων, κεφαλαιοποιημένους τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα ο δηλωθείς περιορισμός με την αίτηση και ο δεκτός γενόμενος ως ορισμένος και νόμιμος περιορισμός με την διαταγή πληρωμής να είναι αόριστος. Εν συνεχεία η εκκαλουμένη έκρινε ότι η αοριστία αυτή έχει αντανακλαστικές συνέπειες και στον περαιτέρω περιορισμό της απαίτησης κατά την προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης, καθώς, καίτοι σε αυτήν αναφέρεται ότι επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση «για το ποσό των Ευρώ σαράντα χιλιάδων (€40.000,00), το οποίο ποσό αποτελεί μέρος του κονδυλίου του επιδικασθέντος κεφαλαίου δυνάμει της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής όπως αυτό επιτάχθηκε με την ως άνω από 15/02/2014 κοινοποιηθείσα επιταγή, με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της υπέρ ης  εκτέλεση, για την είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού, με άλλη αναγκαστική κατάσχεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλο πλειστηριασμό, καθ’ ότι ο περιορισμός στο ως άνω ποσό έγινε αποκλειστικά και μόνο για μείωση των εξόδων εκτέλεσης…», εντούτοις, η πλημμέλεια ως προς την αοριστία εντοπίζεται πρωτογενώς στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο από τον οποίο δεν προκύπτει το ποσό του κεφαλαίου και των λοιπών χρεώσεων. Ως εκ τούτου, οι προκείμενοι λόγο κρινόμενοι ενιαίως για τους ήδη διαληφθέντες λόγους, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι. Επομένως, η με αριθμό ……../2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …….., ακυρώθηκε επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρχική απαίτηση της αιτούσας την έκδοση της με αριθμό …………./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ποσού 51.153,69 ευρώ δεν περιελάμβανε μόνο το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο της απαίτησής της, αλλά και τόκους και έξοδα και ότι εκ του λόγου αυτού ο περιορισμός του ποσού αυτού με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αλλά και η ίδια η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε μετά τον περιορισμό, για το ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται αν ο περιορισμός αυτός αφορά μέρος του κεφαλαίου της απαίτησης, ή τόκους, τόκους τόκων και άλλα έξοδα, έχουν καταστήσει την αξίωση ανεκαθάριστη  και άκυρο τον εκτελεστό τίτλο, στον οποίο βασίζεται η διενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση, συνεπώς και τις ερειδόμενες σε αυτόν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Επιπλέον δε η αδυναμία διαπίστωσης, λόγω του αόριστου περιορισμού της αρχικής αξίωσης, εάν το ποσό των 50.000 ευρώ αποτελείται μόνο από κεφάλαιο, έχει αντανακλαστικές συνέπειες και στον περιορισμό που δηλώθηκε και με την κατάσχεση, αφού δεν μπορεί να κριθεί εάν το ποσό των 40.000 ευρώ για το οποίο τελικά αυτή επιβλήθηκε, αφορά στην πραγματικότητα ομοίως κεφάλαιο της απαίτησης.  Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του δεύτερου λόγου έφεσης, η εκκαλούσα- καθής η ανακοπή δεν προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις σκέψεις της αυτές που στηρίζουν το διατακτικό της, ούτε ισχυρίζεται ότι η αρχική απαίτηση ποσού 51.153,69 ευρώ, ενσωμάτωνε μόνο κεφάλαιο της απαίτησής της, ούτε βάλλει κατά της σκέψης της εκκαλουμένης περί ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου, που συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες πράξεις εκτέλεσης. Αντίθετα ισχυρίζεται ότι η εσφαλμένη δικαιοδοτική κρίση της εκκαλουμένης απόφασης αφορά τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί αοριστίας της κατασχετήριας έκθεσης ως προς τον περιορισμό του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, (ήτοι τον περιορισμό του ποσού των 50.000 ευρώ για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής στο ποσό των 40.000 ευρώ), και την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, την οποία εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι προσβάλλει η ανακόπτουσα. Επομένως, η κρίση της εκκαλουμένης απόφασης περί ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, δεν μεταβιβάζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο συνακόλουθα δεν μπορεί να διερευνήσει την ορθότητα ή μη της κρίσης αυτής. Ο ως άνω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος επειδή ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι είναι βάσιμος, ως προς τον περιορισμό του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία βάσισε την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάσχεσης στην ακυρότητα του εκτελεστού τίτλου που συμπαρασύρει και την τελευταία. Σημειώνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραδεκτά εξέτασε τον ως άνω λόγο που προβλήθηκε με την κρινόμενη ανακοπή, αν και είχε προταθεί και με το από 25.4.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της από 15.9.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2023 ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς δεν προέκυψε ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ αυτών.

Ομοίως τυγχάνει απορριπτέος και ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποία η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστος ο λόγος ανακοπής που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επειδή η ανακόπτουσα δεν προσβάλλει συγκεκριμένα κονδύλια, αλλά αρκείται σε γενικόλογους ισχυρισμούς περί αόριστης και ανεκκαθάριστης απαίτησης, αφού σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν η ανακόπτουσα δεν αμφισβήτησε με τον λόγο ανακοπής που έγινε δεκτός με την εκκαλουμένη απόφαση, κάποιο κονδύλιο, αλλά το ορισμένο του περιορισμού της απαίτησης της εκκαλούσας κατά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Πρέπει επομένως μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της παραβόλου Δημοσίου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της ερημοδικίας της εφεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση, ερήμην της εφεσίβλητης

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτήν κατ ουσία.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του ηλεκτρονικού παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 31.12.2025, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, παρούσας της Γραμματέως.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ