ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 768/2025
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας Περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………….», ως ειδικής διαδόχου της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην ……….. Αττικής, οδός ………. με ΑΦΜ …………, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ριζάκο, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά Τζάνειο», που εδρεύει στον Πειραιά, επί των οδών …………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ποτήρη, με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η καθής η ανακοπή και νυν εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 14.9.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2020) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 886/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 7.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………/2023) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά αυτή της 10.10.2024, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό … και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 7.7.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2023 έφεση κατά της με αριθμό 886/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την από 14.9.2020 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2020 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό …………….. e-παράβολο, το οποίο πληρώθηκε όπως βεβαιώνεται από το σχετικό έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το ανακόπτον και ήδη εφεσίβλητο με την από 14.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………./2020 ανακοπή, ζητούσε να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, α) η με αριθμό ……./2020 διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) η από 8.9.2020 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, επέβαλε δε τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος, ποσού 800 ευρώ σε βάρος της καθής η ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθής η ανακοπή με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να απορριφθεί η ανακοπή. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κατά το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο, το οποίο κατ` άρθρο 332 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες και κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 KΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 108/2019,ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1218/2018) Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. ιβ KΠολΔ νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 322 παρ 1 εδ. β` του ίδιου κώδικα, η ενεργητική και η παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου ως διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου εφ` όσον στη νέα μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη, πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 KΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Τέλος, δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης (ΑΠ 1559/2017).
Με την από 14.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ……………../2020 ανακοπή, το ανακόπτον ζήτησε την ακύρωση της με αριθμό ……../2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το συνολικό ποσό των 60.703,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 3.12.2007 για το με αριθμό …./14.12.2007 τιμολόγιο ποσού 30.351,99 ευρώ, και με το νόμιμο τόκο από 3.1.2008 για το με αριθμό ……/27.12.2007 τιμολόγιο ποσού 30.351,99 ευρώ. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η καθής η ανακοπή, επιδιώκοντας μεταξύ άλλων την πληρωμή των προαναφερθέντων τιμολογίων, άσκησε την από 29.5.2018 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2644/2019 τελεσίδικη απόφαση που απέρριψε την ως άνω αγωγή, επειδή η καθής η ανακοπή είχε εκχωρήσει τα τιμολόγια στην Τράπεζα Eurobank, παράγοντας δεδικασμένο άλλως εκκρεμοδικία για το επίδικο ζήτημα.
Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον ως άνω λόγο ανακοπής, ο οποίος έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29.5.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………./2018 αγωγή της, με εναγόμενο το εφεσίβλητο, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 30.12.2005 σύμβασης, ανέλαβε την καθαριότητα των χώρων του εφεσίβλητου Νοσοκομείου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2006,έναντι μηνιαίου τιμήματος 104.620 ευρώ. Ότι η ισχύς της σύμβασης αυτής παρατάθηκε με την με αριθμό 2/7.2.2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ανακόπτοντος, ενώ με την με αριθμό 13/29.11.2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αναπροσαρμόστηκε αναδρομικά από την 1.7.2007 το εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο ανήλθε στο ποσό των 130.125,87 ευρώ πλέον ΦΠΑ μηνιαίως. Ότι στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής και κατά την διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών της, η ενάγουσα και κατά την παρούσα δίκη εκκαλούσα εξέδωσε 13 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικής αξίας 394.575,87 ευρώ, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα. Αίτημα της αγωγής ήταν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και κατά την παρούσα δίκη εφεσίβλητο, να καταβάλει το ως άνω ποσό νομιμότοκα από την επόμενη ημέρα αναγνώρισης του χρέους του, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η ως άνω αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 26.3.2018 με ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2018 αγωγή που άσκησε η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…………….» κατά του εφεσίβλητου νοσοκομείου, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η περιουσία του εναγομένου Νοσοκομείου, αυξήθηκε λόγω της μη πληρωμής 11 τιμολογίων (στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα), κατά το ποσό των 338.871,89 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ως άνω ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της από 3.10.2013 εξώδικης δήλωσης άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί των ως άνω αγωγών που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της κατά την παρούσα δίκη εκκαλούσας και έγινε δεκτή η αγωγή της τραπεζικής εταιρείας στην οποία υποχρεώθηκε το εφεσίβλητο να καταβάλει το ποσό των 338.871,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 7.10.2013 και μέχρι την εξόφληση. Η αγωγή της, κατά την παρούσα δίκη, εκκαλούσας απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι μεταξύ των εναγουσών των δυο συνεκδικαζόμενων αγωγών καταρτίστηκε η από 15.4.2005 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, με την οποία συμφωνήθηκε η σύσταση ενεχύρου για κάθε απαίτηση της ενάγουσας Τράπεζας από την με αριθμό ……./7.11.2005 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συνάψει με την τότε ομόρρυθμη εταιρεία «.. …………», που εν συνεχεία μετατράπηκε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…… .» και ακολούθως μετονομάστηκε σε «…………….» (εκκαλούσα). Περαιτέρω, η τελευταία συνέστησε ενέχυρο υπέρ της αποδεχόμενης Τράπεζας επί της απαίτησής της κατά του εναγόμενου νοσοκομείου ύψους 1.255.440,00 ευρώ, καθώς και για όσο ποσό στο οποίο θα ανέλθει στο μέλλον, απαίτησης που απορρέει και θα απορρεύσει, κατά οιονδήποτε τρόπο από την από 30.12.2005 σύμβαση καθαριότητας χώρων νοσοκομείου, με την οποία η ενεχυράστρια-ανάδοχος και πιστούχος, ανέλαβε την υποχρέωση του καθαρισμού των χώρων του νοσοκομείου σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της με αριθμό 15/7.11.2005 απόφασης του ΔΣ του Νοσοκομείου συνολικού τιμήματος 1.255.440 ευρώ. Ωσαύτως συμφωνήθηκε ότι η ενεχυράστρια συνενεχυράζει υπέρ της Τράπεζας και όλα τα σχετικά δικαιώματα της προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές και υπόσχεται ότι η ενεχυραζόμενη απαίτησή της είναι ελεύθερη από κάθε άλλη ενεχύραση, εκχώρηση, συμψηφισμό ή απαίτηση τρίτου ή κατάσχεση, εξουσιοδοτώντας συνάμα την Τράπεζα να εισπράττει χωρίς καμία άλλη διατύπωση, λόγω του συσταθέντος υπέρ αυτής ενεχύρου, αλλά και ανεξάρτητα ακόμη από αυτό την παραπάνω απαίτησή της σε όσο ποσό και αν ανέρχεται ή θα μπορούσε να ανέλθει και παραγγέλλει συγχρόνως στον υπόψη οφειλέτη κάθε ποσό που οφείλει ή μέλλει να οφείλει από την μεταξύ τους έννομη σχέση να το καταβάλλει στην Τράπεζα. Η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε νόμιμα στο εναγόμενο, κατά την παρούσα δίκη εφεσίβλητο, δυνάμει της με αριθμό …./21.3.2006 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………….., με αποτέλεσμα πρακτικά να έχει απεκδυθεί κάθε δικαιώματος και απαίτησης, ως προς το εργολαβικό αντάλλαγμα η ενάγουσα, και κατά την παρούσα δίκη, εκκαλούσα, αναφορικά με τις απαιτήσεις από την 30.12.2005 σύμβαση, με συνέπεια να στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής της. Κατά της ως άνω απόφασης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο για χρονικό διάστημα πλέον των δυο ετών από την δημοσίευσή της με αποτέλεσμα να έχει καταστεί τελεσίδικη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Η ως άνω απόφαση παράγει δεδικασμένο και για το δικονομικό ζήτημα που έκρινε ήτοι την νομιμοποίηση της ενάγουσας της αγωγής που απορρίφθηκε τελεσίδικα, που δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο ως προς την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επειδή ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, (7.2020) η αιτούσα και μετέπειτα καθής η ανακοπή, είχε εκχωρήσει, με τον τρόπο που ανωτέρω περιγράφηκε, την απαίτηση που απέρρεε από την από 30.12.2005 σύμβαση καθαριότητας χώρων Νοσοκομείου, σε εκτέλεση της οποίας εκδόθηκαν τα τιμολόγια που περιλήφθηκαν στην αγωγή, για δυο εκ των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Το δεδικασμένο, όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρεται εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος, ως τέτοιο δε όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 322 παρ 1 εδ. β` του ίδιου κώδικα, νοείται, η ενεργητική και η παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου ως διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου εφ` όσον στη νέα μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη, πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση. Από τη μελέτη και σύγκριση του αντικειμένου της διαφοράς των δύο δικών, ήτοι της από 29.5.2018 αγωγής και της ασκηθείσας ανακοπής, προκύπτει ότι μεταξύ της αγωγής και της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης, επιπλέον δε υπάρχει και ταυτότητα διαδίκων, έστω και υπό διαφορετική δικονομική θέση. Ειδικότερα, η με αριθμό ……../2020 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε, για απαίτηση της εκκαλούσας, προερχόμενη, από την από 30.12.2005 σύμβαση καθαριότητας χώρων του εναγομένου- ανακόπτοντος νοσοκομείου, δηλαδή συμπίπτει η ιστορική και νομική αιτία της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και της ως άνω αγωγής, με αποτέλεσμα το τελεσίδικα κριθέν ζήτημα περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας στην είσπραξη των επίδικων τιμολογίων να δεσμεύει με δύναμη δεδικασμένου και το παρόν Δικαστήριο. Απορριπτέο τυγχάνει επομένως το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα αρνείται την ύπαρξη δεδικασμένου, επειδή η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, περί αναγνώρισης χρέους και σύμβασης έργου ενώ η διαταγή πληρωμής στα ανεξόφλητα επίδικα τιμολόγια, επειδή αφενός συμπίπτει η ιστορική αιτία των δυο δικών και αφετέρου οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν εισάγουν νέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά μια πιο ευέλικτη διαδικασία τηρούμενων των νομικών προϋποθέσεων, για την επιδίκαση της επίδικης αξίωσης. Εξάλλου, αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της ύπαρξης δεδικασμένου, εφόσον προσκομίζονται τα αντίστοιχα έγγραφα από τους διαδίκους, όπως εν προκειμένω οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται τα άνω δικόγραφα αγωγής και ανακοπής, την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής και την τελεσίδικη με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορριπτομένου του προβαλλόμενου από την εκκαλούσα πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης, που ζητά την απόρριψη του ως άνω λόγου ανακοπής ως αόριστου. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, θεμελιακός για το δικονομικό μας σύστημα είναι ο κανόνας της αποτροπής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων με ισοδύναμα δεδικασμένα, και εν προκειμένω δεν είναι δικαιικά αποδεκτό να αμφισβητηθεί ή να ανατραπεί η κρίση περί του αν η εκκαλούσα είναι φορέας του δικαιώματος που φέρει προς δικαστική διάγνωση, με έτερη απόφαση, χωρίς μεταβολή των προτεινόμενων πραγματικών περιστατικών.
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε την τελεσίδικη με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επειδή στα πλαίσια της δίκης αυτής το εφεσίβλητο, στην παρούσα δίκη δεν αρνήθηκε την οφειλή του για τα δυο επίδικα τιμολόγια ούτε πρότεινε την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της για τα δύο επίδικα τιμολόγια αλλά για τα υπόλοιπα έντεκα που αναφέρονταν στην αγωγή της εκκαλούσας και επειδή στα εκχωρηθέντα τιμολόγια δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα. Οι σχετικοί λόγοι έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι, ως αβάσιμοι επειδή με την με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε εν συνόλω η αγωγή της εκκαλούσας και για τα 13 τιμολόγια την πληρωμή των οποίων ζητούσε με αυτήν, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα που αρθμούνταν ως 1 και 2 στην 9η σελίδα της με αριθμό κατάθεσης ……………../2018 αγωγής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και όχι μόνο για τα έντεκα τιμολόγια, όπως εσφαλμένα διατείνεται η εκκαλούσα (βλ. οπίσθια σελίδα του 12ου φύλλου της ως άνω απόφασης). Ηδη δε από το έτος 2006 η εκκαλούσα είχε εκχωρήσει στην εταιρεία «……………….», όλες τις απαιτήσεις από την σύμβασή της με το εφεσίβλητο και όχι συγκεκριμένα τιμολόγια , ενώ η έκδοση όλων των προαναφερθέντων τιμολογίων έλαβε χώρα μεταγενέστερα της σύμβασης εκχώρησης, και αφορούν χρόνους παροχής υπηρεσιών που ομοίως έπονται χρονικά της σύμβασης εκχώρησης. Πράγματι ως προς την έτερη συνεκδικασθείσα αγωγή το κατά την παρούσα δίκη εφεσίβλητο, υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην ενάγουσα της αγωγής εκείνης, ήτοι στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………», το ποσό των 333.871,89 ευρώ με βάση της διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που αφορούσε έντεκα τιμολόγια, πλην όμως η διάκριση αυτή οφείλεται στο γεγονός, ότι η ενάγουσα εκείνη με την από 26.3.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2018 αγωγή της αφενός αναφέρει ρητά ότι εξοφλήθηκε για το με ………….. 337/2008 τιμολόγιο (βλ. σελ. 5 της άνω αγωγής), το έτερο δε επίδικο τιμολόγιο δεν περιλαμβάνεται στην ως άνω αγωγή. Σημειώνεται ότι το δεδικασμένο που αφορά την κρινόμενη υπόθεση παράγεται από την απόρριψη της αγωγής της κατά την παρούσα δίκη εκκαλούσας και όχι από την έτερη αγωγή. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εκχωρήθηκαν τα επίδικα δυο τιμολόγια, ισχυρισμός ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθώς δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το εφεσίβλητο με την ανακοπή του δεν πρότεινε ένσταση έλλειψης ενεργητικής της νομιμοποίησης ούτε ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα τιμολόγια είχαν εκχωρηθεί στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………», και επομένως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη επειδή δέχθηκε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε. Ο ως άνω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς η εκκαλουμένη απόφαση εξέτασε, όπως και αυτεπάγγελτα είχε το δικαίωμα να πράξει, τον ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου, από την με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και όχι ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενη την ύπαρξη δεδικασμένου από την με αριθμό 2644/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας, να αιτηθεί την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δέχθηκε την ανακοπή και προέβη στην ακύρωση της με αριθμό …………./2020 διαταγής πληρωμής που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Παρέλκει δε η εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις της από τα επίδικα τιμολόγια δεν έχουν παραγραφεί, που αφορά τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, ο οποίος δεν εξετάστηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε συντρέχει λόγος εξέτασής του από το παρόν Δικαστήριο, μετά την απόρριψη των ως άνω λόγων έφεσης. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εφεσίβλητου, λόγω της απόρριψης του ασκηθέντος ένδικου μέσου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση αντιμωλία των διαδίκων
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ ουσίαν την έφεση
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου με κωδικό ……………. στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας την δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 31.12.2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ