ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 5/2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………., 2) …………., και 3) …………….. από τους οποίους ο πρώτος εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Χατζηγεωργίου και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……..» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………., νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», με έδρα στην Ιρλανδία, 3) Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..”, που εδρεύει στην Ιταλία, οι οποίες ήταν απούσες και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4) Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………», που εδρεύει στην Ιρλανδία, η οποία έχει αναθέσει την διαχείριση των απαιτήσεών της στην εταιρεία διαχείρισης “…………..», από την οποία εκπροσωπείται, νόμιμα εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ………….. η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θάνο Βασιλάκη, μέλος της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία Θάνος Βασιλάκης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία, με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Οι ανακόπτοντες και νυν εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 5.7.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………../2021) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2877/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 11.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2024) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό ………… και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων αφού έλαβε τον λόγο από τη Δικαστή αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε με τις προτάσεις που κατέθεσε, δήλωσε δε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς τις τρεις πρώτες των εφεσίβλητων, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τέταρτης των εφεσίβλητων ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 294 και 295 Κ.Πολ.Δ. οι οποίες, κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 και 591 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία (Εφ.Αθ. 68/2018, Εφ.Αθ. 229/2017 Εφ.Πειρ. 115/2016), μόνο η σαφής δήλωση του ενάγοντος ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή σαν μη ασκηθείσα (Α.Π. 793/2010, Α.Π. 641/2007, Α.Π. 556/2007, Α.Π. 319/2007, Α.Π. 107/2003 ΕλλΔνη 44-956, Α.Π. 265/2002 ΕλλΔνη 44-125, Α.Π. 337/2000 Ε.Ν.Δ. 2001.103, πρβλ. Α.Π. 467/2017, Α.Π. 381/2017, Α.Π. 382/2016, Α.Π. 378/2016, Α.Π. 1377/2015, Α.Π. 831/2010, Α.Π. 805/2010, Α.Π. 800/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 του KΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, οπότε η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Οι αμέσως ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και στα ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 299 του KΠολΔ. Η γινόμενη, όμως, από το δικηγόρο, πληρεξούσιο καλούντος διαδίκου, δήλωση ότι δεν εισάγεται ως προς κάποιο διάδικο η υπόθεση, μη προβλεπόμενη ειδικά από τον KΠολΔ, δεν έχει την έννοια παραίτησης από ασκηθείσα αγωγή, ένδικο μέσο κλπ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραίτησης του διαδίκου από το δικαίωμα της κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον πληρούται ο τύπος του άρθρου 297 KΠολΔ, καταχώρηση δηλαδή στα πρακτικά, ή αναφορά στις προτάσεις, ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει ως αποτέλεσμα, εάν έχει γίνει κλήση να θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ` ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 παρ.1 εδαφ. α` KΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξης. Ενόψει του περιεχομένου αυτού της παραπάνω δήλωσης, ήτοι ότι το ένδικο μέσο δεν εισάγεται για συζήτηση, δεν αποκλείεται η επανεισαγωγή του για συζήτηση σε νέα δικάσιμο. Σε περίπτωση τέτοιας δήλωσης δεν ερευνάται αν το ένδικο μέσο είναι βάσιμο ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, ενώ αν ο τελευταίος είναι απών, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν ματαιωμένη (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 89/2021, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 673/2013, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 1080/2008, ΕφΑθ 3845/2021 ΤΝΠ Νομος). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τρεις πρώτες εφεσίβλητες, ήτοι α) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………», β) η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», και γ) η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………”. Οι εκκαλούντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν αποδεικτικό επίδοσης της ένδικης έφεσης και κλήσης προς συζήτηση προς τις απολειπόμενες εφεσίβλητες, αντιθέτως στην σελίδα 3 των προτάσεών τους αναφέρουν ότι δεν επιδόθηκε η ασκηθείσα έφεση στις εφεσίβλητες αυτές. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων κατά την δικάσιμο της 2-10-2025, με δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά περιέχεται και στις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του, ανέφερε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τις τρείς ανωτέρω εφεσίβλητες. Η δήλωσή του αυτή δεν ενέχει παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης, ως προς τις εφεσίβλητες αυτές, αλλά έχει την έννοια παραίτησης των εκκαλούντων από το δικαίωμα της κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, οι οποίες συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας με την τέταρτη εφεσίβλητη, νόμιμα εκπροσωπούμενη. Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τις απολειπόμενες τρείς πρώτες εφεσίβλητες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και, μετά την ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου των εκκαλούντων, να κηρυχθεί, ως προς αυτές, ματαιωμένη η συζήτηση της έφεσης.
Ο ασκών ένδικο μέσο πρέπει να έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του τόσο κατά το χρόνο της ασκήσεώς του όσο και κατά το χρόνο συζητήσεώς του. Το έννομο συμφέρον ως προϋπόθεση του παραδεκτού και γενική διαδικαστική προϋπόθεση (άρθρο 68 KΠολΔ) απαιτείται και για την άσκηση εφέσεως και πρέπει να υπάρχει και για την έφεση την ίδια και για καθένα από τους λόγους της και συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικανική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος. Ο ηττηθείς διάδικος, ήτοι ο διάδικος του οποίου απορρίφθηκαν εν μέρει ή εν όλω τα αιτήματα ή έγιναν δεκτά εν όλω ή εν μέρει τα αιτήματα του αντιδίκου του έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση. Συνήθως το έννομο συμφέρον του ηττηθέντος διαδίκου, δηλαδή η βλάβη του, πηγάζει από το διατακτικό, μπορεί όμως να θεμελιώνεται και στο αιτιολογικό ή στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, αν ο διάδικος δέχεται μεν την ήττα του, δημιουργείται όμως από τις αιτιολογίες δυσμενές γι’ αυτόν δεδικασμένο. Το γεγονός ότι οι αιτιολογίες μπορούν να χρησιμεύσουν αποδεικτικώς απλώς σε βάρος του διαδίκου δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον του για άσκηση ενδίκου μέσου. Η επίκληση ήττας αρκεί για το έννομο συμφέρον, εκτός αν προσβάλλεται μόνον η δυσμενής αιτιολογία, οπότε πρέπει να εκτίθενται και τα περιστατικά που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον. Ο νικητής διάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση, όταν περιέχεται στην απόφαση διάταξη ή αιτιολογία, η οποία, αν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, θα δημιουργήσει δυσμενές δεδικασμένο για τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις του. Έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει και για το λόγο εφέσεως, ήτοι η παραδοχή του να οδηγεί στην εν όλω ή εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δηλαδή ο λόγος να είναι λυσιτελής. Έτσι ενδεικτικά, είναι απαράδεκτος ο λόγος έφεσης, αν αναφέρεται σε περιστατικά που δεν εκτέθηκαν στην αγωγή ή αν βάλλει κατά της αιτιολογίας, εκτός αν παράγεται από αυτή δυσμενές δεδικασμένο (βλ. για τα ανωτέρω Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμ KΠολΔ, Τόμος I, Εισ. Παρατ. στα άρθρα 495-500 KΠολΔ, σελ. 881 επ. ιδίως παρ. 9, άρθρο 516 KΠολΔ, σελ. 912 επ., παρ. 16, 17, 18, 19, 21, 22, άρθρο 520 KΠολΔ, παρ. 10, σελ. 926). Το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της έφεσης και των λόγων της. Αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ή εάν οι λόγοι έφεσης είναι απαράδεκτοι, ή υφίσταται άλλος λόγος μη παραδεκτού της έφεσης (π.χ. η μη προσκομιδή και καταβολή του παράβολου εφέσεως, κατ’ άρθρο 495 KΠολΔ), η έφεση στο σύνολό της ή ο λόγος της εφέσεως, αντίστοιχα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ. και Κεραμεύς, ο.π. (-Μαργαρίτης), άρθρο 532 KΠολΔ, σελ. 957 επ., παρ. 1-4). Το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της έφεσης εξετάζεται μετά την έρευνα του παραδεκτού της εφέσεως, προϋποθέσεις δε του παραδεκτού είναι όσα προεκτέθηκαν και όσα εκτίθενται και στις διατάξεις των άρθρων 520, 525-528 KΠολΔ (βλ. Κεραμεύς, ο.π., (-Μαργαρίτης), άρθρο 533 KΠολΔ, παρ. 1, σελ. 958). Κατά τη διάταξη του άρθρου 193 KΠολΔ: «Δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης». Ως ουσία της υπόθεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 193 KΠολΔ νοείται καθετί που δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξαρτήτως αν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα (βλ. και Κεραμεύς/ Κονδύλης/Νίκας (-Ορφανίδης), ΕρμΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 193, παρ. 2, σελ. 434, ΑΠ 1306/1990, ΕλλΔνη 1992.311, 313, ΕφΑΘ 96/2019, ΕφΛαρ 120/2019, δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Έτσι, απαιτείται παράλληλη προσβολή και του τμήματος της απόφασης, που αφορά στην ουσία της υπόθεσης (η έννοια ουσία για την παρούσα διάταξη έχει την έννοια που εκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο) και ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης πρέπει να είναι παραδεκτός. Αν όμως το ένδικο μέσο ως προς την ουσία της υπόθεσης απορριφθεί ως απαράδεκτο, επέρχεται συγχρόνως η ίδια συνέπεια και κατά την προκειμένη διάταξη (βλ. για τα ανωτέρω και Κεραμεύς ο.π., άρθρο 193 KΠολΔ, σελ. 434, παρ. 4, Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση, κατ’ άρθρο, υπό το άρθρο 193 KΠολΔ, παρ. 3, σελ. 217). (Εφ.Αθ. 95/2024 ΤΝΠ Νομος)
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 11.12.2023 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2024 έφεση κατά της με αριθμό 2877/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων και της τέταρτης των καθών, ήδη τέταρτης των εφεσίβλητων, και ερήμην των λοιπών καθών η ανακοπή, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έκανε εν μέρει δεκτή την από 5.7.2021 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2021 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.ΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με κωδικό ………… ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου σε συνδυασμό με την απόδειξη πληρωμής του της Τράπεζας Eurobank AE» ).
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 5.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ ………/2021 ανακοπή, ζητούσαν να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, α) η με αριθμό ……/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) η από 7.4.2021 επιταγή προς πληρωμή συνταχθείσα κάτω από ακριβές αντίγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής, γ) η με αριθμό …../12.5.2021 έκθεση επίδοσης του εκτελεστού αντιγράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την συνταχθείσα κάτωθι αυτής επιταγή με εντολή προς εκτέλεση και δ) η με αριθμό ………../9.6.2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δεύτερου των ανακοπτόντων, που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Εφετείο Αθηνών ……………. Η ανακοπή δικάστηκε ερήμην των τριών πρώτων των καθών και ήδη τριών πρώτων των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Επ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2877/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη για τις τρείς πρώτες των καθών, λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή ως προς την τέταρτη των καθών και ακύρωσε τις υπό στοιχείο β και δ προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, την απέρριψε δε ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα ακύρωσης των υπό στοιχεία α και γ προσβαλλομένων πράξεων, οι οποίες δεν συνιστούσαν πράξεις εκτέλεσης ώστε να δύνανται να προσβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933ΚΠολΔ. Τέλος καταδίκασε την τέταρτη των καθών η ανακοπή στην δικαστική δαπάνη των ανακοπτόντων, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες, προβάλλοντας τρεις λόγους έφεσης. Ο δεύτερος λόγος έφεσης βάλλει κατά της διάταξης της εκκαλουμένης με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως προς τις πρώτες τρεις των εφεσίβλητων λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης, η εξέταση του οποίου παρέλκει λόγω της ματαίωσης της συζήτησης της έφεσης ως προς τις τρεις πρώτες εφεσίβλητες, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης επειδή αν και κατά την συνεδρίαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού, κατήγγειλαν ότι οι καθών η ανακοπή έχουν διαπράξει σε βάρος του δεύτερου των ανακοπτόντων την αξιόποινη πράξη της κλοπής σε απόπειρα ή τετελεσμένη, επειδή με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, επιδιώκουν την είσπραξη του ποσού των 572.929,51 ευρώ για τόκους υπερημερίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημά τους να συντάξει και να διαβιβάσει προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, με βάση την διάταξη του άρθρου 39 ΚΠΔ έκθεση για την διάπραξη αξιόποινης πράξης κρίνοντας ότι σχετική υποχρέωσή του υφίσταται μόνο για τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται κατά την διάρκεια της δίκης, προϋπόθεση που έκρινε ότι δεν συνέτρεχε. Με τον τρίτο δε λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση υποχρεώνοντας την τέταρτη να τους καταβάλει ως δικαστική δαπάνη το ποσό των 500 ευρώ, επειδή δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 65 του Κώδικα περί δικηγόρων, σύμφωνα με την οποία η δικαστική τους δαπάνη καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ήτοι του ποσού των 2.206.259,51 ευρώ που επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην τέταρτη εφεσίβλητη, δυνάμει της από 7.4.2021 επιταγής προς πληρωμή.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη έφεση είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος στην άσκησή της, το οποίο κρίνεται αυτοτελώς για κάθε διάδικο στην απλή ομοδικία, ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη. Τούτο διότι, δεν προβάλλεται λόγος έφεσης με τον οποίο να πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την διάταξή της που απέρριψε εν μέρει την ανακοπή (ως προς την ακύρωση της με αριθμό …./2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και της αριθμό ……/12.5.2021 έκθεσης επίδοσης του εκτελεστού αντιγράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την συνταχθείσα κάτωθι αυτής επιταγή με εντολή προς εκτέλεση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ήτοι για το μέρος κατά το οποίο ηττήθηκαν οι εκκαλούντες ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες δεν στοιχειοθετούν έννομο συμφέρον ούτε για την προβολή του δεύτερου λόγου έφεσης, επειδή η μη συμμόρφωση του Δικαστηρίου, προς την επιταγή του άρθρου 38 ΚΠΔ (ήδη άρθρο 39 Νέου ΚΠΔ) για τη σύνταξη έκθεσης, ως προς γεγονός, το οποίο ήθελε ανακύψει κατά τη διάρκεια πολιτικής δίκης και ήθελε χαρακτηριστεί ως έγκλημα, που διώκεται αυτεπαγγέλτως και προς διαβίβαση της έκθεσης αυτής στον εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και των σχετικών εγγράφων, δεν αποτελεί πλημμέλεια της απόφασης, γιατί η παράλειψη αυτή του δικαστηρίου, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της πολιτικής δίκης, ώστε με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, να μπορεί να ανατραπεί, υπέρ του εκκαλούντος, η απόφαση που παρέλειψε την ως άνω υποχρέωση. Κατ’ ακολουθίαν η παράλειψη αυτή δε συνιστά λόγο έφεσης (Τριμ.Εφ.Θεσ. 714/2023 ΤΝΠ Νομος, Β. Βαθρακοκοίλη Η Έφεση, εκδ. 2015, σελ. 288), δεν συνιστά επομένως η σχετική κρίση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δυσμενή για τους εκκαλούντες αιτιολογία, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν. Επομένως, ούτε από την αιτιολογία της εκκαλουμένης ούτε από το διατακτικό της θεμελιώνεται έννομο συμφέρον για τους εκκαλούντες για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης ούτε οι ίδιοι (ανακόπτοντες-εκκαλούντες) επικαλούνται με τους λόγους της έφεσής τους συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία να θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον τους. Πρέπει συνεπώς, η κρινόμενη έφεση ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη, καθόσον ασκήθηκε χωρίς να υφίσταται έννομο συμφέρον για τους ανακόπτοντες-εκκαλούντες, γεγονός που συμπαρασύρει το παραδεκτό αυτής για την προσβολή της διάταξης των δικαστικών εξόδων. Μετά την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη, πρέπει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το κατατεθέν με την έφεση παράβολο (άρθρο 495§3 KΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της τέταρτης εφεσίβλητης, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της απόρριψης του ένδικου μέσου που άσκησαν (αρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ματαιωμένη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τους πρώτη δεύτερη και τρίτη των εφεσίβλητων
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την έφεση
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου Δημοσίου, στο Δημόσιο Ταμείο
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της τέταρτης εφεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 5.1.2026, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, παρούσας της Γραμματέως.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ