ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 9/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και τη γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΦΜ ……………), που κατοικεί στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Χρυσάνθη Τέλιου.
Των εφεσιβλήτων: 1) …………., 2) …………., 3) ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μαρίνα Σερεμετάκη.
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν την με αρ. κατ. …………../2015 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την με αρ. 86/2025 απόφαση την έκανε δεκτή.
Την ως άνω απόφαση προσέβαλε το εκκαλούν με την με αρ. κατ. ………../2025 έφεση προς το δικαστήριο τούτο, η οποία προσδιορίστηκε (εκθ. κατ. Εφετ.Πειρ. ……………./2025) να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.
Οι πληρεξούσιες νομικοί παραστάτες των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 1). Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Με την πρωτοδίκως κριθείσα αγωγή τους, οι ενάγουσες, ήδη εφεσίβλητες, ζήτησαν, αφενός να αναγνωριστεί ο εν ζωή κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου του Δήμου Κερατσινίου (16.6.2007) πατέρας τους, ……………, ήδη αποβιώσας, κύριος ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 162,41 τ.μ., κειμένου στο Κερατσίνι Αττικής, στη θέση «… ή ….», με ΚΑΕΚ ……., που συνορεύει βόρεια με αγροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, νότια με την οδό …… με πρόσωπο μήκους 13 μέτρων, ανατολικά με την οδό ….. με πρόσωπο μήκους 12,80 μέτρων και δυτικά με αγροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, με παράγωγο τρόπο και δη με νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από αληθινό κύριο αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία ασκώντας ο ίδιος καλόπιστα πράξεις νομής, ήτοι περίφραξη και επίβλεψη, συνεχώς από το έτος 1973, που το αγόρασε, έως το θάνατό του, το έτος 2008, αφετέρου δε να διορθωθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Κερατσινίου Αττικής η ανακριβής εγγραφή τούτου, ως κυριότητος του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος, και να εγγραφεί αυτό, ως πλήρους κυριότητας του ίδιου, εν ζωή ακόμη κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου. Το εναγόμενο – εκκαλούν αρνήθηκε την αγωγή και επιπλέον ισχυρίστηκε ότι α) τμήμα του επιδίκου 17 τ.μ. του ανήκει, επειδή αυτό εμπίπτει σε ευρύτερη δασική έκταση, β) άλλως ολόκληρο το επίδικο είναι δάσος και του ανήκει δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο i) ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου τα κτήματα που λόγω της μορφής τους ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, όπως το επίδικο που ήταν δάσος, για την οποία κανείς ιδιώτης δεν τήρησε την οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ. 17/19.11.1836 διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικού δάσους, γ) άλλως επειδή το κατέλαβε και το δήμευσε με δικαίωμα πολέμου, άλλως επειδή εγκαταλείφθηκε από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους του, και δεν καταλήφθηκε από τρίτους, δ) άλλως επειδή του ανήκει ως αδέσποτο, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21.6/10.7.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων σε συνδυασμό με το άρθρ. 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, ε) άλλως ότι του ανήκει, βάσει του άρθρου 1 του β.δ. της 3/15/.12.1833, σύμφωνα με το οποίο του ανήκουν όλα τα λιβάδια – βοσκότοποι. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αρ. 3950/2017 μη οριστική απόφασή του διέταξε επανάληψη της συζήτησης και τεχνική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας και την εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης εξέδωσε την με αρ. 86/2025 οριστική του απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονείται το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή.
Σχετικά με το λόγο έφεσης που αφορά το παραδεκτό και το ορισμένο της αγωγής, αυτός πρέπει να απορριφθεί, επειδή, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το επίδικο ακίνητο, είναι ένα αυτοτελές ακίνητο, που προέρχεται από παλαιότερη κατάτμηση μείζονος έκτασης 4.147 τ.μ., επί του οποίου η κυριότητα των εναγόντων αμφισβητείται και επομένως επαρκώς προσδιορίζεται τούτο ως αυτοτελές ακίνητο ως προς τη θέση, την έκταση και τα όριά του, ανεξάρτητα από τη μείζονα έκταση από την οποία παλαιότερα προήλθε. Επίσης, αναφέρεται και ο μοναδικός αριθμός ΚΑΕΚ του επίδικου ακινήτου, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα και τη θέση του. Ως προς το μέρος της αγωγής που αφορά την με χρησικτησία απόκτηση κυριότητας και αυτό είναι επαρκώς ορισμένο, αφού αναφέρονται τόσο οι πράξεις νομής (περίφραξη, επίβλεψη) που άσκησε ο πατέρας των εναγουσών όσο και ο χρόνος που έλαβαν χώρα, ο οποίος ταυτίζεται με το χρόνο που το απέκτησε με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο (……/6.6.1973), έως το θάνατό του.
Σε σχέση με το λόγο της έφεσης που αφορά την εσφαλμένη κατά το εκκαλούν θεώρηση των υπό στοιχ. α – ε ισχυρισμών του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ενστάσεις και την απόρριψη αυτών ως αόριστων, του δε υπό στ. γ’ ως μη νόμιμου, αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί πράγματι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ήταν ενστάσεις, αφού όλοι κατέτειναν στο ότι το επίδικο, με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς, ήταν δημόσιο κτήμα μέχρι την 11.9.1915 και επομένως, κατά τον αγωγικό χρόνο (1973 – 2008) που επικαλούνται οι εφεσίβλητες ότι ο δικαιοπάροχός τους είχε τη νομή του επιδίκου, δεν μπορούσε να αποκτήσει κυριότητα επί τούτου με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτό δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, και, επομένως, αυτό όφειλε να τις προτείνει κατά τρόπο ορισμένο και να τις αποδείξει (ΑΠ 1277/2023, ΑΠ 764/2023, ΑΠ 2019/2022, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 1182/2018 δημ στην ιστοσελίδα ΑΠ). Επιπλέον δε, οι ως άνω ισχυρισμοί όντως προβλήθηκαν αόριστα, αφού το εκκαλούν επανέλαβε το τυπικό των νομικών διατάξεων, επί των οποίων στηρίζονταν, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ήταν δάσος, κατά το χρόνο της διαδοχής του Οθωμανικού Δημοσίου, άλλως αδέσποτο (με ποιους τρόπο κατέστη), άλλως λιβάδι ή βοσκοτόπι, κατά τους κρίσιμους χρόνους έναρξης ισχύος των νομοθετικών διατάξεων, επιπλέον δε ο υπό στ. α’ ισχυρισμός ήταν αόριστος, γιατί δεν προσδιορίστηκε η ακριβής θέση του επιμέρους τμήματος των 17 τ.μ., που θεωρεί το εκκαλούν ως δασική έκταση, στο επίδικο, ο δε υπό στ. γ’ ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος δεδομένου ότι η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.3.1833 βάσει της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και επομένως το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε τις περιοχές αυτές, άρα και το επίδικο, με δικαίωμα πολέμου. Τα ίδια που έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε στη ερμηνεία και στην εφαρμογή του νόμου.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα με αρ. ……./2017 πρακτικά του, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και κτηματολογικά και τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, καθώς και αεροφωτογραφίες, από τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητες και από την από 12.7.2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικά διορισθέντος πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού Δημητρίου Αναγνώστου (αρ. κατ. ……./14.7.2023 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, εκτός σχεδίου πόλης, εμβαδού 162,41 τ.μ., που βρίσκεται στο Κερατσίνι Αττικής, στη θέση «… ή ….», με ΚΑΕΚ …. και το οποίο συνορεύει βόρεια με αγροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, νότια με την οδό …. με πρόσωπο μήκους 13 μέτρων, ανατολικά με την οδό …. με πρόσωπο μήκους 12,80 μέτρων και δυτικά με αγροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη. Με το νόμιμα μεταγραμμένο (Τ. … α.α. …. βιβλίο μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Πειραιά) με αρ. …./6.6.1973 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά, ………, ο ……….. απέκτησε το ως άνω ακίνητο από την κυρία τούτου, ………………. Έκτοτε από το χρόνο αγοράς έως το θάνατό του τον Ιούλιο του έτους 2008, ασκούσε συνεχώς πράξεις νομής επ’ αυτού, όπως περίφραξη και επίβλεψη, με καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, αποκτώντας έτσι επ’ αυτού δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας, στα πορίσματα του οποίου αναφέρεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο του πατρός των εφεσιβλήτων και ότι δεν είναι ούτε ήταν δασική έκταση, ενώ το εδαφικό τμήμα (17 τ.μ.) που όντως ήταν τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης και για το οποίο γίνεται λόγος στα προσκομιζόμενα από το εκκαλούν έγγραφα (αρ. πρωτ. ……./10.3.2016, ………./8.9.2016, …………/15.2.2017 Δ/νσης Δασών Πειραιά), ως τμήμα του επιδίκου, τελικά βρίσκεται εκτός του επιδίκου βορειοανατολικά σε απόσταση περίπου 7 μέτρων. Τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα δεν αντικρούστηκαν από το εκκαλούν. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τα ως άνω έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε το εκκαλούν, τα οποία προσδιορίζουν το επιμέρους τμήμα εντός του επιδίκου, γιατί αυτά αφορούν τον αόριστο ισχυρισμό του περί δασικού χαρακτήρα του εν λόγω τμήματος του επιδίκου (17 τ.μ.), λόγω μη ακριβούς προσδιορισμού της θέσης του επί του επιδίκου και, επομένως, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη τούτου. Άλλωστε το επίδικο δεν ήταν ποτέ δάσος ή δασική έκταση. Και τούτο προκύπτει και από τους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του πατέρα των εναγουσών. Συγκεκριμένα, η πωλήτρια, …………., είχε αποκτήσει μείζονα έκταση 4.147 τ.μ., τμήμα της οποίας ήταν το επίδικο, από εκ διαθήκης κληρονομιά, ήτοι με τις δύο από 1.9.1958 ιδιόγραφες διαθήκες (δημοσιευθείσες ….. και …/1960 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών) του αποβιώσαντος (24.4.1960), κυρίου τούτου, αδερφού της, ………., την οποία αποδέχθηκε με την νομίμως μεταγραμμένη (Τ. … α.α. ….. Υπ/κείο Πειραιά) με αρ. …/24.12.1960 δήλωση αποδοχής – πράξη εξωδίκου συμβιβασμού του συμβ/φου Πειραιά ….. ., με την οποία και μετά από εξώδικο συμβιβασμό με τους λοιπούς τιμημένους με τις διαθήκες απέκτησε την προαναφερόμενη μείζονα έκταση των 4.147 τ.μ. στη θέση «…. ή ……», εκτός σχεδίου πόλης, που ήταν αγρός, τμήμα του οποίου ήταν το επίδικο. Ο αδελφός της, …………., είχε αγοράσει αυτόν τον αγρό από τον κύριο τούτου, … …….., με το νομίμως μεταγραμμένο (Τ. …. α.α. ….. Υπ/κείο Πειραιά) με αρ. …../2.4.1938 συμβόλαιο του συβμ/φου Πειραιά, ……. και αυτός ο πωλητής είχε αποκτήσει αυτόν με αγορά από τον προηγούμενο κύριο αυτού, …….., με το νομίμως μεταγραμμένο (Τ. … α.α. …. Υπ/κείο Πειραιά) με αρ. …../31.3.1936 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά, ………., ο οποίος με τη σειρά του τον είχε αγοράσει από τον …………., με το νομίμως μεταγραμμένο (Τ. …. α.α. … Υπ/κείο Πειραιά) με αρ. ……/26.6.1930 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά, ………… Σε όλα τα προηγούμενα συμβόλαια η μείζονα έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο αναφέρεται ως αγρός και μάλιστα σπαρμένος. Κατόπιν τούτων το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, δεν ανήκε ποτέ στο δημόσιο, ήταν ιδιωτικός αγρός και ο πατέρας των εναγουσών είχε αποκτήσει κυριότητα επί τούτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εκκαλούν με την έφεσή του προτείνει ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας από την απελευθέρωση και μετά συνεχώς πράξεις νομής. Η ένσταση αυτή δεν είχε προταθεί με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό, (βλ. τις πρωτοβάθμιες προτάσεις με το σχετικό Α2 του εκκαλούντος, άλλες δεν προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου) και επομένως απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση, ενόψει του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ούτε, εξάλλου, επικαλείται κάποια εξ αυτών το εκκαλούν, και ως τέτοια κρίνεται απορριπτέα. Περαιτέρω, ενώ κύριος του επιδίκου ήταν ο πατέρας των εφεσιβλήτων, ωστόσο, κατά την έναρξη του κτηματολογίου στο Δήμο Κερατσινίου, στις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως κύριος του επιδίκου το εκκαλούν με αιτία κτήσης το νόμο, γι’ αυτό και οι εφεσίβλητες, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους (υπ’ αρ. …../9.11.2015 δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβ/φου Πειραιά …………..) άσκησαν την ένδικη αγωγή προκειμένου να διορθωθεί η εσφαλμένη εγγραφή και να καταχωρηθεί ο πατέρας τους ως κύριος τούτου που κατά την έναρξη του κτηματολογίου (16.6.2007) ήταν ακόμη στη ζωή. Επομένως, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και να διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική εγγραφή. Τα ίδια που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου ούτε πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος πρέπει καταδικαστεί το εκκαλούν, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, κατόπιν του σχετικού αιτήματός τους, για αυτόν τον βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την έφεση.
Καταδικάζει το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για αυτόν τον βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των 293 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους νομικούς παραστάτες, στον Πειραιά στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ