ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 12/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και τη γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων – αιτούντων: 1) ………..και 2) …………..οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Αικατερίνη Ζόγκου (ΔΕ Ε. Χ. ΣΤΑΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ).
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..Σ» (ΑΦΜ ………..), με έδρα τη ………… Αττικής, ως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ελένη Καλλέργη.
Οι εκκαλούντες άσκησαν την με αρ. κατ. ………./2025 ανακοπή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την με αρ. 2635/2025 απόφαση την απέρριψε.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ανακόπτοντες με την με αρ. κατ. …………../609/2025 έφεση προς το δικαστήριο τούτο, η οποία ορίστηκε (με την με αρ. ……../2025 έκθ. κατ. Εφετείου Πειραιώς) να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.
Οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) και κατατέθηκε και το σχετικό παράβολο (ηλεκτρ. παράβολο ………………../2025). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Με την πρωτοδίκως κριθείσα ανακοπή οι εκκαλούντες ζήτησαν να ακυρωθούν η από 25.11.2024 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της με αρ. …/2023 διαταγής πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η με αρ. …../13.12.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή . ….. που επιβλήθηκαν επιμελεία της εφεσίβλητης (καθ’ ης η ανακοπή), για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε την ανακοπή. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονούνται οι εκκαλούντες με την έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθούν οι πράξεις εκτέλεσης. Επίσης, με το δικόγραφο της έφεσης ζητούν την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου, επειδή διαφορετικά θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη (ΚΠολΔ 938 παρ. 2).
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους που επαναφέρουν με το πρώτο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι η διαδικασία της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, βάσει της με αρ. ……./2023 διαταγής πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έπρεπε να ακυρωθεί γιατί δεν τους κοινοποιήθηκαν μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιητικά έγγραφα (παράρτημα με τη λίστα των προς διαχείριση απαιτήσεων) που αποδείκνυαν την ανάθεση της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης στην καθ’ ης εφεσίβλητη, ώστε να νομιμοποιείται αυτή για την έναρξη της εκτέλεσης (ΚΠολΔ 925 παρ. 1). Ο λόγος αυτός ήταν νομικά αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την ως άνω διαταγή πληρωμής, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι νομίμως, η εφεσίβλητη ήταν αυτή που ζήτησε και έλαβε την επίδικη διαταγή πληρωμής και επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήταν αυτή η δικαιούχος που αναφέρεται στον τίτλο, υπέρ της οποίας γίνεται η αναγκαστική εκτέλεση και δεν συνέτρεχε περίπτωση ειδικής διαδοχής κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να υπέχει υποχρέωση συγκοινοποίησης νομιμοποιητικών της διαδοχής εγγράφων, όπως αυτών που επικαλούνται οι εκκαλούντες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω λόγο επίσης ως νομικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι τα συγκοινοποιηθέντα με την επιταγή έγγραφα ήταν αρκετά για την νομιμοποίηση της εφεσίβλητης στην έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την ως άνω ορθή και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης.
Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής που επαναφέρουν με το δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι η εφεσίβλητη δεν είχε την ενεργητική νομιμοποίηση να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής γιατί δεν αναφέρονταν στη σύμβαση διαχείρισης ποιες απαιτήσεις αυτή αφορούσε και, ειδικότερα, αν αυτή αφορούσε και την επίδικη απαίτηση της τράπεζας (Alpha Bank) εναντίον της. Ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την από 10.4.2023 σύμβαση διαχείρισης, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (αρ. πρωτ. ……./11.4.2023) και προσκομίστηκε στη δικαστή για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής (……../2023 διαταγής πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), στην καθ’ ης είχε ανατεθεί από την εταιρεία ειδικού σκοπού …………. η διαχείριση όλων των απαιτήσεων του χαρτοφυλακίου που αυτή απέκτησε από την τράπεζα ………….. με την από 8.10.2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, που καταχωρήθηκε νόμιμα μετά του σχετικού παραρτήματος των μεταβιβασθέντων απαιτήσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (αρ. πρωτ ……./11.10.2021), μεταξύ των οποίων και η επίδικη, όπως φαίνεται στη σελίδα 1852 του ως άνω παραρτήματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό λόγο ως μη νόμιμο ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την ως άνω ορθή, αφού έτσι δεν καθίσταται επιβλαβέστερη κατ` αποτέλεσμα η θέση των εκκαλούντων, εφόσον αμφότερες οι απορριπτικές αιτιολογίες δημιουργούν δυσμενές γι’ αυτούς δεδικασμένο ίδιας έκτασης, που αποκλείει σε κάθε περίπτωση την επαναπροβολή του ίδιου λόγου ανακοπής (ΑΠ 343/2024, ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 1/2003 δημ ΝΟΜΟS) και στη συνέχεια να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης.
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, που επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι ούτε από την περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της απαίτησης της τράπεζας προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, ούτε από το απόσπασμα του παραρτήματος που συνοδεύει αυτήν, τα οποία νομίμως καταχωρήθηκαν στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι η ………………. κατέστη δικαιούχος της εναντίον τους απαίτησης, τη διαχείριση της οποίας ανέθεσε στην εφεσίβλητη για την ικανοποίηση της οποίας επέσπευσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, γιατί από τα ως άνω έγγραφα δεν προκύπτει ποια είναι η μεταβιβάζουσα και ποια η αποκτώσα εταιρεία και ποιο το ποσό της μεταβιβαζόμενης απαίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως προκύπτει από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για τη μεταβίβαση της απαίτησης στην ……………………. αρκούσε η προσκόμιση της καταχωρημένης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών σε περίληψη σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μετά του σχετικού παραρτήματός τους, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 (αρ. 10 του Ν. 3156/2003), από την οποία προέκυπταν τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης της μεταβίβασης της επίδικης απαίτησης της τράπεζας έναντι της εκκαλούσας, ποια η μεταβιβάζουσα και ποια η αποκτώσα εταιρεία, η ταυτότητα της οφειλής, η ημερομηνία κατάρτισης της δανειακής σύμβασης και η εξασφάλισή της (με προσημείωση υποθήκης), οι δε εκκαλούντες δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι έναντι της ως άνω τράπεζας είχαν και άλλη πλην της επίδικης οφειλής, ώστε να επέρχεται σύγχυση σχετικά με το ποια απαίτηση μεταβιβάστηκε στην ως άνω αποκτώσα εταιρεία και, επομένως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία σχετικά με την μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης στην εφεσίβλητη και τα ίδια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, που επαναφέρουν με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι από την 8.10.2021 σύμβαση μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων μεταξύ της μεταβιβάζουσας και την αποκτώσας εταιρείας δεν προκύπτει ότι η τελευταία είχε αναλάβει τη διαχείριση των απαιτήσεων πριν την μεταβίβασή τους στην αποκτώσα εταιρεία (αρθρ. 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003). Ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την από 8.10.2021 σύμβαση διαχείρισης, που προσκομίστηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων είχε γίνει πριν την μεταβίβασή τους (8.10.2021 σύμβαση εκχώρησης – πώλησης απαιτήσεων) από την αποκτώσα εταιρεία με την από 30.11.2020 σύμβαση διαχείρισης (βλ. παράγραφος υπό στ. Γ της σύμβασης διαχείρισης, αλλά και στην περίληψη αυτής που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αρ. πρωτ. ……../11.10.2021 παράγραφος γ’ Διάρκεια) και τα ίδια που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη δεν έσφαλε.
Επιπροσθέτως, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγος της ανακοπής που επαναφέρθηκαν με τους ως άνω σχετικούς λόγους έφεσης, είναι απορριπτέοι και επειδή όλοι τους προσκρούουν στο δεδικασμένο, που απορρέει από την ……../2023 διαταγή πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ποτέ ανακοπή (ΚΠολΔ 632), παρά το ότι επιδόθηκε δύο φορές (την 11.12.2023 και την 29.11.2024, όπως αναφέρουν στην έφεσή τους οι εκκαλούντες, ενώ η ένδικη ανακοπή κατά της εκτέλεσης επιδόθηκε στις 27.1.2025), από το οποίο (δεδικασμένο) καλύπτεται η ύπαρξη της απαίτησης και η ενεργητική νομιμοποίηση της εφεσίβλητης για την είσπραξη αυτής κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1443/2017 δημ NOMOS).
Κατόπιν των ανωτέρω έπρεπε η ανακοπή να απορριφθεί και τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη συμπληρώνοντας την αιτιολογία της με αυτήν αυτής της απόφασης, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με την έφεσή τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί η έφεση κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας λόγω της ήττας τους (ΚΠολΔ 176, 183). Σε σχέση με το αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης που θα υποστούν οι εκκαλούντες, αν αυτή συνεχιστεί, που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της έφεσης, μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επ’ αυτής, αυτό, ενόψει της έκδοσης αυτής της οριστικής απόφασης για την κύρια υπόθεση της έφεσης, είναι αλυσιτελές και παρέλκει η εξέτασή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, που καθορίζει σε 500 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά, στις 8 Ιανουαρίου 2026
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ