ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 20/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΗΣ: …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα ΜΠΟΥΡΑ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ΤΟΥ Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο ΣΑΛΑΜΑΡΑ δικαστικό πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ. με Α.Μ. …. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 17-10-2022 αγωγή και με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ………./2022 η οποία εκδικάστηκε αντιμωλία διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με Γ.Α.Κ …./2024 και Ε.Α.Κ. …./2024 και δικάσιμος ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………../2024 έφεση κατά της με αριθμό 891/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου αγωγής …………./2022 της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσης κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου.
Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ενάγουσα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 1 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 29-11-2024 (βλ την από 29-11-2024 κοινοποίηση του δικαστικού επιμελητή ……… προς την εκκαλούσα) ενώ η έφεση της ασκήθηκε στις 19-12-2024 (βλ την με αριθμό ……../2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά). Περαιτέρω καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολου κατ’ άρθρο 495 ΚΠΟΛΔ (βλ. το με αριθμό ………-παράβολο.) Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠΟΛΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).
Με την από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου αγωγή …………./2022 η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου στην αγωγή της κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως στην δημοτική ενότητα Κερατσινίου-Δραπετσώνας το οποίο απέκτησε το 1996 δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή της συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, με γονική παροχή από τον πατέρα της …………., ο οποίος είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας αδιατάραχτα την νομή του επίδικου επί 30 τουλάχιστον χρόνια. Ότι στο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου ακινήτου που έλαβε ΚΑΕΚ ………….., καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως δικαιούχος κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας το εναγόμενο, με αιτία κτήσης τον νόμο προσβάλλοντας το εμπράγματο δικαίωμα επί του επίδικου (σημειώνεται ότι στο δικόγραφο από προφανή παραδρομή του συντάκτη αναφέρεται ότι το επίδικο καταχωρίστηκε ως αγνώστου ιδιοκτήτη), ενώ στο με αριθμό …………/2021 κτηματολογικό φύλλο του επίδικου που έχει ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αγωγής και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της εμφανίζεται ως κύριος το Ελληνικό Δημόσιο με αιτία κτήσης το νόμο). Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ζητεί όπως τα αιτήματα της προκύπτουν από την εκτίμηση του συνόλου του δικογράφου της αγωγής και όχι αποκλειστικά από το αιτητικό της αγωγής να αναγνωριστεί αποκλειστική κυρία του επίδικου, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, ώστε να καταχωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με αιτία κτήσης την γονική παροχή και να διαταχθεί ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου να προβεί στην διόρθωση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκδικάζοντας την αγωγή κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Με την ένδικη έφεση της η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να γίνει δεκτή η αγωγή της, να αναγνωριστεί αυτή ως αποκλειστική κυρία του επίδικου, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, ώστε να καταχωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με αιτία κτήσης την γονική παροχή και να διαταχθεί ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου να προβεί στην διόρθωση, καθώς επίσης να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στην δικαστική της δαπάνη.
Ως προς τον λόγο αυτό έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ` άρθρο 1051 ΑΚ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ` υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση , η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 325/2002, ΑΠ 860/2018,ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 266/2010, ΑΠ 1731/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ ). Εξάλλου, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1014/2014 Δ Τ.Ν.Π. Νόμος).Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω και δεδομένου ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αρνείται τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας υποβάλλοντας ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο η ενάγουσα δεν προσδιόρισε συγκεκριμένες πράξεις νομής οι οποίες διενεργήθηκαν στο ένδικο ακίνητο από τους προηγούμενους δικαιοπάροχους της. Ειδικότερα αυτή δεν προσδιόρισε τον χρόνο έναρξης της νομής των δικαιοπάροχων της, το χρόνο διάρκειας εκάστης εξ’ αυτών και τις ειδικότερες διακατοχικές πράξεις αλλά αρκέστηκε στην αναφορά ότι το ακίνητο περιήλθε στον πατέρα της …………….. από έκτακτη χρησικτησία δηλαδή μακροχρόνια πάνω από τριάντα έτη νομή και κατοχή, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και χωρίς διακοπή, ενεργώντας στο ακίνητο αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα. Έτσι όμως χωρίς να αναφέρονται οι προγενέστεροι δικαιοπάροχοι της πλην του μεταβιβάζοντος πατρός της και οι εμφανείς πράξεις νομής επί του επίδικου αυτών δεν αναφέρονται στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής και ως εκ τούτου ως προελέχθη ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη συνεπεία της αοριστίας της. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος έφεσης που ως προελέχθη ανωτέρω συνίσταται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η ένδικη έφεση στο σύνολο της. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του με αριθμό ……………-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο (495 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Όσον αφορά στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσης, λόγω της ήττας της στην παρούσα δίκη (άρθρα 106, 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, 28 παρ. 5 του 2579/1998 και 2 της με αριθμό 134423/08.12.1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.01.1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (βλ. ΑΠ 589/2015, ΑΠ 40/2013). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΓΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό έφεση κατά της με αριθμό 891/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις 8- 1-2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ