Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 701/2025

Αριθμός    701/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο  

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………, (υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας σε στεγαστικό δάνειο της θυγατέρας της ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Οικονόμου, (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Εταιρίας με την επωνυμία «……………..» (η «CEPAL HELLAS»), που εδρεύει στη ……… Αττικής, επί της ………., με ΑΦΜ ………, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ………….” (………..), με έδρα το …… Ιρλανδίας (………) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……… («ο δικαιούχος της απαίτησης»), όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης, η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Δημήτριο Πατάκα (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  10.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………./2023) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 3161/2024  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από  24.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ……………/2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ………/2025) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη  με   αριθμό καταθ. στη γραμματεία του Εφετείου  Πειραιά  ……………./2025   έφεση κατά  της  υπ΄αριθμόν   3161/2024 οριστικής  αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιά που εκδόθηκε  κατά την  διαδικασία  των περιουσιακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  καθώς  η  εκκαλουμένη απόφαση  δημοσιεύτηκε  στις  17-9-2024  και  η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  στις 27-1-2025 δίχως να προηγηθεί επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 495,511,513,516 παρ 1, 517 εδαφ α, 518 παρ 1  και 147 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γινει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής κατά την αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει καταβληθεί και το απαιτούμενο κατ΄αρθρο 409 παρ 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης έφεσης (βλ. με κωδικό  αριθμό  …-……./2025 παράβολο).

Η ανακόπτουσα  και ήδη εκκαλούσα με την με αριθμό καταθ. …………../-2023  ανακοπή  την οποία άσκησε  ενώπιον  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  κατά της  καθ΄ης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας ως εταιρείας  διαχείρισης  απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις,  στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την  επωνυμία «…………………» με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας  στην οποία η τραπεζική εταιρεία «…………………..»,  είχε εκχωρήσει  και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες  απαιτήσεις της  από δάνεια και πιστώσεις μεταξύ των οποίων και η επίδικη, ζήτησε  για τους αναφερόμενους σ΄αυτήν λόγους την ακύρωση της υπ΄αριθμον   …………./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποια υποχρεώθηκε  να καταβάλλει  στην καθ΄ης η ανακοπή εταιρία το ποσό των  241.858,20 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και κατ΄επέκταση (ζήτησε)  και την ακύρωση  και της από 15-6-2023 επιταγής με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει  το ανωτέρω ποσό πλέον τόκων, δικαστικών εξόδων, εξόδων αντιγράφου του απογράφου, εξόδων επίδοσης και αμοιβής για σύνταξη της επιταγής  και συνολικά νομιμοτόκως  το ποσό των 246.873,60 ευρώ. Επί της ανακοπής αυτής  στην οποία παραδεκτά σωρεύεται  ανακοπή κατα διαταγής πληρωμής  και  ανακοπή κατά της εκτελέσεως (άρθρο 632  παρ 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν 4335/2016, εκδόθηκε η εκκαλουμένη με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή.

Ήδη, κατά της αποφάσεως αυτής βάλλει  η εκκαλούσα  παραπονούμενη     για εσφαλμένη ερμηνεία  και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων  και ζητεί    την εξαφάνιση  της εκκαλουμένης και  την παραδοχή  της ανακοπής  της.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 και 2, 585 παρ. 2 και 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ενστάσεις ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή (Ολ. ΑΠ 10/1997). Σε αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (βλ. ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1180/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2073/2007, ΕλλΔνη 2008, σελ. 424).

Με τον πρώτο λόγο έφεσης η ανακόπτουσα η οποία ανέλαβε ευθύνη εγγυητή στη επίδικη  σύμβαση δανείου ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την εκκαλουμένη  ως  αόριστο τον πρώτο  λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίστηκε δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού καθώς η συναφθείσα σύμβαση δανείου είναι άκυρη διοτι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και είναι καταπλεονακτική  αφού υφίσταται δυσαναλογία ανάμεσα στην έκταση της ευθύνης της δανειολήπτριας, στην οικονομική κατάσταση αυτής και την εξασφάλιση της δανείστριας με την προσημείωση στο  ακίνητο της τελευταίας  πέραν του ότι η δανείστρια Τράπεζα εκμεταλλεύτηκε την άγνοια της ανακόπτουσας  βεβαιώνοντάς την ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία για το λόγο ότι  η απαίτηση της εξασφαλιζόταν με την προσημείωση στο ακίνητο της δανειολήπτριας. Ισχυρίζεται, επίσης,  ότι η δανείστρια Τράπεζα επέδειξε αμέλεια ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης της από την περιουσία της δανειοληπτριας  καθώς η δανειακή σύμβαση συνήφθη το 2005  και η τελευταία αιτήθηκε την υπαγωγή της στο νόμο 3869/2010  το έτος 2014 χωρίς να μεσολαβήσει καμμία ενέργεια της δανείστριας Τράπεζας για την είσπραξή της και δη καταγγελία της συμβάσεως ώστε να μην αυξηθεί το χρέος της δανειοληπτριας. Συνεπεία δε, της  βαριάς αυτής  αμέλεια της δανείστριας Τράπεζας  ελευθερώθηκε  η ανακοπτουσα από τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια. Ο  λόγος αυτός είναι αόριστος καθόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της ανακοπής, ούτε συμπληρώθηκε νομότυπα,  για ποιο λόγο η  συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ούτε για πιο λόγο υφίσταται δυσαναλογία ανάμεσα στην έκταση της ευθύνης της δανειολήπτριας και στην οικονομική της κατάσταση εφόσον η δανείστρια Τράπεζα έχει εξασφαλισει την απαίτησή της με προσημείωση  σε  ακίνητο της δανειοληπτριας. Επιπρόσθετα, δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο εκμεταλλεύτηκε η δανείστρια Τράπεζα την άγνοια της ανακόπτουσας αφού πράγματι η απαίτησή της εξασφαλίστηκε  με προσημείωση ακινήτου της  δανειοληπτριας, ούτε αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα με  κάποιο τρόπο στέρησε από την ανακόπτουσα το δικαίωμα να παρασταθεί κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης με δικηγόρο ή να ζητήσει τις συμβουλές του σχετικά με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Εξάλλου, δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο κατέστη γνωστό στην δανείστρια Τράπεζα ότι η δανειολήπτρια  δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές  υποχρεώσεις της  και παρά ταύτα εκείνη παρέλειπε την λήψη μέτρων για την ικανοποίηση της απαίτησης της ώστε να πετύχει αύξηση του οφειλόμενου ποσού, στόχος, ωστόσο, αμφίβολης αποτελεσματικότητας ενόψει της δεινής περιουσιακής κατάστασης αυτής. Συνεπώς, πρέπει ν΄απορριφθεί ο σχετικός λόγος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής ορθά κατ΄αποτέλεσμα έκρινε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με επόμενο λόγο της έφεσης η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστηριο απέρριψε με την εκκαλουμένη ως αόριστο τον δεύτερο και τρίτο λόγο της ανακοπής με τον οποίο ισχυριστηκε ότι η συμπεριφορά της δανείστριας Τράπεζας είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 281, 178 και 179 ΑΚ  διότι  η επίδικη δανειακή σύμβαση είναι αισχροκερδής,  καταπλεονεκτική  και αντικείμενη στα χρηστά ήθη   καθώς  συνομολογήθηκαν σε βάρος της  εν αγνοία της  όροι δυσανάλογα επιβαρυντικοί και αθέμιτοι χωρίς να έχει το αναγκαίο μορφωτικό και κοινωνικό  υπόβαθρο για να  κατανοήσει, επεξεργαστεί και προβλέψει την έκταση και την βαρύτητα των συμβατικών υποχρεώσεων που αναλάμβανε με την σύμβαση εγγύησης  έναντι της δανείστριας Τράπεζας  προς υποστήριξη της πρωτοφειλέτριας  αλλά και  στερούμενη  διαπραγματευτικής  δύναμης  και  ελευθερίας βούλησης κατά τον χρόνο σύναψής της  προκειμένου να ελέγξει και διαφοροποιηθεί ως προς τους επαχθείς  συμβατικούς όρους που αποδέχθηκε χωρίς πλήρη και ειδική ενημέρωση και διαφώτισή της εκ μέρους της δανείτριας Τράπεζας με ευθύνη της τελευταίας. Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρονται στο δικόγραφο οι όροι της δανειακής σύμβασης οι οποίοι είναι δυσανάλογα  επιβαρυντικοί και αθέμιτοι για την ίδια  και τους οποίους δεν αντιλήφθηκε λόγω του  μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου της καθώς δεν δύναται να θεωρηθεί  ότι αγνοούσε  την  έννοια της δανειακής σύμβασης  ή την έννοια του εγγυητή   και των εντεύθεν υποχρεώσεων για τους συμβληθέντες είτε με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη , είτε με την ιδιότητα του εγγυητή. Επιπρόσθετα, δεν  εκτίθεται για ποιο λόγο η σύναφθείσα σύμβαση είναι αισχροκερδής ή καταπλεονακτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη καθώς το γεγονός ότι επί δανειακής συμβάσεως υπέχει υποχρέωση ο δανειοληπτης να επιστρέψει έντοκα το ποσό με το οποίο δανειοδοτήθηκε  δεν καθιστά από μόνο του αισχροκερδή ή καταπλεονακτική ή αντικείμενη στα χρηστά ήθη την δανειακή σύμβαση. Τέλος, δεν εκτίθενται περιστατικά εκ των οποίων να συνάγεται ότι  υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να υπογράψει την δανειακή σύμβαση ως εγγυήτρια παρά την αντίθετη θέλησή της και ως εκ τούτου  στερήθηκε βούλησης, ενώ το γεγονός ότι η δανείστρια Τράπεζα δεν θα δανειοδοτούσε την κόρη της αν την εκτέλεση των όρων της δανειακής σύμβασης δεν  υποσχόταν και έτερο πρόσωπο αναλαμβάνοντας ευθύνη εγγυητή δεν στοιχειοθετεί συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, ούτε και καταπλεονακτική, ούτε καθιστά  καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος από μέρους της δικαιούχου εταιρείας. Εξάλλου, ουδόλως εκτίθεται ότι η ανακόπτουσα στερήθηκε της δυνατότητας   πρόσληψης δικηγόρου  για την προστασία των δικαιωμάτων της   κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, αλλά συνάγεται ότι η   μη πρόσληψή του   οφείλεται σε επιλογή  της ιδίας. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω και με συνοπτική  αιτιολογία  η οποία συμπληρώνεται  με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, ορθά κατ΄αποτέλεσμα έκρινε και όλα όσα αντιθετα υποστηρίζονται με σχετικό λογο της έφεσης είναι αβάσιμα.

Με τον τελευταίο λόγο της έφεσης η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε  τον  πέμπτο λόγο   της ανακοπής    με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι   κατά παράβαση του νόμου   η  εφεσίβλητη εταιρεία    δεν αφαίρεσε από το ποσό για το οποίο  εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής  και εν συνεχεία  από το επιτασσόμενο  ποσό του  κεφαλαίου, το ποσό των 47.574,72 ευρώ  για το οποίο  επιβλήθηκε υποχρέωση καταβολής στην  πρωτοφειλέτρια  σε 240 μηνιαίες δόσεις  των 198,23 ευρώ εκάστη  για την διάσωση της κύριας κατοικίας της   λόγω υπαγωγής της  στις  ευνοϊκές  ρυθμίσεις του  ν 3869/2010  «Ρύθμιση  των οφειλών  υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων»  για την ρύθμιση των οφειλών της και την απαλλαγή της απ΄αυτές δυνάμει της υπ΄αριθμόν 2381/21-12-2022  αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά.  Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον  η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη στο πλαίσιο ρύθμισης  του ν 3869/2010  ενεργεί υποκειμενικά, αφορά μόνο στο πρόσωπο του ιδίου του οφειλέτη και δεν επεκτείνεται  στους εγγυητές  έναντι των οποίων οι πιστωτές διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους. Οι εγγυητές ευθύνονται  για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος το ύψος του οποίου  δεν επηρεάζεται ως προς  τον ίδιο (εγγυητη) από την ρύθμιση,  ενώ αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του πιστωτή την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη.(ΟλΑΠ 3/2023). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον λόγο αυτό ως μη νόμιμο έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής  ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όλα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν αυτών πρέπει ν΄απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας αυτής, (άρθρα 183,176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί και η εισαγωγή του παραβόλου άσκησης έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο λόγω απόρριψης της εφέσεως (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ   αντιμωλία  διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά  και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  κατ΄ουσίαν  την  έφεση

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ  την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των  οκτακοσίων  (800) ευρώ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου  στο Δημόσιο Ταμείο

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  27 Νοεμβρίου  2025,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ