Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 751/2025

Αριθμός  751/2025

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές  Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη    και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την  …………,   για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………….η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ελευθέριο Κιούκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………» και διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στο ………… Αττικής, οδός ………, με Α.Φ.Μ. ………., στην οποία μετασχηματίσθηκε λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση η εταιρεία «………………» με διακριτικό τίτλο «……….», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ιωάννη Ρουμελιώτη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2018 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 1100/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου  η δεύτερη εκ των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα με την από  21.5.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ……../2019-ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/2022)  έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 16η.11.2023, μετά δε από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, η κρινόμενη από 21-5-2019, με αριθμ.έκθ. κατάθ.: α) ενδίκου μέσου ………../12-6-2019  και β) προσδιορισμού ……./2022, έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1100/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22-5-2018 και με αριθμ. έκθ. κατάθ………/2018 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, κατά των εναγομένων, της δεύτερης από αυτούς, ήδη, εκκαλούσας, αγωγή, η οποία συζητήθηκε ερήμην της πρώτης εναγόμενης υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρείας και κατ’αντιμωλία της δεύτερης εναγόμενης, ήδη εκκαλούσας. Η έφεση αυτή, που ασκήθηκε από την κατ’αντιμωλία δικασθείσα δεύτερη εναγόμενη, αρμοδίως, καθ’ύλην(άρθρ.19 ΚΠολΔ) και κατά τόπον, κατόπιν νόμιμης, κατ’άρθρ.43 ΚΠολΔ, συμφωνίας παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 12-6-2019, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στην δεύτερη εναγόμενη, που έλαβε χώρα στις 13-5-2019(βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του σώματος της εκκαλουμένης), κατ’άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο, με αριθμ. …………… (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ.Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της(533 ΚΠολΔ).

Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών, ιστορούσε ότι δυνάμει του από 10-05-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ίδιας και των εναγομένων καταρτίστηκε συμφωνία αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης απ’αυτές, με τους ειδικότερους όρους, ρήτρες και συμφωνίες που περιγράφονται στο ανωτέρω συμφωνητικό, με σκοπό τη λειτουργία από την πρώτη εναγόμενη πρατηρίου καυσίμων. Ότι για την αντιμετώπιση των δαπανών της λειτουργίας του πρατηρίου καυσίμων η ενάγουσα χορήγησε στην πρώτη εναγόμενη εμπορευματική πίστωση, ποσού 260.000 ευρώ, η οποία θα επιστρεφόταν σε πέντε ισόποσες άτοκες ετήσιες δόσεις, ποσού της κάθε μίας 52.000 ευρώ, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι με το ανωτέρω συμφωνητικό καθορίστηκαν οι ειδικότεροι όροι αποπληρωμής των οφειλών που θα ανέκυπταν από την λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας των δύο εταιρειών. Ότι με τον αναφερόμενο όρο του ως άνω συμφωνητικού, η δεύτερη εναγόμενη συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, παρέχοντας στην ενάγουσα υπέρ της πρώτης εναγόμενης πρατηριούχου την ανεπιφύλακτη εγγύησή της και παραιτούμενη των δικαιωμάτων της διζήσεως και διαιρέσεως και εκείνων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 856, 862, 863 και 868ΑΚ, δηλώνοντας ότι ευθύνεται απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως πρωτοφειλέτης και αυτοφειλέτης για την εμπρόθεσμη και ολοσχερή κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν έξοδα πληρωμή από την πρώτη εναγόμενη κάθε οφειλής της, κύριας ή παρεπόμενης ή χρεωστικού υπολοίπου της και την εκπλήρωση από την τελευταία κάθε υποχρέωσής της προς την ενάγουσα, υπάρχουσας ή μέλλουσας, προερχόμενης από την ανωτέρω σύμβαση ή από οιαδήποτε εν γένει οικονομική ή εμπορική συναλλαγή μεταξύ των δύο εταιρειών. Ότι λύση της εγγύησης και απαλλαγή της δεύτερης εναγόμενης, ως εγγυήτριας συμφωνήθηκε ότι θα συνομολογείτο και θα αποδεικνυόταν μόνον εγγράφως. Ότι το ανωτέρω συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας τροποποιήθηκε την 20-07-2011 και τελικά, λύθηκε δυνάμει του από 28-02-2013 Τροποποιητικού Ιδιωτικού Συμφωνητικού, στο οποίο οι εναγόμενες αναγνώρισαν ότι όφειλαν προς την ενάγουσα, κατά την 22-02-2013  από τη λειτουργία του ανωτέρω πρατηρίου, το αναφερόμενο ποσό, κατά τα ειδικότερον στην αγωγή αναφερόμενα, το οποίο αναγνώρισαν οι εναγόμενες ως αληθές, πλήρως εκκαθαρισμένο και απαιτητό και τα μέρη συμφώνησαν την κατάρτιση νέας έγγραφης συμφωνίας, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού για τον διακανονισμό της οφειλής και σε περίπτωση μη επίτευξης έγγραφης συμφωνίας, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, το συνολικό ποσό θα καθίστατο απαιτητό από την επομένη της παρελεύσεως της τριακονθήμερης προθεσμίας.΄Ότι η ως άνω προβλεφθείσα νεότερη συμφωνία δεν καταρτίστηκε και το συνολικό ποσό των 578.491,92 ευρώ, που αποτελείται από τα ειδικότερον αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους ποσά, κατέστη ληξιπρόθεσμο, απαιτητό από την 30-3-2013. Με αυτό το ιστορικό και επειδή οι εναγόμενες, παρά την όχλησή τους, δεν κατέβαλαν το οφειλόμενο ποσό, που προέρχεται α)από την εμπορευματική πίστωση του όρου Α-7 του από 10-5-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, συνολικού ποσού 156.000 ευρώ και β)από οφειλές από πωλήσεις καυσίμων, συνολικού ποσού, πλέον Φ.Π.Α. 23%, 184.643,40 ευρώ, ποσό, που έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνολικά, δεν της κατέβαλαν το ποσό των 340.643,40 ευρώ, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες της οφείλουν το ποσό των 340.643,40 ευρώ, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επομένη της ημέρας που καθένα από τα επιμέρους ποσά που το απαρτίζουν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης όχλησης, ήτοι από την 2-9-2014, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε ερήμην της πρώτης εναγόμενης, για την οποία δεχόμενο το λόγω της ερημοδικίας της παραγόμενο τεκμήριο ομολογίας όλων των πραγματικών ισχυρισμών της ενάγουσας εταιρείας, έκανε δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη, ως προς αυτήν την αγωγή, την οποία είχε κρίνει, προηγουμένως, ως νόμιμη και στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 340, 341, 345, 481, 513, 847, 848, 849 και 851 ΑΚ και 111ΕισΝΑΚ.

Με την κρινόμενη έφεση, η δεύτερη εναγόμενη και ήδη, εκκαλούσα, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή.

Από το σύνολο των  νόμιμα προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, στα οποία συγκαταλέγεται και το αντίγραφο του πρωτοτύπου εκτυπωμένου αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων της ενάγουσας εταιρείας, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή και η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, της προσκομιζόμενη από την ενάγουσα και ήδη, εφεσίβλητη, υπ’ αριθμ. …../26-09-2018 ένορκη βεβαίωσης του ……………., ιδιωτικού υπαλλήλου ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, . ……, για τη λήψη της οποίας είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα οι εναγόμενοι δυνάμει των με αριθμ. …./19-09-2018 και …../19-09-2018 εκθέσεων επίδοσης του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα εταιρεία, ως η επωνυμία της ισχύει σήμερα σύμφωνα με την υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ………../2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας Βορείου Τομέα Αθηνών, δραστηριοποιείται στην εμπορία πετρελαιοειδών. Δυνάμει του από 10-05-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας, που συνυπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, καταρτίστηκε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, δια της οποίας η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία λειτουργούσε πρατήριο καυσίμων στην Αθήνα και επί της οδού …………., ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά ορυκτέλαια, λιπαντικά και άλλα ειδικά προϊόντα με σκοπό την μεταπώληση τους στο καταναλωτικό κοινό υγρών καυσίμων από την ενάγουσα εταιρεία. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε να είναι πέντε (5) έτη. Οι όροι των εκατέρωθεν υποχρεώσεων μεταξύ της ιδίας και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας περιγράφονται στην παράγραφο Α και στα άρθρα 2,3,4 και 5. Με τον όρο 7 της ανωτέρω παραγράφου, η ενάγουσα εταιρεία για την αντιμετώπιση των δαπανών της λειτουργίας του πρατηρίου καυσίμων της πρώτης εναγομένης εταιρείας χορήγησε σε αυτήν εμπορευματική πίστωση ποσού 260.000,00 ευρώ. Η ανωτέρω πίστωση θα επιστρεφόταν σε πέντε (5) ετήσιες ισόποσες δόσεις, ποσού πενήντα δύο χιλιάδων (52,000,00) ευρώ εκάστη, εκ των οποίων η καταβολή της πρώτης θα γινόταν ένα (1) έτος μετά την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού. Σε περίπτωση, μη πληρωμής δύο δόσεων, συνεχών ή μη, καθιστά ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες τις υπόλοιπες δόσεις. Με το άρθρο 13 η δεύτερη εναγόμενη παρείχε προς την ενάγουσα εταιρεία την ανεπιφύλακτη εγγύηση υπέρ της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και δήλωσε ότι ευθύνεται απεριόριστα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη εταιρεία ως πρωτοφειλέτης και αυτοφειλέτης για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν έξοδα πληρωμή κάθε οφειλής της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, υφιστάμενης ή μέλλουσας που προέρχεται από την κατά τα ανωτέρω σύμβασή τους ή από οποιαδήποτε εν γένει συνεργασία ή εμπορική συναλλαγή των δυο εταιρειών. Περαιτέρω, το ανωτέρω συμφωνητικό τροποποιήθηκε την 20-07-2011 και τελικά λύθηκε δυνάμει του από 28- 02-2013 Τροποποιητικού Ιδιωτικού Συμφωνητικού. Στο από 28-02-2013 συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν τη λύση της εμπορικής συνεργασίας χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και για τις δύο πλευρές, ενώ τόσο η πρώτη εναγόμενη όσο και η δεύτερη αναγνώρισαν την οφειλή χρηματικού ποσού πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων και τετρακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (578.491,92), προερχόμενου αναλυτικά : α) από ανεξόφλητο υπόλοιπο μη αποπληρωθείσης εμπορευματικής πίστωσης ποσού εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων (156.000) ευρώ και β) από πωλήσεις καυσίμων ποσού τετρακοσίων είκοσι δύο χιλιάδων και τετρακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (422.491,92). Το ανωτέρω ποσό συμφώνησαν να πληρωθεί με τους όρους που θα καθόριζαν με νεώτερη σύμβαση τους, η οποία θα καταρτιζόταν εντός μηνός από το ανωτέρω συμφωνητικό, με καταληκτική ημερομηνία την 30-03-2013, άλλως σε περίπτωση μη κατάρτισης τέτοιας συμφωνίας από 31-03-2013 το ανωτέρω ποσό θεωρείται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία είχε συμβληθεί στο ανωτέρω συμφωνητικό και αναγνώρισε την οφειλή του ανωτέρω ποσού θέτοντας την υπογραφή της σε αυτό, με την από 28-02-2013 βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Χαϊδαρίου. Η νεώτερη συμφωνία, ωστόσο, ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα με την από 29-07-2014 εξώδικη δήλωση, όχληση και διαμαρτυρία της η ενάγουσα να διαμαρτυρηθεί για την μη πληρωμή των απαιτήσεων που διατηρούσε σε βάρος των εναγομένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι ένδικες απαιτήσεις και να ζητήσει την καταβολή των ποσών αυτών, η οποία κοινοποιήθηκε στις εναγόμενες όπως προκύπτει από τις με αριθμό … Δ’/1-9-2014, …/1-9-2014 και …../1-9-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, …… Από τα τιμολόγια υπ’αριθμ. ΑΡΥ- …./6-6-2012 ποσού οκτώ χιλιάδων εξακοσίων δύο ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (8.602,65), ΤΡΥΖ …/7-6-2012 ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα επτά ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (14.547, 49), ΤΡΥΖ …./9-6-2018 ποσού πέντε χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (5.459,59), ΤΡΥΖ …../14-06-2012 ποσού είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών (24.451,80), ΑΑΖ …./2-2-2013 ποσού τριάντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (32.490,56), ΛΑΖ …./2-2-2013 ποσού πενήντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (52.881,61), και ……/2-2-2013 ποσού σαράντα έξι χιλιάδων διακοσίων εννέα ευρώ και εβδομήντα λεπτών (46.209,70) προκύπτει η συνολική οφειλή από πωλήσεις της ενάγουσας εταιρείας προς την πρώτη εναγομένη εκατόν ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων σαράντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτά (184.643,40), την οποία έχει αναγνωρίσει η δεύτερη εναγομένη με το από 28-02-2013 συμφωνητικό. Ακόμη, από το αντίγραφο του πρωτοτύπου του εμπορικού αποσπάσματος της ενάγουσας εταιρείας προκύπτει η μη καταβολή των τριών δόσεων της κατά τα ανωτέρω εμπορευματικής πίστωσης, ποσού πενήντα δύο (52.000) ευρώ, καταβλητέων την 10/05/2013, 10/05/2014, 10/05/2015 κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Ομοίως, την οφειλή αυτή ρητά έχει αναγνωρίσει η δεύτερη εναγόμενη με το ανωτέρω συμφωνητικό.

Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης και ήδη, εκκαλούσας ότι αυτή ουδέποτε υπέγραψε το από 28-02-2013 Τροποποιητικό Ιδιωτικό Συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής, με το οποίο επίσης αναγνώρισε την επίδικη οφειλή είναι αβάσιμος και αναληθής. Αυτό αποδεικνύεται καταρχάς και από το ίδιο το προσκομιζόμενο συμφωνητικό, το οποίο όχι μόνο φέρει την υπογραφή της, η οποία συμβλήθηκε ρητά, ως εγγυήτρια, αλλά έχει θεωρηθεί και το γνήσιο της υπογραφής της από το Α.Τ. Χαϊδαρίου, ενώ η δεύτερη εναγόμενη, που αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής της, δεν δικαιολογεί πώς έγινε η θεώρηση του γνησίου αυτής, με την παρουσία της στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα. Σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω από 28-02-2013 Τροποποιητικό Ιδιωτικό Συμφωνητικό  δε συνιστά ανανέωση της οφειλής κατά την Α.Κ. 436, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εκκαλούσας. Η ανανέωση κατά την έννοια της διάταξης 436 του Α.Κ. λαμβάνει χώρα αν η ενοχή αντικατασταθεί με σύμβαση, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή. Αν απλά μεταβληθεί κάποιος όρος της ενοχής (πχ. της προθεσμίας καταβολής τιμήματος) πρόκειται για απλή αλλοίωση της ενοχής, χωρίς απόσβεση και αντικατάστασή της, δηλαδή πρόκειται για απλή μεταβολή όρου (Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Β’, Αθήνα 2003, ανάλυση άρθρου 436, σελ. 541). Μεταξύ άλλων, προϋπόθεση της ανανέωσης συνιστά ο σκοπός της ανανέωσης (animus morandi), ο οποίος πρέπει να προκύπτει σαφώς από την σύμβαση και όχι να τεκμαίρεται (Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Β’, Αθήνα 2003, ανάλυση άρθρου 436, σελ. 542). Αυτό άλλωστε προβλέπει ρητά και η Α.Κ. 438, σύμφωνα με την οποία «Ο σκοπός της ανανέωσης απαιτείται να συνάγεται σαφώς», δηλαδή ορίζεται ότι προϋπόθεση της ανανέωσης είναι η σαφής από τη σύμβαση συναγωγή του σκοπού αυτού, δηλαδή της πρόθεσης κατάργησης, απόσβεσης της αρχικής ενοχής και της δημιουργίας νέας σε αντικατάσταση της αρχικής. Στην προκείμενη περίπτωση όχι μόνο σαφώς αλλά ούτε υπόνοια ανανέωσης της οφειλής προκύπτει από το από 28-02-2013 τροποποιητικό συμφωνητικό, αφού γίνεται αναλυτική περιγραφή της υφιστάμενης οφειλής και των στοιχείων, που την απαρτίζουν, αναγνωρίστηκε αυτή από την πρωτοφειλέτιδα πρατηριούχο και την εκκαλούσα εγγυήτρια, παρασχέθηκε προθεσμία για την σύναψη διακανονισμού της  οφειλής και συμφωνήθηκε ότι τα αξιόγραφα αποδοχής της πρατηριούχου και τριτεγγυήσεως της εκκαλούσας, καθώς και η υφιστάμενη προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα της τελευταίας, εξακολουθούν να ισχύουν και να εξασφαλίζουν την απαίτηση. Το ότι παρασχέθηκε στην πρατηριούχο 30νθήμερη προθεσμία για τον διακανονισμό της υφιστάμενης οφειλής της δεν συνιστά ανανέωση (ΕφΘεΣ390/1991Αρμ1993, 734). ΄Αλλωστε δεν υπήρχε λόγος ανανέωσης της υφιστάμενης οφειλής της πρατηριούχου και της εγγυήτριας εκκαλούσας, ενώ αυτές είχαν αποδεχθεί και τριτεγγυηθεί, αντίστοιχα μία συναλλαγματική όψεως, που την κάλυπτε και για περαιτέρω εξασφάλιση είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της υπ’αριθμ. 3877Σ/2010 απόφασης  ασφαλιστικών μέτρων Πειραιά, για το ποσό των 341.000 ευρώ, σε ακίνητα της εκκαλούσας εγγυήτριας. Σκοπός του συμφωνητικού ήταν η λύση της σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας με την πρατηριούχο.΄Αλλωστε, η εκκαλούσα εγγυήθηκε για τις πάσης φύσεως οφειλές της πρατηριούχου, δυνάμει του 14ου όρου του από 10-05-2010 συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης  και συμφώνησε ρητά ότι λύση της εν λόγω εγγυήσεως και απαλλαγή της συνομολογείται και αποδεικνύεται μόνον εγγράφως και επιπλέον συμφωνήθηκε ρητά στον ίδιο όρο ότι την πληρωμή της περιγραφόμενης εκεί συναλλαγματικής όψεως, έχει τριτεγγυηθεί η εγγυήτρια χάριν καταβολής των πάσης φύσεως οφειλών της πρατηριούχου, περιλαμβανομένων μεταγενέστερων διακανονισμών-ρυθμίσεων χρεών- των σχετικών οφειλών.

Η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, που έχει ως νομικό θεμέλιο τη διάταξη του άρθρου 361ΑΚ, στοχεύει στην επιβεβαίωση απλώς της υφιστάμενης ήδη, ενοχής, την οποία και μνημονεύει και δεν δημιουργεί νέα ανεξάρτητη αυτής ενοχή (βλ.Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Γ΄, σελ.648, ανάλυση άρθρου 873ΑΚ.Το αν τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν νέα ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, θα πρέπει να εξακριβώνεται από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, από τον σκοπό της συμφωνίας, την κατάσταση των συμφερόντων των μερών και άλλα διαγνωστικά περιστατικά. Προς την κατεύθυνση αυτή επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και εκτός του εγγράφου περιστατικά, όπως οι διαπραγματεύσεις και η αφορμή για την αναγνώριση ή την υπόσχεση του χρέους. Ωστόσο, σε περίπτωση, που υπάρχει δήλωση, που αναφέρει την αιτία, για να καταλήξει το δικαστήριο στην κρίση ότι πρόκειται για αναιτιώδη σύμβαση, πρέπει να διαπιστώσει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο απαιτείται γι’αυτήν, από το σκοπό αυτού και τις συνδεόμενες με τη σύμβαση αυτή υπόλοιπες συνθήκες, σαφή και αναμφίβολη θέληση των δικαιοπρακτούντων για δημιουργία ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία (ΠΠρΛαμίας 154/2013 δημ.ΝΟΜΟΣ).Στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει ότι πρόκειται για αναιτιώδη σύμβαση. Σε καμία περίπτωση δεν γεννήθηκε νέα, αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αρχική αιτία οφειλή. Το γεγονός, δε, ότι με το ανωτέρω από 28-2-2013 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό λύθηκε το από 10-05-2010 συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, ουδόλως σημαίνει ότι αποσβέσθηκε η κύρια ενοχή και ελευθερώθηκε η εγγυήτρια. Τουναντίον στο συμφωνητικό αυτό γίνεται ρητή αναγνώριση της υπάρχουσας οφειλής, ρυθμίζεται ο τρόπος εξόφλησής της και επιβεβαιώνονται οι υπάρχουσες εξασφαλίσεις και οι δοθείσες εγγυήσεις. Σε κάθε, δε, περίπτωση, το από 28-02-2013 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο λύθηκε το από 10-05-2010 συμφωνητικό προβλέπει ρητά στην τελευταία παράγραφο ότι υφίσταται η υποχρέωση να εξοφληθεί κάθε οφειλή προς την ενάγουσα.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά απέρριψε ως κατ’ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό της δεύτερης εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, ισχυρισμό, που δεν θεωρείται ένσταση αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ98/2024  και ΑΠ1738/2022), δεχόμενο, κατά τα παραπάνω, ότι «Παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγόμενης, η τελευταία είχε συμβληθεί στο ανωτέρω συμφωνητικό και αναγνώρισε την οφειλή του ανωτέρω ποσού θέτοντας της υπογραφή της σ’αυτό, με την από 28-02-2013 βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Χαϊδαρίου» και κατά σωστή περαιτέρω, εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε, στη συνέχεια, δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν για τις στο ιστορικό αναφερόμενες αιτίες, να καταβάλουν στην ενάγουσα εταιρεία αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστη το χρηματικό ποσό των τριακοσίων σαράντα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτών (340.643,40€), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 31-03-2013, ότε και τα κάθε επιμέρους ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, μέχρι την εξόφληση.

Πρέπει, επομένως, απορριπτομένων των λόγων της έφεσης της εκκαλούσας, που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, αναφορικά με την ευθύνη της ως εγγυήτριας αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρατηριούχο πρώτη εναγόμενη για την καταβολή κάθε απαίτησης της ενάγουσας, α)από ανεξόφλητο υπόλοιπο μη αποπληρωθείσας εμπορευματικής πίστωσης, που είχε χορηγήσει στην πρατηριούχο η ενάγουσα και β)από πωλήσεις καυσίμων προς αυτόν, πρέπει η έφεση, στο σύνολό της, ως κατ’ουσίαν αβάσιμη να απορριφθεί και τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, κατ’άρθρ. 106, 176, 182, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, μετά, δε, την απόρριψη της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρ. 495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση κατά της υπ’αριθμ.1100/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς(Τμήμα Τακτικής Διαδικασίας).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ευρώ (600€).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 20η Νοεμβρίου 2025  και δημοσιεύθηκε στις 17η Δεκεμβρίου 2025 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ