Αριθμός 754 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ: 1) ……………. η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ευφροσύνη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ και 2) ………………η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στη …… (………..) (ΑΦΜ …..) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στη …….. (οδός ………..) (ΑΦΜ …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Μάρκο Δάρα και 3) …………………. ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 14.3.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3100/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσας με την από 4.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……………./2025 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……../2025) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η δεύτερη εκ των εκκαλουσών, παραστάσα αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και εκπροσωπούσα την πρώτη εκ των εκκαλουσών, καθώς και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των δύο πρώτων εκ των εφεσιβλήτων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνήθης είναι στην πράξη η παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία εμφανίζεται είτε ως παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, που λαμβάνει χώρα πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, είτε ως παραίτηση (ανάκληση) από ασκηθέν ήδη ένδικο μέσο. Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων ταυτίζεται ουσιαστικά με την αποδοχή της υπό προσβολή αποφάσεως, από την οποία και διαφέρει, επειδή συνήθως περιορίζεται σε ορισμένο μόνον ένδικο μέσο. Δεν διέπεται επομένως η παραίτηση αυτή από τις διατάξεις, που ρυθμίζουν την παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής (296)· συγγενεύει περισσότερο προς την αποδοχή, γι’αυτό και θα εφαρμοσθεί, κατά παραπομπή από το άρθρ. 299, η διάταξη του άρθρ. 298. Η παραίτηση αυτή μπορεί να λάβει χώρα είτε μετά είτε και πριν εκδοθεί η σχετική απόφαση, μπορεί δε να είναι και μερική, να αφορά δηλαδή ένα ή ορισμένα ένδικα μέσα. Όπως συμβαίνει και με την αποδοχή της αποφάσεως, έτσι και η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων μπορεί να είναι και σιωπηρή. Σιωπηρή παραίτηση υπάρχει π.χ. όταν ο διάδικος αφήνει να περάσει άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου ή ασκεί απευθείας έφεση ή αναίρεση εναντίον ερήμην αποφάσεως. Η ανάκληση του ενδίκου μέσου έχει την έννοια ότι ο διάδικος παραιτείται από τη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, που επιχειρήθηκε με το συγκεκριμένο δικόγραφο του ενδίκου μέσου. Το ένδικο μέσο θεωρείται, τότε, ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται ακαριαία, χωρίς την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως. Η παραίτηση αυτή είναι ρητή και τυπική, σημαίνει δε συνήθως ότι δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα του διαδίκου να ξαναπροσβάλει την απόφαση με νέο ένδικο μέσο. Ακολουθείται, συνεπώς, υποχρεωτικά ο τύπος του άρθρ. 297. Η παραίτηση… γίνεται είτε με δικόγραφο, που επιδίδεται υποχρεωτικά στον αντίδικο, ή με προφορική δήλωση πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως, ή και με δήλωση στις προτάσεις (όχι με την προσθήκη των προτάσεων). Κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να γίνει η παραίτηση αυτή σιωπηρά·(βλ. ΑΠ 571/2003, ΕλλΔνη 2003.1598 (1600), Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία, τόμ. 2, 2η έκδ., 2021, § 92, σ. 729-732, υποσ. 28 = sakkoulas-online). Επομένως η δήλωση, πάντως, του διαδίκου ότι το ένδικο μέσο που άσκησε δεν εισάγεται ως προς ορισμένους. αντιδίκους, δεν ισοδυναμεί με παραίτηση (ΑΠ 726/1993, ΕλλΔνη 1995.102 (103)· ΕφΑθ 6370/2003, ΕλλΔνη 2004.258· ΕφΛαρ 11/2003, ΝοΒ 2003.1431). Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε ο τρίτος εφεσίβλητος και οι εκκαλούσες δήλωσαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου ότι δεν του επέδωσαν το δικόγραφο της εφέσεως. Η δήλωση τους αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά τα προαναφερόμενα, ως παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως και συνεπώς η συζήτηση θα κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτόν (άρθρα 524 παρ. 1 και 271 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου ανήκει στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, αφορά τη δημόσια τάξη και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 51/2004 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α΄ 146/11-9-2024), στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από 20.000 ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως το ποσό των 250.000 ευρώ. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 9 του ΚΠολΔ για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογίζονται παρεπόμενες αιτήσεις γι α καρπούς τόκους και έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 5134/2024, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ομοίως ίσχυε πριν το Ν. 5134/2024, στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. Ωστόσο, μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων με το Ν. 5108/2024 (ΦΕΚ Α΄ 65/2-5-2024) και ως συνέπεια αυτής, οι ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ αντικαταστάθηκαν με επιμέρους άρθρα του ως άνω Ν. 5134/2024 (βλ. την αιτιολογική έκθεση). Συγκεκριμένα, το άρθρο 14 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 5134/2024, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, από την 16-9-2024, που ρυθμίζει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων, προβλέπει ότι στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ. Ακόμα, το άρθρο 18 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 5134/2024, που ρυθμίζει την αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, προβλέπει στην πρώτη παράγραφο αυτού ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται σε πρώτο βαθμό όλες οι διαφορές για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα μονομελή πρωτοδικεία και στη δεύτερη παράγραφο αυτού ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους : α) όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, β) της περ. 1) του άρθρου 16, εφόσον το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα 800 ευρώ, γ) των περ. 2) έως 13) του άρθρου 16, εφόσον η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, δ) των περ. 14) έως 24) του άρθρου 16, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Εξάλλου, το άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 5134/2024, αναφορικά με την αρμοδιότητα των εφετείων, ορίζει τα εξής : «Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις : α) κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα πολυμελή πρωτοδικεία κατά την παρ. 2 του άρθρου 18 και β) κατά των αποφάσεων του άρθρου 17. Στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους». Έτι περαιτέρω, κατ’ άρθρο 45 ΚΠολΔ, το οποίο δεν μεταβλήθηκε με την προαναφερόμενη νομοθετική παρέμβαση, το δικαστήριο που ήταν καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο όταν ασκήθηκε η αγωγή, είναι αρμόδιο έως την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν, στη διάρκειά της, μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την αρμοδιότητα. Έτσι, καθιερώνεται με δημοσίας τάξεως διάταξη η διατήρηση της καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας, που υπήρχε ήδη κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αρμοδιότητας είναι ο χρόνος της καταθέσεως της αγωγής (άρθρο 221 παρ. 1 στοιχ. β ΚΠολΔ). Οποιαδήποτε μεταβολή μετά το χρονικό αυτό σημείο, προκαλούμενη είτε από τη βούληση των μερών, λ.χ. παρέκταση, είτε από το νομοθέτη, λ.χ. μεταβολή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας (βλ. άρθρο 5 παρ. 2 α ΕισΝΚΠολΔ), που μπορεί πάντως να ορίζει διαφορετικά, είτε από τη συμπεριφορά του εναγόμενου (λ.χ. μεταβολή κατοικίας) ή του ενάγοντος (περιορισμός αιτήματος), δεν ασκεί επιρροή. Το θέμα δε της διατηρήσεως της αρμοδιότητας στα ένδικα μέσα κρίνεται, αναλόγως, από το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου (Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Ι, υπό άρθρο 45, παρ. 1 και 3, σελ. 104). Επιπλέον, κατά το άρθρο 5 ΕισΝΚΠολΔ προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο ότι όλα τα χρηματικά ποσά που ορίζουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ σε δραχμές, επιτρέπεται να αυξομειώνονται με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού δικαιοσύνης, ενώ στη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, α) που ασκήθηκε η αγωγή ή η αίτηση, όταν πρόκειται για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου ή την εφαρμογή ειδικών διατάξεων ή ειδικών διαδικασιών, β) που εκδόθηκε η απόφαση, όταν πρόκειται για το επιτρεπτό ένδικου μέσου και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που το δικάζει. Τον ίδιο κρίσιμο χρόνο προκρίνει και η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ, ως προς το μεταβατικό δίκαιο για το παραδεκτό των ένδικων μέσων, η οποία ορίζει ότι το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Συνεπώς, κρίσιμος χρόνος για την αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι, κατά τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, με την έννοια ότι το αρμόδιο κατά το χρόνο αυτό δικαστήριο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο μέχρι την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν υπάρξει στη συνέχεια νομοθετική μεταβολή, εκτός αντίθετης ρητής πρόβλεψης (σχετ. ΑΠ 1096/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επιπρόσθετα, κατά το άρθρο 47 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 5134/2024, απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου και το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο. Ειδικότερα, η πιο πάνω διάταξη, σύμφωνα με την οποία απόφαση ανώτερου δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου, λειτουργεί μόνον ex post. Επομένως, το δικαστήριο, που κρίνει τη διαφορά, δεν επιτρέπεται να παραβεί τους κανόνες της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και να δικάσει διαφορά υπαγόμενη σε κατώτερο δικαστήριο (Ι. Κατρά, ΚΠολΔ, Κατ’ άρθρο Νομολογία, εκδ. 2017, υπό άρθρο 47, σελ. 50, με αναφορά σε νομολογία). Ήδη στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 5134/2024, προβλέπεται ότι απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο. Τέλος, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η έναρξη ισχύος των πιο πάνω νέων διατάξεων του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου (Ν. 5134/2024), έχει οριστεί από την 16-9-2024.
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό …………../2023 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες εξέθεταν ότι η πρώτη εναγομένη ναυτική εταιρία με έδρα τη …. είναι η πλοιοκτήτρια, η δεύτερη εναγομένη ναυτική εταιρία με έδρα την ….. Αττικής η διαχειρίστρια και ο τρίτος εναγόμενος κάτοικος ……. Λακωνίας ο πλοίαρχος του επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου “Π” το οποίο την 11.8.2017 εκτελούσε το δρομολόγιο Νεάπολη Κύθηρα και περί ώρα 10.50 το πρωί ενώ επικρατούσαν συνθήκες άπνοιας και καλοκαιρίας έπεσε με σφοδρότητα στην προβλήτα του λιμανιού Κυθήρων. Ότι λόγω του άτυχου χειρισμού του τρίτου εναγομένου πλοιάρχου του πλοίου αυτό τραντάχτηκε με αποτέλεσμα αυτές οι οποίες βρίσκονταν στην αρχή μιας ατσάλινης σκάλας που οδηγούσε στην έξοδο, η οποία οδηγούσε στο χώρο στάθμευσης των οχημάτων καθώς είχε ήδη δοθεί αναγγελία αποβίβασης, επέπεσαν με άλλους επιβάτες προς τα πίσω πάνω σε άλλους δύο επιβάτες. Ότι από την πτώσης τους υπέστησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες που οφείλονται σε αποκλειστική αμέλεια του τρίτου εναγομένου προστηθέντος της πρώτης πλοιοκτήτριας του πλοίου, και ότι για την αποκατάσταση των σωματικών βλαβών τους υπέστησαν θετική, αποθετική ζημία ενώ από την ταλαιπωρία τους προξενήθηκε ηθική βλάβη. Ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά και ενδοσυμβατικά ως μεταφορείς και εκδότριες εισιτηρίων αλλά λόγω της αδικοπραξίας του προστηθέντος τους τρίτου, και επικουρικά ευθύνονται με βάση το ν. 2251/1994, ενώ ο τρίτος πλοίαρχος ευθύνεται λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του. Ακολούθως αιτήθηκαν αφενός να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν για τις παραπάνω αιτίες να καταβάλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 24.860 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ και επιπλέον να υποχρεωθούν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 9.850 ευρώ και όλα τα παραπάνω ποσά εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε κοινοποιηθεί εμπρόθεσμα κατ’ ἀρθρο 215 § 2 ΚΠολΔ μόνο στις δύο πρώτες εναγόμενες (σύμφωνα με τις με αριθμό …/21.3.2023 και …………./20.3.2023 εκθέσεις επίδοσης έκθεση επίδοσης η πρώτη του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ……… και η δεύτερη του δικαστικού επμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……….) και ότι είχε προηγηθεί ενημέρωση για δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019, έκρινε ότι η αγωγή δεν έχει ασκηθεί ως προς τον τρίτο εναγόμενο παρά την παράσταση του στο δικαστήριο και την κατάθεση προτάσεων. Περαιτέρω έκρινε ότι έχει υλική τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα λόγω της φύσεως της διαφοράς ως ναυτικής για την εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, 31 παρ. 3 και 35 του ΚΠολΔ και 51 παρ. 1α και β, 3α, 3β περ. δ και ιζ του ν. 2172/1993. Στη συνέχεια αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγική βάση που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί μεταφοράς επιβάτη έκρινε ότι η έτερη σωρευόμενη βάση έχει έρεισμα στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και στο τέλος απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή που είχε ασκηθεί στις 14.3.2023 δεχόμενο σχετική υποβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση διετούς παραγραφής που έκρινε ότι έχει νομικό έρεισμα στο άρθρο 16 παρ. 1, 2 περ. α της Σύμβασης των Αθηνών, ενώ απέρριψε ως αόριστη αντένσταση των εναγουσών περί πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ και διακοπής της παραγραφής λόγω δήλωσης παράστασης υποστήριξης της κατηγορίας εκ μέρους της δεύτερης εξ αυτών ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου με κατηγορούμενο τον τρίτο εναγόμενο.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης με αριθμό ……………./2023 αγωγής, η κρινόμενη υπόθεση αφορά ναυτική διαφορά [άρθρο 51 παρ. 3 Α του Ν. 2172/1993] και η αξία του αντικειμένου της διαφοράς (με βάση το συνολικό αγωγικό αίτημα από κάθε ενάγουσα ανέρχεται σε 29.860 ευρώ για την πρώτη και σε 14.850 ευρώ για τη δεύτερη, αφού πρόκειται περί ομοδικίας με διαιρετό αίτημα) δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση (3100/2024) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) εκδόθηκε την 13.9.2024 δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του άρθρο 7 του ν. 5134/2024 την 16.9.2024. Επομένως η κρινόμενη από 4.4.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./4.4.2025 και προσδιορισμού …………../2025 έφεση έχει ασκηθεί στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν το άρθρο 7 του ν. 5134/2024. Περαιτέρω αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση. Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό …………../2025 ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016) και το γραμμάτιο προκαταβολής ενσήμων του καταθέσαντος δικηγόρου με αριθμό …………… Πρέπει ακολούθως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 του ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Ο μοναδικός ουσιαστικά λόγος εφέσεως, καθώς οι εκκαλούσες αν και απευθύνουν το δικόγραφο της εφέσεως και κατά του τρίτου εναγομένου ήδη εφεσίβλητου, αφενός όπως ανέφεραν στο ακροατήριο του δικαστηρίου δεν έχουν κοινοποιήσει την έφεση στον τρίτο εφεσίβλητο και αφετέρου δεν προσβάλλουν με λόγο έφεσης το κεφάλαιο της εκκαλουμένης με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε κατά του τρίτου εφεσιβλήτου, συνίσταται στο παράπονο περί εσφαλμένης εφαρμογής νόμου και κακής εκτίμησης αποδείξεων, καθόσον κρίθηκε ότι η αξίωση των εναγουσών ήδη εκκαλουσών έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή που ορίζει το άρθρο 16 παρ. 1 και 2 περ. α της διεθνούς Συμβάσεως των Αθηνών, καθώς και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, και τούτο διότι α) στη συγκεκριμένη περίπτωση η αδικοπραξία του τρίτου εναγομένου πλοιάρχου συνιστούσε και αδίκημα (πλημμέλημα) για το οποίο μάλιστα ασκήθηκε ποινική δίωξη και συνεπώς αυτή σύμφωνα με το τελ. εδάφιο του άρθρου 937 του ΑΚ υπόκειτο στην μακρότερη παραγραφή της κολάσιμης πράξης και ότι ο τρίτος εναγόμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών με τη με αριθμό 1455/17.5.2024 απόφαση του β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που έχει καταστεί αμετάκλητη και διότι β) δεν αφαιρέθηκε το χρονικό διάστημα των 245 ημερών κατά το οποίο είχε ανασταλεί η λειτουργία των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας. Ζητούν επομένως να θεωρηθεί ότι η αγωγή του ασκήθηκε εντός τριών ετών και επτά μηνών, δηλαδή εντός της πενταετίας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους.
Υπό το νέο καθεστώς, που εισάγεται με τον νέο ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), η υποστήριξη της κατηγορίας είναι το δικαίωμα του αδικηθέντος από την αξιόποινη πράξη να συμμετέχει ενεργά στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, επιδιώκοντας την καταδίκη του. δράστη, χωρίς ωστόσο να επιτρέπεται η εισαγωγή αστικών αξιώσεων στην ποινική διαδικασία. Υπό το προγενέστερο καθεστώς του προϊσχύσαντος κώδκα ποινικής δικονομίας 1950 αναγνωριζόταν ο θεσμός της πολιτικής αγωγής, που επέτρεπε στον ζημιωθέντα από την αξιόποινη πράξη να επιδιώξει μέσω της ποινικής διαδικασίας την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής του οδύνης και μόνο κατ’ εξαίρεση αναγνώριζε το δικαίωμά του για παράσταση αποκλειστικά προς υποστήριξη της κατηγορίας. Με τον νέο ΚΠΔ (Ν. 4620/2019) επαναπροσδιορίστηκε η έννοια του «πολιτικώς ενάγοντος» και η θέση του στην ποινική διαδικασία, καθώς υιοθετήθηκε ως καταλληλότερο από συστηματική και πρακτική άποψη ένα μοντέλο που για τον καθορισμό του κύκλου των ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων χρησιμοποιεί το παραδοσιακό και νομολογιακά επεξεργασμένο και αποκρυσταλλωμένο αστικό κριτήριο, αλλά αποσυνδέει την «πολιτική αγωγή» από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο (βλ. έτσι Αιτιολογική Έκθεση νέου ΚΠΔ). Έτσι, σήμερα η ύπαρξη αστικής αξίωσης (προς αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή καταβολή χρηματικής ικανοποίησης) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των νομιμοποιούμενων προσώπων και αποτελεί την ουσιαστική προϋπόθεση για την ενεργητική νομιμοποίηση του ζημιωθέντος προς υποβολή δήλωσης υποστήριξης της κατηγορίας, χωρίς ωστόσο η αστική αξίωση να κρίνεται και να εισάγεται ως αντικείμενο δίκης στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας (βλ. σχετ. και Ι.Ανδρουλάκη, οι νέες ρυθμίσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας, Nova Criminalia (7/2019), σελ. 12, Α.Παπαδαμάκη, αριθ. 226, σελ. 145). Ακολούθως είναι αδιάφορο για τη νομιμοποίηση του ζημιωθέντος από το έγκλημα, αν αυτός άσκησε στα πολιτικά (ή διοικητικά) δικαστήρια αγωγή για αποζημίωση ή για αποκατάσταση ή για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης τόσο στην περίπτωση που η αστική ευθύνη βαρύνει τον κατηγορούμενο όσο και στις περιπτώσεις όπου δυνάμει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης η ευθύνη αυτή περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο. Είναι αυτονόητο ότι υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η επιδίκαση από το ποινικό δικαστήριο αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης στον ζημιωθέντα από το έγκλημα, διότι σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, η οποία καθιστά την απόφαση αναιρετέα, μόνο, όμως, ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης (το ίδιο γινόταν δεκτό και υπό το προγενέστερο καθεστώς στις περιπτώσεις επιδίκασης αστικών αξιώσεων, όταν η παράσταση πολιτικής αγωγής ήταν επιτρεπτή μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ούτε το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το ποινικό δικαστήριο. Στο αντίθετο αποτέλεσμα δεν μπορεί να οδηγήσει ούτε η διάταξη του άρθρου 5 Ν.Δ. 2711/1953, το οποίο υπό το προγενέστερο καθεστώς έδινε στο Δημόσιο τη δυνατότητα να εισάγει τις αξιώσεις του χωρίς την τήρηση προδικασίας είναι όμως προφανές ότι η δυνατότητα αυτή ήταν εξαρτημένη από την νομοθετική αναγνώριση της δυνατότητας εισαγωγής αστικών αξιώσεων στο ποινικό δικαστήριο και πλέον μετά την εισαγωγή του νέου ΚΠΔ εξέλιπε η νομιμοποιητική βάση για την άσκηση αστικών αξιώσεων και συνεπώς το άρθρο 5 Ν.Δ. 2711/1953 δεν μπορεί να στηρίξει για το Ελληνικό Δημόσιο τέτοια δυνατότητα, ενόψει και του ότι με το άρθρο 586 περ. θ΄ ΚΠΔ καταργήθηκε κάθε ειδική διάταξη που αναφερόταν σε θέματα ρυθμιζόμενα από τον νέο ΚΠΔ, ενώ και το άρθρο 588 αρ. 1 ΚΠΔ ρητά αναφέρει ότι όπου σε ειδικούς νόμους προβλέπεται δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής οι δικαιούμενοι παρίστανται μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας (βλ. έτσι για τα προαναφερόμενα και ΤριμΕφΑθ 1124Α/2020, αδημ., Μ.Νταγγίνη, η υποστήριξη της κατηγορίας από το Ελληνικό Δημόσιο, 2020, σελ. 183 επ.). Η διατήρηση του αστικού για την νομιμοποίηση του ζημιωθέντος έχει διπλό ρόλο: αφενός την αξιοποίηση της πλούσιας επεξεργασμένης ήδη υπό το προγενέστερο καθεστώς νομολογίας σχετικά με τον κύκλο των δικαιούμενων να παραστούν προσώπων αφετέρου την αποφυγή του κινδύνου αποκλεισμού ορισμένων προσώπων από την ποινική διαδικασία, που ενώ έχουν προφανές συμφέρον συμμετοχής δεν θα νομιμοποιούνταν με τυχόν αποδοχή ενός αμιγώς ποινικού κριτηρίου, ιδίως σε περιπτώσεις εγκλημάτων στρεφόμενων κατά υπερατομικών εννόμων αγαθών (ψευδορκία, πλαστογραφία, εγκλήματα περί την υπηρεσία) ή στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, όπου τα μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος δεν θεωρούνται άμεσα παθόντες (βλ. και Αιτιολογική Έκθεση νέου ΚΠΔ όμως Δ.Βούλγαρη/Π.Βλαμάκη, ο νέος ΚΠΔ (επιμέλεια Λ.Μαργαρίτη), 2020, άρθρο 63, αριθ. 2, σελ. 384-385, Α.Καρρά, σελ. 412, κατά τους οποίους ο προσδιορισμός του ενεργητικά νομιμοποιούμενου σε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας πρέπει να γίνεται με αμιγώς ποινικά και εγκληματολογικά κριτήρια, ανεξάρτητα από τις παραδοχές του αστικού δικαίου). Έτσι, με τον θεσμό της υποστήριξης της κατηγορίας αποφεύγεται (ή ακριβέστερα περιορίζεται σημαντικά) η ανάγκη, που ανέκυπτε υπό το προγενέστερο καθεστώς, για νομοθετική πρόβλεψη και νομολογιακή διάπλαση περιπτώσεων εξαιρετικής νομιμοποίησης προσώπων, που δεν έχουν αστική αξίωση ή η αστική αξίωσή τους έχει αποσβεστεί ή η αστική αξίωσή τους δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο (για περιπτώσεις που κατ’ εξαίρεση αναγνωρίζεται το δικαίωμα παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας και σε πρόσωπα που δεν έχουν υποστεί ζημία από το έγκλημα βλ. π.κ., αριθ. 36-45. Σημειώνεται εδώ ότι και ο νέος ΚΠΔ διατήρησε τη δυνατότητα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας και σε όσες περιπτώσεις η υποχρέωση για αστική αποκατάσταση ή καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο πρόσωπο (βλ.. βλ. σχετ. π.κ., αριθ. 54-68). Με βάση τα χαρακτηριστικά αυτά είναι προφανές ότι ο νέος θεσμός της υποστήριξης της κατηγορίας έχει αμιγώς ποινικό χαρακτήρα (βλ. σχετ. και π.κ., αριθ. 8). Σημειώνεται εδώ ότι είναι άστοχη η εξακολούθηση χρησιμοποίησης των όρων «πολιτική αγωγή» και «πολιτικώς ενάγων» σε ειδικούς ποινικούς νόμους μετά την ψήφιση του του νέου ΚΠΔ, όπως στο άρθρο 46 Ν. 4679/2020 και στο άρθρο 97 παρ. 7 Ν. 4622/2019, που προφανώς παραπέμπουν στον ισχύοντα σήμερα θεσμό της υποστήριξης της κατηγορίας (Χ. Σεβαστίδης, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τόμ. 1, 2η έκδ., 2023, άρθ. 63, σ. 1081 = sakkoulas-online). Εξάλλου η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του θιγέντος, λόγω δε της αυτοτέλειας αυτής είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής της καθεμιάς από τις εν λόγω απαιτήσεις από διαφορετικό χρονικό σημείο και ειδικότερα εάν τα επικαλούμενα και αποδειχθέντα περιστατικά της ηθικής βλάβης, λόγω της φύσης τους, στοιχειοθετήθηκαν βαθμιαία και επιτάθηκαν με την πάροδο των ετών (ΣτΕ 1696/2003 ΕΔΚΑ 2003/829 = ΔΔικ 2004/1548 = sakkoulas-online). Δεδομένου ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία δεν έχει ως θεμελιωτικό στοιχείο της την ύπαρξη υλικής ζημίας, για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως αυτής δεν αρκεί η τέλεση της αδικοπραξίας, αλλά απαιτείται να συντελεσθεί και η ηθική βλάβη, όπως αυτή περιγράφεται από τον ζημιωθέντα, οπότε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η σχετική αξίωση. Επομένως, εν όψει της αυτοτελείας που εμφανίζει η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αξίωση για αποζημίωση λόγω περιουσιακής βλάβης, είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής κάθε μιας από τις αξιώσεις αυτές από διαφορετικό χρονικό σημείο (ΣτΕ 2412/2009) (Β. Μωυσίδης, Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, 7η έκδ., 2024, άρθ. 71, σ. 503 = sakkoulas-online). Περαιτέρω η θαλάσσια μεταφορά επιβατών ακολούθησε, αν και με χρονική καθυστέρηση τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων στο δρόμο της διεθνούς ομοιόμορφης ρύθμισης. Η πρώτη απόπειρα με τη μορφή της διεθνούς συμβάσεως Βρυξελλών 1961 δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής και δεν κυρώθηκε από τη χώρα μας. Μετά ακολούθησε η διεθνής σύμβαση Αθηνών του 1974 που τέθηκε σε ισχύ το 1987 και κυρώθηκε από την Ελλάδα τα 1991. Με αυτή τερματίστηκε η συμβατική ελευθερία που απολάμβαναν επί μακρόν οι θαλάσσιοι μεταφορείς επιβατών σε διεθνή κλίμακα, κάτι επιτακτικό λόγω της διαδεδομένης χρησιμοποίησης μέσων για τη μεταφορά επιβατών από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η διεθνής σύμβαση Αθηνών δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εθνικής μεταφοράς (ΜΕφΠειρ 28/2019 σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς contra ΜΕφΠειρ 94/2023 σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Το κενό ήρθε να καλύψει εν μέρει ο κανονισμός 392/2009 σχετικά με την ευθύνη των θαλάσσιων μεταφορέων επιβατών σε περίπτωση ατυχήματος (βλ. Κοροτζή Ο νέος κανονισμός 392/2009 για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα επιβατών σε περίπτωση ατυχήματος ΕΝΔ 2010, 305 και ΕΝΔ 2009, 256) που επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής της διεθνούς συμβάσεως Αθηνών και σε εθνικές μεταφορές (Λ. Αθανασίου Ναυτικό δίκαιο 2η έκδοση 2025, 795).
Τέλος στο άρθ. 74 παρ. 1 ν. 4690/2020 (Κύρωση Π.Ν.Π. σχ. με κορωνοϊό/Επαναλειτουργία δικαστηρίων – ΦΕΚ Α’ 104/30-5-2020) ορίζεται ότι: “1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13-3-2020 έως 31-5-2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους”. Με τη ρύθμιση του ως άνω άρθρου, η διαδρομή της προθεσμίας συνεχίζεται (χωρίς να αφετηριάζεται εκ νέου) από την άρση της αναστολής (1-6-2020) και μέχρι πέρατος της προθεσμίας, με την πρόσθεση και άλλων 30 ημερών στις προθεσμίες που ειδικά προβλέπονται στο εδ. γ της παρ. 1 επ’ αυτού. Το αντικείμενο της παρ. 1 εξαντλείται αποκλειστικά στη ρύθμιση της επίπτωσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την κρίσιμη περίοδο από 13-3-2020 έως 31-5-2020 στις δικονομικές και νόμιμες προθεσμίες (ΚΥΑ Δ1α/ΓΠοικ. 17733 ΦΕΚ Β’ 833/12-3-2020, ΚΥΑ Δ1α/Γποικ. 33202 ΦΕΚ Β’ 2033/28-5-2020). (ΤρΕφΠειρ 501/2025 δημοσιευμένη σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Στη συνέχεια, στο άρθρο 83 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α’ 48/31-3-2021) περιλήφθηκαν διατάξεις για την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και στην παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι : “Το χρονικό διάστημα από τις 7-11-2020 έως την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α’ 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους”. Ακολούθως, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Α’ 54/9-4-2021) ορίστηκε ότι : “Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α’ 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26-3-2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6.00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00” (Β’ 1194), ήτοι η 6η-4-2021””. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 83 παρ. 1 Ν. 4790/2021 καταλαμβάνει (κατ’ αρχήν) προθεσμίες ενδίκων βοηθημάτων και μέσων οι οποίες καταλήφθηκαν από την αναστολή της περιόδου 7-11-2020 έως 6-4-2021, είτε επειδή αφετηριάστηκαν πριν τις 7-11-2020 [όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση], είτε επειδή το αφετήριο γεγονός της προθεσμίας έλαβε χώρα στη διάρκεια της αναστολής. Ο νομοθέτης αξιολογώντας διαφορετικά κάθε φορά τα δεδομένα εκάστης αναστολής στα πλαίσια της πανδημίας, στην πρώτη περίπτωση της αναστολής από 13-3-2020 έως 31-5-2020, προέκρινε τη χορήγηση προθεσμίας παράτασης 30 ημερών για τις προθεσμίες που θα έληγαν μετά την αναστολή αυτή και στη δεύτερη περίπτωση της αναστολής από 7-11-2020 έως 6-4-2021 [που ενδιαφέρει εν προκειμένω] επέλεξε τη χορήγηση συντομότερης προθεσμίας παράτασης και δη μόνο αυτή των 10 ημερών για τις προθεσμίες που θα έληγαν μετά την αναστολή αυτή. Γι’αυτό οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδ. τελ. του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και 1 παρ. 1 εδ. τελ. του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021, έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα, οπότε το πεδίο εφαρμογής τους καταλαμβάνει αποκλειστικά τις περιοριστικά αναφερόμενες στις διατάξεις αυτές προθεσμίες και την περίοδο της αναστολής στην οποία η καθεμία από τις διατάξεις αυτές αναφέρεται (ΤρΕφΠειρ. 501/2025 ο.π.).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η φερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου προστηθέντος της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας φέρεται με το δικόγραφο της αγωγή ότι τελέστηκε στις 11.8.2017 ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 14.3.2023 δηλαδή μετά την πάροδο πέντε ετών, επτά μηνών και τριών ημερών, και δεν επιδόθηκε ποτέ στον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος κατά τον ισχυρισμό των εκκαλουσών είναι ο φυσικός αυτουργός του πλημμελήματος για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη και εν τέλει αυτός καταδικάστηκε αμετάκλητα σε φυλάκιση 10 μηνών, αλλά η αγωγή επιδόθηκε μόνο στην πρώτη εναγομένη πλοιοκτήτρια και δεύτερη εναγομένη διαχειρίστρια. Μάλιστα με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τον τρίτο εναγόμενο και μάλιστα το σχετικό κεφάλαιο δεν έχει προσβληθεί με λόγο εφέσεως. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η Σύμβαση των Αθηνών δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εθνικής μεταφοράς επιβατών, όπως αυτή την οποία αφορά η αγωγή, αφού υφίσταται διχογνωμία της νομολογίας ως προς το θέμα αυτό, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, και ότι συνεπώς δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η διετής και προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 και 2 αυτής παραγραφή, όπως παραπονούνται οι εκκαλούσες, καθώς είναι αντιφατικό αφενός να θεωρείται ότι η αξίωση υπόκειται στη διετή παραγραφή της Σύμβασης των Αθηνών, αλλά αφετέρου να κρίνεται ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν έχει το απαιτούμενο από το νόμο περιεχόμενο ώστε να θεμελιωθεί η ενδοσυμβατική αξίωση, διότι δεν εξειδικευόταν ποια εκ των δύο πρώτων εναγομένων κατάρτισε τη σύμβαση μεταφοράς επιβατών, η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετής παραγραφή ενεργεί υποκειμενικά μόνο δηλαδή κατά του τρίτου εναγομένου ως προς τον οποίο κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή. Το γεγονός ότι η δεύτερη εκκαλούσα παραστάθηκε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου προς υποστήριξη της κατηγορίας θα διέκοπτε την παραγραφή μόνο για την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της δεύτερης ενάγουσας κατά του τρίτου εναγομένου στον οποίο όμως δεν επιδόθηκε η αγωγή. Και τούτο διότι όπως ήδη προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη αφενός ο θεσμός της υποστήριξης της κατηγορίας έχει αμιγώς ποινικό χαρακτήρα και αφετέρου η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του θιγέντος, λόγω δε της αυτοτέλειας αυτής είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής της καθεμιάς από τις εν λόγω απαιτήσεις από διαφορετικό χρονικό σημείο και επομένως ακόμη και η δήλωση υποστήριξη της κατηγορίας δεν θα διέκοπτε την παραγραφή της αξίωσης ενώπιον του αστικού δικαστηρίου, ως προς τα αγωγικά αιτήματα περί περιουσιακής ζημίας αμφοτέρων των εναγουσών, ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας και ως προς όλα τα αιτήματα της αγωγής που ασκήθηκε κατά της πρώτης και δεύτερης εναγομένης (ήδη εφεσιβλήτων). Ως προς τον τρίτο εναγόμενο κρίθηκε ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή, δεν κοινοποιήθηκε η έφεση σε αυτόν ενώ επιπλέον και εκ περισσού να αναφερθεί ότι δεν υφίσταται λόγος έφεσης και συνεπώς το δικόγραφο της εφέσεως είναι απαράδεκτο ως προς αυτόν. Τέλος είναι νομικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι από το διάστημα της πενταετίας πρέπει να αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα αναστολής των δικαστηρίων κατά το διάστημα της πανδημίας και να κριθεί ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός 3 ετών και 7 μηνών διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις εισήγαγαν μόνο αναστολή συμπλήρωσης, είναι εξαιρετικές και επιβεβαιώνουν τη διαδρομή της προθεσμίας που συνεχίζεται (χωρίς να αφετηριάζεται εκ νέου) από την άρση της αναστολής και μέχρι πέρατος της προθεσμίας, με την πρόσθεση και άλλων 30 ημερών. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι οι εμπεριεχόμενες στην αγωγή αξιώσεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στο σχετικό μοναδικό λόγο έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατόπιν των ανωτέρω και με δεδομένο ότι δεν υφίσταται προς εξέταση άλλος λόγος εφέσεως, η κρινόμενη από 4.4.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../4.4.2025 και προσδιορισμού ………./2025 έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του ηλεκτρονικού παραβόλου εφέσεως με αριθμό ……../2025 ποσού 100 ευρώ στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3β του ΚΠολΔ), διότι το ένδικο μέσο απορρίπτεται. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν λόγω του δυσχερούς της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με τη δικονομική απουσία του τρίτου εφεσιβλήτου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 4.4.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../4.4.2025 και προσδιορισμού ……………/2025 έφεση
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο
Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ’ουσίαν
Διατάσσει την εισαγωγή του ηλεκτρονικού παραβόλου εφέσεως με αριθμό …………../2025 ποσού 100 ευρώ στο δημόσιο ταμείο
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού μεταξύ των διαδίκων μερών
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 22 Δεκεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων όσων εξ αυτών παραστάθηκαν.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ