Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 694/2025

Αριθμός    694/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  Ναυτικό

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………..»,  εδρεύουσας στην Αθήνα (οδός ………….), (ΑΦΜ …………..) νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Παναγιώτη ΠΟΡΦΥΡΗ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ……….., 2) ……….., 3) ………., 4) …………, και 5) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Γεώργιο ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ ( με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Β) ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …………, 2) ……….., 3) ………., 4) …………., 5) ……………, 6) ……….,7)  ……….,  8) ……….. 9) ………… 10) ……………….11) ………….., 12) …………13) …………,  14) ………..  15) …………., 16) …………  17) …………   18) ………….. 19) ……………  20) ……………, 21) ……….. 22) ………..  22) …………  24) ……………. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Γεώργιο ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, (ΑΦΜ: …………..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Παναγιώτη ΠΟΡΦΥΡΗ.

Οι υπό στοιχ Α εφεσίβλητοι-Β εκκαλούντες  άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 13.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ  2692/2024  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η εναγόμενη και ήδη υπό στοιχ Α εκκαλούσα-Β εφεσίβλητη με την από 10.9.2024 ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………./2024 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2024) και β) οι ενάγοντες και ήδη  υπό στοιχ Β εκκαλούντες με την από  2.10.2024  (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ΠΡΩΤ ………/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ………../2024), των οποίων δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 5η.6.2025, μετά δε από αναβολή, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των υπό στοιχ Α εφεσιβλήτων και των υπό στοιχ Β  εκκαλούντων, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγορος της υπό στοιχ Α εκκαλούσας-Β εφεσίβλητης αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 10.9.2024 και 2.10.2024 με αριθμούς κατάθεσης ……../16.9.2024 και ……../2.10.2024 και προσδιορισμού ………./2024 και ………/2024 εφέσεις κατά της οριστικής με αριθμό 2692/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 621 του ΚΠολΔ), επί της από 13.12.2023 με αριθμό κατάθεσης ……../2023 αγωγής, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2γ του ΚΠολΔ όπως ισχύει από 16.9.2024 σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 120 παρ. 1 του ν. 5134/2024 καθόσον για κάθε ένα από του 1-5 ενάγοντες το αίτημα της αγωγής υπερέβαινε τις 30.000 ευρώ και άρθρο 19 του ΚΠολΔ, και εμπροθέσμως, εντός της γνήσιας 30νθήμερης προσθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης την 9.9.2024, σύμφωνα με τη με αριθμό …../2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………….. (σχετ. Δ) (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ).  Ακολούθως οι προαναφερόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο εφέσεως του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012, ενώ έχουν καταβληθεί τα με αριθμό …. και …. γραμμάτια προκαταβολής ενσήμων των καταθεσάντων δικηγόρων. Επίσης πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της προφανούς συνάφειας αυτών αφού πλήττουν την ίδια απόφαση (άρθρα 246, 524 και 591 ΚΠολΔ).

Με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 13.12.2023 με αριθμό κατάθεσης ………../2023 αγωγή οι ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι απογεγραμμένοι και πιστοποιημένοι ναυτικοί ναυτολογημένοι στα πλοία πλοιοκτησίας της εναγομένης και ότι αυτή είναι  ανώνυμη εταιρεία, που συστάθηκε, ως νομικόπρόσωπο ιδιωτικού. δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις τou Ν. 1067/1980 (ΦΕΚ Α.187}. ‘Οτι λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με σκοπό την διευκόλυνση της διέλευσης, την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων διέλευσης των πλοίων από τη Διώρυγα της Κορίνθου και τη μίσθωση των πλωτών μέσω και μηχανημάτων της. Ότι το Καταστατικό της εγκρίθηκε με την Απόφαση Yπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. 2.70483/0025/3.12.2002 και στη συνέχεια προσαρμόσθηκε στις διατάξεις του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 514). Ότι σύμφωνα με το θεσμικό αυτό πλαίσιο έγινε την 18.05.2001 εκχώρηση δικαιωμάτων του Δημοσίου στην εταιρεία ………… για τριάντα (30) χρόνια, με δικαίωμα παράτασης της σύμβασης για μία δεκαετία, ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2010 καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση παραχώρησης και αυτή επανήλθε στην εκμετάλλευση των δικαιωμάτων της Διώρυγας και παρέμεινε ο ιδιωτικο-οικονομικός χαρακτήρας της. Ότι η Διώρυγα της Κορίνθου λειτουργεί επί 24ῴρου βάσεως επί 365 ημέρες κάθε έτος χωρίς καμία εξαίρεση. Ότι η εύρυθμη. λειτουργία της προϋποθέτει την χρησιμοποίηση των αναγκαίων πλωτών μέσων τα οποία διαθέτει (ρυμουλκά, πλοηγίδες), με νομίμως συγκροτημένα πληρώματα, ώστε να μη παρατείνεται αδικαιολόγητα ο χρόνος αναμονής των πλοίων που διέρχονται αυτήν και έτσι απαιτούνται συγκροτημένα πληρώματα για τη ρυμούλκηση και πλοήγηση των διερχομένων πλοίων, η αυξημένη, ετοιμότητα για την κάλυψη των αναγκών, η πρόνοια για τη συντήρηση ἡ αντικατάσταση {σε περίπτωση βλαβών) πλωτών μέσων και αναπλήρωση [σε περίπτωση χορήγησης αδειών ἡ ασθένειας) προσωπικού και ότι αφενός απαιτείται ο απαραίτητος αριθμός των ναυτικών, προκειμένου να καλύπτονται οι νόμιμες προβλεπόμενες από το νόμο οργανικές θέσεις κἀθε πλοίου, αλλά και η αυξημένη εργασία τους, την οποία, μόνο ως ναυτικοί είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν, αφού είναι συνυφασμένη με τη φύση του ναυτικού επαγγέλματος και μάλιστα παρέχεται υπό τους όρους του Κώδικα Ιδιωτικού και του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, δηλαδή με κανόνες αναγκαστικού δικαἰου αμέσου εφαρμογής καὶ δημοσίας τάξεως. Ότι το προσωπικό της εναγομένης διακρίνεται σε δύο κατηγορίες αυτούς που συνδέονται με χερσαία εργασία με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου και καλύπτουν διοικητικές και τεχνικές ανάγκες βάσει σταθερού προγράμματος σαρανταοκταώρης εβδομαδιαίας εργασίας και ασφαλίζονται στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ και αυτό με συμβάσεις ναυτικής εργασία στο οποίο ανήκουν αυτοί καθώς ασφαλίζονται στο ΝΑΤ και αμείβονται με βάση την εκάστοτε σσνε επί ρυμουλκών πλοίων που καταρτίζεται μεταξύ του συνδικαλιστικού τους οργάνου και της εναγομένης και ότι οι συμβάσεις εργασίας τους υπάγεται στον ΚΙΝΔ, δεν έχει σχέση με χερσαία εργασία και ενώ οι οργανικές μεταβολές στο πρόσωπο της εναγομένης δεν επέφεραν μεταβολές στους όρους αμοιβής και εργασίας τους και ότι ορίζονται ειδικότερα από  την από 10.9.1998 ΣΣΕ Προσωπικού Ναυτικής Υπηρεσίας της ΑΕΔΙΚ και β) στην από 16.9.2008 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων Διώρυγας της ………… και η από 10.9.1998 Σ.Σ.Ε. και η από 16.9.2008 Σ.Σ.Ε. διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την τυπική λήξη της ισχύος και για το λόγο αυτό η εναγομένη κατέβαλε τις από τα προαναφερόμενα νομοθετήματα αποδοχές τους μέχρι τη διετία 2011 εως 2012 που περιέκοψε αυθαίρετα τις αποδοχές τους. Ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από τη με αριθμό ΑΠ 1668/2022 που απέρριψε αίτηση αναιρέσεως κατά της ΕφΠειρ 286/2020 αφού κρίθηκε ότι τόσο το βαθμολογικό όσο και το μισθολογικό σύστημα του ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου αφού το ναυτικό προσωπικό δεν έχει βαθμίδες και τα ειδικά καθήκοντα τους προσιδιάζουν στην άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, ότι η από 10.9.1998 σσε και η από 16.9.2008 αποτέλεσαν το περιεχόμενο των συμβατικών όρων στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και ότι με βάση τη σύμβαση αυτή ναυτικής εργασίας προβλεπόταν δικαίωμα αδείας με αποδοχές και επιπλέον καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και ότι η επελθούσα από 1.12013 περίπτωση της παραγράφου 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα η όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, αφορούσε αποκλειστικώς και μόνο λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του δημοσίου σε στενή και ευρεία έννοια  δηλαδή τα νπδδ, νπιδ και οτα καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας του πυροσβεστικού και λιμενικού σώματος και δεν αφορά εργαζόμενους συνδεόμενους με σύμβαση ναυτικής εργασίας. Ότι για το λόγο αυτό ρητά με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4354/2015 περί καθορισμού ενιαίου μισθολογίου των απασχολούμενο στο Δημόσιο και τον ευρύτερο τομέα του ορίστηκε ότι “οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της ………… εξαιρούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και ότι με το άρθρο αυτό καθορίζονται οι βασικοί μισθοί κάθε ειδικότητας, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού, αμοιβή για αργίες, υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση και ότι σχετίζεται με το γεγονός ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4354/2015 ίσχυσε η σσνε για τα ρυμουλκά που κυρώθηκε με την ΥΕΝ 3525.1.9/01/2014 με διάρκεια όλο το έτος και μέχρι τις 31.12.2015 και στη συνέχεια οι σσνε πληρωμάτων ρυμουλκών του έτους 2016 που κυρώθηκε με την ΥΕΝ 2242.5.1.9/34847/2016 φεκ β 1229/2016, η σσνε ρυμουλκών του 2017 που κυρώθηκε με την ΥΕν 2242.5.1.9/87292/2017 και η σσνε πληρωμάτων ρυμουλκών 2019 που κυρώθηκε με τη με αριθμό ΥΕΝ 2242.5.1.9/34847/2019 που ίσχυσε έως τις 31.2.2020. Ότι κατά την περίοδο που αφορά το περιεχόμενο της αγωγή δηλαδή τα έτη 2022 -2023 ίσχυσε η σσνε πληρωμάτων ρυμουλκών πλοίων 2021 που κυρώθηκε με την ΥΕΝ 2242.5.1.9/69664/2021  και αυτή του 2023 που κυρώθηκε με τη με αριθμό ΥΕΝ 2242.5.4/17657/2023 και καθορίζει την υπερωριακή αμοιβή, τις προσαυξήσεις Σαββάτου και Κυριακής πέραν του 8ώρου και την αμοιβή νυχτερινής απασχόλησης, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή. Ακολούθως αιτήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διαφορά νυχτερινής απασχόλησης, επίδομα Κυριακών ποσού 22% με κύρια και επικουρική βάση, και επιδόματα εορτών και αδείας τα οποία η εναγομένη δεν τους κατέβαλε επικαλούμενη το ενιαίο μισθολόγιο και την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ενώ αιτήθηκαν και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και τέλος  μετέτρεψαν το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την τοπική υλική και λειτουργική αρμοδιότητα του λόγω της ναυτικής φύσεως της διαφοράς απορρίπτοντας μάλιστα ισχυρισμό ότι αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας λόγω της έδρας της εναγομένης και στη συνέχεια έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη μόνο ως προς τους πέντε πρώτους ενάγοντες και μόνο ως προς το επίδομα Κυριακών που έκρινε ότι έχει έρεισμα στο άρθρο 288 του ΑΚ και όχι στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται μόνο στη χερσαία και όχι τη ναυτική εργασία και ακολούθως αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμους ισχυρισμούς περί α) καταχρηστικής άσκησης αγωγής και β) παραγραφής, κρίνοντας ότι η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 281 του ν. 5020/2023 δεν είχε παρέλθει, ως προς το επίδομα αυτό δέχθηκε κατ’ουσία την αγωγή αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 17.899,20 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο έως και πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 15.523,20 ευρώ εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή. Κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το επίδομα αδείας και ως νομικά αβάσιμη ως προς τα υπόλοιπα αιτήματα. Κατά την απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότερα τα διάδικα μέρη που ηττήθηκαν εν μέρει και αιτούνται την εξαφάνιση της για τους αναφερόμενους στις εφέσεις λόγους, οι ενάγοντες διότι ελήφθη υπόψη απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, παραβιάστηκε το δεδικασμένο εκ της ΑΠ 1668/2022 αποφάσεως του ΑΠ, απορρίφθηκε η αδικοπρακτική βάση και ως μη νόμιμες οι αξιώσεις τους, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της για όλους του ενάγοντες, και η εναγομένη ώστε να απορριφθεί και για το επίδομα Κυριακών κατά το οποίο έγινε δεκτή ως προς τους πέντε πρώτους ενάγοντες επαναφέροντας ισχυρισμούς περί αοριστίας και περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Ο πρώτος λόγος εφέσεως των 6ου έως και 24ου εργαζόμενων εναγόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αλυσιτέλειας του αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη και νόμω αβάσιμη την αγωγή τους και δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς τυχόν αποδοχή του σχετικού λόγου δεν θα οδηγούσε σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης.

Από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/2013, 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ’ άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008). Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με το άρθρο 18§§1 και 3 του κν. 2190/1920 την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενεργώντας συλλογικά, το καταστατικό της, όμως, μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δηλ. ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης, να προτείνεται δε και να προσδιορίζεται συγκεκριμένα, για το ορισμένο του λόγου αυτού μη εξέτασης, από τον επιθυμούντα την μη εξέταση του μάρτυρα (και πριν την όρκιση αυτού) διάδικο. Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403§§2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει, ότι, ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 2194/2014 δημ. νόμος). Με τον πρώτο λόγο εφέσεως οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος και 5ος των εργαζομένων παραπονούνται διότι εξετάστηκε στο ακροατήριο ο γενικός διευθυντής της εναγομένης εργοδότριας ο οποίος κατά τον ισχυρισμό τους είναι εξαιρετέος μάρτυρας. Όμως σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν η ιδιότητά του μάρτυρα ως Γενικού Διευθυντή δεν τον καθιστά από μόνη της ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα στην εκκαλουμένη απόφαση και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι αυτός ήταν συγχρόνως και διευθύνων σύμβουλος που μετέχει στη διοίκηση της εναγομένης ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έλαβε υπόψη και την κατάθεση του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα ουδόλως έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο και δη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού κατ’ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού την οποία σχημάτισε -κατά την περιεχομένη στην απόφαση βεβαίωση- από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν απλώς Γενικός Διευθυντής της εναγομένης και όχι και μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και συνεπώς εξαιρετέος μάρτυρας κατ’ άρθ. 400 αριθ.3 ΚΠολΔ ως πρόσωπο που μπορεί να έχει συμφέρον στην δίκη). Τα όσα περί του αντιθέτου αναφερόμενα στον πρώτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Το «Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ.) 64/2023» αναφέρεται στην τροποποίηση του β.δ. 198/1966 για τον καθορισμό των αποδοχών του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών και την παραχώρηση επιδομάτων σε ναυτικό προσωπικό. Το διάταγμα τροποποιεί συγκεκριμένα το άρθρο 1 και 2 του β.δ. 198/1966, αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των μισθών (π.χ. βάσει μισθών πλοιάρχων) και προσθέτει ένα ειδικό επίδομα ημεραργιών και υπερωριών. Στο άρθρο 1 του προαναφερόμενου προεδρικού διατάγματος γίνεται αναφορά στο άρθρο 34 του ν. 4256/2014 (φεκ α’ 92) στο οποίο ρυθμίζονται ζητήματα πλοηγικής υπηρεσίας ως εξής: “1. Στο ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων που μετακινείται στο Εσωτερικό προς εκτέλεση Υπηρεσίας, παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης προκαταβολής, σε βάρος της διαχείρισης του Πλοηγικού Σταθμού, από τον οποίο μετακινείται, της παγίας προκαταβολής του Κεφαλαίου Πλοηγικής Υπηρεσίας, μέχρι και του 75% του συνολικά δικαιούμενου ποσού, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου και εγκρίσεως του Προϊσταμένου του Πλοηγικού Σταθμού. 2.  Η δεύτερη παράγραφος του εδαφίου 1 της παρ. 1 του άρθρου 213 του ν. 4072/2012 (Α’ 86) αντικαθίσταται ως εξής: «Η αρμοδιότητα και η, μετά την εκκαθάριση των ναυτολογίων, διαχείριση των ειδικών λογαριασμών «Κεφάλαιο Ναυτικής Εκπαίδευσης» (Κ.Ν.Ε.) και «Κεφάλαιο Πλοηγικής Υπηρεσίας» (Κ.Π.Υ.) ασκείται από 1.4.2012 από τις αντίστοιχες αρμόδιες Διευθύνσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου». 3.  α. Οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας διαμορφώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ 198/1966 (Α’ 48) και εξαιρούνται από τις διατάξεις του ν. 4024/2011 (Α’ 226), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40) από το χρόνο που αυτές ίσχυσαν. β. Οποιεσδήποτε αποδοχές έχουν καταβληθεί στο ανωτέρω προσωπικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 198/1966 (Α’ 48), θεωρείται ότι καταβλήθηκαν νομίμως έως το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου. γ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του β.δ. 198/1966 αντικαθίσταται ως εξής:«1. Ως μηνιαίοι βασικοί μισθοί του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών ορίζονται οι εκάστοτε ισχύοντες, αντίστοιχοι βασικοί μισθοί των πληρωμάτων των Ελληνικών επιβατηγών πλοίων εσωτερικού σύμφωνα με τις κάτωθι διακρίσεις: α) για τους Αρχιπλοηγούς ο του Πλοιάρχου αυξημένος κατά 23,50%, β) για τους Πλοηγούς και βοηθούς Πλοηγών ο του Πλοιάρχου αυξημένος κατά 12,50%, γ) για τους Κυβερνήτες ο του Ναυκλήρου αυξημένος κατά 32,50%, δ) για τον Αρχιμηχανοδηγό ο του Μηχανοδηγού Α’ τάξεως αυξημένος κατά 19%, ε) για τους Μηχανοδηγούς ο του Μηχανοδηγού Α’ τάξεως αυξημένος κατά 13%, στ) για τον Αποθηκάριο και ξυλουργό ο του Ναυκλήρου αυξημένος κατά 13%, ζ) για τους Λεμβούχους ο του Ναύτου αυξημένος κατά 13%.» δ. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας παύουν να καταβάλλονται στο προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας από 1.1.2013. Οποιαδήποτε ποσά έχουν καταβληθεί στο ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας από 1.1.2013 και εφεξής για την αιτία αυτή επιστρέφονται στο «Κεφάλαιο της Πλοηγικής Υπηρεσίας», ως μη νομίμως καταβληθέντα. Η επιστροφή γίνεται με παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές σε ισόποσες δόσεις μέχρι 31 Μαΐου 2014. ε. Από το συνολικό ποσό των εσόδων του «Κεφαλαίου Πλοηγικής Υπηρεσίας», ποσοστό 8% παρακρατείται και αποδίδεται ανά τρίμηνο στον Κρατικό Προϋπολογισμό.”  Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 4354/2015: 1. Οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της …………….. εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος και διαμορφώνονται ως εξής : Α. Βασικοί Μισθοί : α) Για τους Πλοηγούς στο ποσό των 2.940 ευρώ, β) Γ ια τους Κυβερνήτες Ρ/Κ με δίπλωμα Πλοιάρχου Α’, Β’ ή Γ’ τάξης στο ποσό των 2.000 ευρώ. γ) Για τους Κυβερνήτες Ρ/Κ με δίπλωμα Κυβερνήτη στο ποσό των 1.825 ευρώ. δ) Για τους Μηχανικούς Ρ/Κ με δίπλωμα Μηχανικού Α’, Β’ ή Ρ τάξης στο ποσό των 1.965 ευρώ. ε) Για τους Μηχανοδηγούς Α στο ποσό των 1.435 ευρώ. στ) Για τους Κυβερνήτες Πλοηγίδος (Α/Κ) στο ποσό των 1.720 ευρώ. ζ) Για τους Ναύτες στο ποσό των 1.330 ευρώ, η) Για τους Ναυτόπαιδες στο ποσό των 840 ευρώ. Β. Επίδομα Κυριακών. Σε όλους τους ανωτέρω, πλην των Πλοηγών, καταβάλλεται αμοιβή – επίδομα Κυριακών – μηνιαίως σε ποσοστό είκοσι δύο τοις εκατό (22%) επί των βασικών μισθών τους με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 της 3525.1.9/01/2014 συλλογικής σύμβασης εργασίας των Πληρωμάτων Ρυμουλκών (Β’ 1412). Γ. Αμοιβή νυκτερινής εργασίας, αργιών και υπερωριακής εργασίας Σε όλους τους ανωτέρω καταβάλλεται επίσης μηνιαίως αμοιβή, για εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες, τις αργίες και υπερωριακή εργασία, ο υπολογισμός της οποίας γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της 3525.1.9/01/2014 συλλογικής σύμβασης εργασίας των Πληρωμάτων Ρυμουλκών (Β’ 1412), ως εξής: Πλοηγοί 240 ευρώ Κυβερνήτες Ρ/Κ με δίπλωμα Πλοιάρχου A’, Β’ ή Γ’ τάξης 160 ευρώ Κυβερνήτες Ρ/Κ με δίπλωμα Κυβερνήτη 150 ευρώ Μηχανικοί Ρ/Κ με δίπλωμα Μηχανικού Α’, Β’ ή Γ’ τάξης 160 ευρώ Μηχανοδηγοί Α 115 ευρώ Κυβερνήτες Πλοηγίδος (Α/Κ) 140 ευρώ Ναύτες 100 ευρώ Ναυτόπαιδες 65 ευρώ 2. Πέρα των ανωτέρω αποδοχών δεν καταβάλλεται καμία άλλη αμοιβή. 3. Εξακολουθεί να ισχύει ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου απολαβών του άρθρου 28.4. Τα ποσά των περιπτώσεων Α’, Β’ και Γ’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ίδιου νόμου : “Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις: α. Των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 μέχρι 31.12.2018. Για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ως άνω διάταξης λαμβάνονται υπόψη όλες οι μισθολογικές και μη μισθολογικές παροχές. Η ευθύνη εφαρμογής των διατάξεων αυτών ανήκει στη διοίκηση των φορέων. β. Του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 4024/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος. γ. Της παρ. 1 του άρθρου 124 του ν. 4199/2013 (Α 216). δ. Του άρθρου 34 του ν. 4256/2014 (Α’ 92). ε. Του άρθρου 88 του ν. 2071/1992 (Α’ 123).στ. Της παρ.8 του άρθρου 26 του ν. 4325/2015 (Α’ 47). ζ. Των άρθρων 12, 13, 14 του ν. 1566/1985 (Α’ 167).η. Της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4024/2011 για τις τοπικές διοικητικές επιτροπές του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και του ΟΑΕΕ και τη Διαχειριστική Επιτροπή του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσα υπουργική απόφαση (2/73813/0022/ 28.12.2011, ΕΓ 486). θ. Της παρ. 2 του άρθρου 24 του Π.δ. 57/2007 (Α΄59). ι. Της παρ. 6 του άρθρου 10 του Ν. 2331/1995 (Α΄173). ια. Της αριθμ. 38222/1357/11.4.1985 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄203) σχετικά με την κατάταξη των υπαλλήλων του Εθνικού Τυπογραφείου οι οποίοι είναι πτυχιούχοι της Σχολής Τυπογραφίας του Ν. 2065/1952. ιβ. Του άρθρου 109 του Ν. 2071/1992 (Α΄123).¨” Τέλος σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4480/2017 περί θεμάτων πλοηγικής υπηρεσίας “1. Το εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 4256/ 2014 (Α’ 92) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας διαμορφώνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 198/1966 (Α’ 48) και εξαιρούνται από τις διατάξεις του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α΄40), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) από το χρόνο που αυτές ίσχυσαν.» 2. Οποιεσδήποτε αποδοχές έχουν καταβληθεί στο ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας έως το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας διάταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 198/1966 (Α΄48), όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4256/2014, θεωρείται ότι καταβλήθηκαν νομίμως και προσηκόντως. 3[1]. Μέχρι τις 31.12.2021, η διενέργεια διαδικασιών σύναψης και εκτέλεσης των πάσης φύσεως συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, κατά τις διατάξεις του ν. 3142/1955 (Α ́ 43) και του εκτελεστικού αυτού β.δ. 28 Ιανουαρίου/26 Φεβρουάριου 1958 (Α ́ 44), που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία των κατά τόπους Πλοηγικών Σταθμών και μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ πλέον Φ.Π.Α. ετησίως ανά Α.Λ.Ε., για καθέναν από τους Σταθμούς αυτούς υλοποιείται από τους κατά τόπους Πλοηγικούς Σταθμούς. Άρθρο 2. Τροποποίηση του άρθρου 2 του β.δ. 198 της 1/5.3.1966. Στο άρθρο 2 του β.δ. 198 της 1/5.3.1966 τροποποιείται η περ. α), η υποπερ. (ι) της περ. α) αναριθμείται σε ξεχωριστή περίπτωση δ), προστίθενται περ. γ) και ε) και προστίθεται παρ. 2 ως εξής:«1. Στο σύνολο του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας παρέχεται: α) ειδικό κατ’ αποκοπή μηνιαίο επίδομα ημεραργιών και υπερωριών 20% επί του μισθού ενεργείας, β) αντίτιμο τροφής ίσο με αυτό που παρέχεται στους ναυτικούς των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων εσωτερικού, όπως αυτό καθορίζεται στην εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας των πληρωμάτων των επιβατηγών πλοίων εσωτερικού, γ) μηνιαίο επίδομα επικινδυνότητας δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του μισθού ενεργείας, δ) ειδικό κατ’ αποκοπή μηνιαίο επίδομα Σαββάτου ποσοστού 19,2% για τους Αρχιπλοηγούς και Κυβερνήτες και 22, 5% για τους Πλοηγούς και το υπόλοιπο προσωπικό υπολογιζόμενο επί του μισθού ενεργείας και  ε) ειδικό κατ’ αποκοπή μηνιαίο επίδομα Κυριακών ποσοστού 22% υπολογιζόμενο επί του μισθού ενεργείας. 2. Ο υπολογισμός των ανωτέρω επιδομάτων επί του μισθού ενεργείας γίνεται κατόπιν της προσαύξησής του κατά τα αναφερόμενα σε κάθε περίπτωση ποσοστά, σύμφωνα με τις διακρίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος.».

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που τέθηκε σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1137/2006, ΑΠ 728/1996 ΑΠ 981/1993, ΑΠ 1019/1993). Tαυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ’ αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997). Η ταυτότητα, εξ άλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρα 325 – 329 ΚΠολΔ ισχύει, και πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 1025/1993 δημ. νόμος). Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν και ούτε βέβαια είναι κατ’ αρχήν δυνατή η ανάλογη διεύρυνση των δεσμευόμενων από το δεδικασμένο προσώπων [βλ. και Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ (2007) §29 σ.587 – 591]. Μάλιστα τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως με την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο της με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Κατά την έννοια αυτή το δεδικασμένο χαρακτηρίζεται σε όλες τις σχετικές περιπτώσεις ως ουσιαστικό σε αντιδιαστολή προς το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης και καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 1019/1993, 1137/2006), εμποδίζοντας να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 2028/2014 με περαιτέρω παραπομπές σε παλαιότερη νομολογία του ίδιο Δικαστηρίου: ΑΠ 47/2006, 613/2007, 522/2008, 249/2011,256/2011, 1286/2011). Εξαίρεση από τη διπλή αυτή δέσμευση δικαιολογείται όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΟλΑΠ 34/1992,  ΑΠ 128/2008) ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης (ΑΠ 1312/2006, 641/2008, 226/2001).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524 § 1, 525 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμενο και χωρίς ειδικό παράπονο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, το ορισμένο, ή το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή δεν έχει τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή της στοιχεία ή ασκήθηκε απαραδέκτως, με τους περιορισμούς όμως που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (άρθρο 322 ΚΠολΔ) και από την αρχή της απαγορεύσεως εκδόσεως επιβλαβέστερης αποφάσεως για τον εκκαλούντα. Επομένως, αν η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη ή αόριστη και κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες και να απορρίψει την έφεση, γιατί κωλύεται από τη διαφορετική έκταση του δεδικασμένου, που προκύπτει από κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές. Ούτε όμως να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και να απορρίψει την αγωγή για το λόγο αυτό μπορεί, γιατί στην περίπτωση αυτή η απόφαση είναι δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και θα καταστεί χειρότερη η θέση του, αφού το δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση θα είναι δυσμενέστερο γι’ αυτόν, πράγμα το οποίο επιτρέπει ο νόμος μόνο στην εξαιρετική περίπτωση, που η υπόθεση ερευνάται ουσιαστικώς (ΑΠ 1686/2010, ΑΠ 298/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 44.990). Ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, κατά την παραγ.2 δε του ιδίου άρθρου, οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ`ουσίαν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος δεν ισχύει, αλλά κάμπεται αποφασιστικά όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ` ουσίαν, κατά το άρθρο 535 ΚΠολΔ (ΑΠ 878/2000). Έτσι, αν ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία την εξαφάνισε κατά παραδοχή της έφεσης ή της αντέφεσης, και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο (ΑΠ 134/2008).

Το αγωγικό αίτημα περί επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν νομικά αβάσιμο διότι με διάταξη νόμου δηλαδή το άρθρο 34 του ν. 4256/2014 καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας για το μέλλον από 1.1.2013 και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα για όλους τους απασχολούμενους σε πλοηγικές υπηρεσίες, ορίστηκε τρόπος επιστροφής για αυτά που είχαν καταβληθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, και το άρθρο αυτό διατηρήθηκε ρητά σε ισχύ με το άρθρο 33 του ν. 4354/2015 σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν αναλυτικά στη νομική σκέψη της παρούσας. Εξάλλου όπου στις συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας γίνεται αναφορά σε επιδόματα εορτών αναφέρεται το άρθρο 1 του ν. 1082/1980 που ρυθμίζει τον τρόπο καταβολής επιδομάτων εορτών (ως προς το χρόνο καταβολής και τον τρόπο υπολογισμού) στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Συνεπώς ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή με την αιτιολογία ότι προϋπόθεση για να καταστούν οι συγκεκριμένοι όροι συλλογικής σύμβασης ναυτικής εργασίας και όροι ατομικής σύμβασης εργασίας θα πρέπει η αναφορά να γίνει σε συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας και όχι αόριστα διότι εάν η νεότερη δεν προβλέπει την καταβολή τέτοιων επιδομάτων αυτή θα ισχύει έστω και εάν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διάταξη και ότι οι επικαλούμενες στην αγωγή συλλογικές συμβάσεις πληρωμάτων ρυμουλκών δεν περιέχουν ρυθμίσεις περί επιδομάτων εορτών. Η αιτιολογία του θα αντικατασταθεί ως προς τα επιδόματα εορτών που όταν προβλέπονται στις συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας γίνεται παραπομπή στο νόμο περί μισθωτών ιδιωτικού δικαίου οι οποίοι εξακολουθούν και μετά το 2012 να λαμβάνουν επιδόματα εορτών σε αντίθεση με τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και στη συνέχεια ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως κατά το μέρος που αφορά τα επιδόματα εορτών θα απορριφθεί ως αβάσιμος. Αντιθέτως κατά το μέρος που ο σχετικός λόγος εφέσεως αφορά τα επιδόματα αδείας ως προς τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε το αίτημα απαράδεκτο λόγω αοριστίας, το δικαστήριο κατ’αυτεπάγγελτη κρίση και κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού δευτέρου λόγου εφέσεως θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, διότι το αίτημα δεν είχε έρεισμα στο νόμο ώστε να τροποποιηθεί το διατακτικό και το δεδικασμένο της απόφασης. Τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε τα επιδόματα αδείας επίσης καταργήθηκαν, όπως και τα επιδόματα εορτών, από 1.1.2013 (με το ν. 4093/2012) σε όλους τους απασχολούμενους στις πλοηγικές υπηρεσίες. Η εκκαλουμένη θα εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό, διότι το διατακτικό της νόμω απόρριψης οδηγεί σε διαφορετικό δεδικασμένο και ακολούθως αφού εξαφανίσει το παρόν δικαστήριο ως προς το αγωγικό αίτημα περί επιδομάτων εορτών την εκκαλουμένη στη συνέχεια, κατ’αυτεπάγγελτη κρίση, θα απορρίψει το σχετικό αγωγικό αίτημα σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 2 του ΚΠολΔ ως νομικά αβάσιμο. Τέλος ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί προσαύξησης λόγω νυχτερινής εργασίας ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015 γίνεται ρητή παραπομπή στο άρθρο 4 της συλλογικής σύμβασης εργασίας πληρωμάτων ρυμουλκών του 2014 που κυρώθηκε με τη με αριθμό 3525.1.9/01/2014 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας (β’ 1412) και ότι η παραπομπή ήταν στατική με την έννοια ότι έγινε στη συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση που ίσχυσε το συγκεκριμένο διάστημα και όχι σε κάθε συλλογική σύμβαση που θα ισχύσει διαδοχικά για τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων και όχι δυναμική με την έννοια ότι θα παρακολουθούσε και θα προσαρμοζόταν στις μεταβολές που θα επέρχονταν στις συλλογικές ρυθμίσεις μέσω των συλλογικών συμβάσεων. Τούτο δε διότι αφενός ρητά ορίζεται στην παράγραφο 2 της προαναφερόμενης διάταξης ότι “πέραν των ανωτέρω αποδοχών δεν καταβάλλεται καμία άλλη αμοιβή” και αφετέρου στη σελίδα 10 της αιτιολογικής του παραπάνω νομοθετήματος αναφέρεται ότι “Με τις διατάξεις του άρθρου 30 καθορίζεται το μισθολογικό καθεστώς του ναυτικού προσωπικού της …………………., με παρόμοιο της πλοηγικής υπηρεσίας τρόπο, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί τις ειδικές προς τούτο διατάξεις”. Συνεπές προς την ερμηνεία αυτή είναι το μεταγενέστερο άρθρο τέταρτο του  Ν. 4480/2017 περί θεμάτων πλοηγικής υπηρεσίας που όρισε ότι “1. Το εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 34του ν. 4256/ 2014 (Α’ 92) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας διαμορφώνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 198/1966 (Α’ 48) και εξαιρούνται από τις διατάξεις του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α΄40), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) από το χρόνο που αυτές ίσχυσαν. Και 2. Οποιεσδήποτε αποδοχές έχουν καταβληθεί στο ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας έως το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας διάταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 198/1966 (Α΄48), όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4256/2014, θεωρείται ότι καταβλήθηκαν νομίμως και προσηκόντως.” Επίσης επιχείρημα υπέρ της παραπάνω ερμηνείας συνάγεται από τη νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων (ΔιοικΠρΠειρ 8404/2017  δημ. νόμος) σύμφωνα με την οποία “οι καταβαλλόμενες στο προσωπικό της πλοηγικής υπηρεσίας αποδοχές και λοιπές παροχές απαριθμούνται περιοριστικά και με αναλυτική παράθεση του υπολογισμού τους, χωρίς να αφήνεται περιθώριο για καταβολή περαιτέρω παροχών, έστω και αν οι παροχές αυτές ενσωματώνονται στον βασικό μισθό που προβλέπεται για τα πληρώματα Ελληνικών επιβατηγών πλοίων εσωτερικού, αφού, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, οι εν λόγω παροχές εξακολουθούν να έχουν τον χαρακτήρα παροχών (επιδομάτων) που δεν εμπίπτουν στις περιοριστικούς απαριθμούμενες για το προσωπικό της πλοηγικής υπηρεσίας παροχές. Όπου ο νομοθέτης θέλησε τη χορήγηση και άλλων επιδομάτων, το έπραξε ρητά (βλ. το άρθρο μόνο του ΠΔ 8/2003, με το οποίο προβλέφθηκε η χορήγηση στο προσωπικό των πλοηγικών σταθμών ειδικού κατ`αποκοπή μηνιαίου επιδόματος Σαββάτου), αφετέρου δε από το ότι το μισθολογικό σύστημα του προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας αποτελεί ένα ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς στο ευρύτερο πλαίσιο οργάνωσης του μισθολογίου του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών του Δημοσίου, λαμβανομένου υπόψη και του ελέγχου στον οποίο υπόκεινται, για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας, οι αποδοχές του εν λόγω προσωπικού. Και τούτο, διότι οι εν λόγω αποδοχές καταβάλλονται στο προσωπικό της πλοηγικής υπηρεσίας από κεφάλαιο (Κεφάλαιο Πλοηγικής Υπηρεσίας), το οποίο σχηματίζεται όχι μόνον από κρατήσεις εκ των αποδοχών των εργαζομένων αλλά και από δημοσίους πόρους, αφού στη δημιουργία του εν λόγω κεφαλαίου συμβάλλουν κατά ουσιώδη τρόπο τα πλοηγικά δικαιώματα, τα οποία αποτελούν δημόσια βάρη, επιβαλλόμενα για την πλοήγηση των πλοίων [ΣτΕ 627/2003 σκ. 7, 968/2008 σκ. 7, πρβλ. την αιτιολογική έκθεση του μεταγενέστερου Ν 4256/2014 «Τουριστικά πλοία και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α` 92, με τον οποίο αφενός επήλθε νομοθετική μείωση των μηνιαίων βασικών μισθών του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών (άρθρο 34 παρ. 3 περ. γ`) στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής στα μισθολογικά ζητήματα του προσωπικού του Δημοσίου και των φορέων του δημόσιου τομέα, αφετέρου εξαιρέθηκαν οι αποδοχές του εν λόγω προσωπικού από τις διατάξεις του Ν 4024/2011, ΦΕΚ Α` 226, και του άρθρου 2 του Ν 3833/2010, ΦΕΚ Α`40, (άρθρο 34 παρ. 3 περ. α` και β`) και ακολούθως του άρθρου 28 του Ν 4354/2015, ΦΕΚ Α` 176 (κατόπιν αντικατάστασης του 34 του Ν 4256/2014 με την παρ. 1 του τετάρτου άρθρου του Ν 4480/2017, ΦΕΚ Α`97)]. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η παραπομπή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015 γίνεται στατικά στο άρθρο 4 της 3525.1.9/01/2014 συλλογικής σύμβασης εργασίας των πληρωμάτων ρυμουλκών 2014 και όχι στις επόμενες συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας ρυμουλκών και έκρινε νομικά αβάσιμο το αίτημα περί υπολογισμού της αναφερόμενης στην αγωγή νυχτερινής απασχόλησης με βάση τα προβλεπόμενα ωρομίσθια των συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας ρυμουλκών πλοίων 2021 και 2023 πλέον της προβλεπόμενης στις προαναφερόμενες σσνε αύξησης του 32,5% (άρθρο 4), ορθά εφάρμοσε το νόμο και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο σχετικό τρίτο λόγο εφέσεως κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Εξάλλου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου όπως εσφαλμένα αναγράφεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης. Η με αριθμό 1668/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που επικαλούνται οι ενάγοντες που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 286/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία επιδικάστηκαν επιδόματα εορτών και αδείας σε άλλους εργαζόμενους αφορούσε προγενέστερο διάστημα και διαφορετικό νομικό καθεστώς. Πέραν λοιπόν της έλλειψης της ταυτότητας διαδίκων αφορούσε διαφορές δεδουλευμένων αμοιβής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, νυχτερινής εργασίας και υπερωριακής εργασίας και επιδομάτων εορτών το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι το χρόνο σύνταξης της αγωγής την 22.12.2014 και το βασικό παράπονο συνίστατο στο ότι οι ενάγοντες ναυτικοί και συνάδελφοι των εδώ εναγόντων δεν εντάσσονταν στον ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων κατ’εφαρμογή των διατάξεων των ν. 3833/2010, 3899/2010 και β. κεφάλαιο του ν. 4093/2012 και συνεπώς δεν υφίσταται ούτε κρίση περί προδικαστικού ζητήματος που επηρεάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το Εφετείο έκρινε ότι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της διώρυγας …………. εξαιρέθηκαν από τις, διατάξεις του v.3833/2010 και του ν. 4024/2011 σύμφωνα και με την αιτιολογική του προαναφερόμενου νόμου παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και συνδέονται με τo Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου καθώς τα καθήκοντα τους δεν προσιδιάζουν με αυτά των δημοσίων υπαλλήλων αλλά των ναυτικών και ότι συνεπώς συντρέχουν στο πρόσωπο τους ειδικοί λόγοι αναγόμενοι στη φύση των καθηκόντων τους, τους όρους εργασίας και τις θέσεις ευθύνης για την εξαίρεση τους από το ενιαίο μισθολόγιο και ότι συνεπώς με το να γίνει δεκτή η συνταγματικότητα της περικοπής των αποδοχών τους και τη μη εφαρμογή τη εκάστοτε συλλογικής σύμβασης εργασίας παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των εργαζόμενων. Όμως με τη νομοθεσία που ακολούθησε αφενός ρυθμίστηκε ότι όσα έλαβαν οι εργαζόμενοι στις πλοηγικές υπηρεσίες καλώς τα έλαβαν και αφετέρου καθορίστηκε ρητά ότι δικαιούνται μόνο τις οριζόμενες στο άρθρο 30 του ν. 4354/2015 αποδοχές και μάλιστα με εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2014 και όχι μεταγενέστερων (δεδομένου ότι δια ένα διάστημα πενταετίας δεν καταρτίζονταν συλλογικές συμβάσεις) και αφετέρου με την κρίση αυτή οι ενάγοντες αμείβονται όπως και οι υπόλοιποι πλοηγοί σύμφωνα με το 64/2023, το άρθρο 34 του ν. 4256/2014 και το άρθρο τέταρτο του  Ν. 4480/2017 και συνεπώς δεν δικαιούνται αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση και επιδόματα εορτών και αδείας. Τα όσα περί του αντιθέτου εκτίθενται στο σχετικό τέταρτο λόγο έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες παραπονούνται ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία νόμου απορρίφθηκε το αίτημα τους περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αφού ακόμη και στην περίπτωση που δικαιούντο τα επιδόματα και τις αμοιβές που ήδη κρίθηκε με την εξέταση των προηγούμενων λόγων εφέσεως ότι δεν δικαιούνται μόνη η αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως του εργοδότη για την καταβολή δεδουλευμένων δεν συνιστά και αδικοπραξία, παρά το γεγονός ότι αποτελεί ποινικό αδίκημα, ήτοι αυτό της παράβασης του ν. 690/1945, ώστε να θεμελιώνεται στη βάση αυτή αστική του ευθύνη (ΑΠ 259/1981, ΕΕργΔ 1981.549, ΕφΑθ 7982/2000, ΕλλΔνη 43.805, ΕφΑθ 5486/2000, ΕλλΔνη 42.788, βλ. σχετικά Σιδέρη, Η ποινική προστασία του μισθού, 2004,σελ. 114 επ.), όπως κρίθηκε ορθά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Από την επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα του γενικού διευθυντή της εκκαλουμένης (ο οποίος έχει υπαλληλική ιδιότητα και συνεπώς ορθώς λήφθηκε υπόψη η στο ακροατήριο κατάθεση του, όπως ήδη προαναφέρθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου εφέσεως) και όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα ως προς των πέντε πρώτους ενάγοντες αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι πέντε πρώτοι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι απογεγραμμένοι ναυτικοί με πτυχίο πλοιάρχου και ναυτικό φυλλάδιο και απασχολούνται από την εναγομένη ήδη εκκαλούσα κατά το κεφάλαιο αυτό με προσλήψεις από το έτος 2000 με την ειδικότητα δε του πλοηγού από την 1.7.2012 ο πρώτος με μηνιαίες αποδοχές ύψους 3690 ευρώ και οι υπόλοιποι τέσσερις με αποδοχές 2.940 ευρώ. Υπηρετούν λοιπόν στα ρυμουλκά και λοιπά πλωτά μέσα της εναγομένης υπό ναυτική ειδικότητα βάσει της ναυτικής ικανότητας και εμπειρίας και είναι ασφαλισμένοι στο ΝΑΤ. Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4480/2017 περί θεμάτων πλοηγικής υπηρεσίας ορίζεται ότι και οι πλοηγοί λαμβάνουν επίδομα Κυριακών 22% όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού ναυσιπλοϊας και χωρητικότητας της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας η πλοήγηση είναι υποχρεωτική για όλα τα πλοία άνω των 100 κόρων καθαρής χωρητικότητας (παρ. 1), oι πλοηγοί οφείλουν να ελέγχουν την κανονική λειτουργία του συστήματος πηδαλίου πριν την είσοδο πλοίου στη Διώρυγα (παρ. 2), οι πλοηγοί θέτουν στη διάθεση των πλοιάρχων τη γνώση τους για τις συνθήκες της Διώρυγας και παρέχουν συμβουλές στους πλοιάρχους (παρ. 3), ενώ σε περίπτωση ανάγκης εκτέλεσης ταχύτατου χειρισμού ο πλοίαρχος μπορεί να επιτρέψει στους πλοηγούς να δίδουν απευθείας τις απαραίτητες οδηγίες για την διακυβέρνηση του πλοίου (παρ. 4]. Συνεπώς το άρθρο 30 v. 4354/2015 που ορίζει ότι αυτοί εξαιρούνται από την καταβολή του επιδόματος Κυριακών ύψους 22%, παρόλο που αυτό σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4480/2017 λαμβάνουν οι υπόλοιποι πλοηγοί συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, σύμφωνα με τα όσα έκρινε ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που και το νόμο ορθά ερμήνευσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις αφού η αποσύνδεση των αποδοχών των πλοηγών της Διώρυγας …………. από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής υπηρεσίας δεν δικαιολογείται και συνιστά δυσμενή μεταχείριση τους καθώς με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4354/2015 δεν αποδόθηκε και σε αυτούς το επίδομα Κυριακών. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια και για το διάστημα για τα έτη 2022 – 2023, έκρινε ότι ο πρώτος των εναγόντων δικαιούται το ποσό των 745,80 ευρώ μηνιαίως (3.390 ευρώ Χ 22%) και επί 24 μήνες, το συνολικό ποσό των 17.899,20 ευρώ (745.80 ευρώ χ 24 μήνες) και οι υπόλοιποι εκ των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των εναγόντων δικαιούται το ποσό των 646,80 μηνιαίως (2940 ευρώ X 22%} καὶ επί 24 μήνες, το συνολικό ποσό των 15.523,20 ευρώ (646,80 ευρώ X 24) και το νόμο ορθά ερμήνευσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και η αιτιολογία του συμπληρώνεται με τις διατάξεις του ν. 4480/2017 που δεν αναφέρθηκαν πρωτοδίκως.

Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο έφεσης της εργοδότριας, όπως εκτιμάται, επαναφέρονται και οι ισχυρισμοί περί παραγραφής της προαναφερόμενης αξίωσης και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της αγωγής. Ως προς τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς που η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Ο θεσμός της παραγραφής, είναι δημοσίας τάξεως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ η καθιέρωση της ενιαύσιας παραγραφής  υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της (ΑΠ 64/2011, ΑΠ 603/2006, ΑΠ 240/2004 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ο περί παραγραφής  ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου, η οποία, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρει σαφή έκθεση των περιστατικών που τη θεμελιώνουν, ενώ δεν αρκεί απλή αναφορά των όρων του Νόμου χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξειδικεύουν την απαίτηση (ΑΠ 7/2015 δημ. Νόμος, ΕφΑθ 1008/2015 δημ. Νόμος). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 289 του προισχύοντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958) και ήδη με το άρθρο 281 του εφαρμοζόμενου κατ’άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και εφαρμοζόμενου από 1.5.2023 ν. 5020/2023, σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, στις οποίες στην παράγραφο 1 αναφέρονται οι αξιώσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος για την πληρωμή των μισθών και άλλων παροχών που πηγάζουν από τη σύμβαση ναυτολόγησης, κατά δε το άρθρο 284 του ίδιου Κώδικα, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της σύμφωνα με τα άρθρα 251 και 252 του ΑΚ. Κατά τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, στις περιπτώσεις, όμως, των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ (και η περίπτωση 17 αφορά τους μισθούς κάθε είδους) η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η πιο πάνω, από το άρθρο 251 οριζόμενη, αφετηρία αυτής. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΙΝΔ και του ΑΚ, από τις οποίες οι του ΑΚ έχουν συμπληρωματική εφαρμογή και στην παραγραφή αξιώσεων του ΚΙΝΔ, εφόσον ο τελευταίος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται σαφώς ότι για τις αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 281 του ΚΙΝΔ, επί διακοπής της παραπάνω ετήσιας παραγραφής αυτών με την έγερση της σχετικής αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει, όχι αμέσως από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αλλά από τη λήξη του έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η διαδικαστική αυτή πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τη ρητή παραπομπή της διάταξης του 285 του νέου ΚΙΝΔ, ενώ προηγουμένως η εφαρμογή γινόταν συμπληρωματικά λόγω του υφισταμένου, ως προς το θέμα αυτό, κενού του παλαιού ΚΙΝΔ, στον οποίο δεν προβλεπόταν αντίστοιχη διάταξη, που να αναφέρεται στην έναρξη της νέας προθεσμίας, μετά τη διακοπή της προαναφερόμενης παραγραφής (ΟλΑΠ 15/1992, ΑΠ 600/2013, ΑΠ 1285/2012, ΑΠ 369/2010, ΕφΠειρ 749/2012, ΕφΠειρ 507/2011, ΕφΠειρ 595/2007, ΕφΛάρ 524/2004 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη εργοδότρια στις 15.12.2023 σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως με αριθμό ……………./2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς ……………….. και επομένως οι αξιώσεις εκ της μη λήψεως του επιδόματος Κυριακών ποσοστού 22% επί του μισθού για τα έτη 2022 και 2023 δεν έχει παραγραφεί και επομένως τα όσα περί του αντιθέτου επαναφέρει η εκκαλούσα εργοδότρια με τον λόγο έφεσης που έχει ως αιτίαση την κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, Δνη 2006/1331 = Δ 2006/1151 = ΝοΒ 2006/1716, ΟλΑΠ 1/1997, Δνη 1997/534 = ΕΕΝ 1997/389 = ΝοΒ 1998/17, ΟλΑΠ 17/1995, Δνη 1995/1531, ΟλΑΠ 62/1990, Δνη 1991/501 = ΕΕΝ 1991/320 = ΝοΒ 1991/389, ΟλΑΠ 2101/1984,  ΝοΒ 1985/648, ΟλΑΠ 88/1980, ΝοΒ 1980/1437, ΑΠ 38/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει εύλογα δημιουργηθεί στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΕΕΝ 2003/168 = ΝοΒ 2003/648, ΟλΑΠ 8/2001, ΝοΒ 49/1814 = Δνη 2001/382 = ΕπισκΕμπΔ 2002/392). Η ανωτέρω διάταξη, όμως, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από το δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος (ΑΠ 764/2001, ΔΕΕ 2001/1013, ΑΠ 950/1989, Δνη 1991/77, ΑΠ 84/1984, ΝοΒ 1985/239, ΜονΕφΔυτΣτερΕλ 34/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 2243/2012, ΔΕΕ 2012/1031, ΕφΑθ. 8263/2007, ΔΕΕ 2008/1115, ΕφΔωδ. 122/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 871/2002, ΠειρΝομ. 2002/472, ΕφΠειρ. 470/1992, ΕΝαυτΔ 1993/256) ή όταν επικαλείται απλώς νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 1119/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1255/1980, ΝοΒ 29/554, ΕφΔωδ. 171/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 13/1995, Δνη 1996/423 = ΔΕΕ 1995/403), καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βουλήσεως του υποχρέου, οπότε ελέγχεται βεβαίως ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της ασκήσεώς του, εάν, όμως, είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος περί καταχρήσεως (ΑΠ 1417/1984, ΝοΒ 1985/1002, ΕφΘεσ. 727/2000, Αρμ. 2000/806). Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως «υποτιθέμενου» δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής (ΕφΑθ. 966/2010, Δνη 2012/188), η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 894/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκκαλούσα εργοδότρια επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα αμυντικό ισχυρισμό της ότι το σύνολο των εναγόντων κινήθηκε καταχρηστικά εναντίον της διότι ουδέποτε είχε εκφράσει την παραμικρή αμφιβολία και παράπονο για τις αποδοχές τους και για το εργασιακό καθεστώς τους, αλλά και για τις συνθήκες απασχόλησης τους ενώ είναι εργαζόμενοι σε αυτή πάνω από είκοσι έτη και ότι συνεπώς γνώριζαν τις συνθήκες εργασίας και τις αποδοχές τους και ότι η άσκηση της αγωγής αναφορικά με το επίδομα του 22% είναι καταχρηστική διότι οι πρώτοι πέντε ενάγοντες γνώριζαν ότι αυτή δεν είχε άλλη επιλογή παρά την εφαρμογή του νόμου καθώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και είναι αδύνατον να καταβάλει επιδόματα χωρίς νόμο, ο οποίος είναι σαφής καθώς η διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4354/2015 ρητά αποκλείει τους πλοηγούς από την λήψη του παραπάνω επιδόματος. Όμως σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε πέραν του ότι ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της αγωγής, δεν μπορεί κανείς να απαιτήσει από τον εργαζόμενο που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον εργοδότη του, να διατυπώνει άμεσα τις επιφυλάξεις του σε σχέση με τις αξιώσεις του από την εργασιακή σχέση, αφού κινδυνεύει να υποπέσει στη δυσμένεια του εργοδότη με όλες τις επακόλουθες για τον εργαζόμενο συνέπειες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι η εναγομένη αφενός επικαλείται καταχρηστικότητα και αφετέρου αμφισβητεί ταυτόχρονα την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος και ότι σε κάθε περίπτωση είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα του να λάβει τα κατά το νόμο ελάχιστα όρια των αποδοχών του με την ανεπιφύλακτη υπογραφή των αποδείξεων πληρωμής του και ότι η μεταγενέστερη άσκηση αγωγή δεν είναι καταχρηστική ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 και εκτίμησε τις αποδείξεις κρίνοντας ότι η μη καταβολή του σχετικού επιδόματος παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Η αιτιολογία του συμπληρώνεται, όπως προαναφέρθηκε με το ότι εφόσον με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4480/2017 ρητά προβλέπεται και για τους πλοηγούς η καταβολή του παραπάνω επιδόματος, ο ρητός προγενέστερος αποκλεισμός τους με το άρθρο 30 του ν. 4354/2015 που συνιστά ειδική διάταξη για το εργασιακό καθεστώς της εναγομένης, συνιστά αναιτιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, όπως ορθά κρίθηκε και πρωτοδίκως και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στο σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατόπιν όλων των προαναφερόμενων και καθώς δεν υφίσταται προς εξέταση άλλος λόγος εφέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό ……………./2024 έφεση, ενώ η με αριθμό …………./2024 έφεση θα γίνει δεκτή μόνο ως προς τα επιδόματα εορτών ως προς τα οποία κρίθηκε ότι ήταν αόριστη η αγωγή, σύμφωνα με τα όσα ήδη προαναφέρθηκαν, διότι αυτή ήταν νόμω αβάσιμη και η παραδοχή αυτή οδηγεί σε διαφορετικό διατακτικό. Επομένως μόνο κατά το μέρος αυτό θα εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αριθμό 2692/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και το παρόν δικαστήριο θα κρατήσει για να αναδικάσει την από 13.12.2023 με αριθμό κατάθεσης …………./2023 αγωγή και να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων μερών λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων τις από 10.9.2024 και 2.10.2024 με αριθμούς κατάθεσης ………./16.9.2024 και ……../2.10.2024 και προσδιορισμού ……./2024 και …………./2024 εφέσεις κατά της με αριθμό 2692/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί της από 13.12.2023 με αριθμό κατάθεσης …………./2023 αγωγής,

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις

Απορρίπτει κατ’ουσίαν τη με αριθμό …………/2024 έφεση και ό,τι άλλο έκρινε ως απορριπτέο στο σκεπτικό

Δέχεται εν μέρει τη με αριθμό ………./2024 έφεση δηλαδή μόνο ως προς το αγωγικό αίτημα του επιδόματος εορτών

Εξαφανίζει ως προς αυτό την εκκαλουμένη με αριθμό 2692/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς

Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 13.12.2023 με αριθμό κατάθεσης …………../2023 αγωγή

Απορρίπτει την αγωγή

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων μερών

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 25 Νοεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ