ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 721/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα KΣ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος ………….. ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Σπυριδωνάκου (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ………….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένου, με ΑΦΜ …………, 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ …………….», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένου, με ΑΦΜ ……….., τα οποία παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Βαΐας Στεργιοπούλου (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, 3) ιερέα ……………, 4) ιερέα ………….., 5) …………, 6) ………….. και 7) ……………, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Σταυρούλας Σαλπέα (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ………….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 10/6/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2022 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την αγωγή στις 22/3/2023, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 1097/2024 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πέμπτη εναγόμενη και απέρριψε την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, ο ενάγων άσκησε την από 19/6/2024 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………./2024 και β) δικογράφου …………../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19/6/2024 έφεση του ενάγοντος, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2024 και β) δικογράφου …………/2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1097/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 10/6/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2022 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 20/6/2024, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στον ενάγοντα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα την 1/4/2024 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν απαιτείται, δε, η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους του ενάγοντος εφόσον αυτός τυγχάνει δικαιούχος νομικής βοήθειας (Ν. 3226/2004), σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. 5 και 6/2024 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου εκτός γάμου, το οποίο γεννήθηκε στις 21-7-2015 στο Μαρούσι Αττικής και το οποίο έχει αναγνωρίσει, προτού ακόμα να γεννηθεί, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……../2015 συμβολαιογραφικής πράξης εκούσιας αναγνώρισης κυοφορούμενου τέκνου της Συμβολαιογράφου Πειραιά …………., έχοντας και τη συναίνεση της πέμπτης εναγομένης, μητέρας του τέκνου. Ότι στις 18-6-2017 τελέστηκε στου Πειραιά από τον τρίτο εναγόμενο, εφημέριο του δευτέρου εναγομένου Ιερού Ναού, το ιερό μυστήριο της βαπτίσεως του ανηλίκου τέκνου του, με αναδόχους τις έκτη και έβδομη των εναγομένων, χωρίς ο ίδιος να έχει ενημερωθεί και χωρίς να έχει δώσει ποτέ τη συναίνεσή του γι’ αυτό, ενώ ενημερώθηκε για το πιο πάνω γεγονός στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 22-6-2017, οπότε και έλαβε χώρα η εκδίκαση της από 15-5-2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά της μητέρας του ανηλίκου, η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία στις 12-6-2017, με την οποία ζητούσε να απαγορευθεί στην καθ’ ης να προχωρήσει στη βάπτιση του ανήλικου τέκνου τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεσή του και τη συμμετοχή του στο μυστήριο της βάπτισης. Ότι στις 24-6-2017 μετέβη στην έδρα του δευτέρου εναγομένου, όπου συνάντησε τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, εκ των οποίων ο πρώτος τέλεσε το μυστήριο της βάπτισης και ο δεύτερος ενέκρινε την τέλεση του μυστηρίου ως Προϊστάμενος του δευτέρου εναγομένου, οι οποίοι του παρέδωσαν αντίγραφο της με ημερομηνία 18-6-2017 πράξεως δηλώσεως βαπτίσεως, στην οποία αναγραφόταν αφενός ότι ο ενάγων ήταν παρών στο μυστήριο και αφετέρου ότι υπέγραφε τη σχετική δήλωση, αν και ο ίδιος ήταν απών. Ότι στις 2-7-2017 υπέβαλε έγγραφη καταγγελία στο πρώτο εναγόμενο, σε απάντηση της οποίας του διαβιβάσθηκε η από 5-7-2017 γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου του τελευταίου, την οποία υιοθέτησε το πρώτο εναγόμενο, όπου αναφερόταν ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε παραβίαση του Αστικού Κώδικα και της κείμενης νομοθεσίας. Ότι στη συνέχεια υπέβαλε ερωτήματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε όλες τις Μητροπόλεις της χώρας σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, όπου έλαβε την απάντηση ότι σε εφαρμογή της υπ’ αριθ. 774/1-9-2014 εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι σύννομη η τέλεση του μυστηρίου της βαπτίσεως τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο και αναγνωρισθέντος από τον πατέρα του εκουσίως χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Ότι οι εναγόμενοι με τις περιγραφόμενες στην αγωγή πράξεις και παραλείψεις τους συνετέλεσαν εν γνώσει τους στην τέλεση του ιερού μυστηρίου της βάπτισης του ανήλικού τέκνου του παρανόμως και υπαιτίως, προσβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την προσωπικότητά του, αφού του αποστέρησαν το απορρέον από την άσκηση της γονικής μέριμνας δικαίωμα της επιλογής του θρησκεύματος και του δόγματος του τέκνου του, αλλά και τη δυνατότητα της συμμετοχής του στο ιερό μυστήριο της βαπτίσεως του τέκνου του, γεγονός το οποίο τον έβλαψε και του έχει προκαλέσει ηθική βλάβη, αφού οδήγησε στη μείωση της αποδιδόμενης στο πρόσωπό του από την κοινωνία αξίας ως ατόμου αλλά και ως πατέρα του τέκνου. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την επελθούσα σε βάρος του προσβολή, προβαίνοντας με δαπάνες τους στη δημοσίευση επανορθωτικού δημοσιεύματος στον τοπικό τύπο του Πειραιά, καθώς και να την παραλείπουν στο μέλλον, επιπλέον, δε, να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό χρηματικό ποσό των 280.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως το ποσό των 40.000 ευρώ διαιρετώς ο καθένας εξ αυτών, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να απειληθεί σε βάρος εκάστου των εναγομένων χρηματική ποινή, ύψους 5.000 ευρώ για κάθε παραβίαση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης καθώς και να καrαδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης και της αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου του. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 1097/2024 απόφαση του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή μόνο ως προς την πέμπτη εναγόμενη και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 1.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο ενάγων προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή, και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί άλλως μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή του έτσι ώστε η τελευταία να γίνει δεκτή εν όλω.
Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση, δε, αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 1511, 1512, 1513 και 1514 του ΑΚ, όπως ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν. 4800/2021 (ΦΕΚ Α 81/21-5-2021), συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο των γονέων του, ασκείται από τους τελευταίους από κοινού, περιλαμβάνει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 ΑΚ, την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του. Το λειτουργικό, δε, δικαίωμα της γονικής μέριμνας είναι υποχρεωτικό για τους γονείς και προσωποπαγές, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή ούτε η παραίτηση από αυτό ούτε η υποκατάσταση του φορέα του, με μεταβίβαση του σε άλλον. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ, η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισής του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Με αίτηση του πατέρα το δικαστήριο μπορεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση, να αναθέσει και σε αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από τον φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475 – 1476 ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας. Μετά την εκούσια ή δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου, που έχει γεννηθεί εκτός γάμου, το νομικό καθεστώς της γονικής του μέριμνας μεταβάλλεται. Η μεταβολή είναι διαφορετική ανάλογα με το αν η αναγνώριση έγινε εκούσια ή δικαστικά, ύστερα από αγωγή του πατέρα, ή δικαστικά ύστερα από αντιδικία του. Η πρώτη περίπτωση ρυθμίζεται από την ΑΚ 1515 παρ. 1 εδ. β’ και η δεύτερη από την ΑΚ 1515 παρ. 2. Βασικό χαρακτηριστικό των ρυθμίσεων είναι η εισαγόμενη διάκριση μεταξύ κτήσεως και ασκήσεως γονικής μέριμνας. Σε περίπτωση εκούσιας αναγνώρισης, α νόμος αναθέτει τη γονική μέριμνα και στον πατέρα, εκτιμώντας ότι αυτός με την οικειοθελή πράξη της αναγνώρισης επέδειξε το ενδιαφέρον του για το τέκνο. Έκτοτε φορείς της γονικής μέριμνάς του είναι και οι δύο. Ο πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα στις εξής περιπτώσεις: α) αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513 ΑΚ, β) αυτοδικαίως, χωρίς δικαστική απόφαση ή άλλη ενέργεια, αν η γονική μέριμνα λόγω θανάτου ή κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης της μητέρας παύει κατά τη ΑΚ 1538 (βλ. ΑΚ 1510 παρ. 2), ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (βλ. ΑΚ 1510 παρ. 1) ή πραγματικούς λόγους, οπότε την αναπληρώνει στην άσκησή της, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 1129/1988 ΕλλΔνη 28,1420). Η δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του πατέρα, μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε αποκλειστικά στον πατέρα είτε από κοινού είτε ολόκληρης της γονικής μέριμνας ή ορισμένων μόνο λειτουργιών της, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του τέκνου. Ο πατέρας, που δεν έχει την άσκηση της γονικής μέριμνας, εξακολουθεί να έχει τη βασική σχέση της μέριμνας του γονέα για το τέκνο του. Ως γονέας διατηρεί ορισμένα άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις (λ.χ. δικαίωμα πληροφόρησης, προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο). Εξάλλου, ακόμα και αν η επιμέλεια του τέκνου έχει ανατεθεί, σε περίπτωση διάστασης των γονέων, με δικαστική απόφαση στον ένα από τους γονείς, τότε αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει μόνος του για τα τρέχοντα και καθημερινά μόνο θέματα, τα σχετιζόμενα με την επιμέλεια του τέκνου όχι δε και για εκείνα, που από τη φύση τους είναι προορισμένα να επηρεάσουν κρίσιμα για τη ζωή του θέματα (λχ ονοματοδοσία, επιλογή αναδόχου, επιλογή θρησκεύματος, σοβαρή χειρουργική επέμβαση), για τα οποία δεν είναι αρκετή η απόφαση του ενός από τους γονείς. Και τούτο, διότι, και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου ταυ ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας η λήψη της απόφασης επί των ως άνω σοβαρών ζητημάτων, γι’ αυτό, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, πρέπει να αποφασίζουν από κοινού και αν διαφωνούν, τη διαφορά τούς θα λύσει το δικαστήριο (ΑΠ 1321/1992 Αρμ. 1994/340, ΑΠ 1700/2001 ΕλλΔνη 2002/1619, ΑΠ 825/1995 ΕΕΝ 1996/ 725, ΕφΑθ 4287/2005 ΤΝΠ Νόμος), διαφορετικά ο αποκλεισμός του γονέα από τόσο βασικά θέματα θα ισοδυναμούσε, κατ’ αποτέλεσμα, με αφαίρεση της ίδιας της γονικής μέριμνας ως δικαιώματος (Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ ΙΙ, εκδ. 2013, σελ. 872).
Με τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο της εφέσεως του, κατ’ εκτίμηση αυτής, ο ενάγων παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή του ως προς τους λοιπούς, πλην της πέμπτης, εναγόμενους καθώς και ως προς την τελευταία, ως προς το μέρος που η αγωγή του απερρίφθη ως νόμω αβάσιμη. Περαιτέρω, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, προέκυψε ότι κατά το μέρος αυτής, που ο ενάγων επικαλείται παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω αποστέρησης του δικαιώματός του να συναποφασίσει με τη μητέρα του ανήλικου τέκνου του τα κρίσιμα για τη ζωή και την προσωπικότητά του ζητήματα, όπως είναι το θρήσκευμα και το δόγμα του τελευταίου, είναι μη νόμιμη, διότι οι εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειες και παραλείψεις των εναγομένων δεν είναι πρόσφορες να οδηγήσουν σε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού ο ενάγων δεν εκθέτει ότι δεν επιθυμούσε γενικά την τέλεση του ιερού μυστηρίου της βάπτισης του ανήλικού τέκνου του, καθώς και ότι είχε διαφορετική άποψη σε σχέση με το θρήσκευμα και το δόγμα του ανήλικου τέκνου του, αντιθέτως από το όλο περιεχόμενο της αγωγής συνάγεται ανενδοίαστα ότι ο ενάγων επιθυμούσε την τέλεση του ιερού μυστηρίου της βάπτισης κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και την επιλογή του ορθόδοξού χριστιανικού θρησκεύματος για το τέκνο του, ώστε δεν δύναται, λόγω της επικαλούμενης αποστέρησης του πιο πάνω δικαιώματός του, να προκληθεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, υπό την έννοια της διατάραξης της κατάστασης, που υπήρχε σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητάς του, συνεπεία των εκτιθέμενων στην αγωγή πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων. Περαιτέρω, η αγωγή, κατά το μέρος που ο ενάγων επικαλείται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της μη ενημέρωσής του για το μυστήριο της βάπτισης του τέκνου του και της μη συμμετοχής του και φυσικής παρουσίας του σε αυτά, είναι νόμιμη μόνο ως προς την πέμπτη των εναγομένων, είναι όμως μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα ως προς τους λοιπούς εναγομένους, διότι σχετική υποχρέωση, από το νόμο προβλεπόμενη, η παράβαση της οποίας δύναται να οδηγήσει σε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, είχε μόνη η πέμπτη των εναγομένων, μητέρα του ανηλίκου, η οποία, στο πλαίσιο του άρθρου 1513 §3 ΑΚ, όφειλε, ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα του εκτός γάμου γεννηθέντος και εκουσίως αναγνωρισθέντος ανήλικου τέκνου των διαδίκων, κατά το άρθρο 1515 ΑΚ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4800/2021, να παρέχει πληροφορίες στον ενάγοντα σε σχέση με το χρόνο και τον τόπο της βαπτίσεώς του. Επομένως ορθά η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, εν μέρει κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα ως προς την πέμπτη εναγόμενη και εν όλω ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, απορριπτομένου παράλληλα και του πρώτου λόγου εφέσεως ως ουσία αβάσιμου.
Από την εκτίμηση των υπ’ αριθ. …., …, …/11-11-2022 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ………….. αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ………., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως της πέμπτης εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθ. ……………./8-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ………….), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 21.7.2015 γεννήθηκε εκτός γάμου το άρρεν τέκνο του ενάγοντος και της πέμπτης των εναγομένων, το οποίο ο ενάγων ήδη πριν την γέννησή του είχε αναγνωρίσει ως γνήσιο τέκνο του, με την υπ’ αριθ. …………./13.7.2015 πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνου της Συμβολαιογράφου Πειραιά, ……….. Στην ως άνω αναγνώριση η εναγομένη συνήνεσε εγγράφως με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη, ενώ επιπλέον χορήγησε στου ενάγοντα ειδική πληρεξουσιότητα για να προβεί σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την ονοματοδοσία του τέκνου. Μετά τη γέννηση του τέκνου τους οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό, με συνέπεια η πέμπτη των εναγομένων να προβεί σε ανάκληση της χορηγηθείσας ως άνω πληρεξουσιότητας με την υπ’ αριθ. ……/28.3.2016 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε σε αυτόν στις 31.3.2016. Περαιτέρω, η εναγομένη στις 18.7.2016, ενεργώντας εν αγνοία του ενάγοντος, προχώρησε μονομερώς στην ονοματοδοσία του τέκνου τους με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……./18.7.2016 αίτησή της ενώπιον του αρμόδιου Ληξιαρχείου Αμαρουσίου, δηλώνοντας ως όνομα αυτού το όνομα «…..», το οποίο και καταχωρήθηκε στη με αριθμό …………/2015 ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Στη συνέχεια, στις 18.6.2017, η εναγόμενη βάπτισε το τέκνο με το ίδιο όνομα στον Ιερό Ναό Παναγίας ………… στον Πειραιά, κατά το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα, χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα για την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης του τέκνου τους, ενώ ο ενάγων δεν παρέστη στο ως άνω μυστήριο, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη, ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα του εκτός γάμου γεννηθέντος και εκουσίως αναγνωρισθέντος από τον ενάγοντα πατέρα του ανήλικου τέκνου της, κατά το άρθρο 1515 ΑΚ, ως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο, είχε υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον ενάγοντα για όλα τα κρίσιμα ζητήματα, που αφορούσαν τη ζωή του τέκνου, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος και τόπος της βαπτίσεώς του. Επιπλέον, λίγες μόλις μέρες πριν την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης και συγκεκριμένα στις 12-6-2017 ο ενάγων είχε κοινοποιήσει στην πέμπτη των εναγομένων, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/2017 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά …………., την από 15-5-2017 και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης …../1138/2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να απαγορευθεί σε αυτήν να προχωρήσει στη βάπτιση του ανήλικου τέκνου τους χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του και χωρίς τη συμμετοχή του στο μυστήριο ως πατέρα του τέκνου. Η πιο πάνω αίτηση συζητήθηκε στις 22.6.2017 στα ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οπότε και ο ενάγων έλαβε γνώση για πρώτη φορά της τέλεσης του μυστηρίου της βάπτισης του ανήλικου τέκνου του από την εναγομένη μητέρα αυτού, χωρίς ο ίδιος να έχει ενημερωθεί και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να παρευρεθεί στο μοναδικό αυτό γεγονός του βίου του τέκνου του. Με την ανωτέρω συμπεριφορά η πέμπτη των εναγομένων προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού του αποστέρησε τη δυνατότητα να παρευρεθεί στο ως άνω μοναδικό γεγονός της βάπτισης του τέκνου του και τον απέκλεισε από μία σημαντική και ανεπανάληπτη στιγμή της ζωής του τέκνου τους, προσβάλλοντας έτσι τον συναισθηματικό του κόσμο αλλά και την αξία του ως ανθρώπου και ως πατέρα του ανήλικου τέκνου του. Συνεπεία της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, αφού δοκίμασε στενοχώρια, πικρία, αναστάτωση και ταραχή, που εκδηλώθηκαν μέσα από τις επίμονες προσπάθειές του να έλθει σε επικοινωνία τόσο με τους ιερείς του Ιερού Ναού της Παναγίας «………….» και την Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, όσο και με άλλες Μητροπόλεις της χώρας, προκειμένου να λάβει απαντήσεις για την τέλεση τον μυστηρίου της βάπτισης του τέκνου του χωρίς τη δική του συγκατάθεση. Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ) και, συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος, τον τρόπο και την ένταση της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, συνολικώς εκτιμώμενης, το βαθμό της υπαιτιότητας της πέμπτης των εναγομένων, τις συνθήκες τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας, το επάγγελμα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, το ποσό, που πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει η πέμπτη των εναγομένων στου ενάγοντα, ορθά ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε 1.000 ευρώ, το οποίο και το παρόν Δικαστήριο θεωρεί εύλογο και δίκαιο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος κατά της πέμπτης εναγόμενης, ως ουσία βάσιμης, απορριπτομένου παράλληλα και του δεύτερου λόγου εφέσεως ως ουσία αβάσιμου.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση του ενάγοντος, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 16/10/2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 5 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ