Αριθμός 740 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στην ……. Κύπρου (……………..) και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία «……………..» με έδρα τον ……………. (οδός …………..), με ΑΦΜ …………., και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Αλέξανδρο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και με τον διακριτικό τίτλο «…………….», η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής (…………..), με ΑΦΜ …………, και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ελένη ΒΕΛΟΥΔΟΓΙΑΝΝΗ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) η εφεσίβλητη-εκκαλούσα την από 1.2.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021) αγωγή και β) η εκκαλούσα-εφεσίβλητη την από 14.1.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2021) αγωγή. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 3832/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε τις αγωγές.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη (ενάγουσα της β΄ αγωγής-εναγόμενη της α΄ αγωγής) της με την από 18.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2025) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και η ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα (ενάγουσα της α΄ αγωγής-εναγόμενη της β΄αγωγής) με την από 29.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚΚ ΠΡΩΤ ……../2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 20η.2.2025, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθ. 11 ν.δ. 4189/1961, προκύπτει ότι ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ότι δικάζεται ερήμην και η αγωγή του απορρίπτεται λόγω πλασματικής ερημοδικίας. Περαιτέρω, ο ενάγων που παρέλειψε πρωτοδίκως την καταβολή δικαστικού ενσήμου, μπορεί, εκτός από την αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην του εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης κατ` άρθ. 513 § 1 εδ. β` ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί από τον ενάγοντα έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνοδεύεται με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, ο μοναδικός λόγος που μπορεί να προταθεί είναι η άρση της παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του δικαστικού ενσήμου, καθόσον το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται και προς διόρθωση των σφαλμάτων των διαδίκων, όπως επί μη καταβολής από τον ενάγοντα του νομίμου δικαστικού ενσήμου. Επομένως, αυτός που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, μπορεί να το καταβάλει κατά τη συζήτηση της έφεσης του και να προκαλέσει νέα συζήτηση της υπόθεσης, ανατρέποντας την ερήμην του εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Αν ο λόγος αυτός κριθεί βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθ. 528 ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 55/2009 ΔΙΚΗ 2009.246, ΕφΑθ 5798/2003 ΕλλΔνη 45.535).
Με τη με αριθμό …………../2022 αγωγή της η ενάγουσα μονοπρόσωπη ΕΠΕ με έδρα το ……….., όπου διατηρεί το ναυπηγείο της, εξέθετε ότι η εναγομένη αλλοδαπή εταιρία με έδρα τη ………. που διατηρεί υποκατάστημα στον …………. είναι πλοιοκτήτρια του υπό κυπριακή σημαία και νηολογίου Λεμεσού επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου ΠVI και ότι με το από 28.4.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε στο Πέραμα και ενσωματώθηκε στην αγωγή της ανατέθηκαν ελασματουργικές και σωληνουργικές εργασίες στο προαναφερόμενο πλοίο με βάση την από 24.4.2021 προσφορά της που ενσωματώθηκε στην αγωγή και ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών το επί του πλοίου παρελήφθη ανεπιφύλακτα από την εναγομένη εργοδότρια την 6.7.2021 και ότι υπογράφηκε μάλιστα αυθημερόν συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής. Ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα ανέρχεται το ποσό των 159.664,04 ευρώ και απαλλάσσεται του φπα, αλλά ότι η εναγομένη παρά την από μέρους της εκτέλεση του έργου και την έκδοση του ισόποσου τιμολογίου της δεν της έχει καταβάλει το εργολαβικό αντάλλαγμα. Ακολούθως αιτήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να της καταβάλει το ποσό των 159.664,04 ευρώ εντόκως από την εξώδικη όχληση της την 27.7.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 3832/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία, υλική τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα λόγω της ναυτικής φύσεως της διαφοράς, δίκασε ερήμην της ήδη εκκαλούσας ενάγουσας και απέρριψε την αγωγή λόγω μη καταβολής, εκ μέρους της, του δικαστικού ενσήμου. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη από 29.1.2024 με αριθμό κατάθεσης …………./29.1.2024 και προσδιορισμού …………/7.2.2024 έφεση της και ζητεί την εξαφάνιση της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της ενσωματώνοντας στην έφεση της το με αριθμό ………… ηλεκτρονικό παράβολο που εξοφλήθηκε 23.1.2024 και αφορά την καταβολή δικαστικού ενσήμου με τα υπέρ τρίτων ποσοστά για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. H ως άνω έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 19 (όπως ίσχυε πριν το ν. 5134/2024), 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ.1, 517 του ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως (άρθρα 144 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι κανένας διάδικος δεν επικαλείται επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευση αυτής την 28.11.2023. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο (βλ. το παράβολο …………../2024 ποσού 100 ευρώ που έχει ήδη πληρωθεί) και για την κατάθεση της επισυνάφθηκε το με αριθμό …………. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών της καταθέσασας, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, να γίνει τυπικά δεκτή, και στη συνέχεια να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην άνω νομική σκέψη και τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί περαιτέρω η ως άνω αγωγή της εκκαλούσας, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρα 524 παρ. 1 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Να αναγραφεί ότι έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το ν. 4640/2019 διαδικασία περί υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας για τη διαμεσολαβητική διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με την από 25.10.2021 έγγραφη ενημέρωση και το από 8.3.2022 πρακτικό (σχετ. Β) και ότι η αγωγή έχει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 681επ., 341, 345, 346 του ΑΚ Η εναγομένη εργοδότρια αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ως προς την έγκριση του έργου και την κατάρτιση της αναγνώρισης οφειλής με άρνηση της γνησιότητας του εγγράφου με την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσθήκη αντίκρουση, δεδομένου ότι ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο της παραδόθηκε πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επιπλέον ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει (416 ΑΚ) μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος με την καταβολή του ποσό του των 48.000 ευρώ τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρει στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τέλος προτείνει σε συμψηφισμό την δευτερογενή αξίωση αποζημίωσης που διατηρεί σύμφωνα με τα παρακάτω αναφερόμενα στην αγωγή της.
Με την προαναφερόμενη αγωγή συνεκφωνήθηκε και θα συνεκδικαστεί αφού πλήττει την ίδια απόφαση και είναι επομένως απολύτως συναφής (άρθρο 246 του ΚΠολΔ) η από 18.1.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../19.1.2024 και προσδιορισμού ………/5.2.2024 έφεση, κατά της προαναφερόμενης εκκαλουμένης που συνεκδίκασε την παραπάνω αγωγή με την από 14.1.2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2022 αγωγή της πλοιοκτήτριας εργοδότριας αλλοδαπής εταιρία με έδρα τη Λευκωσία που διατηρεί όμως εγκατάσταση στον …………… Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 19 (όπως ίσχυε πριν το ν. 5134/2024), 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι όπως ήδη προαναφέρθηκε δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση. Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ………………/2024 ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016), και το γραμμάτιο προκαταβολής ενσήμων του καταθέσαντος δικηγόρου με αριθμό …….. Η έφεση αυτή πλήττει άλλο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αφού έχει άλλο αντικείμενο, δηλαδή την αγωγή της εργοδότριας που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το έργο παρελήφθη. Να σημειωθεί ότι δεν παρέλκει η εξέταση της λόγων αυτής της εφέσεως λόγω της κατά τα προαναφερόμενα εξαφάνισης της εκκαλουμένης, και επομένως η έφεση αυτή θα ερευνηθεί αυτοτελώς στην ουσία της. Πρέπει ακολούθως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 του ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με την προαναφερόμενη αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η πλοιοκτήτρια εργοδότρια εξέθετε ότι ανέθεσε στην εναγομένη εργολήπτρια το έργο της ανέλκυσης και καθέλκυσης του πλοίου της, την παραμονή του στο ναυπηγείο της, τον καθαρισμό των υφάλων, εξάλλων και ανοικτών τμημάτων του και της εκτέλεσης βαφών και μικρής έκτασης ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών και ότι συμφώνησαν να καθοριστεί το τελικό εργολαβικό αντάλλαγμα απολογιστικά. Ότι η ανέλκυση έγινε στις 29.4.2021 στο ναυπηγείο της εναγομένης, ότι τις εργασίες επέβλεπε δικός της ναυπηγός ώστε να εκτελεστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ρώσικου νηογνώμονα και ότι την 6.7.2021 που καθελκύστηκε το πλοίο αυτό υπέστη από αποκλειστική υπαιτιότητα της εργολάβου σοβαρότατες ζημίες που περιγράφονται στην αγωγή της κατά έκταση και αιτία και ότι για την αποκατάσταση των ζημιών αυτή πρέπει να δαπανήσει το ποσό των 198.478,22 ευρώ σύμφωνα με την προσφορά που έλαβε από τα ναυπηγεία ……………….. και ενσωματώνει στην αγωγή της. Ακολούθως αιτήθηκε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη εργοδότρια της οφείλει αποζημίωση λόγω της μη προσήκουσας εκτέλεσης του έργου που της ανέθεσε από υπαιτιότητα της ύψους 198.478,22 ευρώ εντόκως από την ημέρα της καθέλκυσης, οπότε και προκλήθηκαν οι ζημίες από τους προστηθέντες της, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά αιτήθηκε το ποσό με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού ερεύνησε ότι για το παραδεκτό της συζήτησης έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το ν. 4640/2019 διαδικασία περί υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας για τη διαμεσολαβητική διευθέτηση της διαφοράς (βλ. προσκ. σχετ. 15 και 16), έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία, υλική τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα λόγω της ναυτικής φύσεως της διαφοράς και ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της που αφορούσε τη δευτερογενή αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη με βάση το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο (άρθρο 681επ. του ΑΚ και 4 παρ. 4 του κανονισμού 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 (Ρώμη Ι)), ενώ απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον ισχυρισμό περί παραγραφής της εργολήπτριας καθώς δεν είχε παρέλθει το έτος που ορίζει η διάταξη του άρθρου 289 απρ. 3 του τότε ισχύοντος ΚΙΝΔ, ενώ έκρινε ότι νόμιμα με βάση την διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ η εναγομένη, που πρωτίστως αρνήθηκε την αγωγή, πρότεινε ισχυρισμό περί συμψηφισμού του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος (άρθρο 440 του ΑΚ0. Στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κρίνοντας ότι το έργο παρελήφθη από την ενάγουσα εργοδότρια την 6.7.2021 ανεπιφύλακτα, ότι καταρτίστηκε συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής ύψους 159.664,04 ευρώ του οποίου η γνησιότητα δεν προσβλήθηκε, ότι η εργοδότρια διαμαρτυρήθηκε πρώτη φορά για ζημίες ένα μήνα μετά την καθέλκυση του πλοίου και μετά την εξώδικη διαμαρτυρία της εναγομένης περί μη καταβολής της αμοιβής της και ότι δεν δύναται να αχθεί σε κρίση περί των αιτιών πρόκλησης ζημιών στο πλοίο της εργοδότριας με βάση τεχνική έκθεση που αυτή προσκομίζει και μάλιστα να την αποδώσει στην εργολάβο εναγομένη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εργοδότρια με την κρινόμενη έφεση της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή τρεις λόγους για κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικού επειδή κρίθηκε ότι στο πλοίο της δεν υφίστανται ζημίες, ότι αυτή παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο ενώ αυτή ουδέποτε ενέκρινε το έργο, ότι κατάρτισε ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής συγκεκριμένου ποσού ως εργολαβικό αντάλλαγμα αφού το έγγραφο υπεγράφη από μη εξουσιοδοτημένο προς υπογραφή προστηθέντα της με ασυμπλήρωτο ποσό, ότι οφείλεται εργολαβικό αντάλλαγμα ύψους 159.664,04 ευρώ (το οποίο κατά τον ισχυρισμό της δεν οφείλεται) και ότι οι τυχόν υφιστάμενες ζημίες δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της εργολήπτριας ώστε να έχει αυτή (η εργοδότρια) δευτερογενή αξίωση αποζημίωσης από τη μη προσήκουσα εκτέλεση του έργου. Ζητεί ακολούθως την εξαφάνιση της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της. Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβαλε ισχυρισμό περί παραγραφής και περί συμψηφισμού του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 159.664,04 ευρώ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του Α.Κ., που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου, ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέστηκε από αυτόν, προκύπτει, ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται, είτε σε ουσιώδη, είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαίτια στις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα (Α.Π. 935/2019 και Α.Π. 203/2019 αμφότερες στην Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). Η αποζημίωση περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία. Την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγόμενου εργολάβου προς αποζημίωση, εξαιτίας ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, από υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημίωσης (Α.Π. 203/2019 ό.π., Α.Π. 1281/2018 και Α.Π. 985/2015 αμφότερες στην Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). H έκταση της αποζημίωσης συνιστά αναμφίβολα θετικό διαφέρον δηλαδή σκεφτόμαστε τι θα είχε ο εργοδότης αν είχε παραλάβει έργο χωρίς πραγματικό ελάττωμα και στην περίπτωση της “μικρής αποζημίωσης” ταυτίζεται με τη λεγόμενη θεωρία της υποκατάστασης αφού ο εργοδότης αφενός λαμβάνει την αποζημίωση ως υποκατάστατο της οφειλόμενης παροχής, αφετέρου εξακολουθεί να οφείλει την αντιπαροχή (Απόστολος Γεωργιάδης Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα 2η έκδοση 2023, 1540). Κατά πάγια νομολογία (ενδ. ΑΠ 346/2010 δημ. νομος, ΑΠ 1434/2007 ΧρΙΔ 2008, 409) ο εργολάβος που παραδίδει ή προσφέρει για παράδοση έργο με πραγματικό ελάττωμα και ουσιώδες ακόμη δε παραβιάζει τη σύμβαση, αλλά υπέχει ευθύνη για ένα αποτέλεσμα και ευθύνεται μόνο κατά τις ειδικές διατάξεις των ΑΚ 688επ. και όχι κατά τις διατάξεις γενικού ενοχικού (ΑΠ 1565/2017, 1487/2017, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 1129/2017 δημ. σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αρνηθεί την αμοιβή εγείροντας την ένσταση του άρθρου 374 του ΑΚ) και αν το κάνει γίνεται υπερήμερος οφειλέτης ως προς την αμοιβή (Απόστολος Γεωργιάδης ο.π, 1544). Η διάταξη του άρθρου 692 του ΑΚ είναι κομβικής σημασίας για τα δικαιώματα των μερών, αφού καθιερώνει διττό βάρος στον εργοδότη: Αφενός μεν να εξετάσει το έργο μέσα σε εύλογο χρόνο και αφετέρου αν εντοπίσει ελλείψει να ειδοποιήσει χωρίς καθυστέρηση τον εργολάβο και να δηλώσει συναφή ρητή επιφύλαξη. Αν δεν συμμορφωθεί με το διττό αυτό βάρος θεωρείται ότι εγκρίνει το έργο και έτσι διατρέχει τον κίνδυνο να ζημιωθεί και να μην έχει δικαιώματα για τις ελλείψεις του έργου. Η έγκριση προϋποθέτει παράδοση του έργου διότι μόνο έτσι ο εργοδότης έχει δυνατότητα να ελέγξει το έργο (ΑΠ 1129/2017 δημ. νόμος). Έγκριση είναι η πλήρης και ανεπιφύλακτη επιδοκιμασία του έργου από τον εργοδότη, δηλαδή η αναγνώριση από τον εργοδότη ότι το έργο εκτελέστηκε ολοσχερώς και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, επομένως χωρίς ελλείψεις (ΑΠ 446/2016 δημ. νόμος). Η έγκριση μπορεί να είναι ρητή με πρωτόκολλο παραλαβής ή σιωπηρή. Η σιωπηρή έγκριση συνάγεται από τις περιστάσεις και ιδίως από α) την παραλαβή του έργου χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία εντός ευλόγου χρόνου από την παραλαβή (βλ. ΑΠ 446/2016 ο.π. που αποφάνθηκε ότι η χωρίς διαμαρτυρία του εργοδότη παραλαβή μιας βιβλιοθήκης για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας δεν υποδηλώνει σιωπηρή έγκριση του έργου), β) από την καταβολή της αμοιβής ή γ) από το αίτημα προθεσμίας χάριτος για την καταβολή της αμοιβής. Αντίθετα δεν υπάρχει έγκριση αν ο εργοδότης χρησιμοποιήσει το έργο δοκιμαστικά ή διατυπώσει επιφυλάξεις κατά την αποδοχή του έργου (Απόστολος Γεωργιάδης ο.π, 1550). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού. Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του. Ο αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε πρώτος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ’ αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1616/2001). Για την απόδειξη της γνησιότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης (άρθρο 458 ΚΠολΔ), ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Και αν μεν αποδειχθεί κατά την διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα ιδιωτικά έγγραφα, η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι αυτά είναι γνήσια, τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Τέλος, η άρνηση της γνησιότητας κάθε ιδιωτικού εγγράφου, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ’ αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται αυτό, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα αυτού και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση, και δη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1304/2013). Εάν αμφισβητηθεί και δεν αποδειχθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 του ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου (ΑΠ 1995/2022 σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου).
Από όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα μεταξύ των οποίων και τον καθορικό σειριακό δίαυλο (usb) που περιλαμβάνει βίντεο με την καθέλκυση του πλοίο, τις με αριθμό …./30.5.2022 και ……/30.5.2022 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………….. του ……….. και της συμβολαιογράφου Θάσου ………… του ………., την ένορκη βεβαίωση του …………. που δόθηκε συμπληρωματικά προς αντίκρουση, και τις με αριθμό …… και …/24.5.2022 ένορκες βεβαιώσεις των ………. και ……….. που δόθηκαν όλες με τις διατυπώσεις των άρθρων 421επ. του ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κλήτευση του άλλου διάδικου μέρους σύμφωνα με τις με αριθμό …./24.5.2022 και …../9.6.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς ………. και τη με αριθμό ………./25.5.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς . …….. και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) πλήρως αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρία με έδρα τη ….. Κύπρου και υποκατάστημα στον …………. έχει την πλοιοκτησία από τα τέλη του έτους 2020 ενός επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου ανοικτού τύπου υπό κυπριακή σημαία με την ονομασία ΠIV. Αυτή ανέθεσε στην εναγομένη εργολήπτρια μονοπρόσωπη επε με έδρα το ……. το έργο της ανέλκυσης και καθέλκυσης του πλοίου της, την παραμονή του στο ναυπηγείο της, τον καθαρισμό των υφάλων, εξάλλων και ανοικτών τμημάτων του και της εκτέλεσης βαφών και μικρής έκτασης ελασματουργικών και σωληνουργικών εργασιών. Η ανέλκυση έγινε στις 29.4.2021 στο ναυπηγείο της εναγομένης και οι συμφωνηθείσες εργασίες επισκευής που αναλύονταν στην από 23-4-2021 έγγραφη προσφορά περιελάμβαναν μεταξύ άλλων ανέλκυση, καθέλκυση, παραμονή του γερανού στο ναυπηγείο, παραμονή του πλοίου πέραν των 8 ημερών, υδροβολισμό των υφάλων με υψηλή πίεση γλυκού νερού παροχής Ναυπηγείου με περιστροφικά μπεκ υψηλής τάσης πίεσης, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ελασματουργικές καὶ σωληνουργικές εργασίες. Με την ολοκλήρωση των εργασιών στις 6.7.2021 έγινε η καθέλκυση του πλοίου, ενώ υπεγράφη αυθημέρον συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής ύψους 159.884,04 ευρώ. Η εργοδότρια εταιρία δηλώνει ότι πρώτη φορά είδε το έγγραφο αυτό κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και ότι της παραδόθηκε πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε και με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων της αρνήθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της και ανέφερε ότι το συμφωνητικό αυτό υπεγράφη από τον παριστάμενο στην καθέλκυση πλοίαρχο της ο οποίος δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να εγκρίνει το έργο, ούτε να υπογράψει αναγνώριση χρέους ως προς το εργολαβικό αντάλλαγμα δεδομένου ότι αυτή έχει ήδη εξοφλήσει μέρος αυτού με καταβολές ύψους 48.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι τον ισχυρισμό της περί εν μέρει εξόφλησης η εργοδότρια συμπεριέλαβε με την από 23-7-2021 εξώδικη ὁχλησή της, που επιδόθηκε στην εργολάβο την 27-7-2021 πλην όμως δεν προσκομίζει αποδείξεις για τις επικαλούμενες καταβολές. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πλοίαρχος του πλοίου …… υιός του ………….., ο οποίος ήταν αυτός που ήταν εξουσιοδοτημένος από την πλοιοκτήτρια να δίνει χρήματα στην εργολήπτρια κάθε Παρασκευή ώστε να πληρώνονται οι εργαζόμενοι και οι προμηθευτές, με την ένορκη βεβαίωση του (με αριθμό 14.148/2022) επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Ειδικότερα αναφέρει ότι αυτός πήγαινε στο ναυπηγείο διότι θα αναλάμβανε την πλοιαρχία του συγκεκριμένου πλοίου και ήθελε να εξοικειωθεί, ότι στις 6.7.2021 βρισκόταν στη γέφυρα του πλοίου ώστε να συντονίσει τις κινήσεις των ρυμουλκών που θα συγκρατούσαν το πλοίο μετά την καθέλκυση του στη θάλασσα και τη θέση του σε πλεύση, ότι λίγο πριν αρχίσει η διαδικασία ο εκπρόσωπος της εργολήπτρια του έδειξε το έγγραφο που είχε ετοιμάσει με τίτλο “ιδιωτικό συμφωνητικό οφειλής” χωρίς αναγραφή ποσού, στο οποίο είχε θέσει τη σφραγίδα της εργοδότριας που υπήρχε στο γραφείο του και ότι του ζήτησε να το υπογράψει γιατί αλλιώς δεν θα προχωρούσε στην καθέλκυση. Ότι αυτός του δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράφει για λογαριασμό της εργοδότριας και ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η οφειλή, αλλά ότι ο εκπρόσωπος της εργολήπτριας του δήλωσε ότι απλά χρειαζόταν μια υπογραφή για να ‘ρίξει’ το πλοίο στη θάλασσα και ότι θα συμπλήρωνε μετά από συνεννόηση με την εργοδότρια το ποσό της οφειλής. Επομένως αποδεικνύεται ότι αυτός αφενός δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να παραλάβει το έργο, ούτε να υπογράψει το έγγραφο περί αναγνώρισης χρέους, όπως του ζητήθηκε από την εργολήπτρια, και ότι μάλιστα το ανέφερε αυτό στην εργολήπτρια, πλην όμως υπέγραψε τελικά, χωρίς να έχει εξουσιοδότηση, το έγγραφο αυτό, και χωρίς να είναι συμπληρωμένο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό οφειλής, διότι μόνο έτσι η εργολήπτρια θα προέβαινε στην καθέλκυση του πλοίου. Εξάλλου στο σκεπτικό της 1337/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και απέρριψε την αίτηση της εργολήπτριας, κρίνοντας ότι πιθανολογείται ότι η εργοδότριας διατηρεί αξίωση αποζημίωσης μεγαλύτερη του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος και ότι την προτείνει σε συμψηφισμό, και είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται ότι πιθανολογείται ότι τα διάδικα μέρη υπέγραψαν αυθημερόν συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής δεν αναφέρεται ότι προσκομίζεται το σχετικό έγγραφο. Επομένως με την προσθήκη αντίκρουση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εργοδότρια αμφισβήτησε αμέσως την γνησιότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους αναφέροντας ότι δεν είναι η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, γεγονός που όπως ισχυρίζεται αποδεικνύεται και από τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία έχει αυτός υπογράψει και προσκομίζονται, αλλά του μη εξουσιοδοτημένου προς υπογραφή πλοιάρχου. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 229 και 231 του ΑΚ αφού η εργολήπτρια γνώριζε διότι της γνωστοποιήθηκε ότι ο υπογράφων το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχει εξουσία προς παραλαβή του έργου ή για την αναγνώριση του χρέους και η εργοδότρια δεν έχει εγκρίνει έως τώρα το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό η εργολήπτρια δεν απέδειξε όπως όφειλε την επικαλούμενη στην αγωγή της ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου, αφού πρωτίστως ρητή έγκριση με την κατάρτιση πρωτοκόλλου παραλαβής δεν συνετάχθη. Επιπλέον ούτε από τις περιστάσεις μπορεί να συναχθεί σιωπηρή έγκριση του έργου, και τούτο πρωτίστως διότι η καθέλκυση του πλοίου ασφαλώς ήταν μέρος του έργου και μάλιστα λήφθηκε και σχετική άδεια προς τούτο. Όπως αναφέρει ο προαναφερόμενος επιβλέπων ενόρκως βεβαιώσας, κατά την καθέλκυση δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα φυσιολογικά με υπαιτιότητα της εργολάβου καθώς, όπως αναφέρει, από λάθος χειρισμούς του ναυπηγείου το πλοίο δεν γλίστρησε ομαλά προς τη θάλασσα αλλά τραντάχθηκε και έπεσε άγαρμπα βγάζοντας σύννεφα καπνού λόγω έντονης και ασυνήθιστης τριβής. Οι συνθήκες καθέλκυσης του πλοίου περιλαμβάνονται και στον προσκομιζόμενο usb που προσκόμισε η εργοδότρια. Ακολούθως η εργοδότρια έπρεπε να διορίσει πραγματογνώμονες δηλαδή δύτες να εξετάσουν τα ύφαλα του πλοίου για να διαπιστωθεί τυχόν ύπαρξη και έκταση ζημίας και το διάστημα ενός μήνα που μεσολάβησε οπότε και απέστειλε στις 6.8.2021 εξώδικη διαμαρτυρία στην εργολήπτρια, η οποία είχε διαμαρτυρηθεί στις 23.7.2021 για τη μη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αποτελεί εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου διαπίστωσε μετά από τον προαναφερόμενο τρόπο καθέλκυσης που συνιστούσε μέρος του έργου πραγματικό ελάττωμα δηλαδή ζημίες στα ύφαλα του πλοίου, ενημέρωσε την εργολήπτρια. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που θεώρησε ότι λόγω της παρέλευσης του ενός μήνα η εργοδότρια σιωπηρά είχε παραλάβει το έργο ανεπιφύλακτα και ότι αυτή δεν ανταποκρίθηκε στο διττό βάρος που της επιβάλλει το άρθρο 692 του ΑΚ (καθώς δεν χρειάζεται να προβληθεί σχετική ένσταση από την εργολάβο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη) εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς κατά παραδοχή του σχετικού δεύτερου λόγου εφέσεως της εργοδότριας θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αριθμό 3832/2023 απόφαση και ως προς τη με αριθμό …../2022 αγωγή, και να κρατήσει το παρόν δικαστήριο να δικάσει κατ’ουσίαν αμφότερες τις αγωγές και ειδικότερα τη με αριθμό …………/2021 αγωγή της εργολήπτριας με την οποία αυτή ζητεί το εργολαβικό αντάλλαγμα ισχυριζόμενη ότι εκτέλεσε προσηκόντως το έργο, η δε εργοδότρια με τη με αριθμό …………../2022 αγωγή εκθέτει ότι δεν παρέλαβε το έργο ανεπιφύλακτα και ζητεί αποζημίωση λόγω πραγματικού ελαττώματος με βάση τη διάταξη του άρθρου 690 του ΑΚ. Πρέπει επίσης να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της με αριθμό …………/2024 εφέσεως στην καταθέσασα εκκαλούσα αφού το ένδικο μέσο γίνεται δεκτό στην ουσία του.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ, ισχύουσα και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 524 παρ 1 ΚΠολΔ) όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 κεφάλαιο A Ν 2915/2001, άρθρο 25 του Ν 3994/2011, και το άρθρο 15 του Ν 4842/2021, και ισχύει με τη νέα του μορφή από 1-1-2022 ενώ κατά το άρθρο 116 παρ 1β καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες. Υπό την νέα του διατύπωση το άρθρο 254 ΚΠολΔ έχει ως εξής : « 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. 3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.». Με την τελευταία τροποποίηση απαλείφθηκε η δυνατότητα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης δια της εκδόσεως αποφάσεως περί επανάληψης της συζήτησης, η δε δυνατότητα αυτή της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης προβλέφθηκε πλέον να γίνεται κατά τον τρόπο που διαγράφει το άρθρο 238 παρ 8 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ίδιο Ν 4842/2021 και ισχύει με τη νέα του μορφή από 1-1-2022 ενώ κατά το άρθρο 116 παρ 1β καταλαμβάνει και στις εκκρεμείς δίκες. Υπό την νέα του μορφή το άρθρο 238 παρ 8 ΚΠολΔ έχει ως εξής: « Αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, ενός από κάθε πλευρά από εκείνους, που έδωσαν ένορκη βεβαίωση ή σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτών, από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά, ή η εξέταση των διαδίκων, με απλή διάταξη του δικαστηρίου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες, για την εξέταση των μαρτύρων ή των διαδίκων ενώπιον του ήδη ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο. Αν ο χρόνος εξέτασης των μαρτύρων δεν επαρκεί, επιτρέπεται μόνο διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον του ίδιου δικαστή, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν παρίστανται. Αν ο χρόνος εξέτασης των μαρτύρων οριστεί για οποιοδήποτε λόγο μέσα στο επόμενο δικαστικό έτος και η εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ίδιου δικαστή δεν είναι δυνατή, η υπόθεση διαγράφεται από τη χρέωση του συγκεκριμένου δικαστή και ακολουθεί νέα χρέωση για την εξέταση των μαρτύρων και την έκδοση της απόφασης. Στη θέση της διαγραφείσας υπόθεσης, στον εισηγητή ή στον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου ανατίθεται άλλη υπόθεση. Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση της διάταξης μπορεί επίσης να γνωστοποιείται με πρωτοβουλία του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Ο δικαστής που έχει οριστεί ως εισηγητής ή ο πρωτόδικης ή ο ειρηνοδίκης αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων ή την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση των διαδίκων. 9. Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων ή των διαδίκων ή τη διενέργεια της αυτοψίας ή της πραγματογνωμοσύνης οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν μόνο σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών.». Από την παράθεση της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι πλέον είναι δυνατή η επανάληψη της συζητήσεως δια της έκδοσης πλέον απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης αν πρόκειται κατά άρθρο 368 ΚΠολΔ να διευκρινιστούν αποδεικτέα ζητήματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν εκδίδεται πλέον απόφαση κατ` άρθρο 254 ΚΠολΔ. Μετά δε την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης δεν επακολουθεί επαναφορά της υποθέσεως με κατάθεση κλήσης για προσδιορισμό νέας δικασίμου ώστε να καθορισθεί, μετά την επανάληψη και την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, νέα συζήτηση της υπόθεσης, αφού, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 238 παρ 8 εδαφ 6 του ΚΠολΔ η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, ενώ επίσης κατά το ίδιο άρθρο 238 παρ 8 εδαφ τελευταίο του ΚΠολΔ με την κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης, δηλονότι η υπόθεση επανέρχεται αυτομάτως εις χείρας του δικάσαντος δικαστή (επί μονομελούς συνθέσεως) είτε εις χείρας του εισηγητή δικαστή (επί πολυμελούς συνθέσεως) χωρίς να επακολουθήσει νέα συζήτηση της υποθέσεως. Στην δε αιτιολογική έκθεση του Ν 4842/2021 επισημαίνονται οι λόγοι που οδήγησαν στις ως άνω τροποποιήσεις. Ειδικότερα: Α) Κατά την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 15 του Ν 4842/2021 που τροποποίησε το άρθρο 254 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «…με τη νέα διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ καταργείται η δυνατότητα έκδοσης μη οριστικής απόφασης για επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις, η οποία είχε ουσιαστικά επιβληθεί από τον ν. 2915/2001, ως διέξοδος μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης και καθιερώνεται πλέον μια συζήτησης της υπόθεσης. Στη ρύθμιση αυτή περί δυνατότητας εκδόσεως απλής διάταξης πραγματογνωμοσύνης πάντα κατά την αιτιολογική έκθεση οδηγήθηκε ο νομοθέτης διότι στην πρακτική παρατηρήθηκε ότι τα δικαστήρια της ουσίας εξέδιδαν, μετά από πολύ χρόνο από τη συζήτηση της υπόθεσης, απόφαση επανάληψης της συζήτησης που διέταζε τη διεξαγωγή αποδείξεων κατ’ εφαρμογή του ισχύοντος άρθρου. Αυτό δε, είχε ως συνέπεια την πλήρη καθυστέρηση στην απονομή της πρωτοβάθμιας δικαιοσύνης, λόγω της έκδοσης μη οριστικής απόφασης, κατάθεσης νέας κλήσης και νέας συζήτησης μετ’ απόδειξη της υπόθεσης, και το πλήρες ανεφάρμοστο της αντίστοιχης ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 237 που έδινε την ίδια δυνατότητα με την έκδοση σχετικής διάταξης διεξαγωγής εμμαρτύρων αποδείξεων. Β) Κατά την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 12 του Ν 4842/2021 που τροποποίησε το άρθρο 237 παρ 8 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «…με την προτεινόμενη παρ. 8, διατάσσεται, εφόσον κριθεί απολύτως αναγκαίο από τη μελέτη της δικογραφίας, με διάταξη του δικαστηρίου, όχι μόνο του προέδρου επί πολυμελούς δικαστηρίου, η επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του ορισμένου για τον σκοπό αυτό δικαστή, για την εξέταση των μαρτύρων, την εξέταση των διαδίκων, αλλά και τη διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης και όχι μόνο για την εξέταση μαρτύρων, όπως ίσχυε μέχρι τώρα με αντίστοιχη κατάργηση του περιεχομένου του άρθρου 254 ΚΠολΔ στην τακτική διαδικασία και βέβαια κατάλληλη προσαρμογή του περιεχομένου της παρ. 8 του άρθρου αυτού για το αποδεικτικό μέσο της αυτοψίας και της πραγματογνωμοσύνης… Διαπιστώθηκε δε, βάσει στατιστικών στοιχείων, ότι η παρ. 6 του άρθρου 237 ΚΠολΔ (που προέβλεπε τη έκδοση διάταξης για την εξέταση μαρτύρων) δεν εφαρμόζεται ή εφαρμόζεται σπανίως, είτε επειδή το δικαστήριο αρκείται για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης στα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται από τους διαδίκους, είτε επειδή, κυρίως, το δικαστήριο ανατρέχει στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, όπου δίνεται η δυνατότητα έκδοσης απόφασης επανάληψης της συζήτησης και για τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κάτι όμως που καθιστά πολύ χρονοβόρα την εξέλιξη της διαδικασίας. Με την κατάργηση του άρθρου 254 το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταξη, δίχως να απαιτείται νέα συζήτηση της υπόθεσης. Η ενδεχόμενη πρόταση για την έκδοση της ως άνω διάταξης πριν από τη συζήτηση της αγωγής μεταθέτει τη διάσκεψη της υπόθεσης σε χρόνο πριν από τη συζήτηση της αγωγής, προϋποθέτει την πλήρη ενημέρωση του εισηγητή δικαστή για τη δικογραφία, ενόψει του ότι η παρ. 6 του άρθρου 237 ΚΠολΔ κάνει λόγο για απόλυτα αναγκαία κρίση για την εξέταση των μαρτύρων, πέρα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να επισυμβεί παραίτηση από την αγωγή ή διακοπή της δίκης κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ….». Σκοπός επομένως του νομοθέτη ήταν η επιτάχυνση της διαδικασίας ώστε να παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης απλής διάταξης περί εξέτασης μαρτύρων ή απλής διάταξης πραγματογνωμοσύνης. Μάλιστα δε ο νομοθέτης δεν απέκλεισε (αλλά ούτε επέβαλε) τη δυνατότητα έκδοσης διάταξης πραγματογνωμοσύνης αμέσως μετά τη χρέωση της υποθέσεως στον δικαστή ή στη σύνθεση του Πολυμελούς Δικαστηρίου και τον ορισμό εισηγητή δικαστή κατά άρθρο 237 παρ 6 ΚΠολΔ, δηλαδή ακόμη και πριν τη συζήτηση της υποθέσεως μετά από προδιάσκεψη. Έτσι, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παρέχεται πλέον στον δικαστή η δυνατότητα έκδοσης απλής διάταξης πραγματογνωμοσύνης είτε πριν τη συζήτηση της υποθέσεως όπως άλλωστε αναφέρει η εισηγητική έκθεση, που δεν απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή ως ενδεχόμενη, είτε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και την μελέτη της δικογραφίας αν πρόκειται κατ` άρθρο 368 ΚΠοΛΔ για αποδεικτέα ζητήματα που για να γίνουν αντιληπτά απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 524 ΚΠοΔ που ρυθμίζει τη διαδικασία συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου όπως και αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του ίδιου Ν 4842/2021, ορίζεται ότι στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εφαρμόζεται (πέραν από το άρθρο 254 ΚΠολΔ) και το άρθρο 237 παρ 8 ΚΠολΔ, στο οποίο και ευθέως παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ. Κατά την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 28 του Ν 4842/2021 που τροποποίησε το άρθρο 524 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «Η παρ. 1 του άρθρου 524 ΚΠολΔ αναδιατυπώνεται, προκειμένου να προσαρμοσθεί στη νέα αρίθμηση του άρθρου 237. Η παραπομπή στην παρ. 8 γίνεται, προκειμένου, μετά την προτεινόμενη τροποποίηση των παρ. 1 και 3 του άρθρου 254, να μπορεί το εφετείο, όταν ασκείται έφεση από το διάδικο, που δικάσθηκε ερήμην ή και για την απόδειξη της βασιμότητας λόγων έφεσης, να διατάξει πραγματογνωμοσύνη….» Από την παράθεση της αιτιολογικής εκθέσεως συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέλησε η δυνατότητα εκδόσεως απλής διατάξεως πρατματογνωμοσύνης να ισχύει και στην δευτεροβάθμια δίκη, προσαρμοσμένη όμως στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπου δεν υπάρχει ούτε προκατάθεση των προτάσεων και των αμοιβαίων αντικρούσεων ούτε ορισμός δικαστή πριν τη συζήτηση της υποθέσεως, έτσι ώστε να μη νοείται προδιάσκεψη. Στην περίπτωση επομένως της δευτεροβαθμίου δίκης δεν είναι δυνατή η έκδοση απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, μια δυνατότητα που προβλέπεται στην πρωτοβάθμια δίκη, καθόσον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι προτάσεις κατατίθενται επί της έδρας και η υπόθεση δεν προχρεώνεται. Είναι όμως δυνατή η έκδοση απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης (και όχι απόφασης περί επανάληψης της συζήτησης κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ) μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως ρητώς θέλησε ο νομοθέτης με το νέο άρθρο 524 ΚΠολΔ, οπότε με την κατάθεση εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης η συζήτηση θεωρείται και πάλι συντελεσμένη και δεν επακολουθεί κλήση και επανασυζήτηση της υποθέσεως, παρά η υπόθεση επανέρχεται αυτομάτως εις χείρας του δικάσαντος δικαστή (επί μονομελούς συνθέσεως) ή του εισηγητή δικαστή (επί πολυμελούς συνθέσεως). Η περίπτωση αυτή της εκδόσεως απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και όχι αποφάσεως που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, καθίσταται όμως όλως προβληματική στην περίπτωση που το Εφετείο προκειμένου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, θα πρέπει προηγουμένως να περιλάβει στο σκεπτικό του (αλλά και στο διατακτικό του) οριστικές δικαιοδοτικές κρίσεις, οι οποίες δεν μπορούν βεβαίως να περιληφθούν σε απλή διάταξη πραγματογνωμοσύνης, που, αφού δεν συνιστά δικαστική απόφαση, δεν αναπτύσσει ούτε δεδικασμένο ούτε εκτελεστότητα. Έτσι αν μια αγωγή απορρίφθηκε στο πρώτο βαθμό ως μη νόμιμη και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτιμήσει αυτήν ως νόμιμη και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση προχωρώντας στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, για την οποία όμως απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τότε δεν μπορεί να εκδώσει απλή διάταξη πραγματογνωμοσύνης, αλλά θα πρέπει να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης περί επανάληψης της συζητήσεως κατ` άρθρο 254 ΚΠολΔ, με την οποία προηγουμένως θα κάνει δεκτή την έφεση ως ουσία βάσιμη, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη με σχετική διάταξη στο διατακτικό της αποφάσεώς του, και ακολούθως διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης επί σκοπώ διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ΕφΑθ 2431/2023 αδημ., ΕφΑθ 1129/2022 αδημ). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η αυτή λύση προσήκει και όταν προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη θα πρέπει να απορριφθεί προηγουμένως αντίθετη έφεση ή αντέφεση, οπότε και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται και πάλι έκδοση απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης κατ`άρθρο 237 παρ 8 ΚΠολΔ (σε συνδ με 524 ΚΠολΔ), στην οποία δεν μπορούν να συμπεριληφθούν οριστικές δικαιοδοτικές κρίσεις, αλλά επιβάλλεται, ως μόνη νομική διέξοδος, η έκδοση αποφάσεως στην οποία θα περιληφθούν τόσο οριστικές κρίσεις (περί απορρίψεως της αντίθετης εφέσεως ή αντεφέσεως) και αντίστοιχες διατάξεις στο διατακτικό αυτής, όσο και μη οριστικές κρίσεις περί επανάληψης της συζητήσεως κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ και ορισμού πραγματογνωμοσύνης (ad hoc αντιμετώπιση ΕφΑθ 2431/2023 αδημ και γενικά επί του προβληματισμού βλ ΕφΑΘ 4471/2022 σε ΤΝΠ Νόμος, που δέχεται ότι δεν είναι νοητή η έκδοση απλής διάταξης πραγματογνωμοσύνης ενώπιον του Εφετείου, και μόνος νομικός δρόμος για να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είναι η επανάληψη της συζήτησης κατ`άρθρο 254 ΚΠολΔ).
Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι κατά την καθέλκυση του πλοίου την 6.7.2021 στη γέφυρα του αυτό δεν γλίστρησε ομαλά προς τη θάλασσα, όπως αναμενόταν, αλλά τραντάχθηκε και έπεσε «άγαρμπα» στη θάλασσα, βγάζοντας σύννεφο καπνού επ’ αυτής λόγω έντονης και ασυνήθιστης τριβής. Η εργοδότρια ισχυρίζεται ότι αποτέλεσμα αυτής της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων της εργολήπτριας ήταν να προκληθούν στο πλοίο σημαντικές ζημίες στα σημεία επαφής της γάστρας με τα βάζα στον πυθμένα του πλοίου σε μήκος περίπου 60 μέτρων, καθώς και στα εγκάρσια και διαμήκη ενισχυτικά στα διηπύθμενα και προσκομίζει προσφορά με βάση την οποία για την αποκατάσταση των ζημιών απαιτείται το ποσό των 198.478,22 ευρώ. Μάλιστα προσκομίζει τεχνική έκθεση της εταιρίας …………….. με βάση την οποία οι δαπάνες αποκατάστασης ανέρχονται στο ποσό των 233.120 ευρώ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η δευτερογενής αξίωσης αποζημίωσης της εργοδότριας την οποία αφορά η αγωγή της έχει ως προϋπόθεση την αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης εργολήπτριας και ειδικότερα την καθέλκυση του πλοίου, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού του στο ναυπηγείο της εναγομένης, κατά τρόπο αντίθετο στη συνήθη και ενδεδειγμένη πρακτική. Με την ένορκη κατάθεση του ο ………………. ότι τα πλοία αυτού του είδους καθελκύονται με ξύλινα δοκάρι μεγάλου μεγέθους (βάζα), τα οποία γλιστρούν σε άλλα δοκάρια που είναι επάνω καταρχήν εγκάρσια τη φορά των προηγουμένων και ότι μεταξύ τους μπαίνει λιπαντικό. Ότι κατά τη διάρκεια της καθέλκυσης επειδή το φρένο δεν απελευθερώθηκε πλήρως όπως έπρεπε αλλά το πλοίο κρατήθηκε και μειώθηκε η ταχύτητα του, λόγω αδράνειας γλίστρησε πάνω στα βάζα αντί να γλιστρήσει με αυτά προς τη θάλασσα. Ο ενόρκως βεβαιώσας αναφέρει ότι με τον τρόπο αυτό ταλαντώθηκαν τα βάζα και προκλήθηκε τριβή και από αυτή ζημίες στο κύτος του πλοίου. Ότι από τα παραπάνω προκλήθηκαν σημαντικές ζημίες στα ύφαλα του πλοίου μήκους 69 μέτρων (40 μέτρων στη δεξιά πλευρά και 29 μέτρων στην αριστερά), όπως επίσης και στα εγκάρσια και διαμήκη ενισχυτικά. Ότι η επιθεώρηση των υφάλων ανέδειξε εκδορές και εσοχές του εξωτερικού χαλύβδινου περιβλήματος του κύτους και στα σημεία επαφής του πυθμένα του πλοίου με τα βάζα. Ότι η εσωτερική επιθεώρηση στα διπύθμενα ανέδειξε παραμόρφωση των εγκάρσιων και διαμηκών ενισχυτικών, ως επίσης και εσοχές/παραμόρφωση του πυθμένα και στις δύο πλευρές και σε εγκάρσια απόσταση από την καρίνα μεταξύ του ενός και ενάμιση μέτρου και ότι οι ζημίες αυτές εκτείνονται σε μήκος 69 μέτρων από την πλώρη του πλοίου. Αντιθέτως η εργολήπτρια ισχυρίζεται ότι η καθέλκυση του πλοίου έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο αφού όπως προαναφέρθηκε αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής. Να σημειωθεί ότι η εργοδότρια δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση του άρθρου 374 του ΑΚ, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, πλην όμως προτείνει σε συμψηφισμό τη δευτερογενή αξίωση της περί αποζημίωσης. Ενόψει όμως του ότι η αποδιδόμενη στην εργολήπτρια υπαιτιότητα (αμέλεια) επιστηρίζεται σε εξειδικευμένα ζητήματα, που δεν επιλύονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και επί των οποίων τα διάδικα μέρη ερίζουν ως προς τη προσέγγιση τους και προκειμένου έτσι να αρθούν οι αμφιβολίες που ανακύπτουν επί ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι για να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση καθίσταται αναγκαία η συμπλήρωση των ήδη υφισταμένων αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που θα απαντήσει επί των ζητημάτων που θα θέσει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. ΚΠολΔ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε έκδοση απλής διάταξης πραγματογνωμοσύνης κατ` άρθρο 237 παρ 8 ΚΠολΔ στο οποίο παραπέμπει πλέον ευθέως η διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ, αλλά σε έκδοση αποφάσεως περί επανάληψης της συζητήσεως κατ` άρθρο 254 ΚΠολΔ, αφού το παρόν δικαστήριο για να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, πρωτίστως εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την κατ’ουσία απόρριψη της …………./2022 αγωγής λόγω της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου το οποίο προσκομίστηκε με την άσκηση της εφέσεως και συνεπώς δεν θα μπορούσε να εκδοθεί πράξη αλλά απόφαση διότι το παρόν δικαστήριο αποφαίνεται οριστικά. Επιπλέον στη συνέχεια κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της …………../2024 εφέσεως της πλοιοκτήτριας εργοδότριας περί εσφαλμενης εκτίμησης αποδεικτικού υλικού εξαφάνισε στο σύνολο της την εκκαλουμένη, καθώς έκρινε ότι δεν υφίστατο ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 692 του ΑΚ όπως κρίθηκε πρωτόδικα, και ότι συνεπώς εσφαλμένα απορρίφθηκε για το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό ……………/2022 αγωγή. Δηλαδή το παρόν δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι απαιτείται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, αφού προηγουμένως όμως προέβη σε οριστική δικαιοδοτική κρίση, γεγονός που επιβάλλει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, αφού οριστικές δικαιοδοτικές κρίσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο απλής διατάξεως πραγματογνωμοσύνης από την οποία δεν αναδύεται δεδικασμένο. Επομένως επιβάλλεται, ως μόνη νομική διέξοδος, η έκδοση αποφάσεως στην οποία θα περιληφθούν τόσο οριστικές κρίσεις και αντίστοιχες διατάξεις στο διατακτικό αυτής, όσο και μη οριστικές κρίσεις περί επανάληψης της συζητήσεως κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ και ορισμού πραγματογνωμοσύνης. Κατά συνέπεια, αφού για τα ζητήματα αυτά απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, για το θέμα αυτό, να διατάξει, αναβάλλοντας την οριστική απόφασή του και διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, νέες συμπληρωματικές αποδείξεις και ειδικότερα την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα με την ιδιότητα του ναυπηγού μηχανικού, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ούτως ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή κρίση. Να σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, η πλοιοκτήτρια δεν μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό του άρθρου 374 του ΑΚ και επομένως δεν απαλλάσσεται της καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, πλην όμως προτείνει σε συμψηφισμό την αξίωση της προς αποζημίωση λόγω μη προσήκουσας εκτέλεσης του έργου που ισχυρίζεται ότι είναι μεγαλύτερη του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος, και συνεπώς η εξέταση του ζητήματος αυτού συνδέεται με την εξέταση της βασιμότητας της αγωγής της εργολήπτριας περί προσήκουσας εκτέλεσης του έργου και περί καταβολής συγκεκριμένου εργολαβικού ανταλλάγματος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω: Πρέπει να γίνουν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις και ακολούθως επειδή για την εξέταση του ιστορικού της με αριθμό …………../2022 αγωγής της πλοιοκτήτριας εργοδότριας απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως, ώστε να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ προς τον σκοπό διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής περί αποζημίωσης της εργοδότριας πλοιοκτήτριας δεδομένου ότι πρόκειται για ζητήματα, τα οποία για να γίνουν αντιληπτά, λόγω των αντικρουόμενων απόψεων των διαδίκων, απαιτούνται ειδικές γνώσεις :Η ως άνω πραγματογνωμοσύνη θα λάβει χώρα με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων και θα διεξαχθεί από έναν (1) πραγματογνώμονα που θα διορισθεί από τον κατάλογο που τηρείται στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 372 ΚΠολΔ), ο οποίος, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 375 και 385 του ΚΠολΔ, και αφού δώσει τον νόμιμο όρκο (άρθρο 385 σε συνδυασμό με 408 ΚΠολΔ) θα πρέπει να απαντήσει αιτιολογημένα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 383 του ΚΠολΔ, επί των ερωτημάτων που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Η παρούσα απόφαση πρέπει, κατ’ άρθρο 375 ΚΠολΔ, να κοινοποιηθεί, με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, στους διαδίκους και στον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας πραγματογνώμονα. Την υπόθεση μετά την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης θα επαναφέρει προς νέα συζήτηση με σχετική κλήση του ο επιμελέστερος των διαδίκων, με την επισήμανση, την οποία θα πρέπει ρητώς να αναφέρει στην κλήση του, ότι η νέα μετά την επανάληψη συζήτηση της υπόθεσης που θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης (254 παρ 1 εδαφ τελευταίο του ΚΠολΔ) θα πρέπει να λάβει χώρα από τον ίδιο δικαστή (εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο), διότι άλλως θεωρείται ότι υπάρχει κακή σύνθεση, η δε εκδοθείσα απόφαση καθίσταται αναιρετέα ( ΑΠ 689/2022, ΑΠ 428/2020, ΑΠ 1095/2020, ΑΠ 871/2011, ΑΠ 834/2010 όλες σε ΤΝΠ Νόμος).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων τις εφέσεις
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν τις εφέσεις
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων εφέσεως στους καταθέσαντες κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων
Εξαφανίζει τη με αριθμό 3832/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
Κρατεί την υπόθεση και αναδικάζει επί των …………../2022 και …………./2022 αγωγών
Διατάσσει την επανάληψη της περαιωμένης συζήτησης και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Διορίζει πραγματογνώμονα τoν ναυπηγό μηχανολόγο μηχανικό ……………………που περιέχεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της παρούσας και λάβει υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας μεταξύ των οποίων και το usb το οποίο προσκομίστηκε και εμπεριέχει τη διαδικασία καθέλκυσης, καθώς και όσα έγγραφα θέσουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, θα συντάξει έκθεση, στην οποία θα γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί του :
α) εάν η διαδικασία καθέλκυσης την 6.7.2021 του υπό κυπριακή σημαία και νηολογίου Λεμεσού επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου ΠVI μετά την ολοκλήρωση των εργασιών κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού του στο ναυπηγείο της εργολήπτριας ήταν η ενδεδειγμένη και σύμφωνη με τους κανόνες της ναυπηγικής ή ήταν αντίθετη στη συνήθη και ενδεδειγμένη πρακτική και εάν συνδέεται με τη ζημία στα ύφαλα του πλοίου μήκους 69 μέτρων (40 μέτρων στη δεξιά πλευρά και 29 μέτρων στην αριστερά), όπως επίσης και στα εγκάρσια και διαμήκη ενισχυτικά, όπως οι ζημίες αυτές περιγράφονται στην αγωγή, β) εάν η προαναφερόμενη ζημία καθιστά το πλοίο αναξιόπλοο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νηογνώμονα που εκδίδει τα πιστοποιητικά του πλοίου και γ) ποιες είναι οι ενδεδειγμένες πλέον εργασίες επισκευής της προαναφερόμενης ζημίας, ποια η χρονική διάρκεια αυτών και ποιο το κόστος τους
Τα διάδικα μέρη οφείλουν να παράσχουν κάθε συνδρομή που θα τους ζητηθεί από τον πραγματογνώμονα και να θέσουν υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν στην παρούσα υπόθεση, καθώς και όσα άλλα βρίσκονται εις χείρας τους (λ.χ. πιστοποιητικά νηογνώμονα κλπ) και θα είναι κατά τη γνώμη του πραγματογνώμονα χρήσιμα για τη σύνταξη της έκθεσης του. Ο πραγματογνώμονας διατηρεί τη δυνατότητα αφού λάβει υπόψη του το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας να διαπιστώσει, πλην των απαντήσεων επί των ανωτέρω ερωτημάτων αιτιολογημένη άποψη επί οποιουδήποτε άλλου ζητήματος κρίνει χρήσιμο για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης
Διατάσσει την με επιμέλεια της Γραμματείας αυτού του Δικαστηρίου κοινοποίηση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στα διάδικα μέρη και στον προαναφερόμενο πραγματογνώμονα
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 9 Δεκεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ