Αριθμός 741 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΚΑΛΟΥΣΩΝ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………. και 2) Εταιρείας με την επωνυμία «…………», με έδρα τα νησιά Μάρσαλ (……………)- στερείται ΑΦΜ, όπως εκπροσωπείται από την πρώτη ενάγουσα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …………., που έχει την έδρα της στον Δήμο Ελευσίνας, νόμιμα εκπροσώπουμένης (ΑΦΜ ……………), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Παναγιώτη Χιωτέλη, (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ
1) Τον Υπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, κατοικοεδρεύοντα στον Πειραιά, …………., με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής,
2) Τον Διοικητή της Αρχής Λιμένων (ΔΑΛ), κάτοικο ομοίως,
3) Το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα επί της οδού …….. και τον Υπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, κατοικοεδρεύοντα στον Πειραιά, ………., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξουσία Μαρία-Ζωή Τζιαβέλη.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) οι καλούσες-εφεσίβλητες την από 7.10.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2021) αγωγή-ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και το Ελληνικό Δημόσιο την από 5.1.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022) κύρια παρέμβαση. Επί αυτών, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 1908/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγομενη-3η εκ των καθ΄ ων η κύρια παρέμβαση και ήδη καθ΄ης η κλήση-εκκαλούσα με την από 24.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………./2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……../2023) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 19η.9.2024, οπότε η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε.
Ήδη με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 26.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024) κλήση των καλουσών-εφεσιβλήτων, η προκειμένη υπόθεση επανεισάγεται προς εκδίκαση ενώπιόν του, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
O πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ΄ής η κλήση-εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η δικαστική πληρεξουσία ΝΣΚ του Ελληνικού Δημοσίου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 517 του ΚΠολΔ: “η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, ενώ αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη». Ως διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αντίδικοι του εκκαλούντος που νίκησαν και έναντι των οποίων έχει ο ίδιος έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως που εκκαλείται, δηλαδή του μεν ενάγοντος ο εναγόμενος και ο υπέρ του εναγομένου παρεμβάς, του δε εναγομένου ο ενάγων και ο υπέρ του ενάγοντος παρεμβάς (ΑΠ 323/2016 ΝΟΜΟΣ), όχι δε και ο απλός ομόδικος του εκκαλούντος, ως προς τον οποίο η έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη, η οποία βλάπτει τον εκκαλούντα, εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 177/2017, ΑΠ 3232/2016 ΝΟΜΟΣ). Η ιδιότητα του διαδίκου, ως ενάγοντος και εναγομένου, προκύπτει αποκλειστικώς από την εκκαλουμένη απόφαση ότι δηλαδή δικάσθηκαν με αυτή και ήταν αντίδικοι νομιμοποιούμενοι προς άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου. Αν η έφεση ασκείται από πρόσωπο ή απευθύνεται κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος, στην εκκαλουμένη απόφαση, η έφεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 12, 532, 106, 111 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 11/1992 ΕλΔνη 1992,759, ΑΠ 684/2010, ΕφΠειρ 551/2015 και 501/2013 , ΕφΑνΚρ 224/2014, ΕφΑθ 3136/2007 ΝΟΜΟΣ).
Με το δικόγραφο κλήσης προς συζήτηση με αριθμό κατάθεσης …………/2024 το οποίο υπογράφει η δικηγόρος που εκπροσώπησε τις ενάγουσες στον πρώτο βαθμό φέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 24.7.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2.8.2023 και με αριθμό προσδιορισμού ……../3.9.2023 έφεση της εναγομένης ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό κατά της με αριθμό 1908/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από 7.10.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2021 αγωγής. Η έφεση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με κατάθεση στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 2.8.2023 εντός της μη γνήσιας διετούς προθεσμίας από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης την 15.6.2023 δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1β΄, 518 παρ. 2, όπως ίσχυε πριν το άρθρο 43 του ν. 5221/2025, 517, 520 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 5134/2024) και παραδεκτώς μόνο για τις δύο πρώτες εφεσίβλητες, καθόσον η έφεση απαραδέκτως στρέφεται κατά του Υπουργού Ναυτιλίας και νησιωτικής πολιτικής ως τρίτο εφεσίβλητο, το διοικητή της αρχής λιμένων (τέταρτο εφεσίβλητο) και του ελληνικού δημοσίου (πέμπτο εφεσίβλητο), οι οποίοι δεν είναι διάδικοι αλλά τρίτοι, καθόσον η ανακοίνωση της δίκης με το δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 91 του ΚΠολΔ, δεν διεύρυνε τα υποκειμενικά όρια της δίκης καθόσον επρόκειτο περί ανακοίνωσης και όχι προσεπίκλησης (βλ. Άννα Πλεύρη Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη 2014, σελ. 11, Μακρίδου Μελέτες Αστικού και Διεθνούς δικονομικού δικαίου τόμος 2ος 2022, σελ 3-31) η δε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου χαρακτηριζόμενη ως κύρια παρέμβαση του Ελληνικού δημοσίου (5ου εφεσίβλητου) απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη, διότι με αυτή δεν υποβαλλόταν αυτοτελές αίτημα παροχής εννόμου προστασίας αλλά ζητείτο μόνο η απόρριψη της αγωγής. Παραδεκτώς επομένως με την προαναφερόμενη κλήση εισάγεται να συζητηθεί η έφεση ως προς τις παραδεκτώς εφεσίβλητες ενάγουσες και της εκκαλούσας εναγομένης ανώνυμης εταιρίας. Εξάλλου για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ……………… ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016). Επομένως, πρέπει, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή κατά τα λοιπά και να ερευνηθεί δε περαιτέρω κατά την ίδια (τακτική) διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) με τη δικονομική απουσία των εφεσιβλήτων (εναγουσών) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ κατά την οποία η διαδικασία προχωράει κανονικά σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, δεδομένοι ότι οι ίδιοι οι εφεσίβλητες προσδιόρισαν την με αριθμό …………/2024 κλήση προς συζήτηση, καθώς η κρινόμενη έφεση είχε προσδιοριστεί αρχικά σύμφωνα με την προαναφερόμενη ………/2023 πράξη προσδιορισμού για τις 19.9.2024, αλλά η συζήτηση της ματαιώθηκε. Θα οριστεί λόγω της ερημοδικίας τους το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση της ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από μέρους τους κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 501 παρ. 1 και 505 παρ. 2β του ΚΠολΔ).
Με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 7.10.2021 με αριθμό ……………/2021 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία “………….” προέβη στις 14.10.2019 σε διακήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2381/2001 για την ανάληψη του έργου της εκποίησης, ανέλκυσης και απομάκρυνσης εκτός λιμένα Ελευσίνας του ναυαγίου του Δ/Ξ ΚΣ, και των επικίνδυνων και επιβλαβών πλοίων του Δ/Ξ ΑΛ και του Γ/Γ ΑΙΙΙ και ότι στον προαναφερόμενο διαγωνισμό η δεύτερη εξ αυτών αλλοδαπή εταιρία με έδρα τα νησιά …., της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η πρώτη κάτοικος …., ανακηρύχθηκε μειοδότρια, ότι ακολούθως μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας υπεγράφη η από 30.12.2019 με αριθμό 12924 σύμβαση ανέλκυσης των προαναφερόμενων ναυαγίων και ότι ακολούθως το πλοίο ΑIll απομακρύνθηκε, από την περιοχή του λιμένα Ελευσίνας στις 24-08-0020 και ότι η δεύτερη εξ αυτών συνεχίζει μέχρι και την κατάθεση της αγωγής την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών για την ανέλκυση του Δ/Ξ ΚΣ. Ότι 29-01-2021 η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με έδρα την Ελευσίνα κοινοποίησε στην πρώτη εξ αυτών ατομική βεβαίωση χρεών και ειδικότερα τα παρακάτω αναφερόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της (της εναγομένης) τα οποία αφορούσαν τέλη ελλιμενισμού των πλοίων του Δ/Ξ ΑΛ και του Γ/Γ ΑΙΙΙ και δικαιωμάτων επί ναυαγίου αναφορικά με το ναυάγιο του Δ/Ξ ΚΣ αναδρομικά από την 21.11.2019, δηλαδή την επομένη της κατακύρωσης του διαγωνισμού χρεώνοντας την συνολικά με το ποσό των 47.108,31 ευρώ [7.68224 + 6.61679 + 52.859,28). Ότι τόσο στη διακήρυξη του μειοδοτικού διαγωνισμού αλλά και στην κατακυρωτική σύμβαση που υπέγραψε η εναγομένη με τη δεύτερη εξ αυτών δεν γίνεται αναφορά στην υποχρέωση της να καταβάλει τέλη ελλιμενισμού και δικαιωμάτων επί ναυαγίων, αλλά αντιθέτως από τη σύμβαση που υπέγραψε η δεύτερη ενάγουσα συνάγεται ότι δεν έχει υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων και τελών και ότι αυτό συνάγεται από το σκοπό του νομοθέτη, διότι επιβολή τέτοιων τελών στο μειοδότη ουσιαστικά θα ακύρωνε το σκοπό του ν. 2881/2001 που είναι η προστασία των θαλασσών. Ακολούθως αιτήθηκαν οι ενάγουσες να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλονταν από αυτές τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή τέλη ελληνισμού και δικαιώματα, επί ναυαγίων, συνολικού ποσού 47.108,31 ευρὼ και ειδικότερα αναφορικά με το A το No …./20-01-2021 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 7.632,24 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τέλη ελλιμενισμού για το διάστημα από 22-11-2019 έως 25-08-2020, όσον αφορὰ στο δεξαμενόπλοιο ΑΛ το Νο Α …/3501-0021 για τέλη ελληνισμού από 22-11-2019 έως 91-14-2020, συνολικού ποσού 9.130,04 ευρώ, το Νο ΠΕΚ …./08-03-2021 πιστωτικό τιμολόγιο με ειδική καταβλητέα αξία για το παραπάνω χρονικό διάστημα των 250,34 ευρώ, το No …./08-03-2021 τιμολόγιο ποσού 1.252,21 ευρώ, το Νο …../22-03-202 τιμολόγιο ποσού 795,20 ευρώ, το Νο …./26-04-2021 τιμολόγιο, ποσού 711,48 ευρώ, το Νο …./24-05 2021 τιμολόγιο ποσού 735,20 ευρώ, το Νο …/22-06-2021 τιμολόγιο, ποσού 711,48 ευρώ, το Νο …./21-07-2021 τιμολόγιο, ποσού 735,20 ευρώ, τo Νο …./24-08-2021 τιμολόγιο ποσού 735,20 ευρώ, και το Νο A …./22-09-2021 τιμολόγιο ποσού 711,45 ευρώ, τα οποία τιμολόγια εξεδόθησαν μέχρι τις 31.8.2001 συνολικής αξίας 6.616,79 ευρώ και τέλος αναφορικά με δικαιώματα επί ναυαγίων του Δ/Ξ ΚΣ το Σειρά …/29-01-2021 τιμολόγιο για αναδρομικά από 22-11-2019 έως 51-12-2020 ποσού 258.094,36 ευρώ, το No …./03-02-2021 τιμολόγιο, ποσού 10.188,59 ευρώ, το No …/08-03-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα από 01-01-2021 έως 28.2.2021 ποσού 53.573,14 ευρώ, το Νο ……/17-03-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα απὀ 01-03-2021 έως 13-03-2028, ποσού 21.456,94 ευρώ, το No ……/28-04-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα από 01-04-2021 έως 30-04-2021 ποσοὺ 20.764,78 ευρώ, το No …../07-05-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα από 22-11-2019 έως 30-04-2021, ποσοὺ 25.416,32 ευρώ, το No ΠEK …/07-05-2021 πιστωτικό τιμολόγιο ποσού για 364.075,82 ευρώ, το Nο …/27.5.2021, για δικαιώματα από 01-05-2021 έως 31.5.2021, ποσού 1.497,92 ευρώ, το Νο …./25-06-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα απὀ 01-06-2021 έως 30-06-2021 ποσού, 1.449,60 ευρώ, το No ……./26-07-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα από 01-07-2021 έως 31.7.2021 ποσοὺ 1.497,92 ευρώ, το No …./20-08-2021 για δικαιώματα από 01-08-2021 έως 31-08-2021 ποσού 1.497,92 ευρώ και το No ……/23-09-2021 τιμολόγιο για δικαιώματα από 01-00-2621 έως 30-09-2021 ποσού 1.449,80 ευρώ, τα οποία τιμολόγια εξεδόθησαν για δικαιώματα επί ναυαγίων συνολικού ποσού 32.859,28 ευρώ και 2) να ακυρωθοὺν για τους προαναφερόμενους λόγους τα προαναφερόμενα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω των αναφυόμενων θεμάτων αλλοδαπότητας εκ της έδρας της δεύτερης ενάγουσας, έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπόθεσης με βαση τα άρθρα 25 παρ. 1 και 66 του κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για 12ης Δεκεμβρίου 2012 “για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφασεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις” ενώ διατύπωσε καταφατική κρίση και των προς την υλική, τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα του εκ του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1α του ν. 2172/1993. Στη συνέχεια αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αντικειμενικά σωρευόμενη κύρια παρέμβαση του ελληνικού δημοσίου στο οποίο είχαν ανακοινώσει τη δίκη οι ενάγουσες, έκρινε εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 29 του κανονισμού 593/2008 (Ρώμη 1) του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 17ης.6.2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές και ότι η αγωγή είχε νομικό έρεισμα στα άρθρα 68 και 70 του ΚΠολΔ. Εν τέλει δέχθηκε κατ’ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες δεν οφείλουν στην εναγομένη το ποσό των 47.108,31 ευρώ για το οποίο είχαν εκδοθεί τα προαναφερόμενα τιμολόγια για τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα ναυαγίου. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εκκαλούσα ηττηθείσα εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την κρινόμενη έφεση της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι η διάγνωση πραγματικού γεγονότος ή η ερμηνεία νομικής κατάστασης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, με το δεύτερο λόγο ότι είναι νόμιμη η επιβολή τελών ελλιμενισμού διότι τα τέλη που επιβλήθηκαν ήταν συνυφασμένα με το δικαίωμα της κυριότητας του ναυαγίου και ότι αν δεν επιβάλλονταν αυτά ο κύριος θα ελλιμένιζε τα πλοία του (δηλαδή τα ναυάγια) ανέξοδα και δεν θα μεριμνούσε για την απομάκρυνση τους και τέλος με τον τρίτο λόγο αναφέρεται στην εις ολόκληρο ευθύνη των εναγουσών ως προς την καταβολή των τελών.
Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ “όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή”. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό. Επομένως, για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις και μάλιστα, οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 102/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα, αυτό πρέπει να είναι α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, πρέπει να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή σε έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 66/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα παραπάνω, την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, για δε την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών, που το στηρίζουν. Το έννομο συμφέρον όμως, όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας [ΑΠ 1815/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Ο υπερασπιστικός χαρακτήρας της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής έναντι της εξώδικης καύχησης του εναγομένου, ανάγει σε ιστορική της βάση τις αντιρρήσεις που βάλλουν κατά της ύπαρξης της επίδικης έννομης σχέσης και θα απάρτιζαν το αμυντικό οπλοστάσιο του εναγομένου μίας αντίστοιχης θετικής αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής [Βλ. Μακρίδου, Αόριστη αγωγή σ. 32 επ.·]. Οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να συνίστανται: α) στην καθολική άρνηση κάθε νοητού κατά νόμο παραγωγικού λόγου (γενική άρνηση), β) στην άρνηση μίας, περισσότερων ή όλων των δικαιογόνων προϋποθέσεων ορισμένου δικαιοπαραγωγικού κανόνα (ειδική άρνηση), είτε γ) στην επίκληση δικαιοκωλυτικών, δικαιοφθόρων ή δικαιοανασταλτικών περιστατικών (ΜΕφΠειρ 120/2024 δημοσιευμένη σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής έννομες σχέσεις του δικονομικού δικαίου [ΑΠ 819/2013 δημοσιευμένη σε Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου].
Η ένδικη αγωγή, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, όσον αφορά στα αιτήματα αυτής όπως αναγνωριστεί ότι οι αξιώσεις της εναγομένης που αναφέρονται στα τιμολόγια που εκδόθηκαν και καταλογίστηκαν ατομικά στην πρώτη εφεσίβλητη νόμιμη εκπρόσωπο της δεύτερης μειοδότριας των ναυαγίων και επικίνδυνων πλοίων είναι αρνητική αναγνωριστική αγωγή χρέους, καθώς σαφώς ζητείται με αυτή όπως αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλεται το ποσό των 47.108,31 ευρώ για το οποίο είχαν εκδοθεί τα προαναφερόμενα τιμολόγια για τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα ναυαγίου. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 70 ΚΠολΔ, εφόσον με αυτή εισάγεται αίτημα αναγνώρισης της ανυπαρξίας της έννομης συνέπειας της οφειλής τις ενάγουσες του ανωτέρω ποσού ως οφειλόμενα στην εναγομένη (όμοια ΑΠ 851/2019 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου] και δεν αφορά απλή διάγνωση πραγματικού γεγονότος ούτε ερμηνεία νομικής κατάστασης όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2881/2001 “1. Ο κύριος ναυαγίου, το οποίο αποτελεί κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα σε περιοχή λιμένα, σε διώρυγα ή σε δίαυλο ή παρεμποδίζει την προσόρμιση, την αγκυροβολία, την παραβολή, τη χρήση των κρηπιδωμάτων και γενικά τη λειτουργία τους ή προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλλει το περιβάλλον, υποχρεούται να το ανελκύσει και απομακρύνει εκτός λιμένα, διώρυγας ή διαύλου, όπως έχει ή κατά τμήματα ή, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να το μετατοπίσει ή καταστρέψει ή με οποιονδήποτε τρόπο εξουδετερώσει, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 2. Ο Οργανισμός προσκαλεί εγγράφως τον κύριο να προβεί στις αναγκαίες κατά την προηγούμενη παράγραφο ενέργειες, για να εξαλειφθεί κάθε κίνδυνος και να αποτραπεί κάθε δυσμενής συνέπεια από την ύπαρξη του ναυαγίου, ορίζοντας εύλογη κατά περίπτωση προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες και δηλώνοντας συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προβεί στις ενέργειες αυτές με ευθύνη και με δαπάνες του κυρίου, οι οποίες σε περίπτωση μη άμεσης καταβολής, καταλογίζονται σε βάρος του και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο (2) μήνες ακόμα. Όταν ο κύριος έχει ήδη αρχίσει να προβαίνει σε εμφανείς πράξεις για την απομάκρυνση του ναυαγίου και συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον παράταση από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας. Οι προθεσμίες δεσμεύουν και κάθε διάδοχο του κυρίου μετά την επίδοση ή δημοσίευση της πρόσκλησης. 3. Η πρόσκληση επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή, στον κύριο ή στον αντιπρόσωπό του, στους δανειστές, που αναγράφονται στο ναυτικό υποθηκολόγιο ή στο βιβλίο κατασχέσεων του λιμένα νηολόγησης και, αν πρόκειται για ναυάγιο αλλοδαπού πλοίου, στους δανειστές, που αναγράφονται στο βιβλίο της Λιμενικής Αρχής του λιμένα, όπου βρίσκεται το ναυάγιο. Αν ο κύριος και ο αντιπρόσωπός του, διαμένουν ή έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό, η πρόσκληση επιδίδεται στον Υπουργό Εξωτερικών και, αν είναι αλλοδαποί, στην Προξενική Αρχή του κράτους της ιθαγένειάς τους ή στην Προξενική Αρχή άλλου κράτους, που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του κράτους της ιθαγένειάς τους στην Ελλάδα. Αν ο κύριος και ο αντιπρόσωπός του δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν ή είναι άγνωστης διαμονής, η πρόσκληση επιδίδεται στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ναυάγιο και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας, ευρείας κυκλοφορίας, κατά προτίμηση ναυτιλιακού περιεχομένου. Η επίδοση γίνεται κατά τα λοιπά και συντελείται όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 4. Αν ο κύριος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο Οργανισμός μπορεί, ως νόμιμος εντολοδόχος του, να εκτελέσει τις πράξεις που αναγράφονται στην πρόσκληση είτε με ίδια αυτού μέσα και προσωπικό είτε με ανάθεση των σχετικών εργασιών σε τρίτο. 5. Αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών από τον Οργανισμό κρίνεται, λόγω των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη ή απρόσφορη ή ασύμφορη, ο Οργανισμός μπορεί να εκποιήσει το ναυάγιο ή τμήματα αυτού, με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό. Ο πλειοδότης υποχρεούται να ανελκύσει και απομακρύνει το ναυάγιο μέσα στην οριζόμενη στη διακήρυξη προθεσμία. Από την κατακύρωση και την καταβολή του τιμήματος, ο πλειοδότης θεωρείται ότι παραλαμβάνει το ναυάγιο, αποκτά την κυριότητά του ελεύθερη από κάθε δικαίωμα τρίτου και μπορεί, αν συντρέχει λόγος, να ζητήσει την καταχώριση περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ή τη διαγραφή από το νηολόγιο. Για την καταχώριση ή τη διαγραφή δεν απαιτείται βεβαίωση του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α’) και το πιστοποιητικό του άρθρου 88 παρ. 5 του Κ.Ν. 792/1978 (ΦΕΚ 220 Α’), όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικά από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1711/ 1987 (ΦΕΚ 109 Α’). Η κυριότητα του πλειοδότη τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης ανέλκυσης και απομάκρυνσης του ναυαγίου. Η ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου πιστοποιείται από τον Οργανισμό.
Με το δεύτερο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα εταιρία ισχυρίζεται ότι είναι νόμιμη η αναδρομική επιβολή τελών ελλιμενισμού και δικαιωμάτων επί ναυαγίου επί της δεύτερης ενάγουσας μειοδότριας τα οποία οφείλει ατομικά η πρώτη ενάγουσα, διότι η αλλοδαπή εταιρία δεν έχει συσταθεί νόμιμα στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να εξομοιώνεται με μια defacto ομόρρυθμη εταιρία και η πρώτη ενάγουσα να ευθύνεται ως ομόρρυθμη εταίρος, καθώς στο άρθρο 17 παρ. 9 εγκεκριμένο τιμολογίου της, υπό τov τίτλο «Δικαιώματα επἰ ναυαγίων» του µε ισχύ Νόμου που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2147/11-6-2018 ορίζεται ότι επί ναυαγίων επιβάλλονται τα προβλεπόμενα τέλη, και ότι δεν προβλέπεται εξαίρεση παρά μόνο δυνατότητας έκπτωσης [όρος 9.3) έως 50 % στην περίπτωση που υποβληθεί αίτηση ανέλκυσης. και απομάκρυνσης υπό τον όρο λήψης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της. Ότι επομένως νομίμως επιβλήθηκαν τα επίδικα τέλη ελλιμενισμού αφού η κυριότητα των επίδικων πλοίων είχε μεταβιβασθεί ήδη µε την εκπλήρωση του συμβατικού συναλλάγματος και της κοινοποίησης της απόφασης κατακύρωσης του μειοδοτικού διαγωνισμού και ότι η δεύτερη ενάγουσα είχε καταστεί κυρία των ναυαγίων και η κυριότητα της τελούσε υπό διαλυτική και όχι υπό αναβλητική αίρεση. Ότι οποιαδήποτε αντίθετη άποψη θα είχε ως λογικό-παράδοξο- επακόλουθο, η τιμολόγηση των ναυαγίων και η επιβολή τελών, να σταματά την ηµέρα μεταβίβασής τους στον Ανάδοχο και νέο πλοιοκτήτη, µε συνέπεια τα πλοία να παραμένουν στο χώρο της XZΛ (προφανώς εννοεί χερσαία ζώνη λιμένα) της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία Οργανισμός λιμένος Ελευσίνας (εναγομένης) αε άνευ ανταλλάγµατος. Ότι γι’αυτό εξάλλου 2,5 έτη μετά το μειοδοτικό διαγωνισμό οι ενάγουσες έχουν απομακρύνει μόνο το ένα εκ των ναυαγίων παρά την αρχική συμβατική της υποχρέωση να ολοκληρώσει το έργο εντός τριών μηνών και ενώ μέχρι σήμερα δεν της έχει χορηγηθεί παράταση στην προθεσμία απομάκρυνσης και ότι συνεπώς είναι υπερήμερη. Ότι εάν δεν υπήρχε η ρητή πρόβλεψη επιβολής τελών στον εκάστοτε κύριο του ναυαγίου η κάθε μειοδότρια άνευ οιασδήποτε οικονομικής επιβάρυνσης θα ελλιµένιζε τα πλοία της ανέξοδα και δεν θα μεριμνούσε για την απομάκρυνσή τους, αφού δεν θα είχε κανένα μοχλό πίεσης και δη δαπάνες και έξοδα από την παραμονή τους και ότι σε κάθε περίπτωση τα τέλη που βεβαιώθηκαν με τα τιμολόγια που αναφέρονται στην αγωγή δεν μπορούν να επιρριφθούν στον προηγούμενο πλοιοκτήτη διότι τα πλοία πλέον έχουν εκποιηθεί και η κυριότητά τους έχει μεταβιβασθεί υπό διαλυτική αίρεση. Όμως ο λόγος αυτός εφέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι ναι μεν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 9 του ν. 2881/2001 που ρυθμίζουν τη διαδικασία ανέλκυσης των ναυαγίων η ΟΛΕ αε μπορεί να προβεί σε ανέλκυση των ναυαγίων με ευθύνη και δαπάνες του κυρίου στην περίπτωση που η ανέλκυση δεν γίνει στην προθεσμία που έχει ταχθεί, όπως προαναφέρθηκε και στη νομική σκέψη. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση η δεύτερη ενάγουσα έχει αναδειχθεί μειοδότρια στο μειοδοτικό διαγωνισμό του οποίου οι όροι και η διαδικασία ρυθμίζονται με τη με αριθμό 2123/38/2001 (ΦEK Β΄ 1439/2001) απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2881/2001. Τόσο σε αυτή την υπουργική απόφαση, όσο στη διακήρυξη του μειοδοτικού διαγωνισμού, την κατακυρωτική σύμβαση και στην από 30.10.2019 σύμβαση ανέλκυσης που προσκομίζονται δεν γίνεται αναφορά σε υποχρέωση της δεύτερης εφεσίβλητης να καταβάλει τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα επί ναυαγίου. Είναι άλλο θέμα το αν θα κηρυχθεί έκπτωτος ο μειοδότης και η διενέργεια επαναληπτικού διαγωνισμού που δεν αγορά τη συγκεκριμένη επίπτωση και άλλο η αναδρομική επιβολή τελών που επιχειρήθηκε με την έκδοση των αναφερόμενων στην αγωγή τιμολογίων από την εκκαλούσα. Εξάλλου επιχειρήματα μπορούν να αντληθούν από τις διατάξεις των άρθρων 1009, 1005 παρ. 2 εδ. β, 953 παρ. 2 κι 982 παρ. 1 του ΚΠολΔ που ρυθμίζουν την τύχη των ενοχικών δικαιωμάτων τρίτων στην περίπτωση πλειστηριασμού και ορίζουν ότι ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το απολάμβανε το καθού η εκτέλεση αλλά ότι δεν βαρύνεται με τις ενοχικές υποχρεώσεις του καθού η εκτέλεση, αφού ο ίδιος δεν συνδέεται ενοχικά με το δικαιούχο (βλ. Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής εκτέλεσης Ειδικό μέρος παρ. 61, σελ. 517επ.). Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί σύμβαση ελλιμενισμού, η οποία είναι σύμβαση μισθώσεως (βλ. ενδ. ΜΕφΠειρ 120/2024 ο.π.) αυτή θα πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας (άρθρα 433 και 446 του ΚΠολΔ) για να αντιταχθεί στον υπερθεματιστή. Εξάλλου το λογικό επακόλουθο της αρχής της μετάθεσης του κινδύνου στον υπερθεματιστή από την κατακύρωση (1017 παρ. 3 του ΚΠολΔ) είναι ο κανόνας του άρθρου 1017 παρ. 4 του ΚΠολΔ σύμφωνα με τον οποίο ο υπερθεματιστής από την κατακύρωση παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος και δεν υπάρχει υποχρέωση για τα βάρη πριν από την κατακύρωση (Κονδύλης ΕλΔικ 37, 1069, Φαλτσή ο.π. 521) και στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκκαλούσα συνομολογεί ότι με τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και αναφέρονται στην αγωγή επέβαλε αναδρομικά τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα επί ναυαγίου από τις αρχές του έτους 2019 παρόλο που ο μειοδοτικός διαγωνισμός ανακοινώθηκε τον Οκτώβριο του προαναφερόμενου έτους και η σύμβαση ανέλκυσης υπεγράφη στη λήξη του έτους στις 30.12.2019. Κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την κατάφαση του νομίμου της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, ότι οι ενάγουσες δεν οφείλουν τα επιρριπτόμενα ατομικά στην πρώτη ενάγουσα τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα επί ναυαγίου ορθά το νόμο ερμήνευσε και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στο δεύτερο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται, ως αποτέλεσμα, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. ‘Ετσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δεν μπορούν να οδηγήσουν, ακόμα κι αν είναι βάσιμοι, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. ΑΠ 323/1989 ΕλΔνη 31. 770, ΕφΔωδ 204/2009, 27/2007, 93/2007, 338/2005 ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 2003, παρ. 542 αρ. 6 σελ. 222). Κατά το άρθρο 10 Α.Κ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως «έδρα» δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 Α.Κ. κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν. 791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 ή των Α.Ν. 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες, πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ’ απόκλιση του άρθρου 10 Α.Κ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 Α.Κ, εταιρίες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη «εθνικότητα» ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος. Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρία είναι άκυρη και θεωρείται ως «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιριών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρίας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012. Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιριών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία ή πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα δυνάμει αδείας ή τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών εγκατεστημένα εντός της ημεδαπής, δυνάμει ομοίως αδείας, καθόσον, κατά τα παραπάνω, διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διεύθυνσης των εταιρικών υποθέσεων. Η άδεια εγκατάστασης των εταιριών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου (Ν. 27/1975), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν. 1892/1990 και 4 Ν. 2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της. Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιριών, οι εταιρίες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες «εν τοις πράγμασι» και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρο μετά της εταιρίας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (Ολ.Α.Π. 2/2003, ΕλλΔνη 1994, 1249, Α.Π. 1183/2019, Α.Π. 803/2010, Α.Π. 812/2008, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 427/2020 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Με τον τρίτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα εκτιμάται ότι βάλλει κατά της εκκαλουμένης αυτοτελώς κατά το κεφάλαιο που έγινε δεκτή η αρνητική αναγνωριστική αγωγή ως προς την πρώτη εφεσίβλητη ισχυριζόμενη ότι αυτή ευθύνεται αυτοτελώς ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης αλλοδαπής εταιρίας με έδρα τα νησιά Μάρσαλ που δεν έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 ή των Α.Ν. 89/1967, 378/1968 και άρθρο 1 του Ν. 791/1978 (που αφορά τις πλοιοκτήτριες πλοίων με αλλοδαπή σημαία), σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Ότι επομένως η δεύτερη εφεσίβλητη είναι μια άκυρη εταιρία που θεωρείται de facto ομόρρυθμη με αποτέλεσμα η πρώτη εφεσίβλητη να ευθύνεται αυτοτελώς για τα τέλη ελλιμενισμού και δικαιώματα ναυαγίου για τα οποία εξεδόθησαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια. Όμως η αιτίαση αυτή προβάλλεται αλυσιτελώς, καθώς δεν μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης καθώς με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι αμφότερες οι ενάγουσες δεν οφείλουν να καταβάλουν στην εναγομένη τα ποσά τελών ελλιμενισμού και δικαιωμάτων ναυαγίου που αναφέρονται στα τιμολόγια που αναγράφονταν στην αγωγή για τα επίδικα πλοία και το θέμα αν η δεύτερη εφεσίβλητη είναι ή όχι άκυρη εταιρία με αποτέλεσμα η πρώτη εφεσίβλητη να θεωρείται ομόρρυθμη εταίρος αυτής και να ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο δεν επηρεάζει το δεδικασμένο που προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης που αναγνώρισε ορθώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα κατά την εξέταση των δύο πρώτων λόγων εφέσεως, ότι οι ενάγουσες εφεσίβλητες δεν οφείλουν στην εναγομένη εκκαλούσα το συνολικό ποσό των 47.108,31 ευρώ και ειδικότερα τα ποσά για τα οποία έχουν εκδοθεί τα αναφερόμενα στο σκεπτικό τιμολόγια. Συνεπώς ο τρίτος λόγος εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αφού δεν υφίσταται προς εξέταση άλλος λόγος εφέσεως, πρέπει η έφεση κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν καθόσον οι δύο πρώτες εφεσίβλητες δεν παραστάθηκαν και δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα για τον παρόντα βαθμό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό ………………./2023 ποσού 100 ευρώ στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με τη δικονομική απουσία των εφεσιβλήτων την από 24.7.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2023 και με αριθμό προσδιορισμού ………./2023 έφεση της κατά της με αριθμό 1908/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από 7.10.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2021 αγωγής.
Ορίζει το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση της ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τις μη παριστάμενες εφεσίβλητες σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε μία
Απορρίπτει την έφεση ως προς τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εφεσίβλητο
Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου εφέσεως με αριθμό ………………/2023 ποσού εκατό (100) ευρώ, στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 9 Δεκεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ΄ ης η κλήση-εκκαλούσας και της δικαστικής πληρεξουσίας ΝΣΚ του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ