ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 704/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος : Του …………….ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη (ΑΜΔΣΑ : ….).
Του εφεσίβλητου : Του …………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ζούμπο (ΑΜΔΣΑ : ….).
Ο ενάγων ………… ζήτησε να γίνει δεκτή η από 9-8-2018 με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2018 και ειδικό …./2018 αγωγή του, κατά, μεταξύ άλλων, και του εναγόμενου …………… τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις με αριθμό ……/2020 και ……../2021 εν μέρει οριστικές αποφάσεις του, που εκδόθηκαν κατ’ αντιμωλίαν των εδώ διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κάθε φορά και με τη με αριθμό 1989/2022 οριστική απόφασή του, που ομοίως εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των εδώ διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Τις αποφάσεις αυτές προσβάλλει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, με την από 20-1-2023 έφεσή του, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./2023 και ειδικό ……/2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2024 και ειδικό …../2024 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση έφεση του εν μέρει ηττηθέντος εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 1989/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της με αριθμό 318/2020 εν μέρει οριστικής απόφασης και της με αριθμό 828/2021 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ως προς τις οριστικές διατάξεις τους), οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ αντιμωλίαν των εδώ διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη οριστική απόφαση (και τις συνεκκαλούμενες εν μέρει οριστικές αποφάσεις) Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 20-1-2023, πριν από επίδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, που έλαβε χώρα την 21-6-2022, δεδομένου και του ότι ουδείς των διαδίκων επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης και ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Επίσης, έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα, για το παραδεκτό της εφέσεως, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/20-1-2023 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ……………../2023 e-παράβολο ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η υπό κρίση έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (και οι συνεκκαλούμενες εν μέρει οριστικές αποφάσεις), ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 9-8-2018 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2018 αγωγή του κατά α) του πρώτου εναγόμενου ………… και ήδη εκκαλούντος, β) του …………. δεύτερου εναγόμενου και γ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….», τρίτης εναγόμενης, ο ενάγων εξέθετε ότι κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2006 έως το μήνα Απρίλιο του έτους 2007 διεξήχθησαν πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτού (ενάγοντος) αφενός και του ………… και του …………. αφετέρου, με σκοπό την υλοποίηση μιας μεγάλης επένδυσης, που οι τελευταίοι είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να πραγματοποιήσουν στην Ελλάδα στον τομέα της αγοράς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και δη με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων, ότι ο ίδιος (ενάγων), στο προσυμβατικό αυτό στάδιο, προέβη καλόπιστα σε προπαρασκευαστικές ενέργειες (κυρίως σε επίπεδο λήψης πληροφοριών, έρευνας αγοράς και εξασφάλισης τεχνογνωσίας), με την προφανή προοπτική της οριστικοποίησης της συμφωνίας τους, καθώς και ότι τελικά την 19-4-2007 συνήφθη στον Πειραιά μεταξύ του ίδιου (ενάγοντος) και του ………….., που ενεργούσε τόσο ατομικά όσο και ως αντιπρόσωπος του ……….., σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας αυτός (ενάγων) ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την έκδοση των προβλεπόμενων κατά περίπτωση και ανάλογα με τη δυναμικότητα κάθε φωτοβολταϊκού έργου από το Ν. 3468/2006 α) αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας), ή β) άλλως, όπου δεν προβλέπονταν άδειες, εγκρίσεων όρων σύνδεσης με το ηλεκτρικό δίκτυο της ΔΕΗ, για τα μεγάλης κλίμακας έργα (που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ή γ) άλλως, αδειών εξαιρέσεως από τη λήψη αδειών, για τα μικρά φωτοβολταϊκά έργα, προκειμένου, σε επόμενο στάδιο της επιδιωκόμενης επένδυσης, να υλοποιηθεί, κατά το ενδιαφέρον για την ένδικη υπόθεση μέρος, η κατασκευή έξι (6) φωτοβολταϊκών πάρκων μεγάλης ονομαστικής ισχύος στα αναφερόμενα στην αγωγή μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας, καθώς και ότι, στη συνέχεια, η πιο πάνω προφορική τους συμφωνία αποτυπώθηκε, ως προς τα βασικά σημεία της, στο από 29-7-2007, ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή, έγγραφο για την καταβολή της αμοιβής του, που φέρει την υπογραφή του ……………… Επίσης, ιστορούσε ότι στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης έργου ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη σύσταση της τρίτης εναγόμενης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………..» [σχηματιζόμενη από τα αρχικά των επωνύμων των δύο (2) πρώτων εναγόμενων], που έλαβε χώρα την 29-1-2008 και καταχωρήθηκε στα Μητρώα Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών την 1-2-2008, με αποκλειστικούς μετόχους τον ………. και τον …………, πρώτο και δεύτερο των εναγόμενων αντίστοιχα, ώστε αυτή (εταιρία) να αποτελέσει το μοναδικό φορέα των δικαιωμάτων για τα μεγαλύτερα φωτοβολταϊκά έργα του πρώτου και του δεύτερου των εναγόμενων στον ελλαδικό χώρο, καθώς και ότι από την 1-2-2008 αυτή (εναγόμενη εταιρία), νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους τελευταίους, κατέστη ομοίως εργοδότριά του (ενάγοντος), δυνάμει σύμβασης μίσθωσης έργου, προφορικά καταρτιζόμενης και με το ίδιο ως άνω αντικείμενο. Ακόμα, ανέφερε ότι ως παράδοση του έργου του συμφωνήθηκε η έκδοση ή απόρριψη από τους αρμόδιους φορείς και της τελευταίας, από τις υποβληθείσες, άδειας, ως εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε να του καταβληθεί ποσοστό 2% έως 3% επί της κατασκευαστικής αξίας κάθε επιμέρους έργου και δη ποσοστό 3% επί της κατασκευαστικής αξίας κάθε έργου μέχρι το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ποσοστό 2,5% επί της κατασκευαστικής αξίας κάθε έργου από το ποσό του 1.000.001 ευρώ μέχρι το ποσό των 6.000.000 ευρώ και ποσοστό 2% επί της κατασκευαστικής αξίας κάθε έργου από το ποσό των 6.000.001 ευρώ και άνω, υπολογιζόμενη με υποθετική χρήση ποιοτικού ευρωπαϊκού φωτοβολταϊκού εξοπλισμού σταθερών βάσεων, κατά το χρόνο έγκρισης και της τελευταίας, από τις αναμενόμενες, άδειας από τους αρμόδιους φορείς, σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθμό 26.430/12-6-2012 Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΦΕΚ τεύχος Β, αρ. φύλλου : 1915/15-6-2012), καθώς και ότι ως χρόνος καταβολής της εργολαβικής αμοιβής καθορίστηκε το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών μετά την έκδοση από τις αρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές και της τελευταίας άδειας. Μετά ταύτα, ισχυριζόταν ότι, αν και ο ίδιος (ενάγων), κατά το χρονικό διάστημα από την 19-4-2007 έως και την 30-6-2011, οπότε και εγκρίθηκε και εκδόθηκε η τελευταία άδεια από τις αναμενόμενες 153 άδειες εξαίρεσης για τα μικρής κλίμακας έργα και συγκεκριμένα, για το (μη εδώ επίδικο) έργο στη θέση «…………» στο ΔΔ ………….., για το οποίο κατόπιν της με αριθμό ………/2009 αίτησης θεραπείας εκδόθηκε η με αριθμό …………../30-6-2011 άδεια εξαίρεσης της ΡΑΕ και ενώ ήδη από την 27-6-2011 είχαν εγκριθεί απευθείας όροι σύνδεσης και για το τελευταίο από τα έξι (6) μεγάλα έργα των αντιδίκων του στην τοποθεσία «………….» του Δήμου ……… του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, εκπλήρωσε και διεκπεραίωσε πλήρως και επιτυχώς το έργο, που οι εναγόμενοι του είχαν αναθέσει, εντούτοις οι τελευταίοι ουδόλως του κατέβαλαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκ μέρους του προσήκουσα εκτέλεση του ένδικου έργου. Συγκεκριμένα, υποστήριζε, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ότι το μέσο κατασκευαστικό κόστος, με κριτήρια την περίοδο υλοποίησης, την ονομαστική ισχύ, το είδος του μηχανολογικού εξοπλισμού και τα πρόσθετα χαρακτηριστικά κάθε έργου, σύμφωνα και με τις διακρίσεις της προαναφερόμενης Υπουργικής Απόφασης, ανερχόταν την 30-6-2011 στο ποσό των 3,00 ευρώ / Wp, και συνακόλουθα, δοθέντος ότι κατά τον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα με αναφορά της γεωγραφικής θέσης του κάθε έργου, του αριθμού και της ημερομηνίας χορήγησης κάθε άδειας, της ημερομηνίας κατάθεσης της σχετικής αίτησης στη ΡΑΕ και της αιτούμενης ισχύος που κατατέθηκε και εγκρίθηκε, η κατασκευαστική αξία των έξι (6) ένδικων έργων, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 42.567.000 ευρώ, με βάση το συμφωνημένο ποσοστό του εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι 2% και 2,5% ανά περίπτωση, η εργολαβική του αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 192.000 ευρώ, των 149.850 ευρώ, των 74.925 ευρώ, των 239.760 ευρώ, των 149.850 ευρώ και των 149.850 ευρώ, αντίστοιχα, για κάθε μία από τις επίδικες πέντε (5) άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και τη μία (1) έγκριση όρων σύνδεσης με τη ΔΕΗ και συνολικά στο ποσό των 956.235,00 ευρώ, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό από την 30-7-2011. Επιπρόσθετα, εξέθετε ότι, πέραν της ως άνω οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής του, οι εναγόμενοι του οφείλουν επιπλέον και το ποσό των 211.388,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στις δαπάνες, στις οποίες ο ίδιος (ενάγων) αναγκάστηκε να υποβληθεί εξ ιδίων χρημάτων καθ’ όλα τα έτη της συνεργασίας τους στο πλαίσιο εκτέλεσης της ένδικης σύμβασης έργου, προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των εναγόμενων, με την ειδικότερη συμφωνία ότι θα του καταβάλλονταν τα εν λόγω χρηματικά ποσά, που δαπάνησε για λογαριασμό τους και επ’ ωφέλειά τους για την παραπάνω αιτία, όταν θα αποκτούσαν οικονομική ρευστότητα, όπως τα επιμέρους κονδύλια εξόδων παρατίθενται σε ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα με αναφορά της αιτίας της συναλλαγής, του είδους και του αριθμού του φορολογικού παραστατικού, που εκδόθηκε, του τόπου και του χρόνου έκδοσης αυτού και της αξίας του, του αναλογούντος ΦΠΑ και του τελικού ποσού, που καταβλήθηκε. Περαιτέρω, ισχυριζόταν ότι τόσο ο …….., ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, όσο και ο ……………….., ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγόμενης εταιρίας και ως αντιπρόσωπος του ………… και για λογαριασμό του τελευταίου, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τον εξαπάτησαν, αφού τον έπεισαν να καταρτίσει την επίμαχη σύμβαση έργου, την οποία ουδέποτε είχαν σκοπό να εκπληρώσουν εκ μέρους τους, προς μεγάλη βλάβη της περιουσίας και των εν γένει συμφερόντων του (ενάγοντος), καθόσον εμφανίστηκαν ως δήθεν φερέγγυοι, οικονομικά εύρωστοι και ικανοί για την ευχερή χρηματοδότηση της επιδιωκόμενης επένδυσης, υποσχόμενοι αφενός ότι δεν θα χρειαζόταν να ξοδέψει ο ίδιος (ενάγων) εξ ιδίων χρημάτων και αφετέρου ότι μπορούσαν να καταβάλουν όχι μόνο τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή του, αλλά και ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά εργολαβικού ανταλλάγματος μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του επιχειρηματικού σχεδίου τους, εξίσου δε δολίως και τεχνηέντως κατάφεραν να τον πείσουν μεταγενέστερα να συνεχίσει τη συνεργασία του μαζί τους, αφού εξακολούθησαν να τον παραπλανούν για τις αληθείς προθέσεις τους και τη σκοπιμότητα των πράξεων τους, με χρήση παραπειστικών τεχνασμάτων και μέσων, και ιδίως με τη μερική χρηματοδότηση των εξόδων του, αλλά και με τη δελεαστική υπόσχεση για καταβολή ακόμα μεγαλύτερων αμοιβών σε περίπτωση πώλησης των έργων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, πλην όμως, εξαρχής οι αντισυμβαλλόμενοι του δεν είχαν την πρόθεση να του καταβάλουν τη συμφωνηθείσα αμοιβή του ούτε τα έξοδα, στα οποία υπεβλήθη για την εκτέλεση του επίδικου έργου. Επιπλέον, ανέφερε ότι εξαιτίας της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου και του δεύτερου των εναγόμενων υπέστη περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 956.235 ευρώ και στο ποσό των 211.388,20 ευρώ, που αντιστοιχούν στη μη καταβληθείσα αμοιβή του και στα μη καταβληθέντα έξοδα του, αλλά και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας αιτείται να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ, καθώς και ότι η τρίτη εναγόμενη εταιρία, πέραν της ενδοσυμβατικής ευθύνης της, απορρέουσας από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με τους λοιπούς εναγόμενους έναντι αυτού (ενάγοντος) προς αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Επίσης, ισχυριζόταν ότι συντρέχει λόγος άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, καθότι ο ……. και ο ………… επέλεξαν εξαρχής και σκοπίμως τη δημιουργία του νομικού προσώπου της, προκειμένου να αποφύγουν την ατομική τους ευθύνη και την εκπλήρωση των νόμιμων υποχρεώσεών τους έναντι αυτού (ενάγοντος), άλλως και όλως επικουρικά ισχυριζόταν ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον έκαστος σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι κατέστησαν αδικαιολογήτως και άνευ νόμιμης αιτίας πλουσιότεροι εις βάρος της περιουσίας του. Τέλος, ιστορούσε ότι η υπό κρίση αγωγή του ασκείται εκ νέου, μετά την απόρριψη λόγω αοριστίας, δυνάμει της με αριθμό 1164/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της προηγούμενης από 18-2-2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1371/2012 αγωγής του, καθώς και ότι εκκρεμεί άλλη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης για την εργολαβική αμοιβή που του οφείλεται για την έκδοση 147 αδειών εξαίρεσης για τα μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκά έργα (με την ονομασία …….), κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα, φορείς των οποίων κατέστησαν οι αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο επτά (7) προσωπικές εταιρίες, συμφερόντων του πρώτου και του δεύτερου των εναγόμενων. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι τρεις (3) εναγόμενοι, ήτοι ο ………., ο ………….. και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………….», αντίστοιχα, να του καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης μίσθωσης έργου, άλλως επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί κατάχρησης δικαιώματος και περί αδικοπραξιών, της δε τρίτης εναγόμενης εταιρίας ευθυνόμενης κατά το άρθρο 71 ΑΚ, α) το συνολικό ποσό του 1.167.623,20 ευρώ, ήτοι 956.235 ευρώ ως εργολαβική αμοιβή και 211.388,20 ευρώ για δαπάνες εκτέλεσης του ένδικου έργου, με το νόμιμο τόκο από την 30-7-2011, δηλαδή μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την παράδοση του έργου (30-6-2011), οπότε η απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επομένη της εξώδικης όχλησης αυτών την 10-8-2011, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που του προξένησαν με τις προπεριγραφόμενες αδικοπρακτικές συμπεριφορές τους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της προγενέστερης από 18-2-2012 αγωγής του και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, γ) άλλως και όλως επικουρικώς, το ποσό του 1.167.623,20 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, άλλως από την επομένη της επίδοσης της προγενέστερης από 18-2-2012 αγωγής του και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζήτησε να απαγγελθεί σε βάρος του πρώτου και του δεύτερου των εναγόμενων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους εξαιτίας της τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας και ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι αντίδικοί του στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, γενομένης συζητήσεως την 22-3-2019, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η συνεκκαλουμένη με αριθμό 318/2020 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να συμπληρωθούν από την τρίτη εναγόμενη οι ελλείψεις, που αφορούσαν στην πληρεξουσιότητα του δικηγόρου της, σε συζήτηση που θα ορισθεί, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση αυτής. Στη συνέχεια και κατόπιν της από 7-9-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2020 κλήσης του ενάγοντος, γενομένης συζητήσεως την 4-12-2020, εκδόθηκε ερήμην της τρίτης εναγόμενης και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η συνεκκαλουμένη με αριθμό 828/2021 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί ενώπιον του εξέταση των διαδίκων. Ακολούθως και κατόπιν της από 14-7-2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2021 κλήσης του ενάγοντος, γενομένης συζητήσεως την 14-1-2022, εκδόθηκε ερήμην της τρίτης εναγόμενης και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη με αριθμό 1989/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα, δυνάμει αυτής, ορίστηκε το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των 250,00 ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την τρίτη εναγόμενη, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και καταδικάστηκε ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου ύψους 21.700 ευρώ, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τον πρώτο και την τρίτη των εναγόμενων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα έκαστος εις ολόκληρον το ποσό του 1.086.218,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 30-7-2011 μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επίσης, κηρύχθηκε η εν λόγω οριστική απόφαση (1989/2022) εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή κατά το ποσό των 500.000 ευρώ και καταδικάστηκαν ο πρώτος και η τρίτη των εναγόμενων στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ύψους 39.000 ευρώ. Κατά της παραπάνω εκκαλουμένης οριστικής απόφασης (1989/2022) και των παραπάνω συνεκκαλουμένων εν μέρει οριστικών αποφάσεων (318/2020 και 828/2021) παραπονείται ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους περιεχόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την ολική εξαφάνισή τους με σκοπό να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον του ασκηθείσα αγωγή.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ’ ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, β) να διατάξει επανάληψη της συζήτησης, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και εκ τούτου, κατ’ επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης αυτής (απόφασης) είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά τουναντίον: α) από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και β) από την έχουσα επίσης εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) διάταξη του άρθρου 245 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δικαιούται να διατάξει επανάληψη της συζήτησης και να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, που θα συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου έφεσης και της εν γένει διαφοράς, κατά τα δι’ αυτού οριζόμενα όρια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη, μεταξύ των οποίων και την προσκόμιση κάθε κρίσιμου εγγράφου, χωρίς το οποίο καθίσταται αδύνατη η ασφαλής διάγνωση της υπόθεσης (ΑΠ 1844/2011, ΑΠ 2/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 648/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΤριμΕφΘεσσαλ 415/2022, ΕφΑθ 1597/2011, ΕφΛαμ 139/2011, ΕφΔωδ 131/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
IV. Από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα : Ο ενάγων έχει ασκήσει, εκτός από την κρινόμενη αγωγή του, και την από 9-8-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α. ……………/14-8-2018 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, της οποίας μνεία κάνει στην κρινόμενη αγωγή του και το δικόγραφο της οποίας προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από τον εκκαλούντα. Ειδικότερα, την αγωγή του αυτή ασκεί κατά εννέα (9) εναγόμενων και συγκεκριμένα κατά 1) του πρώτου εναγόμενου ……………., 2) του δεύτερου εναγόμενου ………, που ταυτίζονται με τους πρώτο και δεύτερο των εναγόμενων της κρινόμενης αγωγής του ασκηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και κατά επτά (7), εδρευουσών στο Ηράκλειο Κρήτης, προσωπικών εταιριών με τους διακριτικούς τίτλους ……………………. αντίστοιχα. Με αυτή ζητά να υποχρεωθούν, μεταξύ άλλων, οι πρώτος και δεύτερος των εναγόμενων να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, με βάση τις επικαλούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, αλλά και σύμφωνα με τις επικαλούμενες διατάξεις περί αδικοπραξιών, περί κατάχρησης δικαιώματος και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, α) το ποσό του 1.120.194 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 30-7-2011, άλλως με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο διακρίσεις, ποσό το οποίο, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, αντιστοιχεί στην εργολαβική αμοιβή του, που συμφωνήθηκε να του καταβληθεί δυνάμει της από 19-4-2007 σύμβασης μίσθωσης έργου, που κατάρτισε προφορικά με τους πρώτο και δεύτερο των εναγόμενων και η οποία αποτυπώθηκε εγγράφως στο από 29-7-2007 έγγραφο, που ενσωματώνει στην εν λόγω αγωγή του και φέρει την υπογραφή του πρώτου εναγόμενου, καθώς και επιπλέον, β) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της σε βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας. Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή, το επίδικο έργο, που ανατέθηκε στον ενάγοντα, αφορούσε στη διεκπεραίωση και ολοκλήρωση της αδειοδοτικής διαδικασίας κατά το μέρος που συναρτάται με τις άδειες εξαίρεσης από τη λήψη αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φωτοβολταϊκά στοιχεία από τις αρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές για τα μικρής κλίμακας έργα στο πλαίσιο του επιχειρηματικού εγχειρήματος με την ονομασία «………», που προγραμματίζονταν κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα. Ο ίδιος (ενάγων) ισχυρίζεται επίσης, ότι ως παράδοση του έργου του συμφωνήθηκε η έκδοση ή απόρριψη από τις αρμόδιες αρχές και της τελευταίας, από τις υποβληθείσες, άδειας εξαίρεσης (για τα μικρής κλίμακας έργα) ή κατά περίπτωση, άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή άλλως, έγκρισης όρων σύνδεσης με το δίκτυο της ΔΕΗ (για τα μεγάλα έργα) και ότι το τελευταίο έργο, που εγκρίθηκε, ήταν αυτό στη θέση «……» στο ΔΔ …………, για το οποίο κατόπιν της με αριθμό ………./2009 αίτησης θεραπείας εκδόθηκε η με αριθμό ………../30-6-2011 άδεια εξαίρεσης της ΡΑΕ. Με βάση τα προεκτεθέντα, από το περιεχόμενο και το αίτημα των αγωγών αυτών προκύπτει ότι κατά το μέρος που αφορά στον πρώτο εναγόμενο …………….., υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και μερική ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας (ήτοι της κύριας και της επικουρικής, από την ενδοσυμβατική ευθύνη δυνάμει της ένδικης σύμβασης μίσθωσης έργου, από την αδικοπρακτική ευθύνη και την ευθύνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αντίστοιχα) μεταξύ των δύο (2) αγωγών, που ασκήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και Ηρακλείου Κρήτης αντίστοιχα, με τη διαφορά ότι με την πρώτη αξιώνονται η εργολαβική αμοιβή για την αδειοδότηση των μεγάλης κλίμακας έργων, που προγραμματίζονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα και οι οφειλόμενες δαπάνες για αυτή, ενώ με τη δεύτερη ζητείται η εργολαβική αμοιβή για την αδειοδότηση των μικρής κλίμακας έργων, που αφορούσαν κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα. Ως εκ τούτου και αφού είναι προφανής η συνάφεια μεταξύ των αγωγών αυτών, κρίνεται απολύτως αναγκαία, για την πλήρη διακρίβωση και την ορθή διάγνωση της διαφοράς και για το σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου τούτου αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων λόγων έφεσης, αλλά και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, η προσκόμιση της τελεσίδικης απόφασης, που έχει εκδοθεί επί της ανωτέρω αγωγής εκκρεμούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Προς το σκοπό αυτό, πρέπει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ παραδεκτώς εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκειμένου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση να προσκομιστεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων η τελεσίδικη απόφαση, που έχει εκδοθεί επί της συναφούς αυτής αγωγής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, αφού η παρούσα απόφαση είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης κατά τα λοιπά.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση να προσκομιστεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων η τελεσίδικη απόφαση, που έχει εκδοθεί επί της από 9-8-2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α. …………/14-8-2018 αγωγής του ενάγοντος ……………… ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά την 18 Nοεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 28 Νοεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ