Αριθμός 714 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Σταυρούλα Λιακέα, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ………………», που εδρεύει στον Δήμο Φυλής Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ………..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Δημήτριο Ποβαρέτο.
ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών (ΑΦΜ ………), ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δικαστική Πληρεξούσια Ν.Σ.Κ. Αθηνά Αβράμη και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «……….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……………..), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Παναγιώτα Ζήτση.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ …………….» και το ΝΠΔΔ (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) με την επωνυμία «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» την από 30.4.2015 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2015) αγωγή και β) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………» την από 23.11.2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2016) πρόσθετη παρέμβαση. Επί των ως άνω αγωγής και πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 3598/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερομενα.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) το Ελληνικό Δημοσιο (εναγόμενο-υπερ ου η πρόσθετη παρέμβαση-πρώτο εκ των καθ΄ ων η κλήση-εκκαλούντων) με την από 10.10.2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2018-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2019) έφεσή του και β) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………» (προσθέτως παρεμβαίνουσα-δεύτερη εκ των καθ΄ ων η κλήση-εκκαλούντων) με την από 10.10.2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2018-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2019) έφεσή της. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η 20η.2..2020, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 490/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Με την κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 31.5.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024) κλήση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……….» η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 03.06.2024 κλήση (αρ. εκ. κατ. …………./2024) του καλούντος – εφεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……………>>, νομίμως εκπροσωπουμένου κατά του καθ΄ ου η κλήση – εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου και της καθ΄ης η κλήση – εκκαλούσας προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία <<………….>>,νομίμως εκπροσωπουμένης, για περαιτέρω συζήτηση και έκδοση απόφασης, μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την υπ’αριθμ. 490/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η από 10.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ…./10.10.2018 και Ε.Α.Κ……/10.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ…../05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …./05.02.2019) έφεση του ηττηθέντος εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και η από 11.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ…../11.10.2018 και Ε.Α.Κ……/11.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ…../05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …./05.02.2019) έφεση της επίσης ηττηθείσας προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία << …………….>>, κατά της οριστικής απόφασης 3598/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την ως άνω απόφαση το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδικάσε την από 30.04.2015 με αρ. εκ. κατ. …………/30.4.2015 αγωγή του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία << ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……………. >> και του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία << ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ >> με την από 23.11.2016 με αρ. κατ. …………./2016 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία <<…………>>, απέρριψε την ως άνω αγωγή κατά το ασκούμενο από το δεύτερο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ>> σκέλος της και κατά τα λοιπά έκανε την ως άνω αγωγή δεκτή ως βάσιμη και κατ΄ ουσίαν και απέρριψε την από 23.11.2016 (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διάδικων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 10.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ…../10.10.2018 και Ε.Α.Κ. ……/10.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ. …./05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …./05.02.2019) έφεση του που στρέφεται κατά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……….>> και η εκκαλούσα – αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 11.10.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2018 έφεση της που στρέφεται κατά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία << ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ …………… >> και του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία << ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ>>. Επί των ως άνω εφέσεων εξεδόθη η υπ΄ αριθ. 490/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, δυνάμει της οποίας αφού συνεκδικάστηκαν οι ως άνω εφέσεις, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11.10.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2018 έφεση της εκκαλούσας–αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία <<………..>> καθ΄ ο μέρος στρέφεται κατά του δεύτερου εφεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ>> και η ως άνω εκκαλούσα καταδικάστηκε στη καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ως άνω εφεσιβλήτου. Κατά τα λοιπά οι ως άνω εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και η υπό στοιχείο Β έφεση της εκκαλούσας – αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία <<…………..>> έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ΄ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο της για την αναγνώριση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο κτήσης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτό το κεφάλαιο και αφού κράτησε και δίκασε την από 30.04.2015 με αρ. εκ. κατ. ………./30.4.2015 αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, απέρριψε το ως άνω αίτημα ως αόριστο. Κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη και διορίστηκαν πραγματογνώμονες οι Τοπογράφοι – Μηχανικοί, …….. και ………….., προκειμένου να αποφανθούν με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεση επί των οριζομένων στο διατακτικό της ως άνω απόφασης ζητημάτων, οι οποίες κατέθεσαν ήδη την με αριθμό …../2024 (εκ. εγχειρ. 12.4.2024) έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη σύνταξη και νόμιμη κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης στη Γραμματεία του δικαστηρίου αυτού, η υπόθεση παραδεκτά και νόμιμα επανέρχεται προς συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, τα ενάγοντα ν.π.δ.δ., με την επωνυμία “ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ………… ” και “ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ”, με την από 30.4.2015 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ιστορούσαν ότι το πρώτο είχε την κυριότητα των δύο ειδικά αναφερόμενων γεωτεμαχίων, επιφάνειας 7.733 τ.μ. και 8.129 τ.μ. αντίστοιχα. Ότι οι δύο ανωτέρω εκτάσεις αποτελούσαν τμήμα της ευρύτερης μοναστηριακής έκτασης στη θέση “Λακκώματα” του Δήμου Περάματος, εμβαδού 2.761.077,20 τ.μ., η οποία απέμεινε μετά από μεταβιβάσεις, που επίσης, αποτελούσε τμήμα ευρύτερης αρχικής έκτασης, γνωστής με το όνομα “Σκαραμαγκάς”, επιφάνειας 18.945.000 τ.μ., συνορεύει δε ανατολικά με κτήμα του εναγομένου (………. ), δυτικά με έκταση του Πολεμικού Ναύσταθμου, βόρεια με κτήμα του εναγομένου (………….) και νότια με εκποιηθείσες από τον Ο.Δ.Ε.Π. εκτάσεις από τη θέση του οικισμού Νέο Ικόνιο, μέχρι του συνοικισμού Περάματος. Ότι την κυριότητα της ευρύτερης έκτασης απέκτησε τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά από τον Οθωμανό κύριο αυτού το έτος 1783), όσο και με πρωτότυπο – τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες σε κύριο πράξεις νομής (εγγραφή στο Μεγάλο Κώδικα καταγραφής της περιουσίας του, το έτος 1837, φύλαξη, καταμέτρηση, σχεδιαγράφηση, εκμίσθωση). Ότι τα ανωτέρω δύο γεωτεμάχια, τα οποία τελούσαν υπό τη διοίκηση και διαχείριση του δεύτερου ν.π.δ.δ. – ενάγοντος, καταχωρήθηκαν εσφαλμένα στο κτηματολόγιο υπέρ του εναγομένου–Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν τούτων, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι τα τελευταία (επίδικα ακίνητα) ανήκουν στην κυριότητα του πρώτου ν.π.δ.δ. και τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση του δεύτερου (ν.π.δ.δ.) και να διορθωθούν οι ανακριβείς αρχικές εγγραφές, ώστε να αναγραφεί το πρώτο (ενάγον) στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως κύριο, με τίτλο κτήσης το από 25.1.1933 π.δ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 §7 του ν. 4301/2014. Εξάλλου, η εταιρεία με την επωνυμία “……………….”, με την από 23.11.2016 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ως ειδική διάδοχος του εναγομένου – Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 196 §4 του ν. 4389/2016, παρενέβη στη δίκη υπέρ του τελευταίου και ζήτησε να απορριφθεί η ως άνω αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με την απόφασή του με αριθμό 3598/2018, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, ως προς το δεύτερο ενάγον, κατά τα λοιπά δε, έκρινε ορισμένη και νόμιμη τόσο την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ. (41.10) και ν.109 Πανδ. (50.16) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, άρθρα 18 και 21 του νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων της 10.7.1837, του ν. ΔΞΗ/1912 περί δικαιοστασίου, τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης, β.δ. της 17/29.11.1836, ν.δ. 21.5.1926, 7, 8 του π.δ. της 14.9.1931, π.δ. της 18.5.1932, 1, 2 του π.δ. της 1.3.1932, π.δ. της 25.1.1933, π.δ. της 20.9.1933, 1 επ., 8 του ν. 4684/1930, 4 του ν. 1539/1938, 39 §§3, 6, 62 §2 του ν. 590/1977, 3 του π.δ. 137/1981, 1 επ. του ν. 1811/1988, 51 §§2, 7 του ν. 4301/2014, 6 §§1, 2 του ν. 2664/1998, 999, 1000, 1033, 1041, 1045 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ., όσο και την παρέμβαση (άρθρα 80, 81, 82, 83 και 225 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσία την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία “……………….” και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του πρώτου ενάγοντος – ν.π.δ.δ. με την επωνυμία “ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ …………. ” και, αφού το αναγνώρισε ως κύριο των επίδικων δύο ακινήτων, διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά, ώστε στα ΚΑΕΚ …………. και ………., αντί του εσφαλμένου “Ελληνικό Δημόσιο” να αναγραφεί το πρώτο ενάγον, κατά πλήρη κυριότητα, με τίτλο κτήσης το από 25.1.1933 π.δ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη, το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 10.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ…../10.10.2018 και Ε.Α.Κ. …../10.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ. …/05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …./05.02.2019) έφεση του που στρέφεται κατά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ …………..>> και η εκκαλούσα – αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 11.10.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2018 έφεση της που στρέφεται κατά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ …………..>> και του εφεσιβλήτου – ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ>>, για τους διαλαμβανόμενους στις ως άνω εφέσεις λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η από 30.4.2015 αγωγή στο σύνολό της. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Α´ έφεσης και με το β´ σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Β´ έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, κρίνοντας ως ορισμένη την από 30.4.2015 αγωγή, διότι, αν και οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν τμήμα ευρύτερου ακινήτου (του “κτήματος Σκαραμαγκά”), αυτό δεν προσδιορίζονταν επαρκώς ως προς τα όρια, το εμβαδόν, τις πλευρικές διαστάσεις και τη θέση αυτών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η συνδρομή στο πρόσωπο των τελευταίων του στοιχείου της νομής και η άσκηση πράξεων νομής επί των ίδιων εκτάσεων, ενώ δεν μνημονεύονταν συγκεκριμένες και ορισμένες υλικές πράξεις (νομής) επί των επίδικων ακινήτων. Εξάλλου, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Β´ έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, κρίνοντας ότι είναι ορισμένη η από 30.4.2015 αγωγή, διότι, αν και οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι η μείζονα έκταση, στην οποία βρίσκονται και τα επίδικα ακίνητα, περιήλθε στην κυριότητά τους, αρχικά με παράγωγο τρόπο κτήσης, το έτος 1783, με αγορά, από τον Οθωμανό ……………, δεν αναφέρει τον τύπο του τυχόν εγγράφου που συντάχθηκε, κατά το ισχύον τότε Οθωμανικό δίκαιο (ταπί). Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 490/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, δυνάμει της οποίας αφού συνεκδικάστηκαν οι ως άνω εφέσεις, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11.10.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2018 έφεση της εκκαλούσας – αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία <<…………>> καθ΄ ο μέρος στρέφεται κατά του δεύτερου εφεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ>> και κατά τα λοιπά οι ως άνω εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Α´ έφεσης και με το β´ σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Β´ έφεσης έκρινε ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού, αφενός στην αγωγή αναφέρονται τόσο το αρχικό κτήμα Σκαραμαγκά, όσο και το εναπομείναν κατόπιν μεταβιβάσεων, καθώς και η θέση των επιδίκων εντός αυτής. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών τους, σύμφωνα με τα ενσωματωμένα στην αγωγή τοπογραφικά διαγράμματα, ήτοι : α) το ……. από 14.2.1968 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνικής υπηρεσίας του Οργανισμού Διοίκησης και Διαχείρισης Εκκλησιαστικής περιουσίας, το οποίο είναι ακριβές αντίγραφο από τον κτηματολογικό Κώδικα της ενάγουσας Ιεράς Μονής του έτους 1902 και β) το Α/Σ ……./2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τμήματος τοπογραφίας της Ε.Κ.Υ.Ο., στα οποία απεικονίζονται το αρχικό μείζον κτήμα Σκαραμαγκά και η έκταση που απέμεινε από αυτό αντίστοιχα, καθώς και η θέση των επιδίκων εντός αυτής. Αφετέρου, στην αγωγή μνημονεύονταν συγκεκριμένες και συνεχείς πράξεις νομής του μείζονος κτήματος, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ “εν τω μείζον εμπεριέχεται και το έλαττον” και συνακόλουθα ο προσδιορισμός των πράξεων νομής στο μεγαλύτερο ακίνητο προσδιορίζει επαρκώς και τις πράξεις νομής στα περιλαμβανόμενα σ’ αυτό επίδικα (Α.Π. 573/2015 Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”), ούτε (απαιτείται) η αναφορά του προσώπου έναντι του οποίου ασκείται η φυσική εξουσίαση του ακινήτου προς απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 1145/2011 Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”). Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου της υπό στοιχεία Β έφεσης κρίθηκε ότι η επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε, μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και το έγγραφο, με το οποίο έλαβε χώρα αυτή (ταπί), είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αναγκαίο να αναφέρεται για το ορισμένο της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, ως προς τη βάση της από τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, απορρίπτοντας σιγή την ένσταση της εκκαλούσας – προσθέτως παρεμβαίνουσας, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Β´ έφεσης, ως προς τούτο. Το Δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή την έφεση, ως προς το κεφάλαιο για την αναγνώριση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο κτήσης, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς το αίτημά της αυτό (αναγνώριση της κυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο) και το απέρριψε ως αόριστο. Συνεπώς, η υπό στοιχείο Β έφεση έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο της για την αναγνώριση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας. Κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, κατ’ άρθρο 254, 368 παρ. 2 και 369 ΚΠολΔ, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη και διορίστηκαν πραγματογνώμονες οι Τοπογράφοι – Μηχανικοί, ……………. και ………., προκειμένου να αποφανθούν με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεση για τη θέση των επιδίκων ακινήτων, τα σύνορά τους και το αν αυτά αποτελούν τμήματα του ως άνω μείζονος ακινήτου (κτήματος Σκαραμαγκά), που φέρεται ότι αγοράστηκε με τον πιο πάνω τίτλο (ταπί), συντάσσοντας και σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Οι ως άνω πραγματογνώμονες κατέθεσαν ήδη την με αριθμό 5/2024 (εκ. εγχειρ. 12.4.2024) έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσια συνεδρίασής του, καθώς και από την με αριθμό …../2024 (εκ. εγχειρ. 12.4.2024) έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Τοπογράφων – Μηχανικών, ………….. και ………., που διορίστηκαν με την υπ΄αριθ. 490/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, την από 4.3.2025 συνταχθείσα τεχνική έκθεση της υπαλλήλου του Α΄ τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς – Νήσων και Δυτικής Αττικής, Αρχιτέκτονα – Μηχανικού ……….. και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά έστω και εάν δεν μνημονεύεται ειδικά, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), και τους ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Τα επίδικα ακίνητα είναι δύο γεωτεμάχια, που βρίσκονται στο Δήμο Περάματος, εφάπτονται στη Λεωφόρο ………… (στον αριθμό .. το πρώτο και …… το δεύτερο), έχουν επιφάνεια 7.773 τ.μ. και 8.129 τ.μ. αντίστοιχα και είναι καταχωρημένα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς με ΚΑΕΚ …….. και …………. αντίστοιχα. Αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι επίδικες, κείμενες στην ειδικότερη θέση «……………..» της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Περάματος Αττικής, εδαφικές εκτάσεις και δη τόσο η καταγεγραμμένη ως τμήμα δημοσίου κτήματος (ΑΒΚ …… εμβαδού, σύμφωνα με το οικείο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής, 8.148 τ.μ.) με ΚΑΕΚ ……….. εδαφική έκταση επιφάνειας, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 8.129 τ.μ., όσο και η επίσης καταγεγραμμένη ως τμήμα δημοσίου κτήματος (ΑΒΚ ….. εμβαδού, σύμφωνα με το οικείο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής, 7.805 τ.μ.) με ΚΑΕΚ ……….. εδαφική έκταση επιφάνειας, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 7.333 τ.μ., αντίστοιχα, αποτελούν επιμέρους εδαφικά τμήματα του ως άνω κείμενου στη θέση Σκαραμαγκά Αττικής ευρύτερου γεωτεμαχίου ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής . …….., ευρέως γνωστού ως <<Κτήμα Σκαραμαγκά>>. Σύμφωνα με την με αριθμό …../2024 (εκ. εγχειρ. 12.4.2024) έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Τοπογράφων – Μηχανικών, …………… και ……….., που διορίστηκαν με την υπ΄ αριθ. 490/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, οι ως άνω Τοπογράφοι – Μηχανικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δυο επίδικα ακίνητα, όπως φαίνονται στα σχέδια 1 και 2 που συνοδεύουν την ως άνω έκθεση, βρίσκονται στο σύνολό τους εντός του <<κτήματος Σκαραμαγκά>>, που αγοράστηκε το έτος 1783, δυνάμει ταπίου από τον Οθωμανό …………… Όπως αναλυτικά παρατίθεται στα συμπεράσματα της ως άνω έκθεσης το πρώτο επίδικο με ΚΑΕΚ …………. έχει εμβαδόν 7.333 τ.μ., βρίσκεται επί της Λεωφόρου ………………. στον αριθμό …. και έχει όρια και πλευρές όπως φαίνονται στο Σχέδιο 1 και αναλυτικά συνορεύει : βόρεια – βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους μέτρων 66,15 μ. με τη Λεωφόρο ………….., νότια – νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 20,20 μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………. και επί πλευράς μήκους 200,09 μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ……….. και τα δυο ιδιοκτησίες της Εκκλησίας της Ελλάδος, βοριοδυτικά επί πλευράς μήκους 214,61μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………., νότια νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 42,75 μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………..Το δεύτερο επίδικο με ΚΑΕΚ ………… έχει εμβαδόν 8.128,60 τ.μ., βρίσκεται στη Λεωφόρο ………………. στον αριθμό 101 και έχει όρια και πλευρές όπως φαίνονται στο Σχέδιο 2 και αναλυτικά συνορεύει : βόρεια επί πλευράς μήκους μέτρων 9,90 μ. με τη Λεωφόρο .., ανατολικά – βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 243,86 μέτρων με τη Λεωφόρο ….., νότια επί πλευράς μήκους 21,97 μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …………., ιδιοκτησία της Εκκλησίας της Ελλάδος, δυτικά – νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 246,97 μ. με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………. Σύμφωνα, με τα αναφερόμενα στο συμπέρασμα της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης τα επίδικα βρίσκονται στην ειδικότερη θέση «………….. » του Δήμου Περάματος Αττικής, δυτικά του ανατολικού ορίου του <<κτήματος Σκαραμαγκά>> και σε απόσταση από αυτό το μεν πρώτο επίδικο 157 μέτρα, το δε δεύτερο 320 μέτρα. Επίσης οι ως άνω Τοπογράφοι – Μηχανικοί κατέληξαν στο πόρισμα ότι τα επίδικα ακίνητα περιέχονται ολόκληρα στο εναπομείναν μετά τις μεταβιβάσεις, τις απαλλοτριώσεις, δωρεές κλπ., τμήμα του αρχικού <<κτήματος Σκαραμαγκά>>. Οι ως άνω πραγματογνώμονες, αναφέρουν, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ως άνω έκθεση, ως προς τη μεθοδολογία εκπόνησης της ως άνω πραγματογνωμοσύνης ότι διενήργησαν αυτοψία καθώς θεώρησαν τα επίδικα με επιτόπου επισκέψεις και ότι οι επίδικες εκτάσεις αναγνωρίστηκαν στο έδαφος εκτός πόλης στο Δήμο Περάματος, εφάπτονται δε στη Λεωφόρο ……. Περαιτέρω αναφέρουν ότι αποτύπωσαν τα επίδικά γεωτεμάχια όπως φαίνεται στα σχέδια 1 και 2 που συνοδεύουν της έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ότι κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ως άνω έκθεση, εξέτασαν το από έτος 1873 ταπί, δυνάμει του οποίου το <<κτήμα Σκαραμαγκάς >> περιήλθε στη Μονή ……… κατόπιν αγοράς από τον Οθωμανό …………., το από 21.6.1883 πρωτόκολλο περί της εξετάσεως της οριοθεσίας της διαφιλονικούμενης έκτασης θέσεως Καραμαγκάς του Μοναστηριού ….., της με αριθμό 33333/13.12.1843 απόφασης του Υπουργείου Οικονομικών και τις αρχικές εγγραφές του Εθνικού κτηματολογίου που αφορούν τα όμορα και γειτονικά ακίνητα των επίδικών ακινήτων των οποίων η κυριότητα σε ποσοστό 100 αποδίδεται στην Εκκλησία της Ελλάδος με αιτία κτήσης το Π.Δ 239/25.1.1993. Περαιτέρω, ως προς το χαρτογραφικό υλικό που ελήφθη υπόψη για τη διερεύνηση του ορίου της ανατολικής πλευράς το οποίο χωρίζει το κτήμα Σκαραμαγκά από το κτήμα …….. που είναι δημόσιο κτήμα -καθόσον τα λοιπά όρια του κτήματος Σκαραμαγκάς, σύμφωνα τα εκτιθέμενα στην έκθεση είναι άμεσα ορισμένα και αναγνωρίσιμα-αναφέρεται ο τοπογραφικός χάρτης δάσους Σκαραμαγκά ο οποίος ήταν προσαρτημένος στην από 7.4.1928 διαχειριστική έκθεση του Μοναστηριακού Δάσους Σκαραμαγκά Μονής …….., τα αποσπάσματα από τους χάρτες Kaupert που κατά τα εκτιθέμενα στο οικείο χωρίο απεικονίζουν με μεγάλη ακρίβεια τον οικιστικό ιστό και το φυσικό περιβάλλον της Αττικής μετά την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, το διάγραμμα (………) έτους 1902 των μηχανικών ….. και …., το διάγραμμα (……) έτους 1902 των μηχανικών ….. και ….., ενημερωθέν το έτος 2000 υπό του μηχανικού ………, το τοπογραφικό διάγραμμα του κτήματος <<………..>>καθώς και αποσπάσματα από το διάγραμμα της ΓΥΣ, κλιμακας 1:50000. Στην ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι για να καταλήξουν στο προαναφερομενο συμπέρασμα τους οι ως άνω πραγματογνώμονες προέβησαν σε εφαρμογή των ορίων του <<κτήματος Σκαραμαγκά>> επί των χαρτών Kaupert και επί των διαγραμμάτων της ΓΥΣ, ακολούθως σχεδιάστηκαν επί αυτών τα όρια των δυο επίδικων ακινήτων με βάση τις συνταραγμένες των κορυφών τους, όπως αυτές φαίνονται στα συνημμένα στην παρούσα πραγματογνωμοσύνη Σχέδια 1 και 2 (τοπογραφικά διαγράμματα Μαρτίου 2024) και ταυτίζονται με εκείνες των ΚΑΕΚ των εγγραφών του Εθνικού Κτηματολογίου (έτσι προέκυψαν τα Σχέδια 5 και 6 της ως άνω πραγματογνωμοσύνης). Ακολούθως τοποθετήθηκαν τα επίδικα στα ήδη γεωαναφερόμενα διαγράμματα …, ….. καθώς και στο διάγραμμα του Δημοσίου με τίτλο ………… (έτσι προέκυψαν τα Σχέδια 3 και 4 και 7 που συνοδεύουν την ως άνω πραγματογνωμοσύνη). Έτσι διαπιστώθηκε ότι τα επίδικα γεωτεμάχια βρίσκονται και τα δυο δυτικά του ανατολικού ορίου του <<κτήματος Σκαραμαγκά>> και σε απόσταση από αυτό το μεν πρώτο επίδικο 157 μέτρα, το δε δεύτερο 320 μέτρα. Συνεπώς με την παρούσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης η οποία κρίνεται επαρκής και εμπεριστατώμενη οι ως άνω πραγματογνώμονές κατέληξαν χωρίς αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα γεωτεμάχια βρίσκονται στο σύνολο τους εντός του <<κτήματος Σκαραμαγκά>>. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου περί μη αξιόπιστου πορίσματος της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, επειδή δεν έγινε επιτόπια εφαρμογή του τίτλου της μονής και συγκεκριμένα του από 1783 ταπίου αλλά χρησιμοποιήθηκε το συνταχθέν το έτος 1902 διάγραμμα των μηχανικών …. και …………, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω ελήφθησαν υπόψη τόσο το ταπί του 1783 στο οποίο τα πωλούμενα ακίνητα στη θέση Σκαραμαγκά αναφέρεται ότι οριοθετούνται <<ως περιοριζόμενα από τα χωράφια του μοναστηρίου δαφνί, εξ΄ ετέρου από τα τρέχοντα ύδατα του βουνού Κερατσίνι έως το μέγα ρέμα έως τη θάλασσα, εξ ετέρου από το μέγα ρέμα έως τη θάλασσαν και εκ του τέταρτου από τη θάλασσα >> όσο και το διάγραμμα (….) έτους 1902 των μηχανικών ….. και …., το διάγραμμα (…) έτους 1902 των μηχανικών ….. και …., ενημερωθέν το έτος 2000 υπό του μηχανικού .. …… Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1783, οπότε περιήλθε στη νομή της ενάγουσας – εκκαλούσας η ως άνω ευρύτερη έκταση των 18,945 στρεμμάτων η εν λόγω Ιερά Μονή κατείχε συνεχώς, ασκώντας -σε κάθε περίπτωση διά του εκάστοτε Ηγουμένου και μοναχών της- αδιακώλυτα και αδιαλλείπτως, με καλή πίστη και με διάνοια πλήρους και αποκλειστικής κυρίας επ’ αυτής προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό της διακατοχικές πράξεις, αφορώσες πρωτίστως στη χρήση των προσόδων της και στην εν γένει επιτήρηση αυτής. Ειδικότερα, η ως άνω Ιερά Μονή προέβαινε σε καλλιέργεια τμημάτων της εν λόγω ευρύτερης εδαφικής έκτασης (βλ. και την ως κάτωθι απόφαση της επί των Οικονομικών Γραμματείας, σύμφωνα με την οποία «…την κατά την θέσιν Σκαραμαγκά γην ήτις εν μέρει δε είναι καλλιεργημένη εν μέρει δε χερσώδης…»), σε εκμίσθωση έτερων τμημάτων της σε τρίτους για ρυτινοσυλλογή (βλ. και την προσκομιζόμενη ΕφΠειρ 153/2014, δημοσιευθείσα και στη Νόμος), ενώ, μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους και ενόψει ότι εντός της εν λόγω ευρύτερης εδαφικής έκτασης υπήρχε δάσος, η ως άνω Ιερά Μονή επιμελήθηκε της κατ’ άρθρα 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών», για την αναγνώριση της ιδιοκτησίας της επί της ως άνω κείμενης στη θέση Σκαραμαγκάς εδαφικής έκτασης, διαδικασίας, τα όρια της οποίας (εν λόγω ιδιοκτησίας της) καταγράφηκαν έτι περαιτέρω αναλυτικότερα, επί τη βάση δε του οικείου «ταπίου», από συγκροτηθείσα προς τούτο – και κατόπιν της 2893 διαταγής της επί των Οικονομικών Βασιλικής Γραμματείας της Επικράτειας- Επιτροπή [αποτελούμενη από τον Β. Δασονόμο Αττικής ………., τον Β. Δασοφύλακα ……….., τον Ηγούμενο της εν λόγω Ιεράς Μονής …. (ιερομόναχο), τον προηγούμενο Ηγούμενο της τελευταίας ………. (ιερομόναχο), καθώς και από τους …………., …….., κατοίκους Αθηνών, ως μάρτυρες], συνταχθέντος σχετικά του από 21-6-1838 Πρωτοκόλλου της (εν λόγω Επιτροπής) και στη συνέχεια, με την 33333/1843 απόφαση της επί των Οικονομικών Γραμματείας αναγνωρίστηκε η ως άνω κείμενη στη θέση Σκαραμαγκάς Αττικής εδαφική έκταση ως ανήκουσα στην ιδιοκτησία της εν λόγω Ιεράς Μονής. Επιπλέον, η ως άνω Ιερά Μονή ……………., κατόπιν υπόδειξης της προαναφερόμενης Επιτροπής, συγκροτηθείσας, ως προεκτέθηκε, για την διερεύνηση της οριοθεσίας της οικείας ευρύτερης εδαφικής έκτασης εμβαδού 18.945 στρεμμάτων, προέβη στην τοποθέτηση διακεκριμένων συνόρων (ογκολίθων) περιμετρικά αυτής, ενώ, ενόψει του διατηρούμενου από την εν λόγω Ιερά Μονή Κτηματολογικού Κώδικα και προς αποτελεσματικότερη -εν γένει- εκ μέρους της εποπτεία της (εδαφικής έκτασης εμβαδού 18.945 στρεμμάτων), η τελευταία ανέθεσε την τεχνική αποτύπωση του επί θέματι ευρύτερου γεωτεμαχίου στους μηχανικούς ….. και …., συνταχθέντος σχετικά του από 1902 τοπογραφικού διαγράμματος. Με βάση τα προεκτιθέμενα και ενόψει ότι, λαμβανομένων δε υπόψη των ίδιων ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε περιστατικό διακοπτικό της, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος (του Αστικού Κώδικα) βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προπεριγραφόμενης χρησιδεσποτείας της εν λόγω Ιεράς Μονής επί της ανωτέρω κείμενης στη θέση Σκαραμαγκάς Αττικής ευρύτερης εδαφικής έκτασης επιφάνειας 18.945 στρεμμάτων, από το χρόνο δε εγκατάστασής της (Ιεράς Μονής) στη νομή της τελευταίας και μέχρι τις 11-9-1915, ήτοι, ως διαφαίνεται, για χρονικό διάστημα πλέον των εκατό ετών μέχρι τον οικείο κρίσιμο – ως έκταση μη επιδεχόμενη έκτοτε χρησιδεσποτείας από τρίτους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό εδώ στοιχ. II νομική σκέψη της απόφασης- χρόνο, στις 12-9-1915 η Ιερά Μονή ………….. είχε σε κάθε περίπτωση καταστεί πλήρης και αποκλειστική κυρία της εν λόγω ευρύτερης εδαφικής έκτασης με τον οικείο πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω, αναφορικά με την αστική προσωπικότητα της Ιεράς Μονής ……….. και την εν γένει λειτουργική αυτονομία της, πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι δυνάμει του από 18-5-1932 ΠΔ/τος (ΦΕΚ Α 171/24-5-1932), η Ιερά Μονή ………….. συγχωνεύτηκε στην Ιερά Μονή ……….. και κατέστη Μετόχι της τελευταίας, μετά δε σύντομο χρονικό διάστημα, με το από 20-9-1933 ΠΔ (ΦΕΚ Α 275/25-9-1933), η Ιερά Μονή ……………. ανασυστάθηκε (ως γυναικεία) και ανέκτησε την νομική προσωπικότητά της, συμπεριλαμβανομένης, ενόψει πρόσφατης και δη δυνάμει του άρθρου 51 παρ. 2 Ν. 4301/2014 αντικατάστασης του άρθρου 39 παρ. 3 εδ. β Ν. 590/1977, και της περιουσίας της, που, αφενός, λόγω της ως άνω συγχώνευσης της Ιεράς Μονής ………….. στην Ιερά Μονή ………… είχε περιέλθει στην τελευταία σύμφωνα με το από 21-5-1926 ΝΔ (ΦΕΚ Α 191/11-6-1926), αφετέρου, με το εφάπαξ εκδοθέν από 25-1- 1933 ΠΔ (ΦΕΚ Α' 39/14-2-1933)- το οποίο, σημειωτέον, σύμφωνα και με (πρόσφατη) νομοθετική ρύθμιση και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 7 Ν. 4301/2014 αποτελεί νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας-, είχε στο σύνολό της (συμπεριλαμβανομένης και της ως άνω κείμενης στη θέση «Σκαραμαγκάς» εδαφικής έκτασης) υπαχθεί -ως μη απαραίτητη προς χρήση από την Ιερά Μονή ……..-, στην κατηγορία της «εκποιητέας περιουσίας», με περαιτέρω συνέπεια την διοίκηση και διαχείρισή της από τον Οργανισμό διοικήσεως της Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής περιουσίας (ΟΔΕΠ), ήτοι ΝΠΔΔ έχον συσταθεί με το Ν. 4684/1930 (ΦΕΚ Α 150/10-5-1930), ακολούθως καταργηθέν με το ΝΔ 126/1969 (ΦΕΚ A27/17- 2-1969) και (καθολικώς) διαδεχθέν από τον ΟΔΔΕΠ (Οργανισμός Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας), μετανομασθέντα σε ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας) με το Ν. 590/1977, μέχρι δε την κατάργησή αυτού με το Ν. 1811/1988. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη των ίδιων ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι επίδικες, κείμενες στην ειδικότερη θέση «……………..» της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Περάματος Αττικής, εδαφικές εκτάσεις και δη τόσο η καταγεγραμμένη ως τμήμα δημοσίου κτήματος (ΑΒΚ 140Π εμβαδού, σύμφωνα με το οικείο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής, 8.148 τ.μ.) με ΚΑΕΚ ………….. εδαφική έκταση επιφάνειας, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 8.129 τ.μ., όσο και η επίσης καταγεγραμμένη ως τμήμα δημοσίου κτήματος (ΑΒΚ …… εμβαδού, σύμφωνα με το οικείο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής, 7.805 τ.μ.) με ΚΑΕΚ …………. εδαφική έκταση επιφάνειας, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 7.333 τ.μ., αντίστοιχα, αποτελούν επιμέρους εδαφικά τμήματα του ως άνω κείμενου στη θέση Σκαραμαγκά Αττικής ευρύτερου γεωτεμαχίου ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής ……………, ευρέως γνωστού ως Κτήμα Σκαραμαγκά και δη της εναπομείνασας, κατόπιν σταδιακά, κατά το παρελθόν, συντελεσθεισών απαλλοτριώσεων και εν γένει μεταβιβάσεων επιμέρους εδαφικών τμημάτων του (βλ. το ………/1985 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., το …../1992 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Πειραιώς . …., όπως διορθώθηκε με την ……./1998 συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου κλπ), έκτασής του εμβαδού 2.794.650,92 τ.μ. (βλ. το από Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού ……………, το οποίο επιγράφεται ως «εφαρμογή του παλαιού ορίου του Εκκλησιαστικού κτήματος στη θέση ………… με την χρήση σύγχρονων Δορυφορικών και Γεωδαιτικών συστημάτων, βάσει υφισταμένων Κτηματολογικών αποσπασμάτων της περιοχής»). Ειδικότερα, καταρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι, πράγματι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη (και προσκομιζόμενη) 20490/25-5-1939 Διαταγή του Γενικού Γραμματέα της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, η Ιερά Μονή ………… . αναφέρεται τόσο ως – κατά το από 25-9-1833 ΒΔ- διαλυθείσα όσο και ως διατηρούμενη, ωστόσο, όπως συνομολογείται από το εναγόμενο – υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικό Δημόσιο, αμφότερες οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις καταγράφηκαν ως δημόσια κτήματα ενόψει ότι έχουν περιέλθει σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) ως ακίνητη περιουσία της εν λόγω διαλυθείσας Ιεράς Μονής και αφού είχαν (μετά την διάλυσή της) περιέλθει αρχικά στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΠΕΤ). Εντούτοις, η οικεία παρατιθέμενη ως προέλευση των επίδικων εδαφικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο στηρίζεται σαφώς σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, πρωτίστως, όπως δε προαναφέρθηκε, η Ιερά Μονή …………, μετά την έκδοση του επί θέματι από 25-9-1833 ΒΔ (για τη Διάλυση Ιερών Μονών), αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος και συγκεκριμένα με την 33333/1843 απόφαση της επί των Οικονομικών Γραμματείας ως ιδιοκτήτρια της ως άνω κείμενης στη θέση Σκαραμαγκάς Αττικής εδαφικής έκτασης, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν πράγματι είχε προηγηθεί διάλυση αυτής, ενώ, επιπλέον, μετά την, κατά τα προεκτιθέμενα, δυνάμει δε του από 18-5-1932 ΠΔ/τος (ΦΕΚ Α' 171/24-5-1932), συγχώνευσή της στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ………. η ακίνητη περιουσία της περιήλθε σύμφωνα με το από 21-5-1926 ΝΔ (ΦΕΚ Α' 191/11-6-1926) στην τελευταία και ουδέποτε στο ΠΕΤ ή στο Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω, η εκ των επιδίκων με ΚΑΕΚ …… εδαφική έκταση εμβαδού, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 8.129 τ.μ. υπήρξε, όπως επίσης συνομολογείται από το εναγόμενο- υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικό Δημόσιο, εκμισθωμένη κατά τη μεγαλύτερη έκτασή της (αναφέρεται από το Ελληνικό Δημόσιο ως συνολικού εμβαδού 6.500 τ.μ.) στους ……… κλπ. Δεδομένου αυτού η, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις κατατεθείσες προτάσεις της Ιεράς Μονής ……, διενεργηθείσα στα πλαίσια της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδίκασης τόσο της με αριθμό κατάθεσης ………../19-2-2004 αγωγής του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» κατά των εν λόγω ………. κλπ για καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων ένεκα της χρήσης του εν λόγω ακινήτου ως επαγγελματική εγκατάστασή τους [συνεκδικασθείσας με την με αριθμό κατάθεσης …../20-7-2004 πρόσθετης (υπέρ των εκεί εναγομένων) παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου], κατόπιν δε έκδοσης της 1609/2005 μη οριστικής απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης του μίσθιου ακινήτου σε σχέση με το Κτήμα Σκαραμαγκά, σαφώς διαφαίνεται ότι αφορά, όπως βάσιμα διατείνεται η εν λόγω Ιερά Μονή, το εκ των επιδίκων ακινήτων με ΚΑΕΚ …………… Πράγματι, σύμφωνα με την από Μαρτίου 2008 συνταχθείσα Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την ανωτέρω 1609/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς πραγματογνώμονα …………, τοπογράφου- πολιτικού μηχανικού ΤΕ, η καταμετρηθείσα ως επιφάνειας 8.043,60 τ.μ. εκεί επίδικη (και ως μισθωμένη) εδαφική επιφάνεια εντοπίζεται, κατόπιν, μεταξύ άλλων, συσχέτισης των (εκεί) αναφερόμενων τοπογραφικών διαγραμμάτων της Ιεράς Μονής και του Ελληνικού Δημοσίου, εντός των ορίων του κτήματος Σκαραμαγκά και «…σε απόσταση 320,00 μ. από το ανατολικό όριο του εν λόγω κτήματος και δυτικότερα του δημοσίου κτήματος με την ονομασία ………..». Άλλωστε, στην από 9-5-2008 συνταχθείσα προς αντίκρουση του περιεχομένου της ως άνω Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ……. . (τεχνικού συμβούλου Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς) [αποσταλλείσα στο Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων με το με αριθμ. πρωτοκ. …../12-5-2008 έγγραφο επιγραφόμενο ως: ΘΕΜΑ: Αντίκρουση Πραγματογνωμοσύνης (ΒΚ ……)], δεν εμπεριέχεται οποιαδήποτε ειδικότερη αντίκρουση και εν τέλει αμφισβήτηση της μεθόδου που ακολουθήθηκε για την διενέργεια της οικείας πραγματογνωμοσύνης αλλά ούτε του πορίσματος της, οι δε υπό εκεί στοιχ. V και 2 γενόμενες επισημάνσεις για την μη δυνατότητα προσδιορισμού του κτήματος Σκαραμαγκά τόσο από την αναφερόμενη 33333/1843 απόφαση της επί των Οικονομικών Γραμματείας όσο και από το αναφερόμενο 21-6-1838 Πρωτόκολλο της Επιτροπής οριοθεσίας, διαλαμβάνονται με άμεση και έμμεση, αντίστοιχα, αναφορά και στην προαναφερόμενη από Μαρτίου 2008 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, ενώ, αναφορικά με την υπό εκεί στοιχ. 3 επισήμανση ότι το από 1902 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών ……………. «…δεν βρίσκεται σε αμφίδρομη επαλήθευση με το από 21.06.38 Πρωτόκολλο περί εξετάσεως της οριοθεσίας…..» δεν δύναται να αποδυναμώσει, πρωτίστως, το πόρισμα της οικείας πραγματογνωμοσύνης η οποία διενεργήθηκε κατόπιν συσχέτισης μεγάλου αριθμού διαγραμμάτων και εγγράφων τόσο της Ιεράς Μονής όσο και του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, αναφορικά με την έτερη εκ των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων και συγκεκριμένα το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ……….. εμβαδού, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 7.733 τ.μ., το οποίο κείται επί της Λ. ………………. (βλ. το φωτοαντίγραφο του από 2-7-1996 ακριβούς αντιγράφου της διορθωτικής καταγραφής του στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής του ως δημοσίου κτήματος) – επισημαινόμενού ότι στο οικείο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται ως διεύθυνση αυτού η …………..-, επιμέρους εδαφικό τμήμα του οποίου, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται ειδικά από το Ελληνικό Δημόσιο, επίσης εκμισθωνόταν από τον ΟΔΕΠ σε τρίτους, διενεργήθηκε, στα πλαίσια δε της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδίκασης της με αριθμό κατάθεσης ……./1995 αγωγής ιδιωτικής εταιρείας κατά της Εκκλησίας της Ελλάδος για αναγνώριση κυριότητας επί γεωτεμαχίου κείμενου στο ύψος της εν λόγω με ΚΑΕΚ ……………. εδαφικής έκτασης, ειδικότερα δε έναντι αυτής και δη επί της …………. (ήτοι, παραπλεύρως του αντίθετου -σε σχέση με τη θέση της οικείας επίδικης εδαφικής έκτασης- ρεύματος κυκλοφορίας της εν λόγω ……….. και δη στο προοριζόμενο για τα οχήματα με κατεύθυνση προς Κόρινθο), κατόπιν έκδοσης της 1464/1996 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το αν η εκεί επίδικη εδαφική έκταση εμπίπτει στους τίτλους κτήσης της εκεί ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρείας ή της Εκκλησίας της Ελλάδας και δη της Ιεράς ………….. Πράγματι, σύμφωνα με την από Απριλίου 2009 συνταχθείσα Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 18/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (σε αντικατάσταση του αρχικώς διορισθέντος ……….. της αυτής ειδικότητας) πραγματογνώμονα ………., αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού, η εκεί επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 15.060 τ.μ. κείται εντός της ευρύτερης ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής …… και σε απόσταση 60,306 μ. από το νοτιοανατολικό όριο αυτής, το οποίο, ως διαφαίνεται από το συνοδεύον την οικεία πραγματογνωμοσύνη και συνταχθέν με συσχέτιση παλαιών διαγραμμάτων του Ελληνικού Δημοσίου από Μαρτίου 2009 (Δ3) τοπογραφικό διάγραμμα του εν λόγω πραγματογνώμονα συνεχίζει νοτιοανατολικότερα επί του ρέματος Κερατσινίου, ήτοι εκτεινόμενο σε έτι περαιτέρω μεγαλύτερη απόσταση από την επίδικη εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ……… Επιπλέον, προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι η περιβάλλουσα της επίδικες τοιαύτες εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ………….. εμβαδού 286.215 τ.μ. καθώς και οι όμορες αυτής εκτεινόμενες τόσο σε μεγάλη επιφάνεια (με ΚΑΕΚ ………………… εμβαδού 276.550 τ.μ., με ΚΑΕΚ …………. εμβαδού 527.209 τ.μ., με ΚΑΕΚ ……….. εμβαδού 215.333 τ.μ., με ΚΑΕΚ ……… εμβαδού 322.387 τ.μ. κλπ) όσο και σε μικρότερη επιφάνεια (με ΚΑΕΚ ……….. εμβαδού 4.105 τ.μ., με ΚΑΕΚ ……… εμβαδού 18.490 τ.μ., με ΚΑΕΚ …………. εμβαδού 408 τ.μ. κλπ) έχουν καταχωρηθεί ως εκκλησιαστικά ακίνητα, ενώ, επιπλέον, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε καταγραφή των επίδικων γεωτεμαχίων ως δημόσια κτήματα και δη του με ΚΑΕΚ ………… γεωτεμαχίου ως …. (δημόσιο κτήμα), ενώ, του με ΚΑΕΚ ………… γεωτεμαχίου ως …….. (δημόσιο κτήμα) μόλις το έτος 1989 και το έτος 2000, αντίστοιχα, επί τη βάση δε, όπως προαναφέρθηκε, της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι προέρχονται από την ακίνητη περιουσία της Ιεράς Μονής …………, ως διαλυθείσας. Άλλωστε, ενόψει ότι, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις μέχρι τουλάχιστον προ τριακονταετίας και εικοσαετίας περίπου, αντίστοιχα, οπότε προέβη σε καταγραφή αυτών και εκμίσθωσή τους σε ιδιώτες, ο (ως άνω υπό IV επικουρικότερος) ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι έχει καταστεί κύριος των επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συνεπώς από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε η αδιάλλειπτη και αδιακώλυτη άσκηση από το έτος 1793 και εντεύθεν, με καλή πίστη και με διάνοια δικαιούχου εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας διακατοχικών πράξεων εκ μέρους της Ιεράς Μονής ……………. επί του κτήματος «Σκαραμαγκά» (εκκαλούσα), συμπεριλαμβανομένων σε αυτό των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων, με συνακόλουθη συνέπεια την εκ μέρους της (Ιεράς Μονής ………..) συμπλήρωση χρονικού διαστήματος πλέον των εκατό ετών μέχρι τις 11-9-1915 στην χρησιδεσποτεία αυτών, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί εκ μέρους του κτήσης κυριότητας στα επίδικα γεωτεμάχια και δη : α) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ως εκτάσεις που ανήκαν προ της Επανάστασης του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους οι οποίοι, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλείψει αυτές και αναχώρησαν από την εν λόγω περιοχή της Αττικής, χωρίς τα επίδικα γεωτεμάχια να καταλειφθούν από οποιονδήποτε τρίτο πέραν του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου), άλλως, β) βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 Νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων», σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και 972 ΑΚ, ως αδέσποτες εκτάσεις, ουδέποτε εξουσιαζόμενες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης της Ιεράς Μονής ………., άλλως, γ) βάσει των διατάξεων του από 3/15-12-1833 ΒΔ, ως από το έτος 1820 λιβάδια ή βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων κανείς δεν έχει παρουσιάσει έγγραφο (ταπί), πρέπει να απορριφθούν ως μη ασκούντες οποιαδήποτε έννομη επιρροή (πρβλ. ΑΠ 781/2016 Νόμος, ΑΠ 227/2015 Νόμος). Επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει η προβληθείσα από την εκκαλούσα–αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία <<…………>> ένσταση περί καταχρηστικής ένστασης του δικαιώματος του εφεσίβλητου λόγω του ότι η κτηματική υπηρεσία του Δημοσίου από το έτος 2000 διαχειρίζεται τα επίδικα ακίνητα, γεγονός που τελεί σε γνώση του εφεσιβλήτου που για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας ουδέν έπραξε, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του εφεσιβλήτου καταχρηστική. Συνεπώς, επισημαινόμενης και της μη εισέτι, κατά την σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. Ν. 1811/1988 (περί κύρωσης της από 11-5-1988 σύμβασης για την παραχώρηση στο Δημόσιο της Δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, όπου έχει συμβληθεί και η οικεία Ιερά Μονή …………..), διαδικασία διαχωρισμού και οριοθετήσεων της αρμόδιας προς τούτο Επιτροπής, παραχώρησης των επίδικων εδαφικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο καθίσταται σαφές ότι η στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και δη αναφορικά με την οικεία κτηματική περιφέρεια Δήμου Περάματος Αττικής (ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου η 29- 8-2005, ΦΕΚ Β 1192/29-8-2005), καταχώριση των προπεριγραφόμενων γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ………. και με ΚΑΕΚ …………… ως ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου είναι εσφαλμένη και συνεπώς, ως εκ της ανακρίβειάς της και της συνακόλουθης προσβολής του δικαιώματος κυριότητας της Ιεράς Μονής ……….. επ’ αυτών, η ανωτέρω αρχική εγγραφή πρέπει να διορθωθεί. Συνεπώς πρέπει (α) να αναγνωριστεί το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……….» ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος των ως άνω δύο εδαφικών εκτάσεων, ευρισκομένων στην κτηματική περιφέρεια Δήμου Περάματος Αττικής, που έχουν λάβει ΚΑΕΚ …………… και ΚΑΕΚ ………., αντίστοιχα, (β) να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς ώστε στα οικεία αντίστοιχα κτηματολογικά φύλλα των επίδικων δύο εδαφικών εκτάσεων με ΚΑΕΚ …………. και με ΚΑΕΚ ./…. να αναγραφεί ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ……………..», με τίτλο κτήσης το εφάπαξ εκδοθέν από 25-1-1933 ΠΔ περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης (ΦΕΚ Α 39/14-2-1933), διαγραφομένου του Ελληνικού Δημοσίου (και ήδη της ΕΤΑΔ ΑΕ) από τα οικεία κτηματολογικά φύλλα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλοι οι λόγοι των ως άνω συνεκδικαζομένων εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Συνεπώς μη προβαλλομένου άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω εφέσεις στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ’ ουσία. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων στη παρούσα διαφορά κανόνων δικαίου (άρθρ. 179 εδ.τελ.,182 και 189 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ. …../10.10.2018 και Ε.Α.Κ…./10.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ…../05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …/05.02.2019) έφεση και την από 11.10.2018 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με Γ.Α.Κ…./11.10.2018 και Ε.Α.Κ…./11.10.2018 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά για προσδιορισμό δικασίμου με Γ.Α.Κ…./05.02.2019 και Ε.Α.Κ. …/05.02.2019) έφεση κατά της οριστικής απόφασης με αριθμό 3598/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Απορρίπτει κατ’ ουσίαν τις έφεσεις.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά την 1η Δεκεμβρίου 2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2025, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτου Σταυρούλας Λιακέα- αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγοροι.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ