Αριθμός 7/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Ιωάννη ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «…………….» («…………..»), η οποία εδρεύει στον Πειραιά (οδός ………..) (ΑΦΜ ………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Αλεξάνδρα ΛΙΝΑ.
Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8.1.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2021) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3000/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 28.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2023 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………../2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 20η.2.2025, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 28.12.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2023 και προσδιορισμού ……../2024 έφεση, κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 3000/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών από το Ναυτικό τμήμα κατά την τακτική διαδικασία επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2021 αγωγής έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 19 όπως ίσχυε πριν το άρθρο 7 του ν. 5134/2024, 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση. Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ………………./2023 ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016) και το γραμμάτιο προκαταβολής ενσήμων του καταθέσαντος δικηγόρου με αριθμό Α541380. Πρέπει ακολούθως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 του ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό ……../2021 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι στις 11.8.2019, λίγο πριν τις 17:30 μ.μ., οπότε και επιβιβάστηκε στο επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο “ΘΠ’ πλοιοκτησίας της εναγόμενης ναυτικής εταιρίας με έδρα τον Πειραιά, για να ταξιδέψει απὀ Ραφήνα προς ‘Ανδρο, κατὰ την ἀνοδό της με τη δεξιά κυλιόμενη κλίμακα του πλοίου, επιβάτιδα που βρισκόταν ακριβώς μπροστὰ της έχασε την ισορροπία της, με αποτέλεσμα να την σπρώξει με όλο το βάρος του σώματος και των αποσκευών της και ακολούθως αυτή να πέσει προς τα πίσω και ως συνέπεια από την πτώση της να τραυματιστεί, αφού υπέστη συντριπτικό κάταγμα, αριστερής πτέρνας, κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, με εικόνα θλάσης οσφύος και σύνοδο οίδημα. Ότι ο τραυματισμός της οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της πλοιοκτήτριας που αφενός δεν τήρησαν τα απαιτούμενα από το νόμο μέτρα για την ασφαλή επιβίβαση των επιβατών κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και επέτρεψαν να μεταφέρονται ογκώδεις αποσκευές με τις κυλιόμενες σκάλες, γεγονός που οδήγησε στον τραυματισμό της, και αφετέρου δεν της επέτρεψαν να αποβιβαστεί άμεσα στο λιμάνι της Ραφήνας ώστε να λάβει την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα, αλλά υποχρεώθηκε να ταξιδέψει στην Άνδρο και μετά τη διαπίστωση του κατάγματος στο κέντρο υγείας του νησιού να επιστρέψει επειγόντως στην Αττικής. Κατόπιν των ανωτέρω αιτήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει τη θετική της ζημία που αφορούσε τις δαπάνες μετακίνησης της από τη Ραφήνα στην Άνδρο με επιστροφή, τη διαμονή της στην Άνδρο, την αμοιβή νοσοκόμας, δαπάνες για ακτινογραφίες, ιατρικές επισκέψεις, αγορά φαρμάκων, ιατρικών και νοσηλευτικών ειδών, δαπάνες για φυσικοθεραπείες και αμοιβή νοσοκομειακών υπηρεσιών που παρείχε ο σύζυγος της για 112 ημέρες και συνολικά για όλο το παραπάνω διάστημα το ποσό των 8.475,85 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επειδή στερήθηκε το σώμα της το ποσό των 21.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε κοινοποιηθεί εμπρόθεσμα κατ’ ἀρθρο 215 § 2 ΚΠολΔ (σύμφωνα με τη με αριθμό ……………/27.1.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………) και ότι είχε προηγηθεί ενημέρωση για δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019, έκρινε ότι έχει υλική τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα λόγω της φύσεως της διαφοράς ως ναυτικής για την εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 51 παρ. 1α και β, 3α, 3β περ. δ και ιζ του ν. 2172/1993. Αφού απέρριψε ως αόριστο μέρος των αγωγικών κονδυλίων περί αγοράς φαρμάκων και ιατρικών δαπανών, έκρινε ότι η αγωγή είχε νομικό έρεισμα στις διατάξεις του ΑΚ περί αδικοπραξιών σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του ν. 3709/2008, και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα για κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικού και ζητεί την εξαφάνιση της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της.
H θαλάσσια μεταφορά επιβατών ακολούθησε, αν και με χρονική καθυστέρηση τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων στο δρόμο της διεθνούς ομοιόμορφης ρύθμισης. Η πρώτη απόπειρα με τη μορφή της διεθνούς συμβάσεως Βρυξελλών 1961 δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής και δεν κυρώθηκε από τη χώρα μας. Μετά ακολούθησε η διεθνής σύμβαση Αθηνών του 1974 που τέθηκε σε ισχύ το 1987 και κυρώθηκε από την Ελλάδα τα 1991. Με αυτή τερματίστηκε η συμβατική ελευθερία που απολάμβαναν επί μακρόν οι θαλάσσιοι μεταφορείς επιβατών σε διεθνή κλίμακα, κάτι επιτακτικό λόγω της διαδεδομένης χρησιμοποίησης μέσων για τη μεταφορά επιβατών από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η διεθνής σύμβαση Αθηνών δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εθνικής μεταφοράς (ΜΕφΠειρ 28/2019 σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς contra ΜΕφΠειρ 94/2023 σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Το κενό ήρθε να καλύψει εν μέρει ο κανονισμός 392/2009 σχετικά με την ευθύνη των θαλάσσιων μεταφορέων επιβατών σε περίπτωση ατυχήματος (βλ. Κοροτζή Ο νέος κανονισμός 392/2009 για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα επιβατών σε περίπτωση ατυχήματος ΕΝΔ 2010, 305 και ΕΝΔ 2009, 256) που επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής της διεθνούς συμβάσεως Αθηνών και σε εθνικές μεταφορές (Λ. Αθανασίου Ναυτικό δίκαιο 2η έκδοση 2025, 795). Και με το νέο ΚΙΝΔ η έννοια της θαλάσσιας μεταφοράς επιβάτη οριοθετείται στο άρθρο 152 παρ. 1 ως μια επώνυμη σύμβαση έργου με ανειλημμένη υποχρέωση αποτελέσματος αυτή της ασφαλούς μετακίνησης του επιβάτη από τον ένα τόπο στον άλλο. Με τον παλαιό ΚΙΝΔ (και εδώ εφαρμοζόμενο κατ’άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ) η σύμβαση εθνικής θαλάσσιας μεταφοράς επιβάτη εντάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 107 ΚΙΝΔ, στην έννοια της εν ευρεία έννοια ναύλωσης, και ως εκ τούτου, ρυθμίζεται, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 174-189 ΚΙΝΔ, συμπληρωματικά και από όσες διατάξεις των άρθρων 107-173 ΚΙΝΔ προσαρμόζονται στη φύση της σχέσης (I.Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τ. 2ος, εκδ. 2005, άρθρο 107, § 4.1, σελ. 100, Α. Αντάπασης-Λ.Αθανασίου Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 2020, § 1500, σελ. 768, αντιθ. Πην.Αγαλλοπούλου – Ζερβογιάννη «Ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα για ατύχημα επιβατών» σελ. 381-383, που θεωρεί ότι εφαρμόζονται συμπληρωματικά στα άρθρα 174-189 ΚΙΝΔ μόνον οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου). Το προαναφερόμενο άρθρο 107 του ΚΙΝΔ ορίζει ειδικότερα τα ακόλουθα: «Η σύμβαση ναυλώσεως έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος: α) χρησιμοποίηση του πλοίου εν όλω (ολική ναύλωση) ή εν μέρει (μερική ναύλωση) προς ενέργεια θαλάσσιας μεταφοράς, β) μεταφορά πραγμάτων δια θαλάσσης (σύμβαση μεταφοράς πραγμάτων), γ) μεταφορά επιβατών δια θαλάσσης (σύμβαση μεταφοράς επιβατών). .. Η μεταφορά επιβατών ρυθμίζεται υπό των ειδικών διατάξεων του Κεφαλαίου Ζ΄ του παρόντος τίτλου». Η μεταφορά επιβατών ρυθμίζεται επιπλέον από τον Κανονισμό (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 «σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος», δεδομένου ότι έχουν παρέλθει αμφότερες οι ημερομηνίες των τεσσάρων ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του για τα πλοία κατηγορίας Α και της 31ης.12.2018 για τα πλοία κατηγορίας Β (άρθρο 11), μέχρι τις οποίες η Ελλάδα είχε διατηρήσει τη δυνατότητα αναβολής της εφαρμογής του, και ακολούθως, κατά τα προαναφερόμενα, από τις διατάξεις της Σύμβασης των Αθηνών του 1974 σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 2002 και τις επιφυλάξεις και των κατευθυντήριων γραμμών του ΙΜΟ για την εφαρμογή της Σύμβασης των Αθηνών, που υιοθέτησε η νομική επιτροπή του ΙΜΟ στις 19 Οκτωβρίου 2006 (άρθρο 1 § 1). Όμως, στο μέτρο, που συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας ο επιβάτης μπορεί να στηρίξει τις αξιώσεις του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ. Τούτο συμβαίνει όταν η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, δηλαδή αφορά στο κατά το άρθρο 914 του ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως. Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση, είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (βλ. ΑΠ 1653/2010 ΕΝαυτΔ 2011 25, ΑΠ 1711/2008 ΕΕμπΔ 2009 875, ΕφΠειρ 205/2015 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 617/2014 ΔΕΕ 2014.1193, ΕφΠειρ 53/2012 ΕΝαυτΔ 2012.125, ΕφΠειρ 313/2011 ΕΝαυτΔ 2012.146, ΕφΠειρ 564/2007 ΠειρΝ 2008. 81).
Από την επανεκτίμηση των με αριθμό .., … και …./20.5.2021 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………. ενόρκων βεβαιώσεων των ……….. θαλαμηπόλου και κατοίκου Λήμνου, ………… οικονομικού προϊσταμένου εμπορικού ναυτικού και κατοίκου Ραφήνας και ………… υπάρχου και κατοίκου Πειραιώς και την από 19.5.2021 ενώπιον της δικηγόρου Πειραιώς . ….. ένορκη βεβαίωση του συζύγου της εκκαλούσας …………. συνταξιούχου αρχιμηχανικού κατοίκου Αλίμου, οι οποίες δόθηκαν σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 421επ. του ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κλήτευση του άλλου διάδικου μέρους σύμφωνα με τη με αριθμό …./17.5.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………. και τη με αριθμό …………./14.5.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιώς ………., και όλων των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων που αφορούν εξέταση κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση και τη με αριθμό …………/2020 διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Αθηνών, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), πλήρως αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Η εκκαλούσα στις 11.8.2019 ημέρα Κυριακή ταξίδευε για Άνδρο από το λιμάνι της Ραφήνας συνοδευόμενη από το σύζυγο της με το αυτοκίνητο τους το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος. Το πλοίο επιβίβασης τους με το όνομα ΘΠ πλοιοκτησίας της εναγομένης θα αναχωρούσε για το νησί της Άνδρου στις 17.30, και κατά τις 17.00 οπότε και άρχισε η επιβίβαση το ζευγάρι χωρίστηκε, διότι ο οδηγός έπρεπε να ακολουθήσει τις οδηγίες του πληρώματος για τη φόρτωση του οχήματος του στο γκαράζ του πλοίου, ενώ η συνοδηγός ενάγουσα επιχείρησε να επιβιβαστεί σε αυτό χρησιμοποιώντας τη δεξιά κυλιόμενη σκάλα. Κατά την άνοδο της έχασε την ισορροπία της και έπεσε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, καθώς υπέστη κάταγμα στην κάτω επιφάνεια της αριστερής πτέρνας αντίστοιχα προς την πτερνοκυβοειδή άρθρωση. Οι συνθήκες κατά τις οποίες η ενάγουσα έχασε την ισορροπία της δεν αποδείχθηκαν από αυτήν, η οποία να σημειωθεί ότι έχει το βάρος απόδειξης. Ειδικότερα σύμφωνα με αυτά που ανεγράφησαν από τον Πλοίαρχο στο ημερολόγιο του πλοίου η 78χρονη εκκαλούσα κατά την άνοδο της στις κυλιόμενες “κατά δήλωση της παραπάτησε και στραμπούληξε τον αστράγαλο της” (σχετ. 5 εφεσίβλητης). Επίσης αν και η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι στον τραυματισμό της ενεπλάκη τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα προπορευόμενη επιβάτης, η οποία, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό, “κατά λάθος την έσπρωξε με το σώμα και τις αποσκευές της”, δεν έχει φροντίσει μέχρι σήμερα να αναζητήσει τα στοιχεία της επιβάτιδος αυτής. Η ύπαρξη της προπορευόμενης κατά την ενάγουσα επιβάτιδος δεν διαπιστώθηκε ούτε από την αυτεπάγγελτη προανάκριση με την οποία ερευνήθηκαν οι συνθήκες της πτώσης και του εξ αυτής τραυματισμού της ενάγουσας. Εξάλλου δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας ένα φυσικό πρόσωπο να συμβάλει από αμέλεια σε σοβαρή πτώση άλλου προσώπου από κλίμακα και να μην παρέχει βοήθεια, όπως είθισται στις κοινωνικές επαφές, αλλά αντίθετα από τους κανόνες της λογικής συνάγεται ότι η σοβαρή πτώση της ενάγουσας θα είχε γίνει αντιληπτή από το προπορευόμενο άτομο και ότι αυτό θα έσπευδε να τη βοηθήσει ανεξάρτητα από το ότι από αμέλεια είχε σε ένα βαθμό συμβάλει στην πτώση αυτή. Αντίθετα οι ενόρκως βεβαιώσαντες εκ μέρους της πλοιοκτήτριας εργαζόμενοι σε αυτή, καταθέτουν ότι κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων η εκκαλούσα ήταν αυτή που έστρεψε απότομα το πρόσωπο της προς τα πίσω με αποτέλεσμα από την απότομη στροφή να ζαλιστεί και να πέσει προς τα πίσω. Οι προαναφερόμενοι προστηθέντες της πλοιοκτήτριας αναφέρουν επίσης ότι έδιναν εντολές στους επιβάτες να τοποθετούν τις αποσκευές τους σε ειδικό χώρο στην είσοδο του πλοίου και συνεπώς κρίνεται ότι με βάση τις περιγραφόμενες συνθήκες θα εντοπιζόταν αμέσως μια επιβάτιδα που θα επιχειρούσε να ανέλθει με τις αποσκευές της στο σαλόνι του πλοίου και θα έσπρωχνε την ενάγουσα κατά την άνοδο της. Αποδεικνύεται συνεπώς στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι η πτώση της ενάγουσας οφείλεται σε τυχηρό γεγονός κατά την άνοδο της στο πλοίο και όχι στην παραβίαση των μέτρων ασφαλείας εκ μέρους της εναγομένης, τα όσα δε περί του αντιθέτου αναφέρει στην ένορκη κατάθεση του, αλλά και στην εξέταση του κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση ο σύζυγος της εκκαλούσας ……………… δεν κρίνονται πειστικά, διότι ο συγκεκριμένος ενόρκως βεβαιώσας δεν ήταν παραβρισκόταν κατά την πτώση της εκκαλούσας, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε το διάστημα αυτό στάθμευε το αυτοκίνητο τους στο χώρο στάθμευσης του πλοίου. Επιπροσθέτως η συμπεριφορά του πληρώματος ήταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 115 περ. ε και ζ του βδ 683/1960 που ορίζει τα καθήκοντα των αρχιθαλαμηπόλων ως προς την υποδοχή και περιποίηση των επιβατών του πλοίου. Τη δικανική αυτή πεποίθηση περί ελλείψεως αμέλειας των προστηθέντων της πλοιοκτήτριας και περί τυχαίου τραυματισμού της ενάγουσας κατά την άνοδο της από την κυλιόμενη κλίμακα ενισχύει το γεγονός ότι η μήνυση της ενάγουσας αρχειοθετήθηκε με τη με αριθμό ……/2020 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών (σχετ. ε εφεσίβλητης). Την ενισχύει επιπλέον το προσκομιζόμενο ως σχετικό 8 από την εφεσίβλητη πιστοποιητικό περί ελέγχου της ασφαλούς και ακίνδυνης για τους μεταφερόμενους λειτουργίας της συγκεκριμένης κυλιόμενης σκάλας δύο περίπου μήνες πριν την χρήση της σκάλας από την ενάγουσα. Επομένως κρίνοντας παρόμοια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με την αιτιολογία του οποίου, η πτώση της ενάγουσας οφείλεται σε αποκλειστική της υπαιτιότητα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και αφού αντικατασταθεί ως προς αυτό η αιτιολογία της καθώς το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η πτώση οφείλεται σε τυχηρό γεγονός και όχι σε υπαιτιότητα της ενάγουσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) θα απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγος εφέσεως περί κακής εκτίμησης αποδεικτικού υλικού ως προς τα αίτια της πτώσης της εκκαλούσας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την πτώση της εκκαλούσας της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες από τους θαλαμηπόλους προστηθέντες της εναγομένης, αφού σταμάτησαν τη λειτουργία της κλίμακας, όπως η ίδια αναφέρει στην προανάκριση, τη σήκωσαν, την κατέβασαν στο σημείο ελέγχου των εισιτηρίων, και τηλεφώνησαν δύο φορές στο σύζυγο της για να τον ενημερώσουν για την πτώση της. Η ενάγουσα ρωτήθηκε αν θέλει να ταξιδέψει ή όχι αλλά η ίδια δεν μπορούσε, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην προανακριτική της κατάθεση, να αποφασίσει μόνη της, διότι προφανώς χρειαζόταν τη συνδρομή του 85χρονου συζύγου της. Έτσι προκειμένου να επιτραπεί η είσοδος της στο πλοίο το οποίο έπρεπε να αναχωρήσει, και να μην αποβιβαστεί αυτή, της δόθηκε συμπληρωμένη μια υπεύθυνη δήλωση στην οποία αυτή δηλώνει ότι η πτώση της οφείλεται σε δική της αμέλεια, η οποία υπεύθυνη δήλωση θα διαβιβαζόταν αργότερα στο λιμεναρχείο αφού θα γινόταν έρευνα για τις συνθήκες τραυματισμού της ενάγουσας κατά την άνοδο της στο πλοίο. Συνεπώς η ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτημα αποβίβασης της από το πλοίο και για το λόγο αυτό το πλοίο απέπλευσε χωρίς η ίδια να αποβιβαστεί. Το γεγονός ότι η ίδια δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα αποδεικνύεται από αυτά που η ίδια αναφέρει, αφού εκθέτει χαρακτηριστικά ότι της πτώσης και του τραυματισμού της δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει μόνη της τη σοβαρότητα του τραυματισμού εκ της πτώσεως της και να αποφασίσει άμεσα την αποβίβαση της από το πλοίο τη στιγμή που ο σύζυγος της βρισκόταν στο γκαράζ του πλοίου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αφού οι προστηθέντες της εναγομένης θαλαμηπόλοι βοήθησαν την ενάγουσα να καθίσει στη συνέχεια τη μετέφεραν στο ιατρείο του πλοίου. Ακολούθως ενημερώθηκαν οι επιβάτες από τα μεγάφωνα του πλοίο για την ανάγκη παροχής ιατρικής βοήθειας σε επιβάτη και άμεσα προσήλθε επιβάτης φυσικοθεραπεύτρια, η οποία της παρείχε στο ιατρείο του πλοίο τις πρώτες βοήθειες δένοντας της τον αστράγαλο. Στο ιατρείο του πλοίου προσήλθε και ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος μέχρι την ώρα εκείνη επιχειρούσε τη στάθμευση του οχήματος στο γκαράζ του πλοίου. Επομένως αποδεικνύεται ότι το περιστατικό αντιμετωπίστηκε προσηκόντως από το πλήρωμα. Συνεπώς η εναγομένη δεν βαρύνεται με βαθμό υπαιτιότητας για τη βλάβη υγείας της τραυματισθείσας εκ της προπεριγραφόμενης πτώσεως της επιβάτιδος, όπως αβασίμως η προαναφερόμενη επιβάτης – εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο έφεσης. Εξάλλου η τραυματισμένη εκκαλούσα είχε τοποθετηθεί μετά την πτώση της, σύμφωνα με τα όσα η ίδια αναφέρει, σε κάθισμα στο χώρο ελέγχου των εισιτηρίων και εάν η ίδια απαιτούσε εκείνη την ώρα να μην ταξιδέψει με το πλοίο ήταν πολύ εύκολο να εξέλθει με τη βοήθεια του πληρώματος από το πλοίο και αυτό δεν θα αναχωρούσε και με αυτή για την Άνδρο. Μάλιστα η ίδια αναφέρει ότι ρωτήθηκε για το εάν επιθυμεί να ταξιδέψει και ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει μόνη της λόγω του τραυματισμού της παρόλο που δεν είχε απώλεια συνείδησης, και μάλιστα για την επιβίβαση της παρέδωσε την ταυτότητα της σε μέλος του πληρώματος και ακολούθως υπέγραψε την προσυμπληρωμένη υπεύθυνη δήλωση, την οποία θα διαβίβαζε αργότερα η πλοιοκτήτρια στο λιμεναρχείο προκειμένου να αιτιολογήσει το λόγο που το πλοίο αναχώρησε παρά τον τραυματισμό της ενάγουσας. Με τον κατάπλου στην Άνδρο στις 23.00 η ενάγουσα αμέσως εξετάστηκε από το κέντρο υγείας, της τοποθετήθηκε γύψος, της έγινε ενδοφλέβια χορήγηση παυσίπονου και της συνεστήθη να μεταβεί στην Αθήνα για λεπτομερέστερη διάγνωση. Η αποκατάσταση του κατάγματος της ενάγουσας, όπως αποδεικνύεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι συμβατή με την ηλικία της και δεν συνδέεται με το γεγονός ότι αυτή καθυστέρησε λίγες ώρες λόγω του ταξιδιού της στην Άνδρο να λάβει ιατρική βοήθεια, καθώς ακόμη και στην περίπτωση που αυτή δεν επιβιβαζόταν τελικά στο πλοίο μέχρι να προσέλθει και να εξεταστεί από το εφημερεύον δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας ακόμη και με τη συνδρομή ασθενοφόρου το οποίο θα ερχόταν από το κέντρο της Αθήνας να την παραλάβει από το λιμάνι της Ραφήνας θα απαιτείτο χρονικό διάστημα λίγων ωρών, διότι η αναμονή σε αυτά είναι πολύωρη και η εξέταση της δεν θα γινόταν άμεσα αλλά μετά την πάροδο του ίδιου περίπου χρονικού διαστήματος το οποίο μεσολάβησε μέχρι αυτή να λάβει ιατρική βοήθεια στο λιμάνι στης Άνδρου. Εξάλλου η ενάγουσα προσκομίζει την από 5.11.2020 εξέταση από ιδιώτη ορθοπαιδικό στην οποία γνωματεύεται ότι έχει συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνης σε στάδιο ολοκλήρωσης πώρωσης του κατάγματος χωρίς παρεκτόπιση με μικρού βαθμού διάσταση των κατεαγόντων τμημάτων. Η αξονική τομογραφία της σπονδυλικής της στήλης και η παρατηρούμενη διάχυτη οστεοπενία προφανώς δεν προκλήθηκε από την πτώση που προαναφέρθηκε προς το ταξίδι της στην Άνδρο, ενώ και στη μαγνητική τομογραφία της αριστερής ποδοκνημικής αρθρώσεως, η οποία δεν έχει αξιολογηθεί κλινικά, σύμφωνα με τη σύσταση στη γνωμάτευση, αναφέρεται ότι στις 16.4.2021 παρατηρείται ήπια παραμόρφωση στην περιοχή του αυχένα και της οπίσθιας αρθρικής επιφάνειας της πτέρνας και ότι έχουν προκληθεί παρααρθρικά οστεόφυτα και ήπιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην οπίσθια αστραγαλοπτερνική άρθρωση και στην πτερνοκυβοειδή άρθρωση. Επίσης γίνεται αναφορά σε μικρά παρααρθρικά οστεόφυτα στην κνημαστραγαλική άρθρωση και στην άρθρωση μεταξύ αστραγάλου και σκαφοειδούς οστού και λιγότερο σε αυτήν μεταξύ του κυβοειδούς οστού και δευτέρου σφηνοειδούς οστού, και σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην άρθρωση μεταξύ του τρίτου σφηνοειδούς οστού και του μετατάρσιου οστού. Οι αλλοιώσεις αυτές είναι συμβατές με την ηλικία της και δεν υφίσταται ιατρική βεβαίωση ότι συνδέονται με την παραμονή της σε πλαστική καρέκλα για 30 λεπτά, όπως περιγράφει παραπονούμενη με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, δεδομένου ότι όπως ήδη προαναφέρθηκε της παρασχέθηκαν άμεσα οι πρώτες βοήθειες με την επιβίβαση της στο πλοίο και τη μεταφορά της στο χώρο του ιατρείου αυτού και δεν εγκαταλείφθηκε στην τύχη της. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η πτώση και η κατάσταση επικινδυνότητας την οποία η ενάγουσα αντιμετώπισε οφείλεται στην έλλειψη μέτρων κατά παράβαση του γενικού κανονισμού λιμένος Ραφήνας (υα 645/1973 ΦΕΚ β, 1973) και του άρθρου 10 παρ. 2 του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί ελληνικών πλοίων 500 κοχ και άνω όπως αναφέρθηκε και παραπάνω κατά την εξέταση του τρίτου λόγου εφέσεως, και εν τέλει η βλάβη υγείας της δεν συνδέεται με την αναχώρηση του πλοίου από τη Ραφήνα αφού δεν αποδεικνύεται ότι για το λόγο αυτό επιτάθηκε ο τραυματισμός της όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, καθώς αν κατά την εξέταση της είχε διαπιστωθεί ακτινολογικά παρέκταση κατάγματος αυτή θα αντιμετωπιζόταν χειρουργικά ακόμη και αν είχε τοποθετηθεί γύψος με την αφαίρεση αυτού και την ανοικτή ή κλειστή οστεοσύνθεση. Συνεπώς ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι δεν μπορούσε να γίνει πλέον χειρουργείο στο πόδι της, διότι είχε τοποθετηθεί γύψος έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Κρίνοντας όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ο απόπλους του πλοίου δεν επέτεινε τη ζημία της ενάγουσας με αιτιολογία που εδώ συμπληρώνεται κατ’άρθρο 534 του ΚΠολΔ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο σχετικό πέμπτο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 516 και 520 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν έφεση (άρθρο 516) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του εφετηρίου (άρθρο 520), καθώς και την υποχρέωση του Εφετείου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της έφεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ’ όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με λόγο έφεσης, οι λόγοι έφεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017 δημοσιευμένες σε ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Πλεοναστική είναι η αιτιολογία της απόφασης όταν στις παραδοχές της η αιτιολογία αυτή διατυπώνεται εκ περισσού, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, που αξιώνεται με την αγωγή, και τη στήριξη του διατακτικού της ή όταν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη… προταθέντες κατ’ ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Από τις πλεοναστικές, κατά την παραπάνω έννοια, αιτιολογίες διαφοροποιούνται οι επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες δικαστικής απόφασης. Αυτές θα ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως πλεοναστικές σύμφωνα με τη συνήθη εννοιολογική ερμηνεία του σχετικού όρου, διότι θα μπορούσαν να παραλειφθούν χωρίς να θίγεται η πληρότητα του υπαγωγικού δικανικού συλλογισμού, που οδήγησε στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης. Κατά τη νομική όμως έννοια, που προσδίδεται στον όρο «επάλληλη ή επικουρική αιτιολογία», αυτή παρουσιάζει την εξής ουσιώδη διαφορά από τις πλεοναστικές αιτιολογίες: Η επάλληλη αιτιολογία δεν αναφέρεται σε ζήτημα, που δεν τέθηκε προς κρίση του δικαστηρίου βάσει του αγωγικού συλλογισμού, που οδήγησε στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ε. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ασαφείς και ενδοιαστικές, πλεοναστικές, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες δικαστικών αποφάσεων κυρίως στην αστική δίκη. Διόρθωση και συμπλήρωση αποφάσεων, Αρμ 4/2025.325 = sakkoulas-online).
Με το δεύτερο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για το λόγο χρησιμοποιήθηκαν στις παραδοχές της εκκαλουμένης τα αναγραφόμενα στην προδιατυπωμένη υπεύθυνη δήλωση που αυτή υπέγραψε μετά την πτώση της και μετά την επιβίβαση της στο πλοίο. Και τούτο διότι η προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση δεν της αναγνώστηκε ως προς το περιεχόμενο, η ίδια χρειαζόταν τα γυαλιά της για να την αναγνώσει και ότι συνεπώς το πλήρωμα του πλοίου υφάρπαξε από αυτήν τη συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση με ψευδή παρουσίαση του περιεχομένου της, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν σε σοκ τραυματισμένη και δεν είχε τη διαύγεια να υποπτευθεί ότι το πλήρωμα θα έθετε σε δεύτερη μοίρα την υγεία της. Όμως με τον παραπάνω λόγο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης που έκρινε ότι δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ενάγουσας ότι της ζητήθηκε πιεστικά από το πλήρωμα να υπογράψει την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση. Όμως με την αιτίαση αυτή η εκκαλούσα πλήττει επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία μάλιστα αντικαταστάθηκε κατά την εξέταση των προαναφερόμενων λόγων εφέσεως και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της διπλής αλυσιτέλειας του αφού αφενός η αιτιολογία αντικαταστάθηκε κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων εφέσεως και αφετέρου διότι τυχόν ευδοκίμηση του λόγου αυτού δεν επιφέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης της οποίας το διατακτικό στηρίζεται στις άλλες αιτιολογίες της απόφασης. Ακολούθως ο δεύτερος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα για την άσκηση της παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.ε΄ ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε το άρθρο από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στην εκκαλούσα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 28.12.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2023 και προσδιορισμού ………../2024 έφεση, κατά της με αριθμό 3000/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών από το Ναυτικό τμήμα κατά την τακτική διαδικασία επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………..0/2021 αγωγής
Δέχεται την έφεση τυπικά και Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος κατά την άσκηση της από την εκκαλούσα ηλεκτρονικού παραβόλου εφέσεως με αριθμό ………………/2023 ποσού 100 ευρώ.
Επιβάλλει στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 8 Ιανουαρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ