ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 18/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα EΔ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΗΣ: …………. και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανούστη του Δ.Σ.Π. με Α.Μ. …………
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε Πειραιά που κατοικοεδρεύει στον Πειραιά το οποίο εκπροσωπήθηκε από την δικαστική πληρεξούσια Δέσποινα Ντουρντουρέκα του Ν.Σ.Κ. με Α.Μ. ……. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ., 2) Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΝΕΟΤΗΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ, που εδρεύει στον ……….. Αλίμου Αττικής το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Αγγελοπούλου του Δ.Σ.Α. με Α.Μ………… με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
Η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2020 ανακοπή η οποία εκδικάστηκε κατά την δικάσιμο της 24-9-2021 κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η με αριθ. 2462/2021 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτο η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την με αριθ. εκθ. κατάθεσης …………./2023 έφεσή της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με αριθμό εκθ. κατ. δικ. …………../2025 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των εφεσίβλητων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ η εκκαλούσα εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της ο οποίος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………../2025 έφεση κατά της με αριθμό 2462/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../2020 ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσης κατά των καθ’ ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητων. Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εναγόμενο και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 8-11-2021 ενώ η έφεση της ασκήθηκε στις 7-11-2023 (βλ την με αριθμό …………/7-11-2023 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά) καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 ΚΠΟΛΔ (βλ. το με αριθμό ……………..-παράβολο όπως προκύπτει από την πληρωμή e-παράβολου από Τράπεζα της Ελλάδας.) Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή(άρθρο 533 ΚΠΟΛΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της(άρθρο 524 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).
Με την από με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ανακοπής …………../2020 η ανακόπτουσα εκθέτει ότι στις 14-4-2020 της κοινοποιήθηκε η με αριθμό πρωτ. ……………/30/3/2020 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Πειραιώς με την οποία ενημερώθηκε ότι βεβαιώθηκε σε βάρος της δυνάμει της 2167 ταμειακής βεβαίωσης το χρηματικό ποσό των 58.730,20 ευρώ προερχόμενο από οφειλόμενα μισθώματα προς το δεύτερο των καθ’ ων η ανακοπή με το οποίο είχαν καταρτίσει το από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με αντικείμενο την εκμίσθωση του κυλικείου κολυμβητηρίου επί της οδού ………….. στον Πειραιά. Επικαλούμενη δε λόγους που ανάγονται στην έλλειψη νόμιμου τίτλου, παραγραφής της απαίτησης, αοριστίας της ταμειακής βεβαίωσης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του δεύτερου των καθ’ ων ζητεί την ακύρωση της με αριθμό πρωτ. ……./30/3/2020 ατομικής ειδοποίησης και της με αριθμό ……. ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Ε΄Δ.Ο.Υ. Πειραιά και την καταδίκη των καθ’ ων στα δικαστικά της έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση εκδικάζοντας την παραπάνω ανακοπή κατά την τακτική διαδικασία απέρριψε αυτή στο σύνολο της. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά την απόρριψη των λόγων της ανακοπής της, αιτούμενη να εξαφανιστεί η αμέσως παραπάνω απόφαση, και να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή της.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα εκθέτει ότι είναι άκυρη η με αριθμό …../30-3-2020 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Πειραιά με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος της το χρηματικό ποσό των 58.730,20 ευρώ διότι η ένδικη ανακοπή της παραδεκτά στρέφεται κατά της προαναφερόμενης ατομικής ειδοποίησης διότι αυτή ακόμη και αν δεν αποτελεί ατομική πράξη ειδοποίησης συνιστά προπαρασκευαστική πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας ο νόμος επιτρέπει εκ μέρους του οφειλέτη άσκησης ανακοπής και επομένως ορθά προσβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΠΟΛΔ.
Ως προς αυτόν τον λόγο λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 και 2 §§ 1 και 2 του ν.δ. 356/1974«Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)», προκύπτει ότι νόμιμος τίτλος, με βάση τον οποίο μπορεί να γίνει είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ως προς τα οποία προβλέπεται η εφαρμογή του, είναι: α) η κατά τους κείμενους νόμους και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρμόδιες κατά το νόμο αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας της οφειλής του, β) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνυόμενη οφειλή και γ) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα πιθανολογούμενη, κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠΟΛΔ, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής οφειλή. Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2,1 Κ.Ε.Δ.Ε. προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Εκτελεστή δε διοικητική πράξη στο στάδιο της είσπραξης του εσόδου πριν από την έναρξης της εκτέλεσης είναι η πράξη της ταμειακής βεβαίωσης του χρέους ως εσόδου του Δημοσίου («βεβαίωση στενής έννοιας»), η οποία είναι προσβλητή, όχι δε η «ατομική ειδοποίηση» που αποστέλλεται μετά τη βεβαίωση αυτή προς τον οφειλέτη. Τούτο, διότι η «ατομική ειδοποίηση» δεν αποτελεί παρά πράξη απλής ανακοίνωσης της διοίκησης προς το διοικούμενο, η οποία και στερείται εκτελεστού χαρακτήρα. Αυτό άλλωστε προκύπτει ευθέως από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κ.ΕΔ.Ε., οι οποίες ορίζουν ρητά ότι η ατομική ειδοποίηση δεν εξομοιώνεται με επιταγή προς πληρωμή, ενώ η τυχόν παράλειψη της αποστολής της δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των λαμβανομένων στη συνέχεια κατά του οφειλέτη αναγκαστικών μέτρων. Βέβαια, το ανωτέρω άρθρο 73 § 1 Κ.Ε.Δ.Ε. ορίζει ότι η ανακοπή του οφειλέτη μπορεί να ασκηθεί και κατά της ταμειακής ειδοποίησης, τούτο όμως πρόδηλα υπονοεί την αντίστοιχη ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία και μόνο καθιδρύεται το εκτελέσιμο δικαίωμα του Δημοσίου, αλλά και η αντίστοιχη υποχρέωση το οφειλέτη ως προς το συγκεκριμένο χρέος (ΔΕφΑΘ 2424/1998 Δ.Δικ. 1989.915, ΔΕφΑΘ 3834/1987 Δ.Δικ. 1989.183, ΜΕΦ ΠΑΤΡΩΝ 162/2019, ΜΕΦ ΑΘ. 1357/2023, ΜΕΦ ΑΘ. 113/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι ως προελέχθη ανωτέρω η με αριθμό 948/30-3-2020 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Ε΄Δ.Ο.Υ. Πειραιά συνιστά ατομική ειδοποίηση χρέους και αποτελεί πράξη απλής ανακοίνωσης της διοίκησης προς το διοικούμενο, η οποία και στερείται εκτελεστού χαρακτήρα σε κάθε δε περίπτωση η ανωτέρω ανακοπή ασκείται μόνο κατά της ατομικής εκτελεστής διοικητικής πράξης της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία και μόνο καθιδρύεται το εκτελέσιμο δικαίωμα του Δημοσίου, αλλά και η αντίστοιχη υποχρέωση του οφειλέτη ως προς το συγκεκριμένο χρέος γεγονός που δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Άλλωστε όπως εκθέτει στην ένδικη ανακοπή της η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα θέλοντας να θεμελιώσει λόγο ανακοπής με βάση το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ αναφέρει ότι επιτρέπεται ανακοπή και κατά της ατομική ειδοποίηση χρέους η οποία αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη εκτέλεσης πλην όμως όπως εκτέθηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η παραπάνω ανακοπή ασκείται σαφέστατα μόνο κατά της εκτελεστής διοικητικής πράξης και όχι κατά της προπαρασκευαστικής πράξης εκτέλεσης.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η ανακοπή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του για το λόγο ότι το Ελληνικό Δημόσιο επιμελείται μόνο δια των εισπρακτικών μηχανισμών του για την είσπραξη των απαιτήσεων του δεύτερου των καθ’ ων η ανακοπή και δη του Ν.Π.Δ.Δ. Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Αγίου Κοσμά.
Ως προς τον λόγο αυτό έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 36 παρ.1 του Ν.4389/2016, προκύπτει ότι η επίδοση προς την ΑΑΔΕ αντί του Υπουργού Οικονομικών αφορά μόνον σε φορολογικές υποθέσεις και σε διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, ως τέτοιων θεωρούμενων εκείνων που επιβάλλονται με απόφαση των οργάνων του Δημοσίου, βεβαιούνται στα Δημόσια Ταμεία και εισπράττονται ακολούθως από αυτά. Ως τέτοια δε δεν νοούνται και τα έσοδα των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 91 του ΚΕΔΕ, των οποίων η είσπραξη ανατίθεται μεν στα δημόσια ταμεία, πλην όμως τα εν λόγω έσοδα ανήκουν εξ υπαρχής σε αυτά και δεν μετατρέπονται σε «δημόσια έσοδα» από μόνο το λόγο ότι εισπράχθηκαν από τα δημόσια ταμεία, αφού άλλωστε και αυτή η είσπραξή τους έγινε επ’ ονόματι και για λογαριασμό των προσώπων αυτών και όχι για λογαριασμό του Δημοσίου, με συνέπεια, στις περιπτώσεις εκείνες που επιδιώκεται η διαμέσου των δημοσίων ταμείων είσπραξη οφειλών των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 91 του Κ.Ε.Δ.Ε.. Έτι περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 7 του ν.2579/1998, προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 91 του ΚΕΔΕ η είσπραξη των αναφερομένων στο εν λόγω άρθρο (91 ΚΕΔΕ) απαιτήσεων στα δημόσια ταμεία, διάδικος στις επί των ανακοπών του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ δικών, είναι μόνο το υπέρ ου η είσπραξη πρόσωπο – δικαιούχος της απαίτησης, κατά του οποίου πρέπει να στρέφεται το δικόγραφο της ανακοπής. Αντίθετη εκδοχή, η οποία δηλαδή θα δεχόταν τον χαρακτηρισμό των εσόδων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 91 παρ. 1 ΚΕΔΕ ως «δημοσίων», θα οδηγούσε στο άτοπο να διεξάγει το Δημόσιο δίκες για λογαριασμό άλλων και εν αγνοία τους, για τις οποίες το ίδιο δεν έχει κάποιο συμφέρον από την έκβασή τους, ευρισκόμενο μάλιστα αυτό σε αδυναμία να αμυνθεί και να προτείνει ενστάσεις και πραγματικά γεγονότα, τα οποία, ενώ δεν είναι γνωστά στο ίδιο (Δημόσιο), είναι γνωστά μόνο στον τρίτο, ερήμην του οποίου θα διεξαγόταν διαδικασία που θα αφορούσε τις δικές του έννομες σχέσεις.(ΑΠ 779/2022,ΜΕΦ ΠΕΙΡ. 191/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα το πρώτο των καθ’ ων και δη το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη διότι τα οφειλόμενα μισθώματα της ανακόπτουσας προς το δεύτερο των καθ’ ων και δη το Ν.Π.Δ.Δ. Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Αγίου Κοσμά είναι απαιτητά από αυτό, εισπράττονται από το ίδιο, ανήκουν εξ υπαρχής σ’ αυτό σε κάθε δε περίπτωση η είσπραξή τους γινόταν επ’ ονόματι και για λογαριασμό αυτού του ιδίου και όχι για λογαριασμό του Δημοσίου. Επομένως αυτός ο λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Με τον τρίτο και πέμπτο λόγο έφεσης της η εκκαλούσα εκθέτει ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της ένδικης ανακοπής κρίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε έγκυρος νόμιμος τίτλος με βάση τον οποίο μπορούσε να γίνει είσπραξη των εσόδων του δεύτερου των καθ’ ων και δη η με αριθμό 6139/17-12-2019 πράξη καταλογισμού του ΝΠΔΔ ΕΑΚΝ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ η οποία για την έκδοση της στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα στο σώμα της έγγραφα και συγκεκριμένα στα από 16-3-2012, 12-6-2012 και 16-7-2013 εξώδικες οχλήσεις-προσκλήσεις του δεύτερου των καθ’ ων για εξόφληση των εκάστοτε φερόμενων ως ληξιπρόθεσμων οφειλών της ανακόπτουσας, τις από 17/14/6/2016, 33/17/11/2017 και 33/17/11/2016 αποφάσεις των επιτροπών διοίκησης του δεύτερου των καθ’ ων και την με αριθμό …./2/9/2016 έκθεση αντίγραφου εξ’ απογράφου πρώτου εκτελεστού της με αριθμό …./2016 διαταγής πληρωμής. Όμως η ανωτέρω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την με αριθμό 5091/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ως εκ τούτου δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος προς είσπραξη της οφειλόμενης απαίτησης της ανακόπτουσας διότι δεν αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο το ύψος της ένδικης οφειλής καθόσον από τα λοιπά έγγραφα δεν συνιστούν νόμιμα στοιχεία για την έκδοση σε βάρος της της ανωτέρω καταλογιστικής πράξης και δη μετά την παρέλευση τριετίας από την με αριθμό 17-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης του ΕΑΚ/ΑΚ. Περαιτέρω συνεχίζει διότι στην ατομική ειδοποίηση δεν υπάρχει σαφής καθορισμός του οφειλόμενου ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, προσαυξήσεις, ούτε αναφορά του είδους και της αιτίας της οφειλής.
Ο ανωτέρω λόγος έφεσης είναι νόμιμος στηριζόμενος στα άρθρα 2 παρ.2 και 73 παρ.1 του ν.δ. 356/1974 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ της ανακόπτουσας και του ΝΠΔΔ ΕΘΝΙΚΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ-ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΠΑΓΕΡΩΦ, δικαιοπάροχου του δεύτερου των καθ’ ων κατόπιν του από 20-7-2010 δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού με το από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το ανωτέρω ΝΠΔΔ ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στην ανακόπτουσα την χρήση του κυλικείου του κολυμβητηρίου εντός του χώρου του επί της οδού Χαϊδαρίου 18 στον Πειραιά για χρονικό διάστημα πέντε ετών και δη από την 22-7-2010 έως την 21-7-2015. Οι όροι του συμφωνητικού μίσθωσης καθορίστηκαν με βάση την διακήρυξη του διαγωνισμού περιλάμβαναν μεταξύ άλλων την συμφωνία καταβολής μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.100 ευρώ το πρώτο μισθωτικό έτος αναπροσαρμοζόμενο κατ’ έτος σύμφωνα με τον επίσημο τιμάριθμο όπως αυτός θα προσδιορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία προσαυξανόμενου πάντοτε κατά μία επιπλέον μονάδα, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθήμερου κάθε μισθωτικού μηνός (όρος 2). Η σύμβαση έληξε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου. Με την με αριθμό 33/17/11/2016 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης του δεύτερου των καθ’ ων το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ-ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΠΑΓΕΡΩΦ δυνάμει του άρθρου 57 παρ.2 α του ν.4002/2011 αποφασίστηκε η είσπραξη μέσω της διαδικασίας είσπραξης δημοσίων εσόδων των οφειλών της ανακόπτουσας και η έκδοση σε βάρος της καταλογιστικής απόφασης. Μετέπειτα με την με αριθμό …../17/12/2019 πράξη καταλογισμού οφειλής του δεύτερου των καθ’ ων η οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 20-12-2019 καταλογίστηκε σε βάρος της το οφειλόμενο ποσό των 39.396,16 ευρώ πλέον του νόμιμου τόκου από την επόμενη της λήξης της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μισθώματος και κλήθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλλει εντός προθεσμίας 10 ημερών με την γνωστοποίηση ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης του παραπάνω χρονικού διαστήματος το ποσό θα βεβαιωθεί ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και θα επιδιωχθεί η είσπραξη του σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ΚΕΔΕ. Στην ίδια καταλογιστική πράξη αναφερόταν το ύψος του συμβατικού μηνιαίου μισθώματος καθ’ όλη την διάρκεια της μίσθωσης και συγκεκριμένα από τον Δεκέμβριο του 2011 έως και τον Ιούλιο του 2012 στο ποσό των 1.178,35 ευρώ, από τον Αύγουστο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2013 στο ποσό των 1.205,45 ευρώ, από τον Αύγουστο του 2013 έως τον Ιούλιο του 2014 στο ποσό των 1.212,68 ευρώ και από τον Αύγουστο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2015 στο ποσό των 1212,68 ευρώ ανέρχονταν στο ποσό των 52.996,16 ευρώ. Ακόμη αναφερόταν ότι η ανακόπτουσα καθυστερεί να καταβάλει τα μισθώματα περιόδου από τον Δεκέμβριο του 2011 έως τον Ιούλιο του 2015 καθώς επίσης ότι αυτή είχε καταβάλει έναντι αυτού του ποσού ασύμμετρα και σε μη τακτικά χρονικά σημεία το συνολικό ποσό των 13.600 ευρώ παραμένοντας ως υπόλοιπο το ποσό των 39.396,16 ευρώ. Για την έκδοση της η παραπάνω καταλογιστική πράξη στηρίχτηκε στο από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στις από 16-3-2012, 12-6-2012 και 16-7-2013 εξώδικες οχλήσεις-προσκλήσεις του δεύτερου των καθ’ ων προς την ανακόπτουσα με τις οποίες καλούνταν η τελευταία να προβεί σε άμεση εξόφληση της κάθε ληξιπρόθεσμης οφειλής της, στις από 17/14/6/2016, 33/1711/2016 και 33/17/11/2017 αποφάσεις των Επιτροπών Διοίκησης του δεύτερου των καθ’ ων και στην με αριθμό …/2/9/2016 έκθεση επίδοσης ακριβούς αντιγράφου πρώτου εκτελεστού της με αριθμό …../2016 διαταγής πληρωμής. Μετά την άπρακτη παρέλευση της δεκαήμερης ταχθείσης προθεσμίας εκδόθηκε από το δεύτερο των καθ’ ων χρηματικό κατάλογος στον οποίο αναφέρονταν τα στοιχεία της ανακόπτουσας ως οφειλέτριας περιγράφεται το χρέος ως μισθώματα από χρήση κυλικείου 12/2011 έως 7/2015 σύμφωνα με την με αριθμό πρωτοκόλλου …./17/12/2019 πράξη καταλογισμού οφειλής και αναφέρεται ως βεβαιωθέν το χρηματικό ποσό των 58.730,20 ευρώ. Ο χρηματικός αυτός κατάλογος με την ΑΠ ……./25/2/2020 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης χρέους του δεύτερου των καθ’ ων στην οποία αναφέρεται το προς βεβαίωση χρηματικό ποσό των 39.369,16 ευρώ ως κεφάλαιο και το ποσό των 19.361,04 ευρώ ως τόκοι, εστάλη από το δεύτερο των καθ’ ων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Δ΄ Πειραιά και βεβαιώθηκε με την καταχώρηση του στο βιβλίο βεβαίωσης με αριθμό …../13/3/2020. Επιπρόσθετα σε συνέχεια των παραπάνω εκδόθηκε η με αριθμό …../13/3/2020 ατομική ειδοποίηση χρεών από την Α.Α.Δ.Ε. (Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά). προς την ανακόπτουσα με την οποία της γνωστοποιήθηκε η ταμειακή βεβαίωση της ανωτέρω οφειλής της. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι υπήρχε έγκυρος νόμιμος τίτλος με βάση τον οποίο θα μπορούσε να γίνει η είσπραξη των εσόδων του δεύτερου των καθ’ ων και ειδικότερα η με αριθμό ……/17/12/2019 πράξη καταλογισμού οφειλής του δεύτερου των καθ’ ων η οποία για την έκδοση της στηρίχτηκε στα προαναφερόμενα έγγραφα που αποδείκνυαν και εξειδίκευαν την απαίτηση του δεύτερου των καθ’ ων έναντι της ανακόπτουσας ενώ τόσο στον νόμιμο τίτλο όσο και στην ταμειακή βεβαίωση του χρηματικού καταλόγου προσδιορίζεται επαρκώς το ποσό που καταλογίζεται σε βάρος της ανακόπτουσας και βεβαιώνεται ως προς το κεφάλαιο, τους τόκους και της αιτίας της οφειλής. Επομένως η οφειλή της ανακόπτουσας είναι εκ του λόγου αυτού βεβαία και εκκαθαρισμένη. Γεγονός είναι ότι η ανακόπτουσα επικαλείται την ακύρωση της με αριθμό 5091/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως αποδεικτικό της έλλειψης νόμιμου τίτλου για την είσπραξη της οφειλής του δεύτερου των καθ’ ων πλην όμως όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής δεν αποτέλεσε τον νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της απαίτησης του δεύτερου των καθ’ ων διότι ως προελέχθη ανωτέρω υπήρχε νόμιμος τίτλος και δη η με αριθμό ……../17/12/2019 πράξη καταλογισμού οφειλής του δεύτερου των καθ’ ων η οποία για την έκδοση της στηρίχτηκε στα προαναφερόμενα έγγραφα που αποδείκνυαν και εξειδίκευαν την απαίτηση του δεύτερου των καθ’ ων έναντι της ανακόπτουσας. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι εκ περισσού της αναφέρεται η επίδοση της επιταγής προς πληρωμή της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής ως μορφή όχλησης του δεύτερου των καθ’ ων προς την ανακόπτουσα για την καταβολή της οφειλής της. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση σε βάρος της που αφορά απαιτήσεις του δεύτερου των καθ’ ων για οφειλόμενα μισθώματα μηνών Δεκεμβρίου 2011-Ιουλίου 2015 που βεβαιώθηκαν ταμειακά στις 13-3-2020 έχει παραγραφεί κατ’ άρθρο 250 περ.16 ΑΚ.
Ως προς αυτόν τον λόγο λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995, που ίσχυε κατά τον χρόνο γεννήσεως της ενδίκου απαιτήσεως, ορίζεται ως προς την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, ότι “1. Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου, γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως, δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές, η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής. 4. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ` αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής”. Ομοίου περιεχομένου είναι και οι διατάξεις του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014(Α.Π. 141/2025, Α.Π. 1148/2022, Α.Π. 186/2022). Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 16 και 251 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες η παραγραφή της αξιώσεως από μισθώματα κάθε είδους υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 1148/2022). Άλλωστε, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 και 2 του άρθρου του Ν.Δ.496/1974, “1. Παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους του οποίου εβεβαιώθη. Εάν η βεβαίωσις εγένετο πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον εν μέρει ή εν όλω η παραγραφή άρχεται από της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ` ο το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμον και δια το ποσόν τούτο. 2. Χρέη προς το ν.π. α) εκ τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, πλην των, δια πρόστιμον, χρηματικάς ποινάς και συναφή δικαστικά έξοδα και τέλη, υπαγομένων εις την πενταετή παράγραφον, β) εξ απίστου διαχειρίσεως, γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων δια των περιοδικών παροχών και δ) εκ καταλογισμών επιβληθέντων παρ` οιασδήποτε αρμοδίας κατά νόμον Αρχής, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν”. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι οι απαιτήσεις των Ν.Π.Δ.Δ. από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν (Α.Π. 141/2025, Α.Π. 210/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδάφ. γ` του Ν.Δ.496/1974, η παραγραφή κατά των Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνεται υπ` όψιν αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (Α.Π. 1063/2021, Α.Π. 52/2021, Α.Π. 1170/2020, Α.Π. 15/2020, Α.Π. 1241/2018).
Ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι όπως προελέχθη ανωτέρω τα παραπάνω χρέη της ανακόπτουσας προς το δεύτερο των καθ’ ων παραγράφονται με την παρέλευση εικοσαετίας από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και τα οποία βεβαιώθηκαν ταμειακά από το δεύτερο των καθ’ ων στις 13-6-2020 και ως εκ τούτου αυτά σήμερα δεν έχουν παραγραφεί διότι δεν έχει παρέλθει εικοσαετία από της βεβαίωσης τους.
Με τον έκτο λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα εκθέτει ότι το δικαίωμα του δεύτερου των καθ’ ων να απαιτήσει την καταβολή του συνόλου των μηνιαίων μισθωμάτων ασκείται καταχρηστικά. Ειδικότερα εκθέτει ότι με την από 16-3-2012 εξώδικη δήλωση της ανακόπτουσας η οποία επιδόθηκε στο δεύτερο των καθ’ ων στις 23-3-2012 ζήτησε την μείωση του αρχικού μισθώματος στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, αίτημα που έγινε σιωπηρά δεκτό από το δεύτερο των καθ’ ων το οποίο αποδεχόταν τις μειωμένες καταβολές αυτής χωρίς να αντιδράσει και να αξιώσει την καταβολή του συνόλου του συμβατικού μηνιαίου μισθώματος ή να την αποβάλει από το μίσθιο ενώ κατά την λήξη της μισθωτικής σύμβασης ουδόλως πρόβαλε σχετικές αξιώσεις δημιουργώντας της την πεποίθηση ότι έχει επέλθει σιωπηρώς τροποποίηση της μισθωτικής σύμβασης ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι νόμιμος στηριζόμενος στα άρθρο 281 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν κα επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα παρακάτω: Με την από 16-3-2012 εξώδικη-δήλωση πρόσκληση προς το δεύτερο των καθ’ ων η οποία επιδόθηκε σ’ αυτό στις 23-3-2012 η ανακόπτουσα επικαλούμενη την γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας και την μείωση του κύκλου εργασιών της ζήτησε την μείωση του μηνιαίου μισθώματος αναδρομικά από τον Οκτώβριο του 2.011 στο προσήκον μέτρο και συγκεκριμένα τουλάχιστον κατά ποσοστό 20% και ειδικότερα την αναπροσαρμογή του στο ποσό των 880 ευρώ μηνιαίως τάσσοντας στο δεύτερο των καθ’ ων προθεσμία πέντε ημερών από την λήψη της εξώδικης πρόσκλησης προκειμένου να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την τυπική μείωση του μισθώματος, διαφορετικά δήλωνε ότι θα προβεί σε όλες τις νόμιμες και διαδικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των δικαιωμάτων της ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων. Μετέπειτα η ανακόπτουσα υπέβαλε προς το Δ.Σ. του δεύτερου των καθ’ ων η ανακοπή την από 30-5-2013 αίτηση με την οποία ζήτησε εκ νέου την μείωση του μισθώματος του κυλικείου στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, την αφαίρεση των μισθωμάτων μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2012 και τον διακανονισμό της οφειλής της. Περαιτέρω με την από 22-6-2015 αίτηση της προς το δεύτερο των καθ’ ων η ανακόπτουσα ζήτησε τον καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος από 1-1-2015 στο ποσό των 600 ευρώ, την απαλλαγή της από την καταβολή μισθωμάτων για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, την αναδρομική μείωση του οφειλόμενου μισθώματος για τα έτη 2012-2014 στο προσήκον μέτρο και κατά ποσοστό τουλάχιστον 35% και την τακτοποίηση του συμφωνηθέντος μεταξύ του υπόλοιπου της οφειλής με τμηματικές μηνιαίες οφειλές πέραν του ανώτερου ποσού του μηνιαίου μισθώματος έως την λήξη της μίσθωσης. Στην τελευταία αίτηση της η ανακόπτουσα αναφέρεται σε σιωπηρή τροποποίηση του ύψους του μηνιαίου μισθώματος η οποία συνέβη κατόπιν των παραπάνω προτάσεων της προς μείωση και της σιωπηρής αποδοχής της πρότασης αυτής από το δεύτερο των καθ’ ων με την είσπραξη των καταβαλλόμενων μειωμένων χρηματικών ποσών χωρίς ποτέ να αντιδράσει. Όμως από τα προσκομισθέντα από το δεύτερο των καθ’ ων έγγραφα δεν αποδεικνύεται σιωπηρά η μείωση του μηνιαίου μισθώματος καθόσον αυτό δεν το αποδέχτηκε σιωπηρά αλλά αξίωνε την καταβολή των συμβατικών μισθωμάτων κατά την διάρκεια της μίσθωσης. Ειδικότερα με την από 12-6-2012 εξώδικη όχληση του η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 14-12-2012 το δεύτερο των καθ’ ων επικαλούμενο την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων χρονικής περιόδου Δεκεμβρίου 2011-Ιουνίου 2012 κάλεσε την ανακόπτουσα να καταβάλλει το συνολικό ποσό των 8.248,45 ευρώ προσδιορίζοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.178,35 ευρώ όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατόπιν της νόμιμης προσαύξησης του σύμφωνα με το από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Στην συνέχεια με την από 16-7-2013 εξώδικη δήλωσή του η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 17-7-2013 το δεύτερο των καθ’ ων επικαλούμενο την περαιτέρω καθυστέρηση της στην καταβολή των μηνιαίων μισθωμάτων περιόδου Δεκεμβρίου 2011-Ιουλίου 2013 την κάλεσε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.892,20 ευρώ αναφέροντας ως μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2011 έως τον Ιούλιο του 2012 στο ποσό των 1.178,35 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2013 στο ποσό των 1.205,45 ευρώ, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατόπιν της νόμιμης προσαύξησης κατά τα αναφερόμενα στο από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και αφαιρώντας από το σύνολο των παραπάνω συμβατικών μισθωμάτων πέντε μηνιαίες καταβολές της ανακόπτουσας ποσού 800 ευρώ και συνολικού ποσού 4.000 ευρώ δηλώνοντας ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης 15 ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης θα ζητηθεί η έκδοση διαταγής με την οποία ζήτησε την καταδίκη της στην καταβολή των προαναφερόμενων μηνιαίων μισθωμάτων προσαυξημένων με τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Αυγούστου 2013-Ιουλίου 2014 με προσδιορισμό του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 1.212,68 ευρώ και με τα οφειλόμενα μισθώματα μηνών Αυγούστου 2014-Ιουλίου 2015, με προσδιορισμό του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 1.212,68 ευρώ αφαιρώντας από το ποσό αυτών μηνιαίες άτακτες καταβολές της ανακόπτουσας συνολικού ποσού 13.600 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 39.396,16 ευρώ. Συνεπώς με βάση τα προαναφερόμενα συνεπάγεται ότι το δεύτερο των καθ’ ων δεν αποδέχτηκε ποτέ σιωπηρά την μείωση του μηνιαίου μισθώματος και όχι μόνο δεν δημιούργησε στην ανακόπτουσα με την συμπεριφορά του την πεποίθηση ότι αυτό προτίθετο να αποδεχθεί τις μειωμένες καταβολές μισθώματος που αυτή κατέβαλε σε διάφορα χρονικά διαστήματα αλλά αξίωνε την πιστή εφαρμογή των συμβατικών όρων της μίσθωσης και την καταβολή του συνόλου του συμβατικού μισθώματος προσαυξημένου κατά τους οριζόμενους στο από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τρόπους. Επομένως ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη ανακοπή ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης που ως προελέχθη ανωτέρω συνίσταται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η ένδικη έφεση στο σύνολο της. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του με αριθμό 62687070995405070059 e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο (495 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 εδ.β, 183 ΚΠΟΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου …………/2025 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό …………/2025 έφεση κατά της με αριθμό 2462/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς(τακτική διαδικασία).ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ………….e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις 8-1-2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ