Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 35/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   35/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ:  Εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει  στη ……………. της Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά (οδός ………..), με την επωνυμία ……………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Στέφανο Λύρα (με δήλωση κατ΄άρθρο 242 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΚΚΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………….., 2) …………….. και  3) …………….., οι οποίοι  άπαντες παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ειρήνης Κοντοσέα  (ΔΕ ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ)

Οι εφεσίβλητοι – εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  2012.20219 (ΓΑΚ/ΕΑ ……../2019) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ  1644/2023  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη με την από  30.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………../2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2025 έφεσή της και β) οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι – εκκλούντες με την από 28.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ- …………./2025 ΕΦΕΤ ) έφεσή τους. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – εφεσίβλητης, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 30.1.2025 και από 28.1.20205 με αριθμούς κατάθεσης ………./2025  και ……../2025 αντιστοίχως εφέσεις κατά της οριστικής με αριθμό 1644/2023  απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 621 του ΚΠολΔ), επί της από 20.12.2019 με αριθμό κατάθεσης …………/2019 αγωγής, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως (άρθρο 19 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης του ενδίκου μέσου) και εμπροθέσμως, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης πριν την άσκηση των εφέσεων, ενώ δεν έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Ακολούθως οι προαναφερόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο εφέσεως του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνεκδικαζόμενες, λόγω της προφανούς συνάφειας αυτών αφού πλήττουν την ίδια απόφαση (άρθρα 246, 524 και 591 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 20.12.2019 με αριθμό κατάθεσης …………./2019 αγωγή τους οι ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι ναυτικοί, μέλη, έκαστος, διαφορετικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που, αντίστοιχα, είναι μέλη της Π.Ν.Ο. και η εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρεία – πλοιοκτήτρια του αναφερόμενου στην αγωγή, υπό σημαία Κύπρου, ταχύπλοου πλοίου, μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας. Ότι το συγκεκριμένο πλοίο, μη διαθέτον κατάλληλους χώρους ενδιαίτησης για το πλήρωμα, εμπίπτει σε διάταξη που ορίζει το χρόνο απασχόλησης των πληρωμάτων σε 8 ώρες ημερησίως, που δεν δύνανται να παραταθούν πέραν των 10 ή 11 ωρών ημερησίως, όρος που δεν τηρήθηκε, με την εναγομένη, για να παρακάμψει την απαγόρευση αυτή, να υποχρεώνει το πλήρωμα να παρέχει υπηρεσία σε περισσότερα του ενός πλοία, ακόμα και εντός της ίδιας ημέρας, χωρίς τη συμφωνημένη αμοιβή, για την εργασία του, σε όλα τα πλοία όπου ναυτολογούταν, χωρίς, ωστόσο, να καλύπτονται οι ανάγκες με τη διαδοχική ναυτολόγηση του ίδιου πληρώματος σε όλα τα πλοία, με αποτέλεσμα να υπάρχει υπέρβαση του ωραρίου. Ότι, ως εκ τούτου, κατήρτιζαν διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας με την εναγόμενη, προσλαμβανόμενοι, κάθε φορά, για αόριστο χρόνο πλην όμως, οι συμβάσεις τους, κάθε φορά, λύνονταν εντός ελάχιστων ημερών ή ακόμα και αυθημερόν. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες αναφέρουν τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ήταν ναυτολογημένοι στο ένδικο πλοίο, (ενώ συναφώς υπήρχαν και ναυτολογήσεις που διήρκεσαν λιγότερο από μήνα) και δη ο πρώτος, με την ειδικότητα του ναύτη, ο δεύτερος με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου, μέχρι την 24.10.2018 και, έκτοτε, με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής, χωρίς άδεια θερμαστή και η τρίτη, με την ειδικότητα της ανθυποπλοιάρχου, ενώ, σε κάθε πρόσληψή τους, συμφωνείτο η αμοιβή τους να υπολογίζεται βάσει της ΣΣΝΕ ακτοπλοϊκών – επιβατηγών πλοίων, όπως θα ίσχυε αυτή για το κάθε έτος, πλέον αμοιβής, κατ’ αποκοπή, για 8ωρη εργασία για Σάββατα και αργίες. Περαιτέρω, στην αγωγή, αναφέρονται οι μηνιαίες, βάσει των συμβάσεων αυτών, αποδοχές τους, για τα έτη 2018 και 2019, τα δρομολόγια του πλοίου κατά τα επίδικα χρονικά διάστημα, οπότε εμφανίζονταν καθυστερήσεις στην εκτέλεσή τους, τα ωράρια εργασίας τους, τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί, προβάλλοντας ότι εργάζονταν και πέραν του οχταώρου και, ειδικά, ο δεύτερος, εργαζόμενος ως θαλαμηπόλος, κατά μέσον όρο, επί 11 ώρες καθημερινά. Έτσι, ο πρώτος ενάγων ζητεί : α) αποδοχές για την από 09.7.2018 ναυτολόγησή του (διάρκειας 1 ημέρας), ήτοι αποδοχές 29 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μήνα (μέχρι την 06.8.2018), ήτοι 3.011,84 ευρώ. β) Αποδοχές για την από 15.8.2018 ναυτολόγησή του (διάρκειας 2 ημερών), ήτοι τις αποδοχές 28 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μηνός (μέχρι την 13.9.2018), ήτοι 3.011,84 ευρώ. γ) Αποδοχές για την από 15.9.2018 έως 17.10.2018 και επειδή η από 17.10.2018 ναυτολόγησή του διήρκεσε μία ημέρα, ζητεί, επιπλέον, αποδοχές 29 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μηνός, ήτοι μέχρι την 15.11.2018, ήτοι αποδοχές 2 μηνών και 2 ημερών (6.224,47 ευρώ). Αποδοχές για την ναυτολόγηση από 10.6.2019 έως 14.8.2019. Περαιτέρω, δ) προβάλλοντας ότι η από 14.8.2019 ναυτολόγησή του διήρκεσε μία ημέρα μόνο, ζητεί αποδοχές 29 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μήνα, ήτοι μέχρι την 12.9.2019 και συνολικά, για τους 3 μήνες και 4 ημέρες του ανωτέρω διαστήματος, ζητεί 9.623,44 ευρώ. Σύνολο απαίτησης 21.871,59 ευρώ. Ο δεύτερος ενάγων ζητεί : α) αποδοχές για το διάστημα της υπηρεσίας του 15.8.2018 – 16.8.2018 και επειδή η ναυτολόγησή του διήρκεσε μόνο 2 ημέρες, ζητεί αποδοχές μέχρι την επαναναυτολόγησή του στο πλοίο (μέχρι την 28.8.2018), αποδοχές 14 ημερών, ήτοι 1.198,75 ευρώ. β) Αποδοχές για το διάστημα της υπηρεσίας του 29.8.2018 – 24.10.2018 (4.880,62 ευρώ). γ) Αποδοχές του χρονικού διαστήματος 10.6.2019 – 17.7.2019. Περαιτέρω, επειδή η από 16.7.2019 ναυτολόγηση διήρκεσε 2 ημέρες (16.7.2019 – 17.7.2019) αξιώνει, επιπλέον, αποδοχές 28 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μηνός, ήτοι μέχρι την 14.8.2019. Ήτοι αξιώνει αποδοχές 2 μηνών και 5 ημερών (5.724,79 ευρώ). δ) Αποδοχές για την από 26.8.2019 ναυτολόγησή του, που επειδή διήρκεσε μόνο επί 1 ημέρα, αξιώνει επιπλέον αποδοχές 29 ημερών, προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μήνα, μέχρι την 24.9.2019, ήτοι 2,642,21 ευρώ. Σύνολο απαίτησης 14.446,37 ευρώ. Η τρίτη ενάγουσα αξιώνει : α) αποδοχές για το διάστημα της υπηρεσίας 15.8.2018 – 16.8.2018 και επειδή η ναυτολόγηση διήρκεσε 2 ημέρες, ζητεί, επιπλέον, αποδοχές 28 ημερών, μέχρι την 13.9.2018, ήτοι αποδοχές 1 μήνα (3.768,33 ευρώ). β) Αποδοχές για την ναυτολόγηση 15.9.2018 – 17.10.2018. Περαιτέρω, επειδή η από 17.10.2018 ναυτολόγηση διήρκεσε 1 ημέρα, αξιώνει επιπλέον τις αποδοχές 29 ημερών, μέχρι την 15.11.2018. Επομένως αξιώνει αποδοχές 2 μηνών και 2 ημερών (7.787,88 ευρώ). γ) Αποδοχές του χρονικού διαστήματος από την από 10.6.2019 ναυτολόγηση έως 26.8.2019. Περαιτέρω, επειδή η από 26.8.2019 ναυτολόγηση διήρκεσε 1 ημέρα, αξιώνει επιπλέον αποδοχές 29 ημερών, μέχρι την 24.9.2019. Επομένως, για τους 3 μήνες και 17 ημέρες του ανωτέρω διαστήματος, αξιώνει 13,566,21 ευρώ. Σύνολο 25.122,42 ευρώ. Περαιτέρω, ο δεύτερος ενάγων, για την πέραν των 8 ωρών εργασία (29.8.2018 έως 24.10.2018, κατά μέσο όρο επί 11 ώρες καθημερινά), για τα 8 Σάββατα και τη 1 αργία του χρονικού αυτού διαστήματος αξιώνει 221,67 ευρώ και για τις υπόλοιπες 48 καθημερινές και τις Κυριακές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, 984,96 ευρώ. Σύνολο 1.206,63 ευρώ. Επίσης, ως δώρα εορτών, ο πρώτος ενάγων αξιώνει : α) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, 1.546,90 ευρώ και β) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, 1.216,21 ευρώ. Ο δεύτερος, αντίστοιχα, αξιώνει : α) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, 976,85 ευρώ και β) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, 1.067,42 ευρώ. Η τρίτη ενάγουσα, αντίστοιχα, αξιώνει : α) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, 1.459,11 ευρώ και β) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, 1.713,15 ευρώ. Τέλος, ο δεύτερος ενάγων αξιώνει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 2.700,78 ευρώ, προβάλλοντας ότι, στην πραγματικότητα, δεν έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης «λόγω αμοιβαία συναινέσει» αλλά λόγω διακοπής δρομολογίων. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.634,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14.8.2019, β) στο δεύτερο το συνολικό 20.398,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 και στην τρίτη, το συνολικό ποσό των 28.294,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 (χρόνοι τελευταίας απόλυσης ενός εκάστου) και, επικουρικά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αγωγής καθώς και να καταδικαστεί η εναγομένη στην δικαστική τους δαπάνη και στην αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αριθμ.3 και 621 του ΚΠολΔ και 82 του τότε ισχύοντος ΚΙΝΔ), η εκκαλουμένη με αριθμό 1644/2023 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις ειδικότερα αναφερόμενες σ’αυτήν (εκκαλουμένη) διατάξεις του ΑΚ, του τότε ισχύσαντος Κ.Ι.Ν.Δ. και του ΚΠολΔ, καθώς και σε αυτές της από 24.7.2019 Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας για τα πληρώματα των Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων των  ετών 2018 και 2019 οι οποίες κυρώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. 2242.5-1.5/80350/2018 (ΦΕΚ Β΄ 5084/14.11.2018) και 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β’ 3170/12.8.2019) και υα 70109/8008 (εμπορικής ναυτιλίας) της 14.12.1981/7.1.1982 περί “προϋποθέσεων χορηγήσεων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς (φεκ β 1/1982). Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 60 του τότε ισχύοντος ΚΙΝΔ ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή κατ’ουσίαν ως προς αυτούς και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων εξήντα τριών ευρώ και έντεκα λεπτών (2.763,11 €) με το νόμιμο τόκο από 14.8.2019, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση,  στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ενός ευρώ και εξήντα οχτώ λεπτών (5.951,68 €), με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (3.172,26 €), με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση ενώ συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται άπαντες οι ενάγοντες με την κρινόμενη έφεσή τους, ως συνολικά εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι, έχοντας έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω απόφασης παραπονούμενοι αφενός  για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την απορριπτική κρίση του επί του κονδυλίου της διαφοράς του μηνιαίου μισθού τους, το οποίο αφορά στις υπόλοιπες ημέρες του μήνα εκτός αυτών, κατά τις οποίες πράγματι απασχολήθηκαν στο συγκεκριμένο πλοίο και για τη βασιμότητα του οποίου επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ και κατ’επέκταση και ως προς την κρίση του επί του έτερου αγωγικού κονδυλίου (διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ημερών πραγματικής υπηρεσίας του στο πλοίο.). Την εκκαλουμένη κατά το τελευταίο τούτο κεφάλαιο πλήττει και η εν μέρει ηττηθείσα εργοδότρια αφενός διότι με κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικού έγινε δεκτό ότι οι εφεσίβλητοι ναυτικοί εργάστηκαν υπερωριακώς, αφετέρου για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, ακολούθως δε αιτείται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή και επιπλέον αιτείται την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αφού στα πλαίσια του προσωρινά εκτελεστού του καταψηφιστικού αιτήματος κατέβαλε στους εφεσίβλητους τα αναφερόμενα στην έφεση ποσά των οποίων αιτείται την επιστροφή εντόκως.

Σύμφωνα με το άρθρου 60 του ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ΚΙΝΔ “Εάν  ο  μισθός  συνωμολογήθη κατά μήνα ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και ημερών, καθ` ας  διήρκεσεν  η  ναυτολόγησις.  Εάν όμως  αύτη διήρκεσεν έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη.”. Προϋποθέτει σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελία από τον Πλοίαρχο (ΕφΠειρ 161/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996-1997 σελ. 573, Κοροτζή Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο 1990, 120). Επίσης προϋπόθεση αξίωσης και λήψη ολόκληρου του μηνός είναι η σύμβαση να μη λύθηκε με υπαιτιότητα ή αποκλειστική βούληση του ναυτικού, ο ισχυρισμός δε αυτός αποτελεί ένσταση του εργοδότη (Εφ 1270/1997 σε Νομολογία Ναυτικού Τμήματος 1996-1997 41επ). Η απόλυση του ναυτικού αμοιβαία συναινέσει δεν συνιστά παράπτωμα ή υπαιτιότητα του (Καμβύση Ναυτεργατικό Δίκαιο β’ έκδοση 1994, 192 σημ. 9). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 53 και 54 του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι, η σύμβαση ναυτολόγησης, που συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του ναυτολογουμένου και συντελείται με την εγγραφή της στο ναυτολόγιο του πλοίου, καταρτίζεται για την ανάληψη υπηρεσιών σε ορισμένο πλοίο. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταθέσουν τον ναυτικό σε άλλο πλοίο έστω και του ίδιου πλοιοκτήτη. Όμως κατ’ εφαρμογήν της από το άρθρο 361 ΑΚ αναγνωριζόμενης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, μπορεί να περιληφθεί εγκύρως στην συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία περιέχει τους όρους της ναυτολόγησης, που επακολουθεί, ή και στην ίδια τη σύμβαση ναυτολόγησης σε ορισμένο πλοίο, πρόσθετη συμφωνία, με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, σε άλλο, κατονομαζόμενο ή μη, πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή. Η τυχόν επακολουθούσα δήλωση του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου για τη μετάθεση του ναυτικού στο άλλο πλοίο, πρέπει να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο, να μνημονεύει τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης και να γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεν είναι δε νόμιμη αν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ναυτεργασιακής σχέσης. Με την περιέλευση στο ναυτικό της περί μεταθέσεως του, ορισμένης και έγκυρης δήλωσης, με την οποία ενασκείται το ως άνω διαπλαστικό δικαίωμα του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου, επέρχεται λύση της αρχικής σύμβασης ναυτολόγησης με αμοιβαία συναίνεση, διότι η συναίνεση του ναυτικού εμπεριέχεται στην πρόσθετη ως άνω συμφωνία. Συγχρόνως, με την ίδια δήλωση του πλοιάρχου ή του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και με την περιέλευση της στο ναυτικό επέρχεται κατάρτιση νέας σύμβασης ναυτολόγησης, εφόσον βεβαίως τηρηθεί και ο από το άρθρο 53 ΚΙΝΔ προβλεπόμενος πρόσθετος όρος (ΕφΠειρ 724/2014 δημ.ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1115/2009  ΑΡΜ 2009, 1217, ΕφΠειρ 482/2007 ΕΝΔ 2007, 398).

Εξάλλου από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 14 της σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας ενώ αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα οι ναυτικοί δικαιούνται μισθό 15 μερών, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου αντιστοίχως, ή 1/15 ημίσεος μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου. Επιπλέον να λεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που καταβαλλόταν την 15η ημέρα προ του Πάσχα και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβαλλόταν ή έπρεπε να καταβληθεί από την εργοδότρια ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, δηλαδή το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, το επίδομα αδείας, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές μεταξύ των οποίων είναι και η τροφοδοσία είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης θεωρούνται ο μισθός καθώς και κάθε άλλη παροχή εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου. Ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση : α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά ανά  μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά, γ) οι λοιπές, τακτικά και πάγια, καταβαλλόμενες  παροχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜΕφΠειρ. 647/2014, 412/2014, τνπ ΝΟΜΟΣ), η  τροφοδοσία, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτούσια και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜΕφΠειρ. 18/2016, 19/2016, 371/2016, 73/2016, 160/2014, 36/2014, 71/2014, όλες σε τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της σσνε (ΜΕφΠ 442/2023 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 20 της σσνε πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, στα οποία ανήκουν και τα μέλη του πληρώματος καταστρώματος (ναύκληρος και ναύτες), χρηματικό ποσό ως επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των δώρων εορτών (ΜΕφΠειρ 196/2020, 117/2016, 676/2014 δημοσ σε τνπ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜΕφΠειρ 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, αφού, όπως σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, αιτία της χορήγησής του αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003, ΕΕΔ 2005/237  226/2003, ΕΕΔ 2004/790, ΕφΠειρ 177/2012, ΠειρΝ 2012/354,  377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262, ΕφΠειρ283/2009, ΕΝαυτΔ 2009/102, ΜΕφΠειρ 671/2015,  647/2014, 605/2014, σε τνπ ΝΟΜΟΣ και ΜΕφΠειρ 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204). Τέλος για την εφαρμογή, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση Σ.Σ.Ε. ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, γιατί δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών, αφού έχει κριθεί επανειλημμένα στη χερσαία εργασία ότι κατά τη συσχέτιση, όμως, περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και Σ.Σ.Ε.), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο  και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ) (Ολ.ΑΠ 26/2007 ΕλλΔνη 2007.1010, ΑΠ 378/2012 ΔΕΕ 2013.399).

Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που τα διάδικα μέρη προσκομίζουν, της υπ’ αριθμ. ………../06.10.2021 ένορκης βεβαίωσης που λήφθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καλύμνου ……, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, με πρωτοβουλία των οποίων λήφθηκε και πριν τη λήψη της οποίας κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η εναγομένη (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./01.10.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά ………..), των  υπ’ αριθμ. …. και ……/21.01.2022 ενόρκων βεβαιώσεων των ………. και ………, που ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, με πρωτοβουλία της οποίας λήφθηκαν, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών, κατ’ άρθρο 422 § 1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 Ν. 4335/2015) κλήτευσης της πληρεξούσιας Δικηγόρου των εναγόντων βλ. την υπ’ αριθμ. …../14.01.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά . ………………)  και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ) απoδεικνύoνται – κατά την κρίση του Δικαστηρίου – τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάµει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίζονταν στον Πειραιά, μεταξύ ενός εκάστου των εναγόντων και της εναγοµένης εταιρίας, πλοιοκτήτριας το υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου «AJ», ολικής χωρητικότητας 2.695 κόρων, με Διεθνές Διακριτικό Σήμα ………….., οι ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτοι – εκκλούντες, Έλληνες απογεγραµµένοι ναυτικοί, προσλαµβάνονταν και ναυτολογούνταν στο ως άνω πλοίο, αντί των προβλεπόµενων από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων µμηνιαίων αποδοχών, ο πρώτος µε την ειδικότητα του ναύτη, ο δεύτερος με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου και καθαριστή μηχανής και η τρίτη με την ειδικότητα της ανθυπολοποιάρχου. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη  συμμετέχει δε, μαζί με άλλες πλοιοκτήτριες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται, με τα πλοία τους, στην ελληνική ακτοπλοΐα, στον όμιλο εταιρειών με το διακριτικό τίτλο «ST» και είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, εντάσσεται δε στον όμιλο SJ, υπό τον οποίο δραστηριοποιούνται οι κοινοπραξίες «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……….» με αριθμό ΓΕΜΗ … και στην «………….» και τον διακριτικό τίτλο «…. ……» με αριθμό ΓΕΜΗ … και στις οποίες κοινοπρακτούν, μεταξύ άλλων, οι εταιρίες …………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «TJ», η εταιρία …………., με το υπό ελληνική σημαία πλοίο «AB», η εταιρία ………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «CJ1», η εταιρία …………, με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «PRJ», η εταιρία «…………» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CJ2, η εταιρία ……….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «CV», η εταιρία …………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «WJ», η εταιρία ………, με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «SJ» και η εταιρία …….. ….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «PJ». Η ενασχόληση των ναυτικών σε αυτά τα ταχύπλοα διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 381/2001, «Κύρωση Κανονισμού περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ και Ε/Γ-Ο/Γ ταχυπλόων πλοίων», (Α` 252), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 9 και 13 του ν. 1045/1980, (Α` 95) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 166/2005, (Α` 220), στο οποίο ορίζονται τα εξής:” Ο χρόνος απασχόλησης των πληρωμάτων των Ε/Γ και Ε/Γ-Ο/Γ πλοίων που εκτελούν πλόες εσωτερικού και εμπίπτουν στην εφαρμογή του Κώδικα Ταχυπλόων Πλοίων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) ή του Κώδικα Δυναμικώς Υποστηριζομένων Σκαφών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), έχει ως ακολούθως: οκτώ (8) ώρες απασχόλησης ημερησίως μη δυνάμενη να παραταθεί πέραν των δύο (2) ωρών ανά 24ωρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή η ημερήσια απασχόληση μέχρι μια (1) επιπλέον ώρα δηλαδή ένδεκα (11) ώρες συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίοδο επτά ημερών το σύνολο των ωρών απασχόλησης δεν θα υπερβαίνει τις εβδομήντα (70) ώρες. Ο προαναφερόμενος χρόνος απασχόλησης θα αναφέρεται στην άδεια λειτουργίας του κάθε ταχυπλόου πλοίου. Ο χρόνος απασχόλησης είναι συνεχής από την έναρξη άσκησης των καθηκόντων της ειδικότητας του ναυτικού. Η εφαρμογή της απαίτησης περί χρόνου απασχόλησης ελέγχεται με βάση αρχείο στο οποίο καταγράφεται ο ημερήσιος χρόνος απασχόλησης κάθε μέλους του πληρώματος του ταχύπλοου πλοίου. Η ύπαρξη και τήρηση του αρχείου αποτελεί στοιχείο για τη χορήγηση και διατήρηση της άδειας λειτουργίας του ταχυπλόου πλοίου. Παρεκκλίσεις από την εφαρμογή της απαίτησης περί χρόνου απασχόλησης επιτρέπονται: α. σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης που αφορά… Υπεύθυνοι για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού και την μη εκτέλεση πλόων σε περίπτωση υπέρβασης του χρόνου απασχόλησης είναι οι πλοίαρχοι των ταχυπλόων πλοίων: Οι πλοιοκτήτες ή διαχειριστές των ταχυπλόων πλοίων υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την τήρηση του παρόντος Κανονισμού….”. Όπως τα διάδικα μέρη συνομολογούν στο πλοίο της εναγομένης απασχολήθηκαν: Α) ο πρώτος προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη, την 09.7.2018, απολυθείς αυθημερόν λόγω μετάθεσης, στο πλοίο «CJ2», απ’ όπου απολύθηκε λόγω μετάθεσης, την επομένη, στο πλοίο «CJ1», στο πλοίο «AJ», από 15.8.2018 έως 16.8.2018, απολυθείς λόγω αμοιβαία συναινέσει και ναυτολογηθείς, την επομένη, στο πλοίο «CJ1, στο πλοίο «AJ», από 15.9.2018 έως 16.9.2018, απολυθείς λόγω αμοιβαία συναινέσει, ναυτολογηθείς και απολυθείς, την επομένη, στο πλοίο «CJ1», από 18.9.2018 έως 19.9.2018, απολυθείς λόγω μεταθέσεως, ναυτολογηθείς και απολυθείς, την επομένη, στο πλοίο «CV». Στο πλοίο «AJ», την 03.10.2018, απολυθείς αυθημερόν λόγω αμοιβαία συναινέσει, ναυτολογηθείς και απολυθείς αυθημερόν, την επομένη, στο πλοίο «CV». Στο πλοίο «AJ», την 10.10.2018, απολυθείς αυθημερόν λόγω αμοιβαία συναινέσει, την 17.10.2018, απολυθείς αυθημερόν λόγω αμοιβαία συναινέσει. Στο πλοίο «AJ», τη 10.6.2019 απολυθείς την 11.6.2019 λόγω μεταθέσεως στο πλοίο «CJ2», απ’ όπου απολύθηκε αυθημερόν. Στο πλοίο «AJ», την 21.6.2019 απολυθείς την 22.6.2019 λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CJ2», απ’ όπου απολύθηκε αυθημερόν, λόγω μετάθεσης. Στο πλοίο «AJ», την 03.7.2019 απολυθείς την 04.7.2019 λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CJ2», απ’ όπου απολύθηκε αυθημερόν, λόγω μετάθεσης. Στο πλοίο «AJ», την 16.7.2019 απολυθείς την 17.7.2019, λόγω μεταθέσεως στο πλοίο «CJ», απ’ όπου απολύθηκε την 18.7.2019, λόγω μετάθεσης και, τέλος, στο πλοίο «AJ», την 14.8.2019, απολυθείς αυθημερόν λόγω μεταθέσεως στο πλοίο Στο πλοίο «AJ», από όπου απολύθηκε την 15.8.2019, λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CV». Β) Ο δεύτερος ενάγων, ναυτολογήθηκε αρχικώς με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου, στο πλοίο «AJ», ως μέλος του δευτέρου πληρώματος, από 15.8.2018 ως 16.8.2018, απολυθείς λόγω αμοιβαία συναινέσει, ναυτολογηθείς στο πλοίο «CH2» και από 29.8.2018 έως 24.10.2018, απολυθείς λόγω αμοιβαία συναινέσει, ως μέλος του πρώτου πληρώματος. Στη συνέχεια, επίσης στο πλοίο «AJ», με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής, χωρίς άδεια θερμαστή, ως μέλος του δεύτερου πληρώματος, από 10.6.2019 έως 11.6.2019, απολυθείς λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 21.6.2019 έως 22.6.2019, απολυθείς λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 03.7.2019 έως 4.7.2019, απολυθείς λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 16.7.2019 έως 17.7.2019, απολυθείς λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CV» και τέλος, στο πλοίο «AJ», την 26.8.2019, απολυθείς αυθημερόν λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CV». Και γ) η τρίτη ενάγουσα, ναυτολογήθηκε, στο πλοίο «AJ», με την ειδικότητα της ανθυποπλοιάρχου, από 15.8.2018 έως 16.8.2018, απολυθείσα λόγω αμοιβαία συναινέσει, ναυτολογηθείσα την επομένη, στο πλοίο «CJ1». Στο πλοίο «AJ», από 15.9.2018 έως 16.9.2018, απολυθείσα λόγω αμοιβαία συναινέσει. Στο πλοίο «AJ», από 18.9.2018 έως 19.9.2018, απολυθείσα λόγω αμοιβαία συναινέσει, ναυτολογηθείς την επομένη στο πλοίο «PRJ». Στο πλοίο «AJ», την 03.10.2018, απολυθείσα αυθημερόν, λόγω αμοιβαία συναινέσει. Στο πλοίο «AJ», την 10.10.2018 απολυθείσα αυθημερόν, λόγω αμοιβαία συναινέσει. Στο πλοίο «AJ», την 17.10.2018, απολυθείσα αυθημερόν, λόγω αμοιβαία συναινέσει. Στο πλοίο «AJ», από 10.6.2019 έως 11.6.2019, απολυθείσα λόγω μεταθέσεως και ναυτολογηθείσα την επομένη στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 21.6.2019 έως 22.6.2019, απολυθείσα λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 03.7.2019 έως 04.7.2019, απολυθείσα λόγω μετάθεσης στο πλοίο «CH2». Στο πλοίο «AJ», από 16.7.2019 έως 17.7.2019, απολυθείσα λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CV». Στο πλοίο «AJ», την 14.8.2019, απολυθείσα αυθημερόν λόγω μεταθέσεως, στο πλοίο «CV» και, τέλος επίσης στο πλοίο «AJ», την 26.8.2019, απολυθείσα αυθημερόν λόγω μεταθέσεως στο πλοίο «CV». Οι ενάγοντες με το υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο τους ισχυρίζονται ότι για τις ημέρες ναυτολόγησής τους κάθε μήνα σε κάθε πλοίο, στο οποίο ναυτολογήθηκαν, υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση της πλοιοκτήτριας αυτού να τους καταβάλει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, έναν πλήρη μηνιαίο μισθό. Συγκεκριμένα ότι, εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση καθεμία από τις προαναφερθείσες ναυτολογήσεις τους στο ανωτέρω πλοίο διήρκεσε για χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός, υποχρεούται η εναγομένη να τους καταβάλει κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διάταξης, όχι μόνον τις αποδοχές για την πραγματικά παρασχεθείσα εργασία τους κατά τις διαλαμβανόμενες ημέρες κάθε μήνα, αλλά έναν πλήρη μηνιαίο μισθό, ήτοι τις νόμιμες αποδοχές τους και των υπολοίπων ημερών του αντίστοιχου μήνα των επίδικων ναυτολογήσεών τους. Ωστόσο οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να λάβουν το αιτούμενο για την ανωτέρω αιτία χρηματικό ποσό δεδομένου ότι  στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι ναυτολογήσεις τους διαρκούσαν έλασσον του μηνός, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ώστε καθένας τους να δικαιούται πλήρη το μηνιαίο μισθό του, δηλαδή και για τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα, κατά τις οποίες δεν απασχολήθηκαν πραγματικά στο συγκεκριμένο πλοίο. Πλέον συγκεκριμένα, η ναυτολόγηση ενός  εκάστου εξ αυτών λυόταν λόγω μετάθεσης σε άλλο πλοίο του ιδίου ομίλου, σε εκτέλεση ρητού όρου των εργασιακών τους συμβάσεων κατά τα προεκτεθέντα, πλην όμως τυπικά, διότι ουσιαστικά συνεχιζόταν χωρίς διακοπή και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του μήνα, με τους ίδιους ακριβώς εργασιακούς όρους και συνθήκες, σε άλλα πλοία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου οικονομικών συμφερόντων, ήτοι στην πραγματικότητα στον ίδιο εργοδότη, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, όπως αποτυπώθηκε στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνον σε ένα συγκεκριμένο πλοίο, αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία της ίδιας επιχείρησης ως δεύτερο πλήρωμα και δη πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους, ελάμβαναν μάλιστα για την εργασία τους σε κάθε πλοίο στο σύνολό τους τις αναλογούσες στο διάστημα της εργασίας τους σ’ αυτό  αποδοχές. Εξάλλου  δε συντρέχει και ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ο οποίος κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι μόνον η αποθάρρυνση της πρόωρης απόλυσης του ναυτικού, αλλά και η κατά το δυνατόν εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της εργασίας του παρά τη θέλησή του και χωρίς υπαιτιότητά του, ενόσω βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά την  πρόσληψή τους είχαν συμφωνήσει σε επικείμενη ναυτολόγησή τους σε άλλο πλοίο, συνέχιζαν να ναυτολογούνται χωρίς διακοπή στα πλοία του ομίλου (βλ. προσκ. ως σχετ.  ΕφΠειρ 578/2023 και δημοσιευμένη σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Επομένως ο προαναφερθείς περί μεταθέσεως των εναγόντων όρος σε πλοίο άλλης εταιρείας του ίδιου ομίλου τυγχάνει έγκυρος με την επισήμανση ότι η εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση να κατονομάσει συγκεκριμένο πλοίο στο οποίο μπορούσε ο αντισυμβαλλόμενος ναυτικός να μετατεθεί, τέτοια δε υποχρέωση είχε μόνον όταν συντελούταν η ναυτολόγηση του ναυτικού στο νέο πλοίο με την απεύθυνση της σχετικής δήλωσης μετάθεσης του ναυτικού, η οποία έπρεπε να είναι ορισμένη σχετικά με το πλοίο στο οποίο θα υπηρετούσε ο μετατιθέμενος ναυτικός καθώς και με τον τόπο και τον χρόνο της νέας ναυτολόγησης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο και δεύτερο λόγο της έφεσής τους πρέπει  να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.

Με τον τρίτο λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούντες – ενάγοντες διατείνονται ότι κατά παράβαση των διατάξεων των 648 επ. και 680 ΑΚ, του άρθρου 60 προισχύσαντος =ΚΙΝΔ απέρριψε το ανωτέρω κονδύλιο όχι μόνο ως προς τις αιτούμενες  <<συμπληρωματικές>> αποδοχές αλλά και ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές των ημερών εργασίας τους στο ένδικο πλοίο.  Πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι εφόσον κρίθηκε ότι  δεν δικαιούνται τις κατ’ άρθρο 60 ΚΙΝΔ  συμπληρωματικές αποδοχές, η εκκαλουμένη απόφαση όφειλε να δεχθεί ότι δικαιούνται  τις αποδοχές που αντιστοιχούν στα διαστήματα της παρασχεθείσας υπηρεσίας τους στο ένδικο πλοίο, όπως αυτή προκύπτει από τα ναυτικά φυλλάδια τους. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος δεδομένου ότι και αληθής υποτιθέμενος δεν μπορεί να οδηγήσει για το λόγο αυτό σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συγκεκριμένοι ενάγοντες που συνομολογούν ότι έλαβαν τις αποδοχές τους για την οκτάωρη εργασία τους, και δεν ζητούν την πρόσθετη επικαλούμενη απασχόληση με τις διατάξεις περί υπερωριακής απασχόλησης, ούτε μπορεί να εκτιμηθεί αυτό από το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν δικαιούνται τις μηνιαίες αποδοχές για τις ημέρες των μηνών που απασχολήθηκαν. Κρίνοντας όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε περί του αντιθέτου αναφέρονται στον υπό εξέταση λόγο έφεσης των εναγόντων είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.  Περαιτέρω, το πλοίο AJ, κατά το χρονικό διάστημα από 07.4.2018 – 24.10.2018, το πλοίο εκτελούσε καθημερινά δρομολόγια με αφετηρία το λιμάνι της Σύρου, σύμφωνα με το πιο κάτω πρόγραμμα:

ΔΕΥΤΕΡΑ

(εναλλάξ, ανά δύο εβδομάδες)

ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Α’ εβδομάδα Β’ εβδομάδα
ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ.
Σύρος   09.30 Σύρος   09.30 Σύρος   09.30 Ανάφη   08.15
Πάρος 10.30 10.40 Πάρος 10.30 10.40 Πάρος 10.30 10.40 Θήρα 09.15 09.25
Νάξος 11.20 11.30 Νάξος 11.20 11.30 Νάξος 11.25 11.35 Θηρασιά 09.40 09.45
Δονούσα 12.30 12.40 Ηράκλειά 12.15 12.25 Φολ/δρος 13.10 13.20 Ίος 10.25 10.35
Αιγιάλη 13.15 13.25 Σχοινούσα 12.30 12.40 Σίκινος 13.50 14.00 Σίκινος 10.50 10.55
Κατάπολα 13.50 14.00 Κουφονήσι 13.00 13.10 Ίος 14.20 14.30 Φολ/δρος 11.20 11.30
Κουφονήσι 14.35 14.45 Κατάπολα 13.45 13.55 Θηρασιά 15.15 15.25 Νάξος 12.45 12.55
Σχοινούσα 15.00 15.10 Αιγιάλη 14.20 14.30 Θήρα 15.40 15.50 Πάρος 13.35 13.45
Ηράκλειά 15.15 15.25 Δονούσα 15.05 15.15 Ανάφη 17.00   Σύρος 14.45 14.55
Νάξος 16.10 16.20 Νάξος 16.15 16.25       Κύθνος 16.20 16.30
Πάρος 17.00 17.10 Πάρος 17.00 17.10       Κέα 17.20 17.30
Σύρος 18.10   Σύρος 18.10         Λαύριο 18.05  
 
ΠΕΜΠΤΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ. ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ. ΑΝ.
Λαύριο   09.30 Σύρος   09.00 Σύρος   09.30 Ανάφη   08.15
Κέα 10.10 10.20 Τήνος 09.30 09.40 Πάρος 10.35 10.45 Θήρα 09.25 09.35
Κύθνος 11.10 11.20 Άνδρος 10.55 11.05 Νάξος 11.30 11.40 Θηρασιά 09.50 10.10
Σύρος 13.00 17.15 Τήνος 12.25 12.35 Φολ/δρος 13.15 13.25 Ίος 10.45 10.55
Τήνος 17.45 17.55 Σύρος 13.05   Σίκινος 13.55 14.05 Σίκινος 11.15 11.25
Άνδρος 19.05 19.15       Ίος 14.25 14.35 Φολ/δρος 11.55 12.05
Τήνος 20.35 20.45       Θηρασιά 15.20 15.30 Νάξος 13.05 13.15
Σύρος 21.15         Θήρα 15.45 15.55 Πάρος 14.00 14.10
            Ανάφη 17.05   Σύρος 15.15  

Αντίστοιχα, κατά το χρονικό διάστημα από 01.6.2019 έως 16.7.2019 το πλοίο εκτελούσε καθημερινά δρομολόγια με αφετηρία το λιμάνι της Ραφήνας, από όπου αναχωρούσε την 15.05’ μμ προς Άνδρο (αφ. 16.10 – αν. 16.20) – Τήνο (αφ. 17.15 – αν. 17.25) – Μύκονο (αφ. 17.45 – αν. 18.05) – Πάρο (αφ. 18.50 – αν. 19.00) – Νάξο (αφ. 19.30). Την επόμενη ημέρα, αναχωρούσε από τη Νάξο την 09.40 προς Πάρο (αφ. 10.10 – αν. 10.20) – Μύκονο (αφ. 11.05 – αν. 11.25) -Τήνο (αφ. 11.50 – αν. 12.05) – Άνδρο (αφ. 13.00 – αν. 13.10) – Ραφήνα (αφ. 14.15). Την 16.7.2019 μετά την άφιξη στη Νάξο, αναχώρησε εκ νέου την 20.15 μμ προς Φολέγανδρο (αφ. 21.15 – αν. 21.25) – Σίκινο (αφ. 21.45 – αν. 21.50) – Ίο (αφ. 22.00 – αν. 22.05) – Θηρασιά (αφ. 22.45 – αν. 22.50) – Θήρα (αφ. 23.00 – αν. 23.15) – Ανάφη (αφ. 00.00). Την επομένη (17.7.2019) αναχώρησε από την Ανάφη την 07.00 προς Θήρα (αφ. 07.50 – αν. 08.00) – Θηρασιά (αφ. 08.10 – αν. 08.15) – Ίος (αφ. 08.55 – αν. 09.05) – Σίκινος (αφ. 09.15 – αν. 09.25) – Φολέγανδρος (αφ. 09.45 – αν. 09.55) – Νάξος (αφ. 11.10 – αν. 11.20) – Πάρος (αφ. 12.00 – αν. 12.10) – Σύρος (αφ. 13.05 – αν. 15.15) – Κύθνος (αφ. 14.40 – αν. 14.50) – Κέα (αφ. 15.40-αν. 15.50)-Λαύριο (αφ. 16.30). Την 08.8.2019 το πλοίο αναχώρησε από το Λαύριο την 16.00’ μμ προς Κέα (αφ. 16.45 – αν. 16.55) – Κύθνο (αφ. 17.45 – αν. 17.55) – Σύρο (αφ. 19.35 -αν. 19.45)-Τήνο (αφ. 20.15-αν. 20.25) – Άνδρο (αφ. 21.35-αν. 21.45) – Τήνο (αφ. 23.00 – αν. 23.10) – Σύρο (αφ. 23.40). Την 13.8.2019 το πλοίο αναχώρησε από τη Σύρο την 19.15′ μμ προς Πάρο (αφ. 20.15 – αν. 20.25) – Νάξο (αφ. 21.10 – αν. 21.20) – Φολέγανδρο (αφ. 22.55 – αν. 23.05) – Σίκινο (αφ. 23.35 – αν. 23.45) – Ίο (αφ. 00.05 της επομένης, 14.8.2019 – αν. 01.15) – Θηρασιά (αφ. 01.00 – αν. 01.10) – Θήρα (αφ. 01.25 – αν. 01.35) – Ανάφη (αφ. 02.45 – αν. 06.00) – Θήρα (αφ. 06.50 -αν. 07.00) – Θηρασιά (αφ. 07.10 – αν. 07.15) – Ίο (αφ. 07.55 – αν. 08.05) -Σίκινο (αφ. 08.15 – αν. 08.25) – Φολέγανδρο (αφ. 08.45 – αν. 08.55) – Νάξο (αφ. 10.10-αν. 10.20)- Πάρο (αφ. 11.00-αν. 11.10)- Σύρο (αφ. 12.05-αν. 12.15) – Κύθνο (αφ. 13.40 – αν. 13.50) – Κέα (αφ. 14.40 – αν. 14.50) – Λαύριο (αφ. 15.30). Την 26.8.2019 το πλοίο αναχώρησε από τη Σύρο την 09.30 πμ προς Πάρο (αφ. 10.30 – αν. 10.40) – Νάξο (αφ. 10.50 – αν. 11.30) – Δονούσα (αφ. 12.30-αν. 12.40) – Αιγιάλη (αφ. 13.15-αν. 13.25) – Κατάπολα (αφ. 14.35 – αν. 14.45) – Σχοινούσα (αφ. 15.00 – αν. 15.10) – Ηράκλειά (αφ. 15.15 – αν. 15.25) – Νάξο (αφ. 6.10 – αν. 16.20) – Πάρο (αφ. 17.00 – αν. 17.10) – Σύρο (αφ. 18.00). Ακολούθως ο πρώτος των εναγόντων απασχολούταν στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου, στα λιμάνια όπου κατέπλεε το πλοίο, ενώ εν πλω, επέβλεπε τους χώρους του καταστρώματος και του γκαράζ, και φρόντιζε για την καθαριότητα, ευπρέπεια και τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Τις ημέρες δε που αναλάμβανε υπηρεσία, κατά την εκκίνηση του δρομολογίου, ξεκινούσε την εργασία του με τη φόρτωση του πλοίου, μία ώρα πριν τον απόπλου. Τις ημέρες που αναλάμβανε υπηρεσία στη μέση του δρομολογίου, εργαζόταν συνεχόμενα, μέχρι το πέρας του και αμέσως, μετά την εκφόρτωση στο τελευταίο λιμάνι, εκτελούσε εργασίες γενικής καθαριότητας και πλυσίματος όλων των εξωτερικών επιφανειών και του γκαράζ του πλοίου. Ο ίδιος ενάγων, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους υπηρέτησε στο πλοίο της εναγομένης για το έτος 2018 επί 10 ημέρες και για το έτος 2019 επί εννέα ημέρες. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του ίδιου ενάγοντος αυτός ελάμβανε σε σταθερή και πάγια μηνιαία βάση επίδομα ιματισμού σε χρήμα και όχι σε είδος με συνέπεια η παροχή αυτή να θεωρείται τακτική και να προσμετράται  στον υπολογισμό του δώρου εορτών  ανεξαρτήτως του ότι λειτουργικά η παροχή αυτή αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου και αποτελεί τέτοια όταν ο ιματισμός χορηγείται αποκλειστικά σε είδος. Αντιθέτως όταν μετατρέπεται η ένδική παροχή σε τακτικό χρηματικό ποσό που προστίθεται στο μισθό τότε αποκτά τον χαρακτήρα μισθού, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας – εναγομένων ως αβάσιμων κατ’ ουσίαν. Κατά συνέπεια ο πρώτος ενάγων, από τη ναυτολόγησή του στο πλοίο «AJ» διατηρεί τις ακόλουθες αξιώσεις. Ως δώρα εορτών δικαιούται: α) ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού του, για κάθε 19 ημέρες των χρονικών διαστημάτων 09.7.2018 – 06.8.2018, 15.8.2018 – 13.9.2018 και 15.9.2018 – 15.11.2018. Εφόσον, λοιπόν, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του,  ανερχόταν σε [μισθός ενεργείας (1.181,15 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (259,86 ευρώ) + αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 464,12 ευρώ (= 5,66 ημέρες μηνιαίως X 8 ώρες X 10,25) + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (35,92 ευρώ) + αντίτιμο τροφής που δεν παρεχόταν σε είδος, 19,59 ευρώ την ημέρα και (X 30) 587,70 ευρώ το μήνα, + επίδομα ιματισμού (57,63 ευρώ) και ως επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα 425,45 ευρώ {= [(μισθός ενεργείας € 1.181,15 + επίδομα Κυριακών € 259,89) / 22 + τροφοδοσία € 19,59] X 5 ημέρες}, και συνολικά] 3.011,84 ευρώ μηνιαίως. Έτσι, 3.011,84 ευρώ Χ 2/25 = 240,95 ευρώ ανά 19 ημέρες  Χ (10 ημέρες : 19 ημέρες=)  0,53 δεκαεννέαημερα του συνολικού χρόνου απασχόλησης του ίδιου ενάγοντος στο πλοίο, ήτοι 127,70 ευρώ, β)  αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού του, για κάθε 19 ημέρες του χρονικού διαστήματος 10.6.2019 – 11.9.2019. Ειδικότερα, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του, για το 2019, ανερχόταν σε [μισθός ενεργείας (1.204,77 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (265,05 ευρώ) + αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 472,72 ευρώ (= 5,66 ημέρες X 8 ώρες X € 10,44) + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (36,64 ευρώ) + αντίτιμο τροφής που δεν τους παρεχόταν σε είδος (19,98 ευρώ /ημέρα και (X 30) € 599,40 το μήνα + επίδομα ιματισμού (58,78 ευρώ) και ως επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα 433,95 {= [(μισθός ενεργείας € 1.204,77 + επίδομα Κυριακών € 265,05) / 22 + τροφοδοσία € 19,98] X 5 ημέρες} και συνολικά € 3.071,31 μηνιαίως. Έτσι, 3.071,31 ευρώ Χ 2/25 = 245,70 ευρώ ανά 19 ημέρες  Χ (9 ημέρες απασχόλησης χ 19 ημέρες=) 0,47 δεκαννεαήμερα, ήτοι το ποσό των 115,47 ευρώ. Συνεπώς ο πρώτος ενάγων δικαιούται  να λάβει για την αιτία αυτό το συνολικό ποσό των (127,70 + 115,47 =) 243,17 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία το ποσό των 227,01 ευρώ οπότε και δικαιούται να λάβει τη διαφορά από ευρώ 16,16 και όχι το ποσό των (3.011,84 ευρώ για το έτος 2018 και 3.071,31 ευρώ για το έτος 2019 και συνολικά το ποσό των ) 6.083,15 ευρώ που εσφαλμένως επιδίκασε η εκκαλουμένη σε βάρος της εναγομένης καθώς υπολόγισε τα ένδικα επιδόματα με βάση τα δεκαεννεαμήμερα που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα των μηνών που απασχολήθηκε ο πρώτος ενάγων στο πλοίο και όχι με βάση τις πραγματικές ημέρες απασχόλησης αυτού επί του πλοίου, οπότε και δικαιούται να λάβει την αναλογία των 10 και 9 ημερών αντιστοίχως και όχι το σύνολο των προβλεπομένων στο νόμο αποδοχών καθώς σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω ο ίδιος ενάγων δεν δικαιούται τον κατ’ άρθρο 60 προισχύσαντος ΚΙΝΔ μισθό. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε κατά τον αριθμητικό υπολογισμό του ένδικου τούτου κονδυλίου και πρέπει να κριθεί ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης.

Ο δεύτερος των εναγόντων, όπως η εκκαλούσα – εναγομένη ομολογεί  με τον τρίτο λόγο της έφεσης της (παρ.11.2)απασχολήθηκε στο ένδικο πλοίο κατά το έτος 2018 επί 81 ημέρες με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου και το κατά το έτος 2019  επί εννέα ημέρες με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής, όπου απασχολείτο με τα θέματα  συντήρησης και λειτουργίας της μηχανής και την εν γένει φροντίδας του χώρου του μηχανοστασίου.  Κατά το χρόνο που ο ίδιος ενάγων παρείχε την εργασία του στο πλοίο με την ειδικότητα του  επίκουρου θαλαμηπόλου απασχολείτο με την πρόσδεση και απόδεση του πλοίου στα λιμάνια, την φορτοεκφόρτωση ενώ εν πλω επιτηρούσε τους χώρους του γκαράζ και τους εξωτερικούς χώρους όπου απαγορευόταν η πρόσβαση των επιβατών σε αυτούς. Επίσης απασχολούταν με τη φροντίδα και την καθαριότητα των εσωτερικών χώρων του πλοίου.  Η εναγομένη για το έτος 2019 δεν αρνείται ότι ο ίδιος ενάγων παρείχε την εργασία του στο χώρο του μηχανοστασίου με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής επί 9 ημέρες, πλην όμως αρνείται ότι παρείχε υπερωριακή εργασία επί του πλοίου. Ωστόσο ο ίδιος ενάγων, μη ανταποκρινόμενος στο δικονομικό βάρος της απόδειξης του αγωγικού του ισχυρισμού  δεν απέδειξε την παροχή υπερωριακής απασχόλησής του πέραν του νομίμου ωραρίου του για το ένδικο έτος 2019  δεδομένου ότι η προσαγόμενη με επίκληση με αριθμό …./6.10.2021 ένορκη βεβαίωση του συναδέρφου του και συνυπηρετήσαντος στο ίδιο πλοίο ναυτικού ………………. είναι γενικόλογη και ασαφής, αναφερόμενη γενικά στο προσωπικό της μηχανής, χωρίς να γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στο πρόσωπο του δεύτερου ενάγοντος σχετικά με τις εργασίες που του είχαν ανατεθεί και τα χρονικά όρια απασχόλησης του στη επιστασία αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι ο δεύτερος ενάγων είχε τοποθετηθεί στο προσωπικό της μηχανής κατ’ εξαίρεση, αφού η ειδικότητα του ήταν διαφορετική και δη αυτή του επίκουρου θαλαμηπόπουλου. Αντιθέτως η ίδια ένορκη βεβαίωση, η οποία αναφέρεται και σε άλλους ναυτικούς της ίδιας ειδικότητας που υπηρετούσαν είτε στο ίδιο είτε σε άλλα πλοία ίδιου τύπου που εντάσσονταν στον ίδιο όμιλο ναυτικών επιχειρήσεων και εκτελούσαν ίδια δρομολόγια μετά λόγου γνώσεως καταθέτει σχετικά με το είδος της παρεχόμενης εργασίας του ενάγοντος και τα χρονικά όρια διάρκειας αυτής τα οποία προσδιορίζει στις τρεις (3) ώρες υπερωριακής απασχόλησης. Επομένως με βάση τα προπεριγραφέντα δρομολόγια κίνησης του πλοίου, την ιδιότητα αυτού ως ταχυπλόου, τον τρόπο παροχής εργασίας εν γένει του πληρώματος σε εναλλάξ βάρδιες με κατανομή του σε δύο ομάδες, τη συχνότητα των αφιξοαναχωρήσεων του σκάφους μεταξύ των λιμένων κυρίως εντός του νησιωτικού συμπλέγματος των Κυκλάδων, τη χρονική περίοδο λειτουργίας του σκάφους μόνον κατά τη θερινή τουριστική περίοδο, την ειδικότητα με την οποία είχε προσληφθεί ο ίδιος ενάγων  σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα πλοία του ομίλου διατηρούσαν πλήρη την ανά περίοδο αναγκαία κατά νόμο σύνθεση πληρώματος, κρίνεται ότι κατέστη απαραίτητο, προς εξυπηρέτηση των αναγκών που δημιουργούνταν από τις ως άνω συνθήκες λειτουργίας των πλοίων και στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων, της ειδικότητας του, να εργαστεί υπερωριακώς, κατά μέσο όρο, τρεις ώρες ανά ημέρα. Το γεγονός ότι το πλοίο «AJ» κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την πραγματοποιούμενη, καθημερινά υπερωριακή εργασία του, εφόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 (ΚΔΝΔ ΦΕΚ A 261/03.10.1973), η πληρότητα, ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου, αποσκοπεί στην ασφάλειά του κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία. Επίσης η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα, αλλά και τους άλλους ενάγοντες, των μισθοδοτικών του καταστάσεων, δεν ενέχει, άνευ άλλου τινός, παραίτηση από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά τους (βλ ΟλΑΠ 173/1961 ΕΕΔ 20 σ. 531,  ΜΕφΠειραιά 194/2022,). Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το κονδύλιο της αγωγής που αναφέρεται στην αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης του άνω ενάγοντος για το μεν έτος 2019 πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο για το δε έτος 2018, όπου κρίθηκε ότι παρείχε υπερωριακή εργασία πλέον του νομίμου ωραρίου κατά τρεις ώρες ημερησίως πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο  δεύτερος ενάγων είχε μηνιαίο μισθό το έτος 2018, [μισθός ενεργείας (946,93 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (208,32 ευρώ) + αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 371,75 ευρώ (= 5,66 ημέρες X 8 ώρες Χ€ 8,21) + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (35,92 ευρώ) + αντίτιμο τροφής που δεν παρεχόταν σε είδος ευρώ 19,59 την ημέρα και (X 30) ευρώ 587,70 το μήνα + επίδομα ιματισμού (57,63 ευρώ) + επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα 360,50 ευρώ {= [(μισθός ενεργείας € 946,93 + επίδομα Κυριακών € 208,32) /22 + τροφοδοσία € 19,59]X 5 ημέρες] και συνολικά 2.568,75 ευρώ μηνιαίως με την επισήμανση ότι το επίδομα ιματισμού, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του εν λόγω ναυτικού, καταβαλλόταν  από την εναγομένη σε χρήμα κατά τρόπο σταθερό σε μηνιαία βάση και όχι σε είδος, οπότε και το σχετικό επίδομα συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές του, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλουμένης ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι μολονότι η εκκαλούσα – εναγομένη συνομολογεί επιβαρυντικό γι αυτή πραγματικό ισχυρισμό περί παροχής εργασίας του ενάγοντος στο ένδικο πλοίο για χρονικό διάστημα 81 ημερών κατά το έτος 2018, εντούτοις οι κατωτέρω υπολογισμοί αφορούν την παροχή εργασίας   διάρκειας 58 ημερών, καθώς το σχετικό αγωγικό κονδύλιο υπολογίστηκε από τον ίδιο ενάγοντα στη βάση των 58 ημερών εργασίας,  οι οποίοι έχουν ως εξής: α) Για την εργασία, κατά τα 8 Σάββατα και τη 1 αργία του χρονικού διαστήματος αυτού (Σάββατα 01, 08, 15, 22 και 29.9 και 06, 13 και 20/10 του έτους 2018, και την αργία της 14.9.201), εργασθείς επί 3 ώρες πέραν των 8 καθ’ εκάστη και, συνολικά, επί 9 ημέρες δικαιούται αμοιβή για 27 ώρες υπερωριακής εργασίας, Χ 8,21 ευρώ/ώρα και συνολικά 221,67 ευρώ. Για δε τις υπόλοιπες 48 καθημερινές και Κυριακές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, εργασθείς, κατά μέσο όρο, επί 11 ώρες, πραγματοποιώντας 3 ώρες υπερωριακής εργασίας καθ’ εκάστη, Σύνολο 144 ώρες, αμειβόμενες προς 6,84 ευρώ/ώρα, για τις οποίες δικαιούται 984,96 ευρώ. Σύνολο για τις αιτίες αυτές 1.206,63 ευρώ ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε ενώ τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της σχετικά με το έτος 2019 πρέπει να απορριφθούν ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμα, ενώ ο ίδιος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν εν μέρει δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η υπερωριακκή απασχόληση του ίδιου ενάγοντος για το έτος 2019. β) Αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες του χρονικού διαστήματος 15.8.2018 – 24.10.2018. Έτσι, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 3.273,68 ευρώ (= βασικές αποδοχές (2.568,75 ευρώ) + κατά μέσο όρο μηνιαία αμοιβή εργασίας πέραν του δώρου (638,65 ευρώ) + κατά μέσο όρο μηνιαίο επίδομα «άγονης γραμμής» (66,28 ευρώ) = 3.273,68 ευρώ), επί 2/25 = 261,89 ευρώ ανά 19 ημέρες εργασίας, και επί τα 3,73 δεκαεννεαήμερα του ανωτέρω διαστήματος, (κατά το αγωγικό αίτημα παρά την επιβαρυντική για την εναγομένη ομολογία τα οποία προσδιορίζει σε 4,26 δεκαεννεαήμερα =) 976,85 ευρώ.  Αντίστοιχα, ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού, για κάθε 19 ημέρες των χρονικών διαστημάτων από 10.6.2019 έως 14.8.2019 και από 26.8.2019 έως 24.9.2019. Έτσι,  Ειδικότερα, ο συνολικός μηνιαίος μισθός του, εργαζόμενος ως καθαριστής μηχανής, χωρίς άδεια θερμαστή, ανερχόταν [μισθός ενεργείας (947,16 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού 208,38 ευρώ, ως αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 371,75 ευρώ (= 5,66 ημέρες X 8 ώρες X € 8,21) + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (36,64 ευρώ) + αντίτιμο τροφής που δεν παρεχόταν σε είδος (19,98 ευρώ την ημέρα και (X 30) 599,40 ευρώ το μήνα + επίδομα ιματισμού (58,78 ευρώ) + επίδομα παρακολούθησης της λειτουργίας των βοηθητικών μηχανημάτων του πλοίου (20,61 ευρώ) + επίδομα εκτέλεσης έξτρα εργασιών 36,91 ευρώ και ως επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα 362,59 ευρώ {= [(μισθός ενεργείας € 947,16 + επίδομα Κυριακών € 208,38) / 22 + τροφοδοσία € 19,98] X 5 ημέρες], και συνολικά € 2.642,21 μηνιαίως. Έτσι, δικαιούται 2.642,21 ευρώ Χ 2/25 = 211,37 ανά 19 ημέρες, και επί τα 0,47 (9 ημέρες:19) δεκαεννεαήμερα που αντιστοιχεί στις εννέα ημέρες εργασίας του ενάγοντος στο ένδικο πλοίο και του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου παρείχε ο ενάγων τις ανωτέρω 9 ημέρες εργασίας στο πλοίο, συνολικά 99,34 ευρώ και όχι το ποσό των 1.067,42 ευρώ ως εσφαλμένα υπολόγισε η εκκαλουμένη απόφαση. Οπότε ο δεύτερος ενάγων για επίδομα δώρων εορτών 2018 και 2019 δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των (976,85 + 99,34 ευρώ)= 1.076,19 ευρώ έναντι του οποίου η εναγομένη έχει καταβάλει στον ίδιο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (855,79 και 61,55) 917,34 ευρώ, οπότε δικαιούται να λάβει τη διαφορά από (1076,19 – 917,34=) 158,85 ευρώ. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε ως βάσιμα κατ’ ουσίαν τα κονδύλια εορτών Χριστουγέννων 2018 και 2019 και επιδίκασε τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, οπότε  και πρέπει να κριθεί ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο τρίτος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας – εναγομένης.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 70, 71, 72, 75 εδαφ. δ και 76 του εν προκειμένω Ν. 3816/1958 «Περί κυρώσεως Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄32/28.2.1958), όπως ίσχυσαν από της εισαγωγής του ΚΊΝΔ, προέκυπτε ότι στο ναυτικό του οποίου, χωρίς να βαρύνεται με υπαιτιότητα, η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται από τον πλοίαρχο, οφείλεται αποζημίωση ίση προς τις πάσης φύσης πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η παύση (οριστική ή προσωρινή) των δρομολογίων του πλοίου και εντεύθεν η ακινητοποίησή του συνιστούσε ανυπαίτιο για το ναυτικό λόγο καταγγελίας της σύμβασής του, εφόσον αυτή δεν είχε συμφωνηθεί κατά πλου ή για ορισμένο αριθμό ταξιδιών, με αποτέλεσμα να του οφείλεται η παραπάνω αποζημίωση. Με τη διάταξη του άρθρου 174 § 3 του μεταγενέστερου Ν.Δ. 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), που αναφέρεται στην επιτρεπτή διακοπή [μεταξύ άλλων και] των τακτικών δρομολογίων του πλοίου, εκείνων δηλαδή που έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη για ορισμένη χρονική περίοδο, ορίσθηκε ότι δεν δικαιούνται της κατά τα άρθρα 75 και 76 του ΚΙΝΔ αποζημίωσης οι ναυτικοί που απολύονται λόγω διακοπής των δρομολογίων αυτών, εφόσον ναυτολογηθούν στο ίδιο πλοίο ή δεν αποδεχθούν την προσφερόμενη από τον εργοδότη επαναναυτολόγησή τους υπό τους αυτούς όπως και προηγουμένως όρους εντός ορισμένης προθεσμίας από της απολύσεώς τους. Κατά την έννοιά της η διάταξη αφορά μόνον στις περιπτώσεις διακοπής των εγκεκριμένων δρομολογίων, δηλαδή της προσωρινής παύσης εκτέλεσής τους, μολονότι υφίσταται δυνατότητα επανάληψής τους. Η δε νομοθετική αποστέρηση του δικαιώματος αποζημίωσης θεμελιώθηκε στην αντίληψη ότι στις προβλεπόμενες από το άρθρο 173 του ΚΔΝΔ περιπτώσεις διακοπής των τακτικών δρομολογίων και, συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις της ετήσιας επιθεώρησης του πλοίου για χρονικό διάστημα μέχρι εξήντα [60] ημερών, δυνάμενο υπό τους νόμιμους όρους να παραταθεί επί τριάντα [30] ακόμη ημέρες, της ανάγκης αποκατάστασης ζημίας ή βλάβης και της συνδρομής εξαιρετικών αναγκών ή ανώτερης βίας ή άλλης σοβαρής αιτίας, όπως οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η απόλυση του ναυτικού δεν πρέπει να αποδοθεί σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αφού η μεν υποβολή του πλοίου σε ετήσια επιθεώρηση αποτελεί νόμιμη υποχρέωσή του, οι δε λοιπές περιστάσεις που επιβάλλουν τη διακοπή των εγκεκριμένων δρομολογίων του πλοίου δεν προκαλούνται από τον ίδιο ούτε ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης του. Για το λόγο αυτό ορίσθηκε ότι ο εργοδότης (πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής) ενέχεται σε αποζημίωση του απολυόμενου για τις αιτίες αυτές ναυτικού μόνον εφόσον δεν τον επαναπροσλάβει εντός σαράντα [40] ημερών από την απόλυσή του συνεπεία είτε της υποβολής του πλοίου στην ετήσια επιθεώρησή του είτε της επέλευσης των λοιπών γεγονότων, αν και μετά την πάροδο του προσωρινού κωλύματος ναυσιπλοΐας, το πλοίο δύναται να επαναλάβει τα δρομολόγιά του, σύμφωνα με την εγκριτική αυτών διοικητική πράξη. Αν η διάταξη αυτή δεν είχε θεσπιστεί, θα παραγόταν υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον απολυόμενο ναυτικό κατά το άρθρο 75 εδαφ.δ΄του του ΚΙΝΔ σε κάθε περίπτωση παύσης των δρομολογίων του πλοίου, εγκεκριμένων ή μη, οριστικής ή ακόμα και προσωρινής. Αντιθέτως, με την εν λόγω διάταξη του ΚΔΝΔ ο απολυόμενος ναυτικός αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου από την απόλυσή του και με τη συνδρομή μιας αρνητικής προϋπόθεσης, της μη επαναπρόσληψής του μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και, επιπλέον, εφόσον τα δρομολόγια που εκτελούσε πριν την απόλυσή του ήταν διοικητικώς εγκεκριμένα. Ειδικώς επί επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων οι ΣΣΝΕ που συνάπτονται για να καθορίσουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των πληρωμάτων τους περιλαμβάνουν παγίως, από το έτος 1993 τουλάχιστον, διάταξη (άρθρο 27) ορίζουσα ότι «Σε περίπτωση διακοπής των πλόων για οποιονδήποτε λόγο, πέραν των εξήκοντα [60] ημερών, καταβάλλεται στο πλήρωμα σε περίπτωση απόλυσής του αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές είκοσι δύο [22] ημερών». Ο όρος «διακοπή των πλόων», του οποίου γίνεται χρήση στη διάταξη αυτή, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «διακοπή των εγκεκριμένων δρομολογίων» του άρθρου 174 του ΚΔΝΔ και σημαίνει την προσωρινή παύση των δρομολογίων που έχουν εγκριθεί για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο λόγος της διακοπής τους που προβλέπεται στο άρθρο 173 του ΚΔΝΔ, θα μπορούσαν να συνεχισθούν μέχρι του πέρατος ισχύος της εγκριτικής τους πράξης. Η ίδια διάταξη είναι ευμενέστερη τόσο για τους ναυτικούς, που δικαιούνται αποζημίωσης αν δεν επαναπροσληφθούν σε πλοίο που συνεχίζει τους πλόες τους μετά τη διακοπή τους, ανεξαρτήτως αν η αιτία της διακοπής αυτής περιλαμβάνεται η όχι στην περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 173 του ΚΔΝΔ, όσο και για τους εργοδότες, αφού παρατείνει το χρόνο υποχρεωτικής (και άνευ δικαιώματος αποζημίωσης) αναμονής των ναυτικών για την επαναπρόσληψή τους στις εξήντα [60] ημέρες, λαμβάνοντας υπόψη την ισόχρονη ανοχή του νόμου για τη διακοπή των εγκεκριμένων δρομολογίων στην, συνηθέστερη στην πράξη, περίπτωση της υποβολής του πλοίου στην ετήσια επιθεώρησή του. Από την άποψη αυτή η ίδια διάταξη (του άρθρου 27 [και] της εδώ εφαρμοζόμενης ΣΣΝΕ) είναι πράγματι ειδική και ως νεότερη κατισχύει του ΚΔΝΔ (ΑΠ 887/2015 Α΄δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος), υπό την έννοια ότι αν ο ναυτικός απολυθεί από την εργασία του σε επιβατηγό – ακτοπλοϊκό σκάφος λόγω διακοπής (και όχι ολοκλήρωσης) των πλόων αυτού για οποιοδήποτε λόγο η απόλυσή του θεωρείται «προσωρινή» και μόνον αν δεν επαναναυτολογηθεί μέσα σε προθεσμία εξήντα [60] ημερών από την προσωρινή αυτή απόλυση του, η ανυπαίτια και χωρίς τη θέλησή του λύση της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας θεωρείται «οριστική», χωρίς να ενδιαφέρει αν επαναπροσληφθεί ή όχι, με αποτέλεσμα να του οφείλεται αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές είκοσι δύο [22] ημερών. Αντιθέτως, στο πεδίο εφαρμογής της η ίδια διάταξη δεν περιλαμβάνει τις περιπτώσεις ολοκλήρωσης των δρομολογίων του πλοίου λόγω εξάντλησης των χρονικών ορίων που έθεσε η διοικητική πράξη της έγκρισής τους, αφού τότε η απόλυση του ναυτικού ουδέποτε μπορεί να θεωρηθεί προσωρινή, μιας και, ελλείψει νέας διοικητικής έγκρισης, δεν υφίσταται νόμιμη δυνατότητα επανάληψης των ίδιων δρομολογίων του πλοίου. Και τούτο ανεξαρτήτως της νομικής φύσης της λυόμενης ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου και ανεξαρτήτως της κατ’ άρθρο 75 εδαφ.δ΄ του ΚΙΝΔ ευθύνης του εργοδότη στην περίπτωση που αυτή έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο, καθώς, πράγματι, το αν ο ναυτικός επαναπροσληφθεί ή όχι αποβαίνει για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης κρίσιμο μόνον αν έχει ναυτολογηθεί για αόριστο χρόνο, αφού σε αντίθετη περίπτωση η ατομική σύμβαση λήγει αυτοδικαίως κατ’ άρθρο 70 του ΚΙΝΔ (Ι. Ρόκας/Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 148, σελ. 80, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 325, ΕφΠειρ 445/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Εν προκειμένω ο ενάγων με την αγωγή του υποστήριξε ότι η επισυμβάσα στις 24.10.2018, τύποις κοινή συναινέσει, απόλυσή του οφείλεται στην πραγματικότητα στη διακοπή των δρομολογίων του πλοίου, που διήρκεσε πέραν των εξήντα [60] ημερών, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν επαναυτολογήθηκε σ’αυτό και, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 27 της ως άνω εφαρμοστέας στη σύμβαση εργασίας του ΣΣΝΕ, ζήτησε να αποζημιωθεί, λαμβάνοντας το ισάξιο των μηνιαίων αποδοχών του είκοσι δύο [22] ημερών. Η απαίτησή του αυτή ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εναγόμενη από 24.10.28 έντυπο σήμα και την αναφερόμενη σε αυτό υπ’αριθμ. 2251.1-1/91815/2017 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, το ανωτέρω πλοίο στις 31.10.2018 ολοκλήρωσε και δε διέκοψε τα δρομολόγιά του, τα οποία είχαν με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση εγκριθεί διοικητικά να εκτελέσει μόνον έως τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν συνέτρεχε, επομένως, εν προκειμένω ένα στοιχείο του πραγματικού της διάταξης της ανωτέρω  ΣΣΝΕ, της οποίας την εφαρμογή επικαλέσθηκε ο ενάγων, ο οποίος και εξ αυτού του λόγου δε δικαιούται της αιτουμένης αποζημίωσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ως βάσιμο κατ’ ουσίαν το ένδικο κονδύλιο εσφαλμένα  τις οικείες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει ως εκ τούτου να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο τέταρτος λόγος της έφεσης της.

Η τρίτη ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του δρομολογίου του πλοίου, τις ώρες που βρίσκονταν εν πλω, εκτελούσε φυλακή γέφυρας, ενώ, όταν το πλοίο κατέπλεε σε λιμάνι, ανάλογα με τις εντολές του πλοίαρχου, επόπτευε τη διαδικασία της φόρτωσης, ή μετέβαινε στα κατά τόπους Λιμεναρχεία, για τις αναγκαίες διατυπώσεις ενώπιον των αρχών (ναυτολογήσεις και αποναυτολογήσεις των μελών του πληρώματος κλπ). Τις ημέρες δε που αναλάμβανε υπηρεσία, κατά την εκκίνηση του δρομολογίου, η εργασία της ξεκινούσε 1 ώρα πριν την αναχώρηση, ενώ, τις ημέρες που αναλάμβανε υπηρεσία στη μέση του δρομολογίου, απασχολούταν μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών καθαριότητας και πετρέλευσης, που εκτελούνταν μετά την άφιξη στο τελικό λιμάνι, ασκώντας εποπτικά καθήκοντα, για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του πλοίου. Όπως προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, υπηρέτησε στο πλοίο της εναγομένης για καθένα από τα επίδικα έτη 2018 και 2019 επί εννέα (9)  ημέρες αντιστοίχως. Επομένως δικαιούται την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018 και 2019. Το έτος 2018, ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε [μισθός ενεργείας (1.501,66 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (330,37 ευρώ) + αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 589,54 ευρώ (= 5,66 ημέρες X 8 ώρες Χ 13,02 ευρώ), + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (35,92 ευρώ) + αντίτιμο τροφής που δεν τους παρεχόταν σε είδος (19,59 ευρώ την ημέρα) και (X 30)  587,70 ευρώ το μήνα + {ειδικό επίδομα πλοιάρχου γ’ (ανθυποπλοιάρχου)} 30,19 ευρώ + επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων (178,63 ευρώ) + επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα € 514,32 {= [(μισθός ενεργείας € 1.501,66 + επίδομα Κυριακών € 330,37) / 22 + τροφοδοσία € 19,59] X 5 ημέρες] 3.768,43 μηνιαίως. Ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018, δικαιούται ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού, για κάθε 19 ημέρες των χρονικών διαστημάτων από 15.8.2018 έως 13.9.2018 και από 15.9.2018 έως 15.11.2018. Έτσι, εφόσον ο συνολικός μηνιαίος μισθός της  ανερχόταν στο ποσό των 3.768,43 ευρώ Χ 2/25 = 301,47 ευρώ ανά 19 ημέρες, και επί τα (9 ημέρες πραγματικής απασχόλησης : 19 ημέρες =) 0,47 δεκαννεαήμερα, ήτοι το ποσό των 141,69 ευρώ.  Το έτος 2019 είχε ως μηνιαίο μισθό συνολικά [μισθό ενεργείας (1.531,69 ευρώ) + επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας (336,97 ευρώ) + αμοιβή για την εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες 601,32 ευρώ (= 5,66 ημέρες X 8 ώρες Χ 13,28 ευρώ) + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ + αντίτιμο τροφής που δεν τους παρεχόταν σε είδος (19,98 ευρώ την ημέρα) και (X 30) 559,40 ευρώ το μήνα + ειδικό επίδομα πλοιάρχου {(ανθυποπλοιάρχου) 30,79 ευρώ} + επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων (182,20 ευρώ) + επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα 524,60 ευρώ {= [(μισθός ενεργείας € 1.531,69 + επίδομα Κυριακών € 336,97) / 22 + τροφοδοσία € 19,98] X 5 ημέρες] συνολικά € 3.801,65 μηνιαίως. Ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, ποσό ίσο με τα 2/25 του συνολικού μηνιαίου μισθού, για κάθε 19 ημέρες του χρονικού διαστήματος, από 10.6.2019 έως 24.9.2019. Έτσι, εφόσον ο μισθός της ανερχόταν σε  3.803,61 ευρώ Χ 2/25 = 304,20 ευρώ ανά 19 ημέρες και επί τα (9 ημέρες πραγματικής απασχόλησης : 19 ημέρες =) 0,47 δεκαννεαήμερα, ήτοι το ποσό των 142,97 και  συνολικά δικαιούται  να λάβει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των ( 141,69 + 142,97=) 284,66  έναντι του οποίου έχει λάβει από την εναγομένη για την ίδια αιτία το συνολικό ποσό των 283,36 ευρώ, οπότε δικαιούται να λάβει τη διαφορά από ευρώ 1,30 ευρώ και όχι όπως εσφαλμένα υπολόγισε η εκκαλουμένη τα ποσά των 1459,11 και 1713,15 ευρώ για τα έτη 2018 και 2019 αντιστοίχως καθώς δεν υπολόγισε ορθά την αναλογία των πραγματικών ημερών απασχόλησης της ίδιας ενάγουσας στο πλοίο για την ανεύρεση του αληθούς αριθμού των δεκαννεαημέρων που αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό των δώρων εορτών, κατά παραδοχή ως βάσιμου κατ’ ουσίαν του πέμπτου λόγου της έφεσης.  Συνεπώς, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς έρευνα των συνεκδικαζόμενων δύο εφέσεων, αλλά και κατά  παραδοχή έστω και εν μέρει απάντων των λόγων έφεσης της εναγομένης κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί στο σύνολο της για το ενιαίο του τίτλου, να κρατηθεί από το παρόν το παρόν δικαστήριο για να αναδικασθεί ως προς όλους τους ενάγοντες η υπόθεση (άρθρο 535 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει η κρινόμενη από 20.12.2019 με ΓΑΚ /ΕΑΚ ……………/2019 αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το  ποσό των δεκαέξι και δεκαέξι λεπτών (16,16) ευρώ με το νόμιμο τόκο από 14.8.2019, στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (1206,63 + 158,θ85=) χιλίων τριακοσίων εξήντα πέντε και σαράντα οκτώ λεπτών (1.365,48) ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 και στην τρίτη ενάγουσα, το ποσό του ενός ευρώ και τριάντα λεπτών (1,30) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 (χρόνοι τελευταίας απόλυσης ενός εκάστου) και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι “αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ` ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται (ΑΠ 197/2025 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται, όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά, αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ` έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επίδοσης στον υπόχρεο εφεσίβλητο της απόφασης του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφάνισης της πρωτόδικης αποφάσεως, που εκτελέστηκε εκούσια ή αναγκαστικά, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της απόφασης. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση – εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΑΠ 193/2023, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019 ΝΟΜΟΣ). Στη προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα – εναγόμνενη με το δικόγραφο της εφέσεως της παραδεκτά σωρεύει αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση δεδομένου ότι η ίδια εκουσίως σε συμμόρφωση προς την διάταξη της εκαλουμένης απόφασης κατέβαλε στους ενάγοντες το προσωρινά εκτελεστό τμήμα αυτής  που επιδίκασε σε καθένα από αυτούς. Προαποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατέβαλε τα σχετικά χρηματικά ποσά, ως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση τρεις έγγραφες αποδείξεις καταβολής των προσωρινώς επιδικασθέντων ποσών που αντιστοιχούν σε κεφάλαιο και δεδουλευμένους τόκους, η δε καταβολή δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η αίτηση και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν στην ενάγουσα τα χρηματικά ποσά που έλαβαν κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.

Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης της, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος των εν μέρει ηττηθέντων εναγόντων (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, ζήτημα επιστροφής παραβολών των ενδίκων μέσων δεν τίθεται, διότι κατά το χρόνο άσκησής τους δεν υπήρχε η σχετική υποχρέωση και ως εκ τούτου δεν καταβλήθηκε παράβολο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από  30.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ……./2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2025 έφεση και β) την από 28.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ- ……../2025 ΕΦΕΤ ) έφεση.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.

Απορρίπτει την  από 28.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ- ……./2025 ΕΦΕΤ ) έφεση.

Δέχεται εν μέρει επί της ουσίας την από  30.1.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………/2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …../2025 έφεση.

Εξαφανίζει στο σύνολό  της την εκκαλούμενη με αριθμό 1644/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και δικάζει την από 20.12.2019 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2019 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το  ποσό των δεκαέξι και δεκαέξι λεπτών (16,16) ευρώ με το νόμιμο τόκο από 14.8.2019, στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα πέντε και σαράντα οκτώ λεπτών (1.365,48) ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό του ενός ευρώ και τριάντα λεπτών (1,30) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26.8.2019 (χρόνοι τελευταίας απόλυσης ενός εκάστου) και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα της εκτέλεσης κατάστασης και υποχρεώνει τον πρώτο ενάγοντα να αποδώσει στην εναγόμενη το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα πέντε και πενήντα λεπτών (3.255,50) ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων και σαράντα ενός (7.354,41) ευρώ και την τρίτη ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εικοσιτεσσάρων και σαράντα τριών (3.524,43) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της παρούσας απόφασης στους ενάγοντες.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 12.1.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ