Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 42/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 42/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος : ……………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Ολυμπία Βλασοπούλου  του Γεωργίου (Α.Μ. …………. Δ.Σ. Χαλκίδας), βάσει δηλώσεως.

Των εφεσίβλητων : 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………………», (ΑΦΜ ………..), που εδρεύει στο ……………. Αττικής (οδός ……………) και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ………………………, που εδρεύει στο Δήμο Πειραιά Αττικής (οδός …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Κωνσταντίνο Κεράτσα του Δημητρίου (ΑΜ ……….. Δ.Σ. Αθηνών) και Γεώργιο Θεοδόση του Νικολάου (ΑΜ …….. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Κυριακουλάκο του Ιωάννη (Α.Μ. ………… Δ.Σ. Αθηνών).

Ο εκκαλών με την από 28-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/28-11-2023) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 1767/28-5-2024 απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Ήδη ο εκκαλών με την από 11-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../18-12-2024) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./11-9-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος και της πρώτης εφεσίβλητης δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 5-11-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης εφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

         Η κρινόμενη από 11-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../18-12-2024) έφεση του ενάγοντος της από 28-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/28-11-2023) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 1767/28-5-2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και απέρριψε την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 18-12-2024, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στον εκκαλούντα με την επιμέλεια των εφεσίβλητων, στις 18-11-2024 (βλ. τις με αριθμ. …….΄και …………΄/18-11-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Εύβοιας, …………..) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του Α.Κ., ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του Α.Κ. να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ιδίου Κώδικα, σε έννομες σχέσεις, που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς, που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ’ αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ’ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν το ν. 4518/2018, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του Α.Κ., δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα η εταιρία ως σύνολο εννόμων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ.1 και 12 παρ. 1 και 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρίας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει, όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρίας ή των μεριδίων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρίας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρο 1 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43 α.ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία. Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την παραπάνω έννοια, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ’ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρίας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρία επιχείρησης, αφού η εταιρία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρίας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρίας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της, υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρίας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρία, όταν η εταιρία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ή κατ’ άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρίας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον (άρθρο 481 Α.Κ.) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 Α.Κ.) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρίας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ’ αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτόν ή εταίρο στην εταιρία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1355/2018). Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρίας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρίας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο. Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρίες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας δεν επαρκούν, για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν, μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρίας και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρίας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρίας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές (ΑΠ 311/2024, ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1091/2021).

Περαιτέρω, ο όμιλος δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και επομένως ο ίδιος δεν μπορεί να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ως τέτοιος να αποκτήσει εργοδοτική ιδιότητα ως ενιαίο και αυτοτελές υποκείμενο δικαίου, οι δε επιχειρήσεις που ανήκουν στον όμιλο συνιστούν η καθεμία αυτοτελή νομικά πρόσωπα και συνεπώς η τυχόν επέκταση της προστασίας του εργαζομένου πέραν του συμβατικού πλαισίου θίγει την έννομη θέση τρίτων προσώπων που δεν μετέχουν στη σύμβαση. Εάν εργοδότης είναι επιχείρηση που ανήκει σε όμιλο, η εργοδοτική ιδιότητα δεν επεκτείνεται στις λοιπές επιχειρήσεις του ομίλου ούτε φυσικά στην επιχείρηση εκείνη που έχει την ιδιότητα της ελέγχουσας επιχείρησης και ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στις άλλες. Εργοδότης παραμένει η επιχείρηση με την οποία ο εργαζόμενος έχει συνάψει τη σύμβαση και προς την οποία παρέχει τις υπηρεσίες του. Το γεγονός και μόνον ότι μία από τις επιχειρήσεις του ομίλου, η μητρική, ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στις λοιπές θυγατρικές επιχειρήσεις και επηρεάζει τη λήψη των αποφάσεών τους δεν αντικαθιστά τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως που είναι αναγκαίες για τη δημιουργία συμβατικής σχέσης, ώστε να καταστεί και αυτή ένας πρόσθετος εργοδότης. Περαιτέρω ο όμιλος εταιριών χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλαδή κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μία οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιριών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού (μισθοί, αποζημιώσεις κλπ) να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρίες ανεξαρτήτως του ποια εταιρία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ΑΠ 650/1982). Έτσι επί ομίλου εταιριών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας  του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του. Λόγω ακριβώς της νομικής αυτοτέλειας της κάθε επιχείρησης που ανήκει στον ίδιο όμιλο, η προστασία από την απόλυση και ειδικότερα ο έλεγχος της δυνατότητας να συνεχισθεί η απασχόληση σε άλλες θέσεις εργασίας περιορίζεται μόνο στην επιχείρηση που προσέλαβε τον εργαζόμενο και έχει απέναντί του την εργοδοτική ιδιότητα (ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1222/2003, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδ. Ε΄, σελ. 61, αριθ. 109, σελ. 65 αριθ. 115 και σελ. 1474 αριθ. 164). Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής της μητρικής εταιρίας στη θυγατρική δεν την καθιστά υπεύθυνη για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ελεγχόμενης από αυτήν θυγατρικής εταιρίας που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας που η τελευταία έχει συνάψει με τους εργαζόμενους που προσέλαβε και απασχολεί. Ούτε δημιουργείται μία εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για τις εργατικές απαιτήσεις που απορρέουν από τις μεταξύ αυτών και της θυγατρικής εταιρίας συμβάσεις εργασίας. Η διοικητική και οικονομική εξάρτηση της θυγατρικής από τη μητρική της εταιρία δεν συνιστά παθολογικό φαινόμενο, αλλά φυσιολογική και σύμφωνη με το σύστημα δικαίου, συνέπεια της συγκρότησης ομίλων επιχειρήσεων. Δεν θίγονται επομένως, από μόνη την ύπαρξη σχέσεως μητρικής -θυγατρικής, οι αρχές της αυτοτελούς ικανότητας ευθύνης και υπεγγυότητας μόνης της περιουσίας της θυγατρικής εταιρίας έναντι των πιστωτών της αναφορικά με τα προς αυτούς χρέη της. Επίσης, αναφορικά με την προστασία των εργαζομένων ως εταιρικών δανειστών, για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και την ευθύνη του εταίρου ή μετόχου για τις εργατικές απαιτήσεις του, δεν αρκεί η ύπαρξη μετόχου στις κεφαλαιουχικές εταιρίες που κατέχει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών και ασκεί απόλυτο έλεγχο σε αυτές, και η χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων ταύτιση των συμφερόντων φυσικού και νομικού προσώπου, αφού η κατοχή των μετοχών μπορεί να παρέχει σε αυτόν τη δυνατότητα κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας, πλην όμως είναι αναγκαία και η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων, από τα οποία να προκύπτει ότι η χρήση των δυνατοτήτων που το ίδιο το δίκαιο παρέχει στο μέτοχο ή εταίρο της πλειοψηφίας μιας εταιρίας συνδυάζεται ή έχει ως αποτέλεσμα τη χρήση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας για σκοπούς μη συμβατούς με τους κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς που το δίκαιο έχει ενσωματώσει. Επομένως και όταν πρόκειται για την προστασία των εργαζομένων ως εταιρικών δανειστών, δεν αρκεί, για τη θεμελίωση ευθύνης της μητρικής εταιρίας, η κατοχή από αυτήν του συνόλου των μετοχών της θυγατρικής, η συμμετοχή της στα όργανα διοίκησης της θυγατρικής και η εντεύθεν καθοριστική συμβολή της στη λήψη εταιρικών αποφάσεων και η εν γένει ταύτιση των συμφερόντων τους. Απαιτείται και εδώ η συνδρομή πρόσθετων περιστατικών, ενόψει των οποίων η εμμονή στην αρχή της αυτοτέλειας να οδηγεί σε ανεπιεική και αντίθετα προς την καλή πίστη αποτελέσματα, προς αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται, για την προστασία των εργαζομένων ως εταιρικών δανειστών, ο παραμερισμός της νομικής προσωπικότητας και η θεμελίωση εις ολόκληρον ευθύνης του μετόχου ή εταίρου με το νομικό πρόσωπο. Σε σχέση με την υποκεφαλαιοδότηση ως ένδειξη κατάχρησης του θεσμού της νομικής προσωπικότητας, θα πρέπει για να οδηγήσει στην άρση της αυτοτέλειας να συνοδεύεται από περιστατικά που υποδηλώνουν πρόθεση βλάβης των εταιρικών δανειστών (ΟλΑΠ 5/1996, ΟλΑΠ 17/1994, ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 1089/2021, ΑΠ 1088/2021, ΑΠ 10/2018, ΑΠ 149/2013, Δ. Ζερδελής, ο.π., σελ. 75 επ. αριθ. 143-147).

       Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 226/2025, ΑΠ 311/2024, ΑΠ 917/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του Α.Κ., με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση (AΠ 792/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 480 του Α.Κ. «αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος», ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου κώδικα «η οφειλή εις ολόκληρο υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας της παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρο πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις), που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο. Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης καθιερώνει, ως κανόνα, στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές, την κατ` ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 του Α.Κ., ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ’ ίσο μέρος, για κάθε οφειλέτη. Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του Α.Κ. εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές, ελευθέρως. Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή ή ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (ΑΠ 509/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 454/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 28-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../28-11-2023) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (δεν αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής το νομικό πρόσωπο με το οποίο συνήψε τη σύμβαση εργασίας) παρείχε την εργασία του από το μήνα Μάρτιο του έτους 2014 με την ιδιότητα του χειριστή στις εγκαταστάσεις του Ναυπηγείου Νεωρίου ….. Ότι ήδη από το τέλος του μηνός Νοεμβρίου – αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2019 που ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση της δεύτερης των εναγομένων στην πρώτη των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων- εταιρειών, ο ενάγων παρείχε την εργασία του στη δεύτερη των εναγομένων, όμως κατ’ ουσίαν παρείχε την εργασία του στην πρώτη των εναγομένων, η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο χώρο και συγκεκριμένα στον χώρο των ναυπηγείων ……, καθόσον έχουν τον ίδιο καταστατικό σκοπό κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής και διαφέρουν ως προς την έδρα τους. Ότι οι εναγόμενες έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα καθόσον η δεύτερη εναγόμενη συστήθηκε ως θυγατρική του ομίλου της πρώτης εναγόμενης, η οποία (δεύτερη εναγόμενη) απασχολεί το 85% των εργαζομένων του Ναυπηγείου Νεωρίου …….. Ότι η δεύτερη των εναγομένων, αν και συστήθηκε νόμιμα, η σύστασή της ήταν εικονική, καθόσον οι λειτουργικές και οργανωτικές της ανάγκες ασκούνταν στην πραγματικότητα από την πρώτη των εναγομένων, η οποία είναι πραγματικά και ουσιαστικά ο πραγματικός εργοδότης. Ότι δυνάμει της από 29-4-2021 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, Κωνσταντίνο Αναγνωστάκη, προσλήφθηκε από την τελευταία για να παρέχει την εργασία του με την ειδικότητα του χειριστή στον προαναφερόμενο χώρο των ναυπηγείων ……, έναντι της αναγραφόμενης στο δικόγραφο της αγωγής αμοιβής και κατά το ειδικότερο αναφερόμενο στην αγωγή ωράριο εβδομαδιαίας εργασίας, όπως αυτή (σύμβαση εργασίας) τροποποιήθηκε μεταγενέστερα ως προς το ποσό του ημερομισθίου, ως και ως προς το εβδομαδιαίο ωράριο και τις ημέρες εργασίας. Ότι στις 23-8-2023 η δεύτερη εναγόμενη, η οποία φερόταν ότι ήταν η εργοδότριά του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και κατά τον ανωτέρω χρόνο η μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των 3.000 ευρώ. Ότι η παραπάνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν αφενός παράνομη, καθόσον ήδη από το έτος 2018 έφερε την ιδιότητα του Προέδρου του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων στο χώρο του ναυπηγείου …… και μέλους της ….. και του εργατοϋπαλληλικού κέντρου Κυκλάδων, εν γνώσει των εναγομένων και αφετέρου ήταν καταχρηστική για τους ειδικότερα αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής λόγους. Ότι η πρώτη εναγόμενη πραγματική εργοδότριά του, δίνοντας εντολή για την καταγγελία της σύμβασής του από τη δεύτερη εναγόμενη, φερόμενη ως εργοδότριά του και μέλος του Ομίλου της πρώτης, κατά τρόπο παράνομο, άκυρο και καταχρηστικό παραβίασε εκ προθέσεως την υποχρέωση πρόνοιας που τις βαρύνει και την υποχρέωση για σεβασμό της προσωπικότητάς του και ειδικότερα προσέβαλαν την προσωπικότητά του ως ατόμου και εργαζομένου, καθώς δεν του γνωστοποίησαν το σπουδαίο λόγο για τον οποίο κατήγγειλαν τη σύμβασή του, προκαλώντας του ηθική και οικονομική ζημία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ζητούσε δε με την ως άνω αγωγή του, μετά την τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, α)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δεύτερη εναγόμενη, φερόμενη ως εργοδότριά του, μέλος του Ομίλου της πρώτης των εναγομένων, η οποία δεν έχει διαχειριστική και διευθυντική αυτοτέλεια, ενήργησε δε κατόπιν εντολών της πρώτης, ως παράνομη, επικουρικά δε ως καταχρηστική, β)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται την εργασία του με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της αποδοχής της εργασίας του, γ)να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία το συνολικό ποσό των 72.000 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από το χρόνο απόλυσής του μέχρι την 24-8-2025, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσού μηνιαίου μισθού από το τέλος του μήνα που αφορά, άλλως από την επίδοση της αγωγής, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία το ποσό των 70.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη και καταχρηστική απόλυσή του και από την όλη συμπεριφορά της διοίκησης και των προστηθέντων τους, οι οποίοι ενήργησαν καθ’υπέρβαση της χρηστής διοίκησης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε παραδεκτή τη συζήτηση της αγωγής και απέρριψε τους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγόμενης περί μη υποστατού της αγωγής και μη νομότυπης κλήτευσης αυτής, ως νόμω και ουσία αβάσιμους αντίστοιχα, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη καθόσον, αναφορικά ιδίως με τα δύο πρώτα των αιτημάτων της, δεν διαλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που να τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά αμφοτέρων των εναγομένων εταιριών, αφού ενάγονται δύο πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά κατά τρόπο οριστικό και θετικό η ιδιότητα του υπόχρεου (εργοδοτική ιδιότητα), ήτοι πρόκειται για περίπτωση διαζευκτικής εναγωγής και επιπρόσθετα ως προς τα αιτήματα που στηρίζονται στην εις ολόκληρον ενοχή των εναγομένων και λόγω αοριστίας, ενόψει του ότι δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων, διότι πέραν του ότι δεν εκτίθενται ουσιώδη στοιχεία της σύνθεσης από τις εναγόμενες ομίλου εταιριών, όπως με ποιο τρόπο η πρώτη ήταν δεσπόζουσα εταιρία (πλειοψηφία κεφαλαίου/πλειοψηφία ψήφων/δυνατότητα διορισμού μελών Δ.Σ. ή του διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης) με ελεγχόμενη τη δεύτερη εταιρία και συμμετοχή και των δύο σε ένα σύστημα ενιαίο οικονομικό αλλά διασπασμένο από νομική άποψη, μόνη η εξάρτηση της θυγατρικής εταιρίας από τη μητρική δεν δημιουργεί τέτοια ευθύνη, παρά μόνο με τη συνδρομή πρόσθετων περιστατικών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εκκαλουμένη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλών για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η αγωγή του ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά του έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. ΄Ομως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον ο εκκαλών δεν επικαλείται κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων εταιρειών, η οποία είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρίες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικότερα επικαλούμενος ότι δεύτερη εφεσίβλητη ανήκει σε όμιλο εταιριών με μητρική εταιρεία την πρώτη εφεσίβλητη και είναι (η δεύτερη εφεσίβλητη) εικονική εταιρεία χωρίς πραγματική δραστηριότητα, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρίας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές. Επιπλέον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών με την αγωγή του, επικαλούμενος την εις ολόκληρον ενοχή των εφεσίβλητων δεν αναγράφει ότι οι τελευταίες είναι συνεργοδότριες, κατόπιν συμφωνίας τους (των εφεσίβλητων και του εκκαλούντος), αλλά ότι συνήψε σύμβαση εργασίας με εικονική εταιρεία του ομίλου (δεύτερη εφεσίβλητη) όπου η πρώτη εφεσίβλητη είναι η πραγματική εργοδότρια, με συνέπεια ενόψει της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των εφεσίβλητων εταιρειών να μην είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους ως υποχρέων εργοδοτριών. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως έστω και με διάφορη αιτιολογία, η οποία παραδεκτά αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης κατ’ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 139/2018, ΑΠ 364/2017), ορθά κατ’αποτέλεσμα έκρινε και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος ο εκκαλών, αν και δεν υπεχρεούτο (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019), από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ’ αυτόν έφεσης, παράβολο (δυνάμει του με αριθ. ……../2024 ηλεκτρονικού παραβόλου), όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως στην συνταχθείσα απ’ αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου και επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ’ αυτόν, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της έφεσης (ΑΠ 378/2019, ΑΠ 609/2016, ΑΠ 1125/2013), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

          Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 11-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/18-12-2024) έφεση κατά της με αριθμό 1767/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου που κατατέθηκε από τον τελευταίο για την άσκηση της έφεσης και αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 12 Ιανουαρίου  2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ