ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 28/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στο ………. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ …….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιου Σιγανίδη (Α.Μ Δ.Σ.Α ………….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ …………, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Ζησοπούλου (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ……………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 28/3/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2022 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την αγωγή στις 7/10/2022, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3817/2022 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε την συζήτηση μέχρι να περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 19/5/2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2014 αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στη συνέχεια η ενάγουσα επανέφερε την επίδικη ως άνω αγωγή προς συζήτηση με την από 23/10/2023 κλήση της, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου στις 16/2/2024, αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1871/2024 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, η ενάγουσα άσκησε την από 26/6/2024 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………/2024 και β) δικογράφου ………./2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26/6/2024 έφεση της ενάγουσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………../2024 και β) δικογράφου ………./2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1871/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28/3/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2022 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 4/7/2024, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην ενάγουσα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 31/5/2024 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει, ότι δυνάμει της με αριθ. 25/2007 διακήρυξης και της με αριθ. ……./2008 σύμβασης, η εναγόμενη ανέθεσε, μετά από ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό, στην ενάγουσα την προμήθεια 6 γερανογεφυρών RΜG ανοιχτού πυλώνα, ενώ με τη με αριθ. …../2009 πρόσθετη πράξη, της ανατέθηκε η προμήθεια άλλων δύο γερανογεφυρών RΡG. Για την καλή εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης και της πρόσθετης πράξης η ενάγουσα κατέθεσε τη με αριθ. Δ/…………./9-102008 εγγυητική επιστολή «σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση», έκδοσης της Τράπεζας ……………, ποσού 2.436.000 ευρώ. Ότι ακολούθως, δυνάμει της με αριθ. ……./2008 διακήρυξης και της με αριθ. …./2008 σύμβασης, η εναγόμενη της ανέθεσε, μετά από ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό, την προμήθεια 2 γερανογεφυρών Panamax, ενώ με τη με αριθ. 1/2009 πρόσθετη πράξη της ανατέθηκε η προμήθεια μίας ακόμη τέτοιας γερανογέφυρας. Ότι για την καλή εκτέλεση της δεύτερης ως άνω σύμβασης και της πρόσθετης αυτής πράξης η ενάγουσα κατέθεσε τη με αριθ. Δ/……………./17-10-2008 εγγυητική επιστολή «σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση», έκδοσης της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 1.620.000 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση των όρων των σχετικών συμβάσεων και των πρόσθετων αυτών πράξεων η ενάγουσα παρέδωσε τμηματικά όλες τις γερανογέφυρες, για τις οποίες συντάχθηκε πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, οπότε και ξεκίνησε ο χρόνος εγγύησης καλής λειτουργίας τους. Ότι μετά το πέρας της περιόδου εγγύησης καλής λειτουργίας και αφού η ενάγουσα είχε προβεί στην πλήρη αποκατάσταση όλων των ελαττωμάτων, που της είχαν γνωστοποιηθεί εγκαίρως από την εναγόμενη, συντελέστηκε αυτοδικαίως η οριστική παραλαβή των γερανογεφυρών και εξοφλήθηκε πλήρως το συμφωνηθέν τίμημα από την εναγόμενη. ‘Ότι από την οριστική παραλαβή των γερανογεφυρών RΜG στις 22-10-2011 και των γερανογεφυρών Panamax στις 9-2-2012, οι ως άνω εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης λειτούργησαν ως εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 7 των με αριθ. …../2008 και ……/2008 συμβάσεων, διάρκειας ενός έτους. Πλην όμως η εναγόμενη, αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, παρακρατεί τις εγγυητικές επιστολές, δολίως και παρανόμως, ενσωματώνοντας αυτές στην περιουσία της, ενώ όφειλε να τις είχε παραδώσει στην ενάγουσα στις 22-10-2012 και 9-2-2013, αντίστοιχα. Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα συνολικά ποσά των 109.620 ευρώ και 75.330 ευρώ, που αντιστοιχούν στην προμήθεια της εγγυήτριας Τράπεζας για τη διατήρηση των επίδικων εγγυητικών επιστολών, τα οποία κατέβαλε η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2014 έως 2-8-2021, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως αποζημίωσή τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που κατέβαλε κάθε επιμέρους ποσό άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας αγωγής, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, συνιστάμενη στην προσβολή του ονόματος και του κύρους της, στους εμπορικούς και συναλλακτικούς κύκλους, καθώς και να καταδικασθεί στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
Επί της ως άνω αγωγής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθ. 3817/2022 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε την συζήτηση, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 19/5/2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………../2014 αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στη συνέχεια, και κατόπιν έκδοσης της υπ’ αριθ. 540/2023 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η ενάγουσα επανέφερε την αγωγή προς συζήτηση και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1871/2024 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού ανακάλεσε την υπ’ αριθ. 3817/2022 μη οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η ενάγουσα προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της.
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του N. 1418/1984, «τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής του λαού», κατά δε την παρ. 3 του αυτού άρθρου «από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημοσίου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως «έργο» νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση». Κατά το άρθρο 2 εδ. 1 του ίδιου νόμου, αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται (περ. γ) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Α` και Β` βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους και, επομένως, και οι συσταθείσες, κατά τις ήδη αναφερθείσες διατάξεις, δημοτικές επιχειρήσεις (όμοιες είναι και οι διατάξεις των παρ. 1,2,3 του άρθρου 1 του μεταγενέστερου Ν.3669/2008 – ΦΕΚ Α 116/18-6-2008) για την «ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ», που, κατά το δεύτερο άρθρο του, ισχύει από 18-6-2008). Περαιτέρω, με τις δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 13 του ίδιου Ν. 1418/1984 με τον τίτλο «Δικαστική Επίλυση διαφορών», αλλά και του άρθρου 77 του Ν. 3669/2008 και του άρθρου 175 του Ν. 4412/2016, πριν την τροποποίηση της τελευταίας διάταξης με τα άρθρα 21, 23, 26 και 28 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ A 152/13-10-2017), ορίζεται, ως αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση κάθε διαφοράς μεταξύ των συμβαλλόμενων, που προκύπτει από την κατασκευή δημόσιου έργου και επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής, το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο (παρ. 1,2), συγκροτούμενο, κατά το άρθρο 64 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ, από πέντε δικαστές. Η εξαιρετική αρμοδιότητα του διοικητικού ή πολιτικού εφετείου προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικής, οπότε ανακύπτει αντίστοιχα δικαιοδοσία και καθ’ ύλην αρμοδιότητα ή του διοικητικού εφετείου ή του πολιτικού εφετείου, διατηρείται δε (η αρμοδιότητα) και στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της διαφοράς, που προέκυψε από την εκτέλεση δημοσίου κ.λπ. έργου, είναι αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί συνεχίζει να ισχύει και στην περίπτωση αυτή ο δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της εξαιρετικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του εφετείου, αφού ιστορική βάση της αγωγής για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αποτελεί η, για την εκτέλεση του δημόσιου έργου, υποκείμενη σχέση με βάση την οποία αξιολογείται η διαφορά ως διοικητική ή ιδιωτική (ΑΕΔ 2/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου, διοικητικού ή πολιτικού, συνδέεται και με διαφοροποίηση της διαδικασίας, με ιδιαίτερα σημαντικού περιεχομένου δικονομικές ρυθμίσεις, η εφαρμογή των οποίων δικαιολογείται και επιβάλλεται και όταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση ερείδεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για διαφορά από εκτέλεση δημοσίου έργου, στοιχείο που αποτέλεσε, κατά τη νομοθετική βούληση, τον δικαιολογητικό λόγο καθιέρωσης εξαιρετικής καθ’ ύλη αρμοδιότητας και θεσπίσεως ιδιαίτερων δικονομικών ρυθμίσεων (ΑΠ 1284/2015, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1499/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από εκτέλεση δημοσίου έργου υπάγονταν, είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, και ιδρυόταν εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ιδρυόταν εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολιτικού, υπό πενταμελή σύνθεση, εφετείου, μεταβλήθηκε με τη θέσπιση των άρθρων 20 έως 28 του ήδη αναφερθέντος Ν. 4491/2017. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 175 του ανωτέρω Ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)» [ΦΕΚ Α` 147/ 8-8-2016], αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017 και με τη νέα διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική καθ’ ύλην αρμοδιότητα μόνο του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο ως άνω διοικητικό εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του πολιτικού Εφετείου. Ενώ αρχικά, πριν δηλαδή τη θέσπιση του Ν. 4491/2017, ο Ν. 4412/2016 και επομένως και η διάταξη του άρθρου 175 εφαρμοζόταν, κατά το άρθρο 376, μόνο για τις συμβάσεις των οποίων η διαδικασία σύναψης λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά την 8-8-2016, εντούτοις προσδόθηκε αναδρομική ισχύ στη διάταξη αυτή, του άρθρου 175, στη διάταξη, δηλαδή, που προέβλεπε τη διαδικασία της δικαστικής επίλυσης των ως άνω διαφορών, αφού με το άρθρο 23 του νεότερου Ν. 4491/2017 προστέθηκε παράγραφος 14 στο ως άνω άρθρο 376, σύμφωνα με την οποία «14. Το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016». Επιπρόσθετα, με το άρθρο 26 του ίδιου Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 § 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται, κατά τα ήδη λεχθέντα, ενώ με το άρθρο 28 του ίδιου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά τον χρόνο της 1-11-2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του ίδιου Ν. 4412/2016 η παρ.14, με το ακόλουθο περιεχόμενο «14. Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1-11-2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο». Εξάλλου, από τα άρθρα 221 παρ.1 α, 46 και 535 παρ. 2 εδ. α του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκκρεμοδικία, που επιφέρει η άσκηση της αγωγής, και οι εξ αυτής συνέπειες διατηρούνται και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς και αποφαινόμενο γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως (ή και σε παραδοχή ισχυρισμού διαδίκου) παραπέμπει την υπόθεση στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Όπως δε, προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 46, 522, 533 παρ. 2 και 535 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το εφετείο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση με την άσκηση της έφεσης, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, και χωρίς την υποβολή με την έφεση ειδικού παραπόνου τόσο την δική του υλική αρμοδιότητα, όσο και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (η καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μπορεί να προταθεί με λόγο έφεσης και από το διάδικο στην κατ’ έφεση δίκη), και εάν κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν υλικά αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, υποχρεούται, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 47 του ΚΠολΔ, δηλαδή πρωτοβάθμια εκδίκαση της αγωγής από δικαστήριο ανώτερο από το πράγματι αρμόδιο (ΕφΑιγ 46/2020, ΕφΔυτΜακ 38/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό όλων όσων προαναφέρθηκαν, συνάγονται οι ακόλουθες νομικές παραδοχές: α) Μετά τη θέση σε ισχύ, από 13-10-2017, του Ν. 4491/2017, όλες οι προσφυγές ή αγωγές, που αφορούν τις διαφορές από την εκτέλεση δημοσίου, δημοτικού κ.λ.π. έργου και απορρέουν από διοικητική σύμβαση ή από ιδιωτικού δικαίου σύμβαση (όπως η διάκριση αυτών ειδικώς εκτίθεται στην αρχή της παρούσας), είτε έχουν οι διαφορές συμβατικό υπόβαθρο είτε, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, ερείδονται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ακόμα και αν ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016, υπάγονται εφεξής στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου της περιφέρειας, όπου εκτελείται το δημόσιο κ.λ.π. έργο, β) από την ως άνω ρύθμιση, εξαίρεση θεσπίζεται για τις ήδη κατατεθείσες, έως την 1-11-2017, προσφυγές ή αγωγές, οι οποίες έχουν κατατεθεί, λόγω της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, όπως αυτή παγίως είχε κριθεί ότι δημιουργείται στις περιπτώσεις που η διαφορά έχει, ως υποκείμενη αιτία, ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, οι οποίες και συνεχίζουν να δικάζονται από το Δικαστήριο αυτό και γ) αν οι ως άνω, εκκρεμούσες στη 1-11-2017 στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο προσφυγές ή αγωγές, δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο αυτού γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, συνεχίζουν να υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, με τη μοναδική διαφοροποίηση ότι, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, προδήλως με κλήση οποιουδήποτε εκ των διαδίκων τους, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, αφού πλέον το πολιτικό Πενταμελές Εφετείο έχει καταργηθεί (ΕφΠατρ 116/2022, ΕφΠατρ 25/2021, ΕφΔωδ 43/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Β. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ.1 του Ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «…………….» που ιδρύθηκε με το Ν. 4748/1930 (ΦΕΚ 166Α) και αναμορφώθηκε με τον Α.Ν. 1599/1950 (ΦΕΚ 252 Α`), που κυρώθηκε με το Ν.1630/1951 (ΦΕΚ 8 Α`), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………..» και με διακριτικό τίτλο «……………….». Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, «Η ………….. είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον Κ.Ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α`), καθώς και του Α.Ν. 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν». Επίσης κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου νόμου «Σκοπός της Εταιρίας είναι η διοίκηση και η εκμετάλλευση του Λιμένος Πειραιώς ή και άλλων λιμένων. Τα όρια της περιοχής του Λιμένος Πειραιώς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελεύθερης Ζώνης Πειραιώς, καθορίζονται στο άρθρο 2 του Α.Ν. 1559/1950, όπως αυτή έχει επεκταθεί μεταγενέστερα με κανονιστικές διατάξεις που έχουν εκδοθεί κατά του άρθρου αυτού. Στο σκοπό της Εταιρίας περιλαμβάνονται ιδίως: α) Η παροχή ελλιμενισμού των πλοίων και διακίνησης φορτίων και επιβατών από και προς τον Λιμένα, β) Η εγκατάσταση, οργάνωση και εκμετάλλευση κάθε είδους λιμενικής Υποδομής, γ) Η ανάληψη κάθε δραστηριότητας που έχει σχέση με το λιμενικό έργο, καθώς και κάθε άλλης εμπορικής, βιομηχανικής, πετρελαϊκής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων ιδίως της τουριστικής, της πολιτιστικής, της αλιευτικής και του σχεδιασμού και οργάνωσης λιμενικών εξυπηρετήσεων, δ) Κάθε άλλη αρμοδιότητα που είχε ανατεθεί στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου..». Επομένως, βάσει των ανωτέρω, στα έργα που εκτελούνται από την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, εφαρμόζεται η νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ΕφΠειρ 66/2018, ΕφΠειρ 204/2016, Τ.Ν.Π. «Qualex», EφΠειρ 876/2014, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α 166/18.6.2008) «Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού. Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν οι φορείς της παρ.1 και συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση».
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή, οι ένδικες συμβάσεις δεν περιλαμβάνουν όρους και εξαιρετικές ρήτρες υπέρ της εναγόμενης που αποκλίνουν από τα κοινό δίκαιο και θέτουν αυτήν σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον, δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Επομένως δεν υφίσταται μεταξύ των διαδίκων σχέση δημοσίου δικαίου ούτε πρόκειται περί διοικητικής διαφοράς ουσίας προερχόμενης εκ διοικητικής συμβάσεως αλλά για διαφορά ιδιωτικού δικαίου (βλ. την υπ’ αριθ. 540/2023 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που προσκομίσθηκε κατά τα διατασσόμενα στην υπ’ αριθ. 3817/2022 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς). Πλην όμως, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………..» σύμφωνα με όσα εκτίθενται στα δεύτερο τμήμα της νομικής σκέψης της παρούσας, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, οι δε καταρτισθείσες συμβάσεις το έτος 2008, με διακηρύξεις που τοποθετούνται χρονικά το έτος 2007 και το Φεβρουάριο του έτους 2008, αφορούσαν την πραγματοποίηση έργων που εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας (φορτοεκφόρτωση πλοίων στο Λιμένα Πειραιώς). Σύμφωνα όμως με τη διάταξη τον άρθρου 21 του Ν. 4491/2017, που αντικατέστησε το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)» [ΦΕΚ Α’ 147/ 8-8-2016] καθιερώνεται αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο ως άνω διοικητικό εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του Πολιτικού Εφετείου. Μάλιστα η διάταξη αυτή είναι δικονομικού περιεχομένου και τυγχάνει εφαρμογής και στις συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του, αφού με το άρθρο 23 του Ν. 4491/2017 προστέθηκε παράγραφος 14 στο άρθρο 376 του Ν. 4412/2016, σύμφωνα με την οποία «14. Το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016» Επομένως, εφόσον η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου το έτος 2022, η εν λόγω διαφορά καταλαμβάνεται από την επελθούσα με τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4491/2017 αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος, που καθιέρωσε τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και την εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα σε πρώτο και δεύτερο βαθμό του διοικητικού εφετείου για όλες τις διαφορές που σχετίζονται με δημόσιο έργο, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικής και ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι δεν έχει κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ δικαιοδοσία να εκδικάσει την ιδιωτικού δικαίου διαφορά που εισάγεται με την υπό κρίση αγωγή, δεδομένου ότι υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο. Σημειωτέον ότι το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπάγγελτα τη συνδρομή της διαδικαστικής προϋπόθεσης της δικαιοδοσίας, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη του εισαγωγικού ένδικου βοηθήματος ως απαράδεκτου (ΑΠ 1272/2018, ΕφΑθ 91/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ενόψει του ότι με την υπ’ αριθ. 3817/2022 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κρίθηκε ότι το ίδιο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει την ένδικη υπόθεση, δεχόμενο ότι ανέκυψε από την εκτέλεση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου που καταρτίστηκαν μεταξύ νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, και ότι η αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, και, χωρίς να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητά της, ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης επί αυτής, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η από 19-5-2014 έτερη αγωγή των ίδιων διαδίκων που εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, ομοίως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανακάλεσε την ως άνω μη οριστική απόφαση του (άρθρο 309 ΚΠολΔ), κατά το ως άνω μέρος της.
Με τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο της εφέσεως της, κατ’ εκτίμηση αυτής, η ενάγουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενη ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 4412/2016 «Το παρόν Βιβλίο (άρθρα 3 έως 221) δεν εφαρμόζεται: i) σε δημόσιες συμβάσεις και διαγωνισμούς μελετών οι οποίοι, στο πλαίσιο του Βιβλίου II (άρθρα 222 έως 338), ανατίθενται ή διοργανώνονται από αναθέτουσες αρχές οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 228 έως 234 και ανατίθενται για τις δραστηριότητες αυτές, ούτε ii) στις δημόσιες συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Βιβλίου II δυνάμει των άρθρων 237, 242 και 251, ούτε, όταν ανατίθενται από αναθέτουσα αρχή που παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες κατά την έννοια της περίπτωσης β’ της παρ. 2 του άρθρου 233, σε συμβάσεις που ανατίθενται για τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας που συνδέονται και παρέχονται εξ ολοκλήρου με ηλεκτρονικά μέσα (συμπεριλαμβανομένης της ασφαλούς διαβίβασης κωδικοποιημένων εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, των υπηρεσιών διαχείρισης διευθύνσεων και διαβίβασης συστημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), β) χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι οποίες εμπίπτουν στην ονοματολογία CPV με αριθμούς αναφοράς από …………..έως ………….. και στο άρθρο 240, περίπτωση δ’, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ταχυδρομικών ενταλμάτων πληρωμής και των ταχυδρομικών μεταφορών πιστώσεων, γ) υπηρεσίες φιλοτελισμού ή δ) υπηρεσίες εφοδιαστικής διαχείρισης (υπηρεσίες που συνδυάζουν τη φυσική παράδοση και/ή την εναποθήκευση με άλλα μη ταχυδρομικά καθήκοντα)». Ότι επομένως το άρθρο 175 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το οποίο καθιερώνεται αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Πλην όμως από το κείμενο του ως άνω νόμου προκύπτει σαφώς ότι η εξαίρεση εφαρμογής του Βιβλίου 2 αφορά μόνο συμβάσεις που ανατίθενται για τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας που συνδέονται και παρέχονται εξ ολοκλήρου με ηλεκτρονικά μέσα (συμπεριλαμβανομένης της ασφαλούς διαβίβασης κωδικοποιημένων εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, των υπηρεσιών διαχείρισης διευθύνσεων και διαβίβασης συστημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), β) χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι οποίες εμπίπτουν στην ονοματολογία CPV με αριθμούς αναφοράς από ……… έως …………….. και στο άρθρο 240, περίπτωση δ’, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των ταχυδρομικών ενταλμάτων πληρωμής και των ταχυδρομικών μεταφορών πιστώσεων, γ) υπηρεσίες φιλοτελισμού ή δ) υπηρεσίες εφοδιαστικής διαχείρισης (υπηρεσίες που συνδυάζουν τη φυσική παράδοση και/ή την εναποθήκευση με άλλα μη ταχυδρομικά καθήκοντα). Επομένως, εφόσον οι επίδικες συμβάσεις δεν αφορούν τις ακόλουθες δραστηριότητες, δεν εφαρμόζεται επί αυτών το άρθρο 7 του Ν. 4412/2016, απορριπτομένου έτσι του πρώτου λόγου εφέσεως.
Γ. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, η ρήτρα παρέκτασης δικαιοδοσίας που αφορά την επιλογή μεταξύ διαφορετικών κλάδων δικαιοσύνης (δηλαδή μεταξύ διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων) δεν είναι επιτρεπτή, καθώς η διάκριση αυτή καθορίζεται από το Σύνταγμα και αναγκαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα κατά το άρθρο 94 του Συντάγματος: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. …». Με το ως άνω άρθρο ορίζεται ότι η δικαιοδοσία των δικαστηρίων στην Ελλάδα είναι ρύθμιση δημόσιας τάξης και καθιερώνεται συνταγματικό κώλυμα για την παρέκταση της με βούληση των διαδίκων. Επομένως η επιλογή κλάδου δικαστηρίων παραμένει ανεπίτρεπτη. Αν μια σύμβαση περιλαμβάνει τέτοια ρήτρα, αυτή θεωρείται άκυρη ως προς το σκέλος της αλλαγής δικαιοδοσίας και η διαφορά θα εκδικαστεί από το δικαστήριο που ορίζει ο νόμος με βάση τη φύση της διαφοράς. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 210/2016, areiospagos.gr). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 εδ. γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 305/2025, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1353/2018, ΑΠ 1529/2017, areiospagos.gr).
Mε τα εκτιθέμενα στον δεύτερο λόγο της εφέσεως της, κατ’ εκτίμηση αυτής, η ενάγουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενη ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.4 του Ν. 4404/2016, ο οποίος κύρωσε την από 24/6/2016 σύμβαση παραχώρησης μεταξύ της εναγομένης και του Ελληνικού Δημοσίου «Οι διαφορές που αναφύονται μεταξύ της ……………….. και των αντισυμβαλλομένων της σχετικά με τη σύναψη, την ερμηνεία των όρων, την εκτέλεση και την καταγγελία των συμβάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12 της Σύμβασης Παραχώρησης, θα εκδικάζονται από τα Δικαστήρια του Πειραιά κατά την τακτική διαδικασία, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν υπαγάγει τις εν λόγω διαφορές σε διαιτησία.». Ότι με το άρθρο αυτό ορίζεται η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και μάλιστα με την τακτική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 12 της Σύμβασης Παραχώρησης, σύμφωνα με το οποίο: «12.1 Ο …….. μπορεί να χρησιμοποιεί εργολάβους, παρόχους υπηρεσιών ή άλλα τρίτα πρόσωπα, είτε συνδέονται με τον ………….. είτε όχι (οι Υπεργολάβοι), προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει της παρούσας Σύμβασης, καθώς και για την ανάληψη οποιωνδήποτε εργασιών στον Χώρο του Λιμένα. Με την επιφύλαξη του Άρθρου 12.14, οποιαδήποτε σύμβαση με Υπεργολάβο (η Υπεργολαβία) θα συνάπτεται, ανανεώνεται, επεκτείνεται ή τροποποιείται μόνο υπό εύλογους όρους αγοράς.». Ότι οι επίδικες συμβάσεις εμπίπτουν στο άρθρο 12 της Σύμβασης Παραχώρησης και επομένως αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν από αυτές είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Πλην όμως από το κείμενο του ως άνω νόμου δεν προκύπτει σαφώς η ανάθεση των διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια του Πειραιά, αφού στο ως άνω άρθρο 8 παρ.4 του Ν. 4404/2016, ο οποίος κύρωσε την από 24/6/2016 σύμβαση παραχώρησης μεταξύ της εναγομένης και του Ελληνικού Δημοσίου αναφέρεται ότι: «Οι διαφορές που αναφύονται μεταξύ της ………………. και των αντισυμβαλλομένων της σχετικά με τη σύναψη, την ερμηνεία των όρων, την εκτέλεση και την καταγγελία των συμβάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12 της Σύμβασης Παραχώρησης, θα εκδικάζονται από τα Δικαστήρια του Πειραιά κατά την τακτική διαδικασία» χωρίς να διευκρινίζει αν η τακτική διαδικασία στην οποία αναφέρεται αφορά αυτή των πολιτικών δικαστηρίων (βιβλίο δεύτερο ΚΠολΔ) ή αυτή των διοικητικών δικαστηρίων (μέρος 1ο ΚωδΔιοικΔικον). Δεδομένου, δε, του χαρακτήρα δημοσίας τάξεως που έχουν οι διατάξεις για τον ορισμό της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Γ μείζονα σκέψη, ο νόμος, που σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.3 του Συντάγματος, αναθέτει την εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια, πρέπει να είναι συγκεκριμένος και σαφής. Επομένως και εφόσον δεν αποδεικνύεται σαφώς η βούληση του νομοθέτη για παρέκταση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ.4 του Ν. 4404/2016, αρμόδια δικαστήρια για την εκδίκαση αυτών είναι τα διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω υπό στοιχεία Α και Β νομικές σκέψεις, απορριπτομένου έτσι και του δεύτερου λόγου εφέσεως.
Τέλος με τον τρίτο λόγο εφέσεως της, κατ’ εκτίμηση αυτής, η ενάγουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ειδικά ως προς την αδικοπρακτική βάση αυτής με την οποία ζητά το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, και συγκεκριμένα την πράξη της υπεξαίρεσης, λόγω της παράνομης παρακράτησης των επίδικων εγγυητικών επιστολών, συνιστάμενης (της ηθικής βλάβης της) στην προσβολή του ονόματος και του κύρους της, στους εμπορικούς και συναλλακτικούς κύκλους. Ότι η ως άνω παράνομη πράξη της εναγομένης, ακόμα και αν συνδέεται χρονικά με τις υποχρεώσεις της, που πηγάζουν από τις επίδικες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων και έπεται χρονικά αυτών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο ή απότοκο της σύμβασης, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4412/2016, αλλά εμπίπτει στις διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να ιδρύεται αποκλειστική δωσιδικία των πολιτικών δικαστηρίων για την επίλυση της διαφοράς που βασίζεται στην αδικοπραξία. Επί του ανωτέρου λόγου λεκτέα τα εξής: Ως προελέχθη, η διάταξη του άρθρου 175 του Ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)» [ΦΕΚ Α` 147/ 8-8-2016], αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017 και με τη νέα διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική καθ’ ύλην αρμοδιότητα μόνο του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο ως άνω διοικητικό εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του πολιτικού Εφετείου. Από την ως άνω διάταξη δεν προκύπτει καμία διαφοροποίηση της δικαιοδοσίας σε περίπτωση συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, όταν αυτή εδράζεται στη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, σε κάθε δε περίπτωση, εν προκειμένω, η αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης είναι απότοκη της σύμβασης δημοσίου έργου. Επομένως ο ως άνω λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της ενάγουσας, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 20/11/2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ