Αριθμός 695 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός ……….) (ΑΦΜ …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Στέφανο Β. Λύρα (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………..ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Ειρήνη Κοντοσέα (Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ).
Ο εφεσίβλητος-εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27.12.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 1302/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα-εφεσιβλήτη με την από 18.3.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2025) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών με την από 13.12.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 29η.3.2025, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσιβλήτου-εκκαλούντος, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 13.12.2023 και 18.3.2025 με αριθμούς κατάθεσης ………./2023 και ……../2025 και προσδιορισμού ……../2024 και ………../2025 εφέσεις κατά της οριστικής με αριθμό 1302/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 621 του ΚΠολΔ), επί της από 27.12.2021 με αριθμό κατάθεσης …………../2021 αγωγής, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, ως προς την …………../13.12.2023 έφεση, όπως ισχύει μετά το ν. 5134/2024 και σε συνδυασμό με 18 παρ. 2γ και 31 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως εντός της μη γνήσιας διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης την 25.4.2023, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ακολούθως οι προαναφερόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο εφέσεως του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012, συνεκδικαζόμενες, λόγω της προφανούς συνάφειας αυτών αφού πλήττουν την ίδια απόφαση (άρθρα 246, 524 και 591 ΚΠολΔ).
Με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………./2021 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι είναι επαγγελματίας ναυτικός ΕΝ., κάτοχος ναυτικού φυλλαδίου και πτυχίου μηχανοδηγού A τάξης και μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης Πανελλήνιας Ένωσης Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού, η οποία είναι μέλος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας. Ότι η εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρεία είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας και πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία νηολογίου Πειραιώς ………… IMO …………,επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου “AB”. Ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, ναυτολογήθηκε στο λιμάνι του Λαυρίου και παρείχε τα εργασιακά του καθήκοντα με την ειδικότητα του Μηχανοδηγού A, κατά τα χρονικά διαστήματα από 6.3.2020 έως 23.12.2020 και από 20.1.2021 έως 3.2.2021 και ότι συμφωνήθηκε κάθε φορά να λαμβάνει τις προβλεπόμενες από τη σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών οχηματαγωγών πλοίων του έτους 2019 αποδοχές. Ότι το πλοίο εκτελούσε τα αναφερόμενα στην αγωγή δρομολόγια και ότι αυτός εργαζόταν τις αναφερόμενες στην αγωγή έως και 16 ώρες τη μέρα εκ των οποίων το συγκεκριμένο διάστημα που αναφέρει στην αγωγή απασχολείτο επί 8ωρο σε με καθήκοντα υδραυλικού, και ότι δεν έλαβε την αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση, ούτε την ειθισμένη αμοιβή υδραυλικού την οποία ζητεί επικουρικά ως υπερωριακή απασχόληση, δεν έλαβε τα επιδόματα εορτών με τον ορθό υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης, την ορθή αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές που εκτελούσε το πλοίο, ούτε αποζημίωση λόγω μη λήψεως διανυκτερεύσεων. Ακολούθως αιτήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 30.211,72 ευρώ και επικουρικά το ποσό τω 28.892,12 ευρώ εντόκως από την επομένη της απολύσεως του την 3.2.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την υλική τοπική και λειτουργική του αρμοδιότητα προς εκδίκαση της υπόθεσης λόγω της ναυτικής φύσεως της διαφοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 16§1 περ. 3 και 25§2 Κ.Πολ.Δ. άρθρο 51 § 3Α του Ν. 2172/1993, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα, των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 στοιχ. α και 621 επ. Κ.Πολ.Δ), έκρινε ορισμένη την αγωγή, βεβαίωσε ότι έχει καταβληθεί το τέλος δικαστικού ενσήμου που αναλογούσε στο καταψηφιστικό της αίτημα και ότι αυτή έχει νομικό έρεισμα στις διατάξεις 361, 340επ., 648επ. ΑΚ στα άρθρα 53επ., 82επ, 105 και 106 του τότε ισχύοντος ΚΙΝΔ σε συνδυασμό με την υα 70109/8008 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας αναφορικά με τα επιδόματα εορτών σε ναυτικού και την σσνε πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων του έτους 2019. Εν τέλει δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη επιδικάζοντας στον ενάγοντα ναυτικό το ποσό των 9.379,68 ευρώ εντόκως από την απόλυση του και με προσωρινά εκτελεστή απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις κρινόμενες εφέσεις τους και τους διαλαμβανόμενους σε αυτές λόγους για κακή εκτίμηση αποδείξεων ο ναυτικός : διότι κρίθηκε ότι απασχολείτο μόνο 11 ώρες ημερησίως και όχι 16 και ακολούθως δεν συνυπολόγισε ορθά τα επιδόματα εορτών και την αμοιβή για δρομολόγια εξπρές, συμψήφισε στα οφειλόμενα για την υπερωριακή του απασχόληση το εικονικά ονομαζόμενο επιμίσθιο ενώ αυτό αφορούσε ειδικές εργασίες μηχανοστασίου, του επιδίκασε μόνο το μισό του ειθισμένου μισθού του μηχανικού παρόλο που αυτός απασχολήθηκε ως υδραυλικός 8 και όχι 4 ώρες, και η πλοιοκτήτρια : διότι κρίθηκε ότι αυτός απασχολείτο υπερωριακά και ότι εκτελούσε και καθήκοντα υδραυλικού ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε με αποτέλεσμα να συνυπολογιστούν εσφαλμένα τα επιδόματα εορτών, μάλιστα με επιπρόσθετο εσφαλμένο υπολογισμό του επιδόματος άγονης γραμμής που δεν εκτελούσε το πλοίο, και η αμοιβή για εξπρές δρομολόγια, ενώ δεν πλήττει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης περί καταβολής αποζημίωσης λόγω μη παροχής 16 διανυκτερεύσεων. Ακολούθως ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ο μεν ναυτικός ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του, η δε εργοδότρια ώστε να απορριφθεί στο σύνολο της και ενώ σωρεύει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση διότι κατέβαλε στα πλαίσια του προσωρινά εκτελεστού της εκκαλουμένης στον ενάγοντα το ποσό των 8.777,27 ευρώ το οποίο ζητεί εντόκως από την ημεροχρονολογία καταβολής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 3, 189, 192, 193, 361, 648, 651 έως 653 και 659 ΑΚ και 53 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, σε μέτρο που δεν περιορίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως, ισχύει και στο πεδίο της ναυτικής εργασίας, γι αυτό και μπορεί, με τη σύμβαση ναυτολογήσεως, να συνομολογηθεί έγκυρα ότι ο ναυτικός θα παρέχει, μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια, περισσότερες από μία εργασίες, για τις οποίες, αν είναι αυτοτελείς και διαφορετικές η μία από την άλλη, δικαιούται να λαμβάνει, κατ` ελάχιστο όριο, πλήρεις τις αποδοχές που είναι νόμιμα καθορισμένες για την κάθε μία από τις απασχολήσεις αυτές (ΟλΑΠ 861/1984-ΕλλΔνη 25.1363, ΑΠ 1007/2000-ΕΝΔ 29.40, ΑΠ 261/1999-ΕΝΔ 27.353, ΕφΠειρ. 570/2006, ΕφΠειρ 747/2005). Βάσει της αρχής αυτής γίνεται δεκτό ότι ο ναυτικός μπορεί, με τη σύμβαση ναυτολογήσεώς του, να αναλάβει έγκυρα την παράλληλη εκτέλεση περισσότερων καθηκόντων επί του πλοίου μέσα στα νόμιμα χρονικά, όρια, όπως γίνεται συνήθως κατά την αναπλήρωση ελλείποντος μέλους του πληρώματος. Στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός άσχετα με το χρόνο της ημερήσιας απασχολήσεως του για κάθε αυτοτελή και διαφορετική υπηρεσία δικαιούται να λάβει πλήρεις τις αποδοχές των ειδικοτήτων – υπηρεσιών που προσέφερε, που είναι νόμιμα καθορισμένες για την κάθε μία από τις απασχολήσεις αυτές (ΟλΑΠ 861/1984 ΕλΔ 1984.1363, ΑΠ 1007/2000 ΕΝΔ 2001.40, ΑΠ 261/1999 ΕΝΔ 1999.353, ΕφΠειρ 877/1999 ΕΝΔ 1999.294, ΕφΠειρ 712/2004 ΔΕΕ 2005.211), εφόσον με την εργασία που προσέφερε εξαντλείται το περιεχόμενό τους (ΕφΠειρ 480/2007 ΕΝΔ 2007.402, ΕφΠειρ 172/2003 ΕΝΔ 2003.133). Αν η απασχόληση του ναυτικού είναι μειωμένη σε κάποια από τις παραπάνω εργασίες επιτρέπεται να γίνει ανάλογη ελάττωση του αντιστοίχου μισθού, μόνο όταν η μειωμένη αυτή απασχόληση οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, η οποία έχει διαλάβει τη λεγόμενη ρήτρα υποαπασχόλησης, που επιφέρει την αντίστοιχη μείωση της αντιπαροχής του εργοδότη (ΑΠ 33/1992 ΕΝΔ 1993.239, ΑΠ 178/1981 ΝοΒ 29.1387, ΕφΠειρ 480/2007 ΕΝΔ 2007.402, ΕφΠειρ 570/2006 ΕΝΔ 2006.359, ΕφΠειρ 747/2005 ΕΝΔ 2005.441, ΕφΠειρ 300/1998 ΕΝΔ 1998.478, ΕφΠειρ 76/1998 ΕΝΔ 1998.482). Η αξίωση του ναυτικού να λάβει την αντίστοιχη με την πρόσθετη απασχόληση αμοιβή απορρέει από τη σχετική σύμβαση με την οποία παρέχονται οι εργασίες που του ανατέθηκαν και όχι από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. β` του ΚΙΝΔ (ανάθεση επιπλέον καθηκόντων από τον πλοίαρχο στο ναυτικό κατά τον πλου σε εξαιρετικές περιπτώσεις) ή άλλες διατάξεις δημοσίου δικαίου, που αφορούν τη σύνθεση του πληρώματος του πλοίου και την αναπλήρωση των μελών που ελλείπουν (όπως το άρθρο 89 παρ. 4 του ΚΔΝΔ – Ν.Δ. 187/73 – διάταξη αντίστοιχη της προγενέστερης του άρθρου 8 του ν.δ. 2651/53), το δε κύρος της σύμβασης αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ελλείποντος μέλους του πληρώματος ή την πρόβλεψη της επιπλέον ειδικότητας στην οργανική σύνθεση του πληρώματος (ΑΠ 840/1997 ΕΝΔ 1997.433). Συνεπώς, σε περίπτωση εκτελέσεως, κατά συμφωνία, καθηκόντων κάποιας ειδικότητας, η ύπαρξη ή μη οργανικής θέσεως στη σύνθεση του πληρώματος του πλοίου δεν ασκεί καμιά επιρροή στο κύρος της συμβάσεως, πολύ περισσότερο, αφού και ο υπεράριθμος κατά τη νόμιμη σύνθεση ναυτικός δικαιούται να λάβει το μισθό της ειδικότητας τα καθήκοντα της οποίας εκτελεί (ΑΠ 1007/2000 ΕΝΔ 2001. 40, ΑΠ 840/97 ο.π, ΑΠ 33/92 ΕΝΔ 1993.239, ΑΠ 178/1981 ΝοΒ 29.1387, ΕφΠειρ 541/2012 ΕΝΑΥΤΔ 2012/395, ΕφΠειρ 77/2011 ΠΕΙΡΝΟΜ 2011/195, ΕφΠειρ 187/2005 ΕΝΔ 2005.97, ΕφΠειρ 172/2003 ΕΝΔ 2003.132, ΕφΠειρ 212/2002 ΕΝΔ 2002.200, ΕφΠειρ 27/2001 ΕΝΔ 2002.19). Εξάλλου για το ορισμένο της σχετικής αγωγής, πλην της εξειδίκευσης της ειδικότητας δεν απαιτείται και εξειδίκευση των καθηκόντων (ΑΠ 840/1997 ο.π., ΕφΠειρ 77/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 922/2009 ΕΝΔ 2010.29, ΕφΠειρ 97/2008 ΕΝΔ 2008.102).
Περαιτέρω σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ πληρωµάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε µε την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β’ 3170/12-8-2019) οι ώρες της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμάνι ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως δηλαδή οκτώ (8) ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, της εργασίας του Σαββάτου και των αργιών αμειβομένης υπερωριακώς. Το οκτάωρο της Κυριακής πληρώνεται με επίδομα που προβλέπεται στη σύμβαση. Για την πρόσθετη (υπερωριακή) εργασία περί της οποίας, η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής της υπερωριακή αμοιβή του ναυτικού προσαυξάνεται κατά 25%. Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρον 18 της σσνε, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή η προσδιοριζόμενη από την παρόντος άρθρου, προσαυξημένη κατά ποσοστό 50% για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτου και αργιών. Οι κατωτέρω κατονομαζόμενες θρησκευτικές εορτές θεωρούνται ως ημέρες αργίας. Εργασίες εκτελούμενες κατά τις αργίες αυτές εν πλω και στο λιμάνι αμείβονται υπερωριακώς, σύμφωνα με την παραγρ. 5 του άρθρου 13 της Συλλογικής Σύμβασης… α. Η 1η του Έτους, β. Η εορτή των Θεοφανείων. γ. Η Καθαρή Δευτέρα, δ. Η 25η Μαρτίου, ε. Η Μεγάλη Παρασκευή, στ. Η Δευτέρα του Πάσχα. ζ. Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, η. Η 1η Μαΐου. θ. Η ημέρα της Αναλήψεως. ι. Η 15η Αυγούστου. ια. Η 14η Σεπτεμβρίου, ιβ. Η 28η Οκτωβρίου, ιγ. Η ημέρα του Αγίου Νικολάου. ιδ. Η ημέρα των Χριστουγέννων, ιε. Η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων». Στο άρθρο 20 της προαναφερόμενης σσνε προβλέπονται τα κάτωθι:”1. Εάν ο ναυτικός διαταχθεί να εκτελέσει πρόσθετη εργασία, πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, είναι υποχρεωμένος να την εκτελέσει, δεν δύναται όμως η πρόσθετος αυτή εργασία να υπερβαίνει τις τέσσαρες ώρες εντός του 24ώρου. 2. Για την πρόσθετη αυτή εργασία ο εκτελέσας αυτήν ναυτικός δικαιούται σε πρόσθετη αμοιβή (υπερωρία) η οποία υπολογίζεται ως εξής: Το ποσόν του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παραγρ.1 διαιρείται δια των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως, τούτων εξευρισκομένων δια της διαιρέσεως των εβδομάδων του έτους δια δώδεκα μηνών και του πολλαπλασιασμού του εκ της διαιρέσεως ταύτης προκύπτοντος πηλίκου (4,33) επί τας ώρας της εκάστοτε ισχυούσης εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως. Βάσει του ανωτέρω υπολογισμού οι ώρες μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως ανέρχονται εις (173). 3. Για κάθε πρόσθετη εργασία πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, η υπερωριακή αμοιβή των ναυτικών που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25%. 3α. Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα, και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 10 της παρούσης, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή ίση με το 1/173 του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παραγρ. 1, προσαυξημένου κατά ποσοστό 50%, για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα και τις αργίες”. Επίσης στην εκάστοτε σσνε ορίζεται επακριβώς το ωρομίσθιο της κάθε ειδικότητας με τις προαναφερόμενες προσαυξήσεις. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 14 των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ν.Ε., Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών πλοίων σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας ενώ αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα οι ναυτικοί δικαιούνται μισθό 15 μερών, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου αντιστοίχως, ή 1/15 ημίσεος μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου. Επιπλέον να λεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που καταβαλλόταν την 15η ημέρα προ του Πάσχα και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβαλλόταν ή έπρεπε να καταβληθεί από την εργοδότρια ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, δηλαδή το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, το επίδομα αδείας, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές μεταξύ των οποίων είναι και η τροφοδοσία είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης θεωρούνται ο μισθός καθώς και κάθε άλλη παροχή εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου. Ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση : α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά ανά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά, γ) οι λοιπές, τακτικά και πάγια, καταβαλλόμενες παροχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜΕφΠειρ. 647/2014, 412/2014, τνπ ΝΟΜΟΣ), η τροφοδοσία, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτούσια και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜΕφΠειρ. 18/2016, 19/2016, 371/2016, 73/2016, 160/2014, 36/2014, 71/2014, όλες σε τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της σσνε (ΜΕφΠ 442/2023 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 33 της σύμβασης πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων το οποίο άρθρο τιτλοφορείται “Δρομολόγια Εξπρές”, ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά τη παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. ‘Ομως, σύμφωνα με τη παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2 προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των 12 ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της, ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη απ` αυτές πρόσθετη αμοιβή ότι αυτή καταβάλλεται εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Με τη διάταξη δε της παρ. 3 του ίδιου άρθρου δίδεται δυνατότητα παραμονής του πλοίου, στο λιμένα προορισμού, για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1 αυτού, οπότε στην περίπτωση αυτή δρομολόγιο για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7 θεωρείται εκείνο, για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, πρόσθετη επίσης αμοιβή καταβάλλεται για τα πέραν των πέντε δρομολογίων κάθε εβδομάδα, προκειμένου περί πλοίων, τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, “ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του, κατά την παρ. 2 προσδιορισμού”. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι ναυτικοί που εργάζονται σε πλοία που εκτελούν καθημερινώς και περισσότερα από πέντε (5) (κυκλικά) δρομολόγια την εβδομάδα (δηλαδή 6, 7 …) είτε παραμένουν στο λιμάνι 6 ώρες, είτε όχι, λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 7, για τον καθορισμό της οποίας, δεν γίνεται ο υπολογισμός που προβλέπεται από την προαναφερθείσα παρ. 4 του άρθρου αυτού, αλλά εφόσον η διάρκεια του κάθε δρομολογίου (κυκλικού ταξιδιού) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η πρόσθετη αυτή αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών για κάθε δρομολόγιο, εφόσον δε είναι μικρότερη των 12 ωρών, είναι ίση προς το ήμισυ αυτής, κατά τα προεκτεθέντα. Δηλαδή, αν εκτελούν 6 τακτικά δρομολόγια την εβδομάδα διάρκειας μεγαλύτερης των 12 ωρών το καθένα, λαμβάνουν ως πρόσθετη αμοιβή το 1/30 των ως άνω αποδοχών, αν δε εκτελούν 7 τακτικά δρομολόγια τα 2/30 αυτών. Αν όμως εβδομαδιαίως εκτελούν μόνο πέντε (5) δρομολόγια Express ή λιγότερα των πέντε, τότε έχει εφαρμογή η παρ. 4 του ως άνω άρθρου, οπότε η δικαιουμένη για την εκτέλεση δρομολογίων “Express” πρόσθετη αμοιβή υπολογίζεται κατά το διαγραφόμενο από την παράγραφο αυτή τρόπο, κατά τον οποίον το προκύπτον πηλίκον από τη διαίρεση του αθροίσματος των ωρών πρόωρης αναχωρήσεως του πλοίου, δια του αριθμού 8, αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων αυτών. Τακτικά θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα, κατά τα οποία, το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη για κάθε ημέρα ώρα, σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, χωρίς να ασκεί επιρροή, για το χαρακτηρισμό του δρομολογίου ως τακτικού, η ύπαρξη τυχόν καθυστερήσεων, κατά την εκτέλεσή του. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, ως δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής. Δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται μία και μοναδική φορά σε κάθε δρομολόγιο και συγκεκριμένα στο λιμάνι αφετηρίας “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής”, ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 της πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει 6 ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν 6 τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί 6 ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (Εφ.Πειρ.716/2011 ΕΝΔ 2012.107, Εφ.Πειρ.34/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ.768/2005 αδημ. σε νομικό τύπο). Τέλος, με τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου 33 ορίζεται ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται σε ημερόπλοια, καθώς και σε πλοία δευτερευουσών και τοπικών γραμμών, εκτός εάν τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυχτερινές ώρες, δηλαδή 23.00 μέχρι 7.00 ώρας. Από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, προκύπτει σαφώς, ότι μ` αυτήν εισάγεται, κατ` αρχή, εξαίρεση, όσον αφορά τα ημερόπλοια, επί των οποίων, συμφωνήθηκε με την ως άνω ΣΣΝΕ να μην ισχύουν και να μην εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις για καταβολή πρόσθετης αμοιβής, σε περίπτωση εκτελέσεως δρομολογίων “Express”. Ως ημερόπλοια νοούνται τα πλοία, που εκτελούν ημερινούς πλόες. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Κανονισμού “περί ενδιαιτήσεως και καθορισμού αριθμού επιβατών των επιβατηγών πλοίων”, ως ημερινοί πλόες νοούνται οι εκτελούμενοι μεταξύ των ωρών 05.00 έως 22.00 κατά τη θερινή περίοδο και των οποίων η συνολική διάρκεια δεν υπερβαίνει τις 12 ώρες. ‘Ομως, και για τα ημερόπλοια, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 33 εισάγεται εξαίρεση της ως άνω εξαιρέσεως, σύμφωνα με την οποία και επί των πλοίων αυτών έχουν εφαρμογή όλες οι προαναφερθείσες διατάξεις, εφόσον όμως τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυκτερινές ώρες, δηλαδή από 23.00 μμ μέχρι 07.00 πμ, όπως ειδικότερα ορίζεται με τη ΣΣΝΕ αυτή. Επομένως, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή και στους απασχολουμένους στα ημερόπλοια, τα οποία όμως εκτελούν τα παραπάνω δρομολόγια (Express) μόνον τις νυκτερινές ώρες ή επεκτείνουν τα δρομολόγια τους αυτά, τις ώρες αυτές δηλαδή 23.00 μέχρι 07.00 ώρας (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 1056/1997 Νομολ. Ναυτ. Τμήματος ΕφΠειρ 1996-1997, σελ. 27, ΕφΠειρ 1055/2000, ΕφΠειρ 1056/ 2000, ΕφΠειρ 1206/2000, ΕφΠειρ 207/2001 αδημ). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 33§ 7 της οικείας σσνε περί αμοιβής για τα δρομολόγια εξπρές που πραγματοποιεί το πλοίο στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ. 53/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΜονΕφΠειρ. 51/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ. 57/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), έστω κι αν κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ καταβάλλονται «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα», εφόσον αυτά καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα (ΕφΠειρ 235/2024 σε Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, όμοια ΕΠ 328/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο 1977, σελ. 148). Τέλος κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 465/2009, ΕΝαυτΔ 2009/276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208, ΕφΠειρ 391/2009, ΕΝαυτΔ 2009/283, ΕφΠειρ 429/2008, ΕΝαυτΔ 2008/284, ΕφΠειρ 30/2008, ΕΝαυτΔ 2008/106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Αντιθέτως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές στην περίπτωση, αλλά μόνον σ’ αυτήν, κατά την οποία υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 213/2016, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 322/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 221/2015, Δνη 2016/1405, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ο.π., ΤριμΕφΠειρ 185/2012, ΕΝαυτΔ 2012/397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011, ΕΝαυτΔ 2011/257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010, ΕφΑΔ 2010/1322, ΑΠ 1746/2009, ΝοΒ 58/729, ΑΠ 142/2003, Δνη 44/1305, ΑΠ 737/2001, Δνη 43/723, ΑΠ 1700/1998, ΕΝαυτΔ 1999/465, ΕφΠειρ. 670/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 457/2000, ΔΕΕ 2000/895).
Από την επανεκτίµηση των προσκομιζόμενων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενόρκων βεβαιώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421επ. του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 3 του ν. 4335/2015 (φεκ α’ 87), δηλαδή ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς …………. του ναυτικού και κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής …………., του ναυτικού και κατοίκου Πειραιώς ………. και της ναυτικού και κατοίκου Χαλανδρίου …………. (με αριθμό ……./21) και τη με αριθμό ……/2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς του ηλεκτρολόγου και κατοίκου Νίκαιας …………… μετά από προηγούμενη κλήτευση του άλλου διάδικου μέρους, σύμφωνα με τις με αριθμό …./2022, και …../2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ………….. και τη με αριθμό ……../2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………, και όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκοµίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά µέσα είτε για να χρησιµεύσουν για συναγωγή δικαστικών τεκµηρίων (όπως ένορκες βεβαιώσεις στα πλαίσια άλλης δίκης οι οποίες μόνο προς έμμεση απόδειξη μπορούν να ληφθούν υπόψη βλ. ενδ. ΑΠ 491/2018, ΑΠ 1044/2014, ΑΠ 427/2011, ΑΠ 343/2000 όλες σε sakkoulas on line), από όσα οι διάδικοι συνοµολογούν σχετικά με και τέλος από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), πλήρως αποδείχθηκαν κατά την ουσιαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά: δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης πλοιοκτήτριας με έδρα την Αθήνα, ο πρώτος ναυτολογήθηκε στο λιμάνι του Λαυρίου και παρείχε τα εργασιακά του καθήκοντα με την ειδικότητα του Μηχανοδηγού A στο υπό ελληνική σημαία νηολογίου Πειραιά ……. IMO …, επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου “AB”, κατά τα χρονικά διαστήματα από 6.3.2020 έως 23.12.2020 και από 20.1.2021 έως 3.2.2021. Κάθε φορά συμφωνείτο κάθε φορά να λαμβάνει τις προβλεπόμενες από τη σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών οχηματαγωγών πλοίων του έτους 2019 οι οποίες ανέρχονταν σε 2.682,92 ευρώ (μισθό ενεργείας 1.133,91 + επίδομα Κυριακών 293,02 + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 36,64 + μηνιαία τροφή 599,40 + επίδομα αδείας με τροφοδοσία 469,20 + ειδικό επίδομα παρακολούθησης ειδικών μηχανημάτων άρθρου 8 παρ. 15 της σσνε 20,61 + επίδομα έξτρα εργασιών 8 παρ. 16 της σσνε 36,91 + μηνιαίο επίδομα άγονης γραμμής 93,23). Σύμφωνα με τους ενόρκως βεβαιώσαντες που εξετάστηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος αυτός απασχολείτο με τις ηλεκτρομηχανές του πλοίου που εμφάνιζαν προβλήματα λόγω της ταχείας συντήρησης τους στην αρχή του 2020 στο Νέο Μώλο Δραπετσώνας. Ότι ειδικότερα μέχρι το Μάιο του 2020 κάθε 10 με 15 μέρες εμφανίζονταν προβλήματα στις ηλεκτρομηχανές και ακολουθούσε ολικό black out, ενώ προβλήματα υφίσταντο και στο σύστημα ύδρευσης του πλοίου λόγω διαρροής υδάτων από καζάνια από το δίκτυο θαλασσινού νερού και από τις δεξαμενές ακαθάρτων, δηλαδή τις σεντίνες που βρίσκονταν στα ύφαλα του πλοίου το οποίο ήταν παλαιό του 1975. Ότι για το λόγο αυτό τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης εμφάνιζαν συνεχώς προβλήματα και ακολούθως απαιτείτο συνεχώς γενική επισκευή και αντικατάσταση των σωληνώσεων. Αναφέρουν επίσης οι προαναφερόμενοι ενόρκως βεβαιώσαντες ότι προβλήματα εμφάνιζε και το σύστημα αποχέτευσης που λειτουργούσε με κενό αέρος το οποίο συνεχώς έφραζε και έθετε εκτός λειτουργίας τις τουαλέτες του πλοίου. Ο ενάγων είχε αναλάβει να επιλύει τα προβλήματα αυτά με αποτέλεσμα η απασχόληση του σύμφωνα με τα όσα καταθέτουν οι προαναφερόμενοι ενόρκως βεβαιώσαντες σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας να υπερβαίνει του νομίμου ωραρίου του και να ανέρχεται σε 12 ώρες ημερησίως και όχι σε 11 όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Αντιθέτως δεν κρίνεται πειστική η ένορκη βεβαίωση του ………………. καθαριστή μηχανής που προσκομίζει η εργοδότρια κατά τον οποίο η απασχόληση του ενάγοντος δεν υπερέβαινε το 8ωρο και ότι το πλοίο δεν παρουσίαζε προβλήματα διότι είχε συντηρηθεί επαρκώς. Και αυτό διότι αφενός τα από τον προαναφερόμενο κατατιθέμενα έρχονται σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τριών ναυτικών, και διότι αφετέρου αυτός απασχολείτο ως καθαριστής μηχανής και ενδεχομένως κρίση περί υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος να υπεισέρχεται στα δικά του καθήκοντα και για το λόγο αυτό δεν κρίνονται αξιόπιστα τα όσα καταθέτει. Εξάλλου το γεγονός ότι στο πλοίο υπηρετούσαν δύο μηχανοδηγοί α’ και επτά μηχανοδηγοί β’ δεν αποκλείσει την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος λόγω των προαναφερόμενων συνθηκών εργασίας αφού όπως προαναφέρθηκε ο ηλεκτρολογικός και υδραυλικός εξοπλισμός του πλοίου διαρκώς χρειαζόταν συντήρηση. Συνεπώς κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως του ναυτικού (κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού), ο οποίος παραπονείται για εσφαλμένο υπολογισμό της απασχόλησης του, διότι κατά τον ισχυρισμό του αυτός απασχολείτο επί 16ωρο ημερησίως, θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί υπολογισμού και επιδίκασης αμοιβής λόγω υπερωριακής απασχόλησης και να κρατήσει το παρόν δικαστήριο να δικάσει στην ουσία της την αγωγή, ενώ ο πρώτος λόγος έφεσης της πλοιοκτήτριας με τον οποίο αυτή παραπονείται για τις υπερωρίες που επιδικάστηκαν διότι κατά τον ισχυρισμό της ο ενάγων δεν απασχολήθηκε υπερωριακά κατά τα προαναφερόμενα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως ο ενάγων απασχολήθηκε υπερωριακά επί 12 ώρες για 4 Σάββατα και 1 αργία το χρονικό διάστημα από 6.3.2020 έως 31.3.2020, και επομένως δικαιούται για το λόγο αυτό το συνολικό ποσό των 693 ευρώ (5 ημέρες χ 12 ώρες χ 11,55 ευρώ την ώρα) και επί 4 ώρες επί 21 καθημερινές και Κυριακές και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 808,92 ευρώ (4 ώρες χ 21 χ 9,63). Συνολικά για την υπερωριακή απασχόληση του οφείλεται το ποσό των 1.501,92 ευρώ και επειδή, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως και το σχετικό κεφάλαιο δεν προσβάλλεται με σχετικό λόγο εφέσεως, του καταβλήθηκε για την αιτία αυτή το ποσό των 668,96 ευρώ εξακολουθεί να του οφείλεται το ποσό των 832,96 ευρώ. Περαιτέρω από τις συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος στους συμπληρωματικούς όρους συμπεριλήφθηκε κείμενο στα ελληνικά και αγγλικά με αριθμό 2 στο οποίο αναφέρεται ότι σε περίπτωση καταβολών υπέρτερων των νομίμων αποδοχών ως δώρο (bonus) ή άλλως πως χαρακτηριζόμενων, η εταιρία δικαιούται και ο ναυτικός συμφωνεί στον καθ’οιονδήποτε χρόνο καταλογισμό των επιπλέον των ελαχίστων νομίμων καταβληθέντων τοιούτων ποσών σε συμψηφισμό και εξόφληση πάσης φύσεως ανεξαιρέτως και εν γένει τακτικών ή/και εκτάκτων αποδοχών του, προβλεπόμενων από την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας ή/και πάσης φύσεως νομοθέτημα ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφερόμενων βασικού μισθού, επιδομάτων, υπερωριών, έξτρα αμοιβών, αποδοχών/αποζημιώσεως αδείας και επιδόματος αδείας, επιδομάτων εορτών, αντιτίμου τροφής, τυχόν αυξήσεων προβλεπόμενων από συλλογικές συμβάσεις ή/και πάσης φύσεως νομοθέτημα, αποζημίωση απολύσεως, αποζημίωση ατυχήματος, μισθών ασθενείας και πάσης φύσεως αποζημίωση κ.ο.κ. Η πλοιοκτήτρια στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρότεινε σε συμψηφισμό επιμίσθιο ύψους 2.538,05 ευρώ που κατέβαλε στον ενάγοντα στην τυχόν κριθείσα αξίωση για υπερωριακή απασχόληση και ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Από τη γραμματική ερμηνεία του προαναφερόμενου συμβατικού όρου δεν προκύπτει κενό που να επιβάλει εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ καθώς γίνεται προσδιορισμού στο τι είναι το επιμίσθιο και στο με τι αυτό συμψηφίζεται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά και μάλιστα αναφέρων ρητά και οι υπερωρίες. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που συμψήφισε το οφειλόμενο λόγω υπερωριών ποσό με το παραπάνω καταβληθέν ποσό ως επιμίσθιο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης του ναυτικού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω από το αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στα πλαίσια της απασχόλησης του το διάστημα από 1.4.2020 έως και 23.12.2020 και από 20.4.2021 έως 3.2.2021 εκτελούσε και επί τετράωρο καθήκοντα υδραυλικού, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα υφίστατο πάγια εντολή του πρώτου μηχανικού σε κατώτερο μέλος του μηχανοστασίου να εκτελεί τις εργασίες αυτές, και το διάστημα που εδώ ενδιαφέρει, στον ενάγοντα ναυτικό. Να σημειωθεί επίσης ότι στη σύμβαση περί ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων δεν προβλέπεται ειδικότητα υδραυλικού, και αυτό καθώς στο άρθρο 8 περί ειδικών επιδομάτων στην παράγραφο 14 προβλέπεται ότι στους αξιωματικού μηχανής χορηγείται ειδικό μηνιαίο επίδομα εκ ποσοστού 7% επί του μισθού ενεργείας για τη συντήρηση του ξενοδοχειακού και υδραυλικού εξοπλισμού του ακτοπλοϊκού επιβατηγού πλοίου ενώ στο άρθρο 16 ορίζεται ότι για την εκτέλεση έξτρα εργασιών, μη προβλεπόμενων στον ειδικό πίνακα του παρόντος καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα στο κατώτερο πλήρωμα μηχανής συμπεριλαμβανόμενου και του υδραυλικού. Επομένως αποδεικνύεται ότι αν και από τη σχετική σσνε δεν προβλέπεται η ειδικότητα του υδραυλικού συνήθως κάποιος από το κατώτερο πλήρωμα απασχολείτο με καθήκοντα υδραυλικού και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων ναυτικός. Να σημειωθεί ότι ο ενάγων ναυτικός θα λάβει για τα παράλληλα καθήκοντα του ως υδραυλικού μόνο το μισθό ενεργείας (όπως προκύπτει και από την παραπάνω διάταξη του άρθρο 8 παρ. 14 της σσνε περί ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων που ορίζει ρητά μηνιαίο ποσοστό επί του μισθού ενεργείας στην περίπτωση που εκτελούνται καθήκοντα άλλης ειδικότητας (εδώ υδραυλικές εργασίες), αφού τα άλλα επιδόματα ο ναυτικός τα λαμβάνει ήδη στα πλαίσια της παροχής εργασίας για την κύρια ειδικότητα του. Επομένως με βάση τα προβλεπόμενο ειθισμένο μισθό ενεργείας υδραυλικού που καθορίζεται από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων μεσογειακών τουριστικών επιβατηγών πλοίων του έτους 2019 (υα 2242.5-1.10/56166/2019 φεκ β 3097/2019) για το χρονικό διάστημα των 9,26 μηνών που απασχολήθηκε και ως υδραυλικός του οφείλεται το ποσό των 1.132,27 ευρώ :2 = 566,135 χ9,26 μήνες = 5.242,41 ευρώ, όπως κατ’ορθή εκτίμηση αποδείξεων κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στο σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης της εργοδότριας είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Όμως απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος εφέσεως του ναυτικού με τον οποίο αυτός παραπονείται για το γεγονός ότι του αναγνωρίστηκε μεν ότι αυτός εκτελούσε και τα καθήκοντα υδραυλικού πλην όμως για 4 και όχι για 8 ώρες, όπως εκτίθετο στην αγωγή, καθώς η οκτάωρη απασχόληση με καθήκοντα υδραυλικού στα πλαίσια της μέσης καθημερινής απασχόλησης διάρκειας 12 ωρών έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και διότι σε αυτή την περίπτωση ο ενάγων δεν θα εκτελούσε καθήκοντα μηχανοδηγού. Το ότι δεν συμφωνήθηκε ημιαπασχόληση, όπως εκθέτει παραπονούμενος ο ναυτικός δεν είναι το ουσιώδες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις επιδικάζοντας το ήμισυ του ειθισμένου μισθού του υδραυλικού και τα όσα περί του αντιθέτου εκτίθενται στον προαναφερόμενο λόγο έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με τον τρίτο λόγο εκάστης εφέσεως υποβάλλεται το παράπονο περί εσφαλμένου υπολογισμού των επιδομάτων εορτών, διότι συνυπολογίστηκε εσφαλμένος μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής όπως το παράπονο διατυπώθηκε με τον πρώτο λόγο των εφέσεων και συνεπώς και αυτός ο λόγος είναι απόλυτα συναφής με τον πρώτο λόγο εφέσεως που έγινε δεκτός κατά ένα μέρος ως προς την έφεση του ναυτικού και απορρίφθηκε ως προς την έφεση της εργοδότριας. Επομένως θα πρέπει και κατά το κεφάλαιο αυτό να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μετά από την εν μέρει παραδοχή του τρίτου λόγου εφέσεως του ναυτικού και να επαναυπολογιστούν τα επιδόματα εορτών με τον ορθό μέσο όρο υπερωριακής αμοιβής. Όμως τα ποσά που θα επιδικαστούν δεν θα υπερβαίνουν τα αιτούμενα με την αγωγή για τις συγκεκριμένες αιτίες, όπως βασίμως παραπονείται η εργοδότρια με τον τρίτο λόγο εφέσεως της (σελ. 22) κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού αυτού λόγου. Επιπλέον η πλοιοκτήτρια παραπονείται στο συνυπολογισμό του επιδόματος άγονης γραμμής στα επιδόματα εορτών, πλην όμως παραπονείται αβασίμως, αφενός διότι από τα δρομολόγια του πλοίου αποδεικνύεται η εξυπηρέτηση νήσων άγονης γραμμής και αφετέρου διότι όπως αποδεικνύεται από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς μισθοδοσίας το ποσό που αφορούσε μέσο όρο επιδόματος άγονης γραμμής περιλαμβανόταν σε κάθε μηνιαία μισθοδοσία. Ακολούθως θα απορριφθεί κατά το μέρος αυτό ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως με τον οποίο αυτή υποβάλλει τη συγκεκριμένη αιτίαση. Ακολούθως οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σύμφωνα με τα προαναφερόμενα σε 4.435,90 ευρώ [μισθός ενεργείας 1.153,91 + επίδομα Κυριακών 293,02 + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 + μηνιαία τροφή 599,40+ επίδομα αδείας 469,20 + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής εργασίας 1.732,98 (1.501,92 η συνολική αμοιβή /26 ημέρες απασχόλησης X30} + ειδικό επίδομα παρακολούθησης βοηθητικών μηχανημάτων 20,61 + ειδικό επίδομα έξτρα εργασιών 8 περ. 16 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ 36,91 + μέσος όρος επίδομα άγονης γραμμής 93,23]. Επομένως ο ενάγων δικαιούται ως επιδόματα εορτών τα ακόλουθα : για το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας τoυ από 6-3-2020 έως 30-4-2020 (56 ημέρες), o ενάγων δικαιούταν να λάβει ως αναλογία δώρου Πάσχα τoυ έτους 2020, ποσὸ ίσο με το 1/15 του μισοὺ μηνιαίου μισθού του για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δη το ποσὸ των 1035,04 ευρώ (4.435,90 ο μισθὀς/2Χ15Χ7 οκταήμερα), και επειδή αναφέρει καθ’υποφοράν ότι έλαβε το ποσό των 641,56 ευρώ, του οφείλεται το ποσό των 393,48 ευρώ. Για το χρονικὸ διάστημα της υπηρεσίας του από 1-5-2020 έως 23-12-2020 (237 ημέρες) ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2020 ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες εργασίας δηλαδή ποσὸ 4.425,25 (4.435,90 χ 2:25 χ 12,47 19ήμερα) και επειδή αναφέρει καθ’υποφοράν ότι έλαβε το ποσό των 2.667,27 ευρώ του οφείλεται το ποσό των 1.757,98 ευρώ, αλλά αυτός αιτείται για την αιτία αυτή το ποσό των 1040,43 ευρώ, το οποίο και θα του επιδικαστεί . Για το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του από 20-1-2021 έως 3-2-2021 (15 ημέρες), ο ενάγων δικαιούται να λάβει, ως αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2021, ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού του για κάθε 8 ημέρες εργασίας και μάλιστα το ποσό των 277,24 ευρώ (4.435,90 ο μηνιαίος μισθός /2X1/15X1,875 οκταήμερο), αλλά αυτός αιτείται το ποσό των 232,29 ευρώ το οποίο και θα του επιδικαστεί. Συνολικά για την παραπάνω αιτία του οφείλεται το συνολικό ποσό των 1.666,20 ευρώ.
Το διάστημα από 6.3.2020 έως 7.6.2020 το πλοίο εκτελούσε τα εξής δρομολόγια : τη Δευτέρα έφτανε στο Λαύριο από τον Άγιο Ευστράτιο στις 8 το πρωί και την ίδια μέρα στις 21.00 το βράδυ για Άγιος Ευστράτιο Λήμνο Καβάλα στις 12.30 την Τρίτη και επιστροφή στον Άγιο Ευστράτιο μέσω Λήμνου με κατάπλου στις 22.50 και απόπλου για Λαύριο στις 23.00 με κατάπλου στο Λαύριο την Τετάρτη το πρωί στις 8, αναχώρηση στις 21.00 για το ίδιο δρομολόγιο Άγιο Ευστράτιο Λήμνο Καβάλα στις 12.30 την Πέμπτη και επιστροφή στον Άγιο Ευστράτιο μέσω Λήμνου με κατάπλου στις 22.50 και απόπλου για Λαύριο στις 23.00 με κατάπλου στο Λαύριο την Παρασκευή το πρωί στις 8. Αναχώρηση στις 14.30 για Άγιο Ευστράτιο με κατάπλου στις 22.30 απόπλου για Λήμνο εντός τετάρτου κατάπλου τα μεσάνυχτα και απόπλου για Καβάλα στη μία παρά τέταρτο το Σάββατο ξημερώματα και κατάπλου στις 5.20 το πρωί. Αναχώρηση από Καβάλα στις 4 το απόγευμα της Κυριακής για Λήμνο και Άγιο Ευστράτιο με κατάπλου στις 22.50 και αναχώρηση για Λαύριο στις 23.00 το βράδυ. Αλλαγές στα δρομολόγια ως προς το ωράριο έγιναν στις 14.3.2020, στις 19.3.2020, στις 4.4.2020, στις 5.4.2020, στις 18.4.2020, στις 4.6.2020, στις 5.6.2020 και στις 6.6.2020, όπως δεν αμφισβητείται από την πλοιοκτήτρια. Τα δρομολόγια από 8.6.2020 έως 6.9.2020 διαμορφώθηκαν ως εξής : Αναχώρηση από Λαύριο στις 12.30 το μεσημέρι τη Δευτέρα για Άγιο Ευστράτιο και Λήμνο με κατάπλου στις 23.15, αναχώρηση για Καβάλα 12.30 ξημερώματα της Τρίτης κατάπλου στις 4.45 και αναχώρηση στις 7 το πρωί μέσω των προαναφερόμενων λιμένων για επιστροφή στο Λαύριο στις 22.45, απόπλου τα ξημερώματα της Τετάρτης στη μια για Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο και Καβάλα με κατάπλου στις 5 το απόγευμα, απόπλου στις 7 το απόγευμα για Λαύριο μέσω των προαναφερόμενων λιμένων και κατάπλου στο Λαύριο στις 11.00 το πρωί της Πέμπτης αναχώρηση στις 9 το βράδυ για Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο και Καβάλα με κατάπλου στη μια το μεσημέρι την Παρασκευή αναχώρηση για Λαύριο στις 4 το απόγευμα μέσω των προαναφερόμενων λιμένων πλέον Μεστών Χίου και κατάπλου στο Λαύριο στις 12.45 το μεσημέρι του Σαββάτου, αναχώρηση στις 4 το απόγευμα για Μεστά Χίου, Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο και Καβάλα με κατάπλου στη μια το μεσημέρι της Κυριακή και αναχώρηση για Λαύριο μέσω Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου και κατάπλου το πρωί της Δευτέρας στις 7 στο Λαύριο. Από τις 7.9.2020 έως τις 23.12.2020 και από 20.1.2021 έως 3.2.2021 τα εβδομαδιαία δρομολόγια του πλοίου διαμορφώθηκαν ως εξής: Αναχώρηση από Λαύριο στις 9 το βράδυ τη Δευτέρα για Άγιο Ευστράτιο και Λήμνο με κατάπλου στις 7 και τέταρτο το πρωί της Τρίτης, αναχώρηση για Καβάλα μέσα σε μια ώρα κατάπλου στις 12.45 και αναχώρηση στις 4 το απόγευμα μέσω Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου, για επιστροφή στο Λαύριο στις 7.15 το πρωί της Τετάρτης αναχώρηση στις 9 το βράδυ για Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο και Καβάλα με κατάπλου στις 12.45 το μεσημέρι της Πέμπτης, απόπλου στις 4 το απόγευμα για Λαύριο μέσω των προαναφερόμενων λιμένων και κατάπλου στο Λαύριο στις 7.15 το πρωί της Παρασκευής αναχώρηση στις 14.30 για Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο και Καβάλα με κατάπλου στις 6 τα ξημερώματα το Σάββατο, αναχώρηση στις 16.00 για Λαύριο μέσω Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου με κατάπλου στις 7.15 το πρωί της Δευτέρας. Αλλαγές στα δρομολόγια ως προς το ωράριο έγιναν στις 24.1.2021, την 30.1.2021, την 1.2.2021, την 2.2.2021, όπως δεν αμφισβητείται από την πλοιοκτήτρια. Σύμφωνα με τα παραπάνω δρομολόγια τα οποία δεν αμφισβήτησε η πλοιοκτήτρια και κατά τις παραδοχές του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης το πλοίο από 8.6.2020 έως 6.9.2020 πραγματοποιούσε τρία κυκλικά δρομολόγια εβδομαδιαίως και επειδή αναχωρούσε 2 ώρες και 45 λεπτά πριν τη συμπλήρωση 6 ωρών με βάση τον υπολογισμό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε ότι εκτελούσε 7ώρες /8 ώρες 0,875 δρομολόγια εξπρές τις 13 εβδομάδες του προαναφερόμενου διαστήματος πραγματοποιούσε 11,375 δρομολόγια εξπρές. Να σημειωθεί ότι αμφότερα τα διάδικα μέρη δεν πλήττουν τον αριθμό των ωρών πρόωρης αναχώρησης ή το συνολικό αριθμό των δρομολογίων για τα οποία οφείλεται αμοιβή παρά μόνο τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης αμοιβής με το μέσο όρο υπερωριακής αμοιβής όπως το παράπονο διατυπώθηκε με τον πρώτο λόγο των εφέσεων και συνεπώς και αυτός ο λόγος (τέταρτος εκάστης εφέσεως) είναι απόλυτα συναφής με τον πρώτο λόγο εφέσεως που έγινε δεκτός κατά ένα μέρος ως προς την έφεση του ναυτικού και απορρίφθηκε ως προς την έφεση της εργοδότριας. Επομένως θα πρέπει και κατά το κεφάλαιο αυτό να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μετά από την εν μέρει παραδοχή του τετάρτου λόγου εφέσεως του ναυτικού και να επαναυπολογιστεί η αμοιβή που οφείλεται για δρομολόγια εξπρές και συνολικά σε ενώ ο τέταρτος λόγος εφέσεως της πλοιοκτήτριας θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως με τακτικές αποδοχές ύψους 4.435,90 ευρώ στις οποίες νόμιμα συμπεριλαμβάνεται και το επίδομα άγονης γραμμής, όπως προαναφέρθηκε κατά την εξέταση του τρίτου λόγου εφέσεων οφείλεται στον ενάγοντα ναυτικό το ποσό των 4.435,90: 30 χ 11,375= 1.681,95 ευρώ, όμως αυτό που θα του επιδικαστεί δεν μπορεί να υπερβεί (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 1.585,33 ευρώ, κατά εν μέρει παραδοχή και του σχετικού τέταρτου λόγου εφέσεως της εργοδότριας που ζητεί το επιδικασθέν για την αιτία αυτή ποσό να περιοριστεί στα 1057 ευρώ.
Ακολούθως των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, η με αριθμό …………./2023 έφεση κατά το μέρος που αφορούσε την υπερωριακή αμοιβή και τον επαναπροσδιορισμό για το λόγο αυτό των επιδομάτων εορτών και της αποζημιωσης για εξπρές δρομολόγια, και η με αριθμό …………../2025 έφεση κατά το μέρος που αφορούσε τμήμα των επιδομάτων εορτών, διότι επιδικάσθηκαν ποσά μεγαλύτερα από αυτά που ο ναυτικός αιτείτο με την αγωγή, και ως προς τα δρομολόγια εξπρές και η αμοιβή που θα επιδικαστεί θα περιοριστεί στο αιτηθέν με την αγωγή ποσό. Στη συνέχεια θα πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολο της για το ενιαίο της εκτέλεσης η εκκαλουμένη με αριθμό 1302/2023 απόφαση (ΕφΑθ 44/2006 ΕλλΔνη 48,1507, Σ.Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. Ε΄σελ. 430-431 παρ. 1143) αφού όταν εξαφανίζεται ολικά ή εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση, εξαφανίζεται και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ολικά και στις δύο περιπτώσεις, στην μεν πρώτη ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφανίσεως της αποφάσεως, στη δε δεύτερη εν όψει της αναγκαιότητος ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 ΕλΔ 39.825), και το παρόν δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει στην ουσία της (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ) τη με αριθμό 10763/5013/2021 αγωγή αυτή εφόσον αρμοδίως (άρθρα 16, 25 παρ. 2, 33 Κ.Πολ.Δ., 51 Ν. 2172/1993) και παραδεκτώς εισήχθη στο Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και έχει νόμιμο έρεισμα σε όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις και επιπλέον σε εκείνες των άρθρων 361, 648 επ. 340, 341 εδ. α’, 345 εδ. α’, 346 ΑΚ, 53επ. 82, 84 του ισχύοντος κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της εκκαλουμένης ΚΙΝΔ (533 παρ. 2 του ΚΙΝΔ). Να προσδιοριστεί με βάση τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που εξαφανίστηκαν το συνολικά οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό σε 1.666,20 (υπόλοιπο επιδομάτων εορτών)+ 1.585,33 (υπόλοιπο δρομολογίων εξπρές)+5.242,41 (μισθός υδραυλικού) +1.150.26 (αποζημίωση για μη χορήγηση διανυκτερεύσεων)= 9.644,20 ευρώ. Ακολούθως η αγωγή θα πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.644,20 ευρώ εντόκως, όπως και πρωτοδίκως αφού το περεπόμενο αίτημα περί τοκοδοσίας δεν επλήγη με λόγο εφέσεως. Το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κρίνεται συνακόλουθα απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει αυτό που έχει καταβληθεί ως προσωρινά εκτελεστό στο ναυτικό. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν, μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος, την εναγομένη πλοιοκτήτρια λόγω της εν μέρει ήττας της κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων τις από 13.12.2023 και 18.3.2025 με αριθμούς κατάθεσης …………./2023 και …………./2025 και προσδιορισμού …………/2024 και ………../2025 εφέσεις κατά της με αριθμό 1302/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί της από 27.12.2021 με αριθμό κατάθεσης ………./2021 αγωγής
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ουσίαν τις εφέσεις
Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ό,τι άλλο έκρινε ως απορριπτέο στο σκεπτικό
Εξαφανίζει τη με αριθμό 1302/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
Κρατεί και αναδικάζει την υπόθεση επί της με αριθμό επί της από 27.12.2021 με αριθμό κατάθεσης …………./2021 αγωγής
Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ (9.644,20) εντόκως από την 3.2.2021 και μέχρι την εξοφληση
Επιβάλει στην εκκαλούσα εφεσίβλητη εναγομένη ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος εφεσιβλήτου ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, δηλαδή συνολικά το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 25 Νοεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ