Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 745/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   745/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

2ο ΤΜΗΜΑ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του  Εφετείου  Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλούντων : 1) ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπαχαραλάμπους (ΑΜΔΣΘηβών : ………) και 2) ………….., ο οποίος εμφανίστηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπαχαραλάμπους (ΑΜΔΣΘηβών : ………….).

Της εφεσίβλητης : Της εδρεύουσας στο …… Αττικής (οδός …………….) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……………..», η οποία από 30-8-2019 αποτελεί τη νέα επωνυμία της ανώνυμης εταιρίας «……….» και το διακριτικό τίτλο «………….» (προηγούμενη επωνυμία «…………..» με διακριτικό τίτλο «……………» – Ανακοίνωση Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό πρωτ. ……./31-8-2016), η οποία (αλλαγή επωνυμίας) εγκρίθηκε με τη με αριθμό 6557/2019 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη ΠΕ Βόρειου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. την 30-8-2019 με αριθμό πρωτ. ….., ΑΦΜ : …… Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρουμελιώτη (ΑΜΔΣΑ : …..).

Επί της από 10-12-2019 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2019 και ειδικό ……./2019 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 357/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, συνεπεία της ερημοδικίας των εναγόμενων, έγινε δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν (απόφαση).

Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με την από 1-2-2023 έφεσή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../2023 και ειδικό …./2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2023 και ειδικό …./2023 για τη δικάσιμο της 15ης-2-2024, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21ης-11-2024, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Στην τελευταία αυτή δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση έφεση των ηττηθέντων εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων κατά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 357/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 5-4-2023, πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 15-2-2021, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α΄ 149/30-7-2022), κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α΄ 104) και του πρώτου εδαφίου της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α΄ 48) ως προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου, που ανεστάλη κατά το διάστημα από 7-11-2020 έως 5-4-2021, νοείται και η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, καθώς και κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ως προθεσμία άσκησης ένδικου μέσου, της οποίας παρατάθηκε η λήξη, νοείται και η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, η προκείμενη διετής προθεσμία από τη δημοσίευση (15-2-2021) της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης προς άσκηση έφεσης ανεστάλη μέχρι την 5-4-2021, παρατάθηκε και έληξε την 5-4-2023, οπότε και κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το δικόγραφο της ένδικης έφεσης, όπως προαναφέρθηκε. Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./5-4-2023 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ………………/2023 e-παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ). Επομένως, εφόσον οι εκκαλούντες επικαλούνται κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και προβάλλουν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και καταλυτικές αυτής (αγωγής) ενστάσεις, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και περαιτέρω, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων – εναγόμενων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ως ουσιαστικά βάσιμη. Στη συνέχεια, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο η αγωγή, ερευνώμενη ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της (άρθρα 528, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα εξέθετε ότι δυνάμει του από 1-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, που υπό την τότε επωνυμία της «………………..» κατάρτισε με τον πρατηριούχο …………., υπεκμίσθωσε στον τελευταίο το περιγραφόμενο σε αυτό (συμφωνητικό) μίσθιο (πρατήριο), κείμενο στη Θήβα, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί εμπορικά, συνεργαζόμενος αποκλειστικά με την ενάγουσα ως προς την αγορά προς μεταπώληση πετρελαιοειδών (καυσίμων), με τους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες, που διαλαμβάνονται σε αυτό (συμφωνητικό), καθώς και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους, σε συνδυασμό και με την από 1-12-2007 σχετική επιστολή του πρατηριούχου, η υπαγωγή του στο σύστημα συντήρησης του περιγραφόμενου στην αγωγή κινητού εξοπλισμού του πρατηρίου, που καθόριζε η ενάγουσα, και η επιβάρυνσή του με την ανάλογη δαπάνη (πλέον ΦΠΑ). Περαιτέρω, ανέφερε ότι δυνάμει σχετικού όρου του ένδικου συμφωνητικού οι εναγόμενοι εγγυήθηκαν για αόριστο χρόνο την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν έξοδα πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη ………….. κάθε οφειλής του, κύριας ή παρεπόμενης, ή χρεωστικού υπολοίπου του, που προέρχεται από την ανωτέρω σύμβαση, παραιτούμενοι των δικαιωμάτων δίζησης και διαιρέσεως και ευθυνόμενοι απεριόριστα και εις ολόκληρον ως πρωτοφειλέτες, καθώς και ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης δεν θα επέφερε τη λύση της εγγύησης ή την απαλλαγή των εγγυητών. Ακόμα, ιστορούσε ότι δυνάμει του από 16-7-2012 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων και στο οποίο οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν ως εγγυητές, παρατάθηκε η διάρκεια της ένδικης υπομίσθωσης και εμπορικής συνεργασίας μέχρι την 31-8-2015, η οποία συνεχίστηκε σιωπηρά μέχρι την 24-10-2016, οπότε ο …………….. παρέδωσε στην ενάγουσα το μίσθιο και έτσι λύθηκε η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης. Μετά ταύτα, ισχυριζόταν ότι ο άνω πρατηριούχος, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 95.757,98 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τίμημα αγοράς καυσίμων, τα οποία του παραδόθηκαν και εκείνος παρέλαβε ανεπιφύλακτα, δυνάμει των ενσωματωμένων στην αγωγή δέκα εννέα (19) δελτίων αποστολής – τιμολογίων πώλησης έκδοσης της ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι αυτά (τιμολόγια) ήταν πληρωτέα κατά το χρόνο έκδοσης, καθώς και β) το ποσό των 3.003,59 ευρώ, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενο κόστος συντήρησης του τεχνολογικού εξοπλισμού του πρατηρίου, δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή δέκα (10) τιμολογίων παροχής υπηρεσιών έκδοσης της ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι αυτά (τιμολόγια) ήταν πληρωτέα κατά το χρόνο έκδοσης και συνακόλουθα, ο πρωτοφειλέτης εξακολουθεί να οφείλει στην ίδια (ενάγουσα), για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των (95.757,98 ευρώ + 3.003,59 ευρώ =) 98.761,57 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Ακόμα, ανέφερε ότι η επωνυμία της ήδη μεταβλήθηκε σε «………………» και με διακριτικό τίτλο «…………….», η οποία (μετονομασία) εγκρίθηκε με την επικαλούμενη απόφαση του αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., μετά από διαδοχικές αλλαγές της επωνυμίας της, νόμιμα εγκεκριμένες κάθε φορά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθώς και ότι δυνάμει έγγραφης ρήτρας παρέκτασης του ένδικου συμφωνητικού, για κάθε διαφορά, που απορρέει από αυτό, αρμόδια ορίστηκαν τα δικαστήρια του Πειραιά. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 98.761,57 ευρώ, για τις παραπάνω αιτίες, με το νόμιμο τόκο, για κάθε επιμέρους ποσό από τα ένδικα τιμολόγια, από την ημέρα που εκείνο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως για το ανωτέρω συνολικό ποσό, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι αντίδικοι της εις ολόκληρον στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή, στην οποία παραδεκτώς σωρεύονται κύριες αγωγές εγγύησης τιμήματος πώλησης και εγγύησης τιμήματος παροχής υπηρεσιών συντήρησης, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 42, 43, 44 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της άσκησης και συζήτησης αυτής α) έχει γίνει νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αγωγής στους εναγόμενους (άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ) [σχετ. οι με αριθμό …… Β/23-12-2019 και …….. Β/20-12-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας με έδρα το Πρωτοδικείο Θηβών ……….., αντιστοίχως] και β) έχει τηρηθεί η διαδικασία έγγραφης ενημέρωσης της ενάγουσας για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 (βλ. το από 10-12-2019 σχετικό έντυπο). Η δε αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 361, 481, 847, 848, 851, 854 ΑΚ, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, αφού έχει καταβληθεί, λόγω του καταψηφιστικού χαρακτήρα της, το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942 και άρθρο 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912) [βλ. το με αριθμό ………….. e-παράβολο σε συνδυασμό με την από 6-3-2020 απόδειξη καταβολής της τράπεζας EUROBANK].

ΙΙΙ. Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ………….. και …………., που εξετάστηκαν με επιμέλεια της εφεσίβλητης – ενάγουσας και των εκκαλούντων – εναγόμενων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αντιστοίχως, και οι οποίες (καταθέσεις) περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ_ΕΒ_………….._2024 από 14-2-2024 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών ………… (ΑΜΔΣΑ : …….), που λήφθηκε με επιμέλεια της εφεσίβλητης μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση των αντιδίκων της, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ……. Γ/9-2-2024 και ……. Γ/9-2-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας με έδρα το Πρωτοδικείο Θηβών ……………. με συνημμένη σε αυτές την από 7-2-2024 σχετική γνωστοποίηση μαρτύρων – κλήση, αντιστοίχως, που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από την εφεσίβλητη παραδεκτώς το πρώτον στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 529 ΚΠολΔ), από τη με αριθμό …………./19-3-2020 ένορκη βεβαίωση του ……………. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ……………., που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση των αντιδίκων της, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ……. Β/12-3-2020 και …….. Β/11-3-2020 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας …………… με συνημμένη σε αυτές την από 3-3-2020 σχετική γνωστοποίηση μαρτύρων – κλήση, αντιστοίχως, που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα τυγχάνει κάτοχος νόμιμης άδειας εμπορίας πετρελαιοειδών (καυσίμων). Δυνάμει του από 1-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας υπό την τότε επωνυμία της «………….» και του ……………… (εφεξής πρατηριούχος), η πρώτη υπεκμίσθωσε στο δεύτερο το περιγραφόμενο σε αυτό μίσθιο (πρατήριο), κείμενο στην οδό ………….. στη Θήβα, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί εμπορικά, συνεργαζόμενος αποκλειστικά με την ενάγουσα. Η διάρκεια της υπομίσθωσης και εμπορικής συνεργασίας ορίστηκε πενταετής, αρχής γενομένης από την 1-12-2007. Περαιτέρω, με τον τέταρτο (4ο) όρο του ένδικου συμφωνητικού περιγράφεται ο τεχνολογικός εξοπλισμός, που είναι εγκατεστημένος στο πρατήριο (μία αντλία ηλεκτρονική δίδυμη κ.α.) και με τον ίδιο συμβατικό όρο ο άνω πρατηριούχος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την υπαγωγή του στο σύστημα συντήρησης του εν λόγω εξοπλισμού, που καθόριζε η ενάγουσα, και την επιβάρυνσή του με την ανάλογη δαπάνη (πλέον ΦΠΑ). Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο λιανικής πώλησης βενζίνης και ακάθαρτου πετρελαίου και ως λιπαντήριο για την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων σε ορυκτέλαια – λιπαντικά, με αποκλειστική αγορά από τον άνω πρατηριούχο της βενζίνης και του πετρελαίου από την ενάγουσα και χρησιμοποίηση και των λιπαντικών που εμπορεύεται η ενάγουσα ή άλλων σχετικών ειδών της (όρος 6ος). Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι ο πρατηριούχος έχει την υποχρέωση να αγοράζει για μεταπώληση από το ανωτέρω πρατήριο, για όσο χρόνο ισχύει η υπομίσθωση, αποκλειστικά από την ενάγουσα βενζίνη σούπερ, σούπερ αμόλυβδη, αμόλυβδη απλή και ακάθαρτο πετρέλαιο κλπ., καθώς και κάθε άλλο είδος καυσίμου που τυχόν εμπορεύεται αυτή στην Ελλάδα (όρος 9ος). Ακόμα, ορίστηκε ότι ο πρατηριούχος έχει υποχρέωση να πληρώνει εμπρόθεσμα και μέσα στις καθοριζόμενες από την ενάγουσα προθεσμίες όλες τις οφειλές του για τις αγορές του από αυτήν (ενάγουσα) ή για άλλο λόγο [όρος 18ος]. Έτι περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι εγγυητές παρέχουν προς την ενάγουσα υπέρ του πρατηριούχου την ανεπιφύλακτη εγγύησή τους και παραιτούμενοι των δικαιωμάτων της διζήσεως και διαιρέσεως και εκείνων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 856, 862, 863 και 868 ΑΚ, δηλώνουν ότι ευθύνονται απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με αυτόν σαν πρωτοφειλέτες και αυτοφειλέτες για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν έξοδα πληρωμή από τον πρατηριούχο κάθε οφειλής του, κύριας ή παρεπόμενης, ή χρεωστικού υπολοίπου του και για την εκπλήρωση από τον τελευταίο κάθε υποχρεώσεώς του προς την ενάγουσα, υπάρχουσας ή μέλλουσας, που προέρχεται από την ένδικη σύμβαση ή από οποιαδήποτε εν γένει οικονομική ή εμπορική συναλλαγή του πρατηριούχου με την ενάγουσα, οποτεδήποτε και εάν αυτή λάβει ή έχει λάβει χώρα. Η διάρκεια της εγγύησης ορίστηκε αόριστη, ενώ  λύση της εγγύησης και απαλλαγή των εγγυητών από την ενάγουσα συμφωνήθηκε να συνομολογείται και να αποδεικνύεται μόνον εγγράφως. Πέραν αυτών, προς ασφάλεια της ενάγουσας για τις πάσης φύσεως οφειλές του πρατηριούχου, προερχόμενες ενδεικτικά από μισθώματα ή από την πώληση προς αυτόν εμπορευμάτων, ή από και τη χορήγηση σε αυτόν εμπορευματικής πίστωσης σύμφωνα με τον όρο 13 του ένδικου συμφωνητικού, ή από τα εκάστοτε χρεωστικά υπόλοιπα από τις διάφορες συναλλαγές του με την ενάγουσα ή από τη διενέργεια συντήρησης ή από τη διενέργεια διαφόρων εξόδων στο πρατήριο ή από απαιτήσεις της ενάγουσας για θετικές ή και αποθετικές ζημίες της ή για ποινικές ρήτρες ή γενικά από όλες τις παραπάνω αιτίες, καθώς και για τις πάσης φύσεως απαιτήσεις της, υπάρχουσες ή μέλλουσες, κύριες ή παρεπόμενες, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση ή από οποιαδήποτε οικονομική ή εμπορική συναλλαγή του πρατηριούχου με την ενάγουσα, οποτεδήποτε και εάν αυτή λάβει ή έχει λάβει χώρα, έστω και αν δεν κατονομάζονται ρητά στην ένδικη συμφωνία, ο πρατηριούχος ανέλαβε την υποχρέωση να αποδεχθεί και οι εναγόμενοι εγγυητές να τριτεγγυηθούν υπέρ αυτού έναντι της ενάγουσας μία συναλλαγματική όψεως με προθεσμία προς εμφάνιση 6 χρόνια από την έκδοσή της από την ενάγουσα σε διαταγή της, ποσού 103.000 ευρώ. Την εν λόγω συναλλαγματική συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται να εμφανίσει κατά την κρίση της οποτεδήποτε προς πληρωμή για την ικανοποίηση οποιωνδήποτε από τις παραπάνω αξιώσεις της κατά του πρατηριούχου και των εγγυητών. Ρητά δε διευκρινίστηκε ότι η αποδοχή και η τριτεγγύηση της άνω συναλλαγματικής δεν περιορίζει με κανένα τρόπο το ύψος των αξιώσεων της ενάγουσας ή και των υποχρεώσεων του πρατηριούχου και των εγγυητών προς αυτήν. Ακόμα, για πρόσθετη ασφάλεια της ενάγουσας σε σχέση με τις παραπάνω απαιτήσεις της ο πρατηριούχος και οι εγγυητές ανέλαβαν ρητά την υποχρέωση και υποσχέθηκαν ότι εντός προθεσμίας 5 εργασίμων ημερών από την πρόσκλησή τους από την ενάγουσα και μάλιστα κατά την ημέρα και ώρα που θα τους υποδείξει αυτή, θα προσέλθουν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και θα συναινέσουν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 103.000 ευρώ επί της ιδίας αυτών αξιόχρεης ακίνητης περιουσίας, διπλάσιας τουλάχιστον αξίας του παραπάνω ποσού, απαλλαγμένης οποιουδήποτε νομικού ελαττώματος και βάρους (όρος 24ος). Στη συνέχεια, με το από 16-7-2012 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόμενων ως εγγυητών, και που αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με το πιο πάνω από 1-12-2007 συμφωνητικό, παρατάθηκε η διάρκεια της υπομίσθωσης και εμπορικής συνεργασίας μέχρι την 31-8-2015, ημερομηνία κατά την οποία έληγε και η μίσθωση μεταξύ της ενάγουσας και του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Επίσης, προβλέφθηκε ότι ο πρατηριούχος έχει υποχρέωση να εξοφλεί στην ενάγουσα την αναλογούσα επί της ανά λίτρο τιμής βενζίνης, πετρελαίου κίνησης και υγραερίου εισφορά υπέρ του ΤΕΑΚΔΠΥΚ (Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων), που περιλαμβάνεται σε κάθε τιμολόγιο πώλησης. Η δε ένδικη υπομίσθωση και εμπορική συνεργασία συνεχίστηκε άτυπα μέχρι την 24-10-2016, οπότε ο πρατηριούχος παρέδωσε στην ενάγουσα το μίσθιο και έτσι λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης. Ωστόσο, ο πρατηριούχος εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 95.757,98 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τίμημα πώλησης καυσίμων στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας τους, το οποίο δεν εξόφλησε και το οποίο (τίμημα) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ειδικότερα, 1) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./18-3-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 9.794,37 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 18-3-2014, οπότε μετά την παρέλευση 9 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου, όπως προκύπτει από το ίδιο το τιμολόγιο, το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (27-3-2014), 2) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./24-3-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 7.352,89 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 24-3-2014, οπότε μετά την παρέλευση 9 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου, όπως προκύπτει από το ίδιο το τιμολόγιο, το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (2-4-2014), 3) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………/26-3-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 8.889,87 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 26-3-2014, οπότε μετά την παρέλευση 9 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου, όπως προκύπτει από το ίδιο το τιμολόγιο, το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (4-4-2014), 4) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………../31-3-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 11.002,53 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 31-3-2014, οπότε μετά την παρέλευση 9 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου, όπως προκύπτει από το ίδιο το τιμολόγιο, το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (9-4-2014), 5) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΖ …………/30-8-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.859,82 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 30-8-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (30-8-2014), 6) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………../2-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 7.862,35 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 2-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (2-9-2014), 7) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./4-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.203,44 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 4-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (4-9-2014), 8) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./6-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.227,19 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 6-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (6-9-2014), 9) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ …………../11-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.043,52 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 11-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (11-9-2014), 10) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ……../13-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 3.539,35 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 13-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (13-9-2014), 11) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./16-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.169,40 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 16-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (16-9-2014), 12) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./18-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 3.543,44 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 18-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (18-9-2014), 13) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………../20-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 2.729,89 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 20-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (20-9-2014), 14) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ……./22-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.341,03 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 22-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (22-9-2014), 15) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./24-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 3.335,56 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 24-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (24-9-2014), 16) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./25-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 4.177,46 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 25-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (25-9-2014), 17) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΜ ………./30-9-2014 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 3.220,62 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 30-9-2014, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (30-9-2014), 18) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΖ ………/3-2-2016 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 2.797,50 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 3-2-2016, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (3-2-2016) και 19) δυνάμει του με αριθμό ΔΑ – ΤΠ ΕΚΖ ………./31-8-2016 δελτίου αποστολής – τιμολογίου πώλησης, η ενάγουσα πώλησε στον πρατηριούχο καύσιμα αξίας 1.667,75 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, όπως αναλυτικά κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται σε αυτό, τα οποία του παραδόθηκαν και αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 31-8-2016, ενώ το τίμημα ήταν άμεσα πληρωτέο κατά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, οπότε το άνω ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (31-8-2016). Επιπλέον, ο πρατηριούχος εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα από παροχή σε αυτόν υπηρεσιών συντήρησης του τεχνολογικού εξοπλισμού του πρατηρίου, το συνολικό ποσό των 3.003,59 ευρώ, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Συγκεκριμένα, 1) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΜ ……../30-9-2014 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-7-2014 μέχρι 30-9-2014, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (30-9-2014), 2) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΖ ………../31-12-2014 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-10-2014 μέχρι 31-12-2014, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (31-12-2014), 3) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΜ ………../31-3-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-1-2015 μέχρι 31-3-2015, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (31-3-2015), 4) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΖ ………./30-6-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-4-2015 μέχρι 30-6-2015, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (30-6-2015), 5) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΜ ………./30-9-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-7-2015 μέχρι 30-9-2015, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (30-9-2015), 6) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΖ …………/31-12-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-10-2015 μέχρι 31-12-2015, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (31-12-2015), 7) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΜ ……../31-3-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-1-2016 μέχρι 31-3-2016, οφείλει το ποσό των 299,63 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (31-3-2016), 8) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΖ ……/30-6-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-4-2016 μέχρι 30-6-2016, οφείλει το ποσό των 302,06 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (30-6-2016), 9) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΜ ……../30-9-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-7-2016 μέχρι 30-9-2016, οφείλει το ποσό των 302,06 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (30-9-2016) και 10) δυνάμει του με αριθμό ΕΥΠΖ ………../31-12-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που αφορά την περίοδο από 1-10-2016 μέχρι 31-12-2016, οφείλει το ποσό των 302,06 ευρώ, περιλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, το οποίο ήταν πληρωτέο κατά το χρόνο έκδοσής του (31-12-2016). Συνεπώς, ο πρατηριούχος και πρωτοφειλέτης εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (95.757,98 + 3.003,59 =) 98.761,57 ευρώ, για τις παραπάνω αιτίες, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κατά τα προεκτεθέντα. Συνακόλουθα, οι εναγόμενοι ως εγγυητές ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον πρατηριούχο ως αυτοφειλέτες για την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού, σύμφωνα με τον πιο πάνω σχετικό συμβατικό όρο (όρος 24ος), όπως προαναφέρθηκε. Οι δε εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι, ήδη συνταξιούχοι, κατά τον επίδικο χρόνο της υπογραφής του επίμαχου συμφωνητικού ήταν επιχειρηματίες, που δραστηριοποιούνταν στην εκμετάλλευση βυτιοφόρων οχημάτων για τη μεταφορά καυσίμων από την ενάγουσα και παράλληλα ήταν ομόρρυθμα μέλη σε εταιρίες εκμετάλλευσης πρατηρίων υγρών καυσίμων, ότι όντες αυτοί (εναγόμενοι) συνδετικός «κρίκος» μεταξύ της ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη, τους ζητήθηκε και από τις δύο πλευρές να εγγυηθούν για την εμπορική τους συνεργασία, πλην όμως, η συμμετοχή τους ως εγγυητές θα ήταν απολύτως «τυπική» και δεν θα είχε αντίκτυπο στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ήτοι προβάλλουν, κατά τη δέουσα εκτίμηση από το παρόν Δικαστήριο, ένσταση εικονικότητας (άρθρο 138 ΑΚ) της δήλωσης εγγύησης στο ένδικο συμφωνητικό, την οποία γνώριζαν η ενάγουσα και ο πρωτοφειλέτης. Στο ίδιο πλαίσιο, ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι (εναγόμενοι) είχαν αποκλειστική συνεργασία με την ενάγουσα, τόσο ως προς τη μεταφορά των καυσίμων της όσο και ως προς την προμήθεια των πρατηρίων τους, η οποία, όπως τους διαβεβαίωσαν διευθυντικά στελέχη της ενάγουσας, δεν ήθελαν να διαταραχθεί με τυχόν εμπλοκή τους στην ένδικη εμπορική σύμβαση, και ταυτόχρονα είχαν δεσμούς εντοπιότητας και φιλικές σχέσεις με τον πρωτοφειλέτη, στοιχεία με βάση τα οποία θεώρησαν ότι πράγματι η εκ μέρους τους εγγύηση ήταν τυπική, ήτοι δεόντως εκτιμώμενη από το Δικαστήριο ως φαινομενική, χωρίς να παράγει για αυτούς έννομες συνέπειες (σχετ. ΑΠ 426/2024, ΑΠ 468/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, ο πιο πάνω προβαλλόμενος ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ………, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε, χωρίς να κατονομάσει το στέλεχος της ενάγουσας, με το οποίο φέρεται να ήρθαν σε επαφή οι εναγόμενοι, για εγγυητική ευθύνη ανά τιμολόγιο, εξηγώντας ότι τυπική εγγύηση σημαίνει ότι, αν δεν πληρωθεί ένα τιμολόγιο, η ευθύνη θα σταματήσει εκεί, δηλαδή ο τελευταίος κάνει λόγο για περιορισμένης έκτασης εγγυητική ευθύνη και όχι για ανύπαρκτη, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι προφορικά συμφωνήθηκε η τυπική υπογραφή της εγγυητικής σύμβασης (γεγονός που δεν επιβεβαιώνει ούτε ο άνω μάρτυρας ανταπόδειξης), η συμμετοχή τους στην ένδικη εμπορική σύμβαση μόνο «τυπική» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, δοθέντος ότι, πέραν της αναληφθείσας ρητώς εγγυητικής ευθύνης, η οποία ως προς την έκτασή της περιγράφεται πλήρως και εκτενώς στο σχετικό προειρημένο συμβατικό όρο, με το ένδικο συμφωνητικό οι ίδιοι τριτεγγυήθηκαν συναλλαγματική μεγάλου ποσού έκδοσης της ενάγουσας και επιπλέον υποσχέθηκαν να συναινέσουν σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος ακίνητης περιουσίας τους, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οπότε, ενόψει και αυτών των πρόσθετων υποχρεώσεων, που ανέλαβαν, οι ίδιοι ως έμπειροι επιχειρηματίες του συγκεκριμένου κλάδου των μεταφορών και των καυσίμων, ως συναλλασσόμενοι και αυτοί με τράπεζες και τρίτους στα πλαίσια της άσκησης της δικής τους εμπορικής δραστηριότητας και ως γνώστες των συναλλακτικών ηθών της τραπεζικής και της εν γένει εμπορικής αγοράς, προφανώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, αντιλήφθηκαν ότι εγγράφως δεν πρόκειται για «τυπική» και μόνο εγγυητική ευθύνη. Εξάλλου, οι εναγόμενοι δεν εκθέτουν επαρκώς για ποιο λόγο να ζητήσει ή έστω και να αποδεχθεί η ενάγουσα μια φαινομενική εγγυητική δήλωση των εναγόμενων, ενώ και η προβαλλόμενη από αυτούς αιτία, της δήθεν μη διατάραξης της εμπορικής συνεργασίας, που εκείνη (ενάγουσα) διατηρούσε με τους εναγόμενους, δεν παρίσταται πειστική και αληθοφανής. Αντίθετα μάλιστα, ο μάρτυρας απόδειξης, ………., επιθεωρητής πωλήσεων της ενάγουσας, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, διαψεύδει κατηγορηματικά τη δήθεν τυπική εγγύηση, δηλώνοντας επιπλέον ότι ο ίδιος προσωπικά έχει ενημερώσει προφορικά τους εναγόμενους για την ένδικη οφειλή τους από τον πρωτοφειλέτη και τους έχει οχλήσει επανειλημμένως ομοίως προφορικά, πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Περαιτέρω, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε, ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με την παραπάνω διάταξη ΑΚ 281. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 6/2016, Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 207/2014, ΜονΕφΠειρ 375/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αντίδικος τους ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της, διότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από τη δημιουργία της οφειλής μέχρι την επίδοση της αγωγής (2019), που έλαβε χώρα λίγο πριν την πάροδο της πενταετίας και την παραγραφή της ένδικης αξίωσης, ουδόλως τους όχλησε, έστω γνωστοποιώντας τους την ύπαρξη της ένδικης οφειλής, αλλά ουδέποτε τους ενημέρωσε για την ύπαρξη του οποιουδήποτε χρέους, παρά το γεγονός ότι σε ενδιάμεσα χρονικά σημεία, οπότε και έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της δικής τους εμπορικής συνεργασίας με την ενάγουσα, αλλά και μεταγενέστερα, με τη συνταξιοδότησή τους κατά το έτος 2016 και 2020, αντιστοίχως, οπότε και η εμπορική τους δραστηριότητα, ομοίως κατόπιν διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα, μεταβιβάστηκε στα τέκνα τους, μπορούσε να τεθεί το ζήτημα των ανείσπρακτων οφειλών του πρωτοφειλέτη, πλην όμως, εκείνη (ενάγουσα) δεν το έπραξε, ώστε οι συναλλακτικές τους σχέσεις με την ενάγουσα ουδόλως επηρεάστηκαν από την ύπαρξη των ένδικων οφειλών, μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, ότι κατά τον τρόπο αυτό η ενάγουσα άφηνε να εννοηθεί ότι δεν υπήρχαν οφειλές από την ιδιότητά τους ως εγγυητές, ή ότι, ακόμη και αν υπήρχαν, αυτές δεν σκόπευε να τις αναζητήσει από εκείνους (εναγόμενους), καθώς και ότι οι συνέπειες, που αυτοί υφίστανται από την επιδίωξη της ενάγουσας να εισπράξει από εκείνους τις υπέρογκες οφειλές του πρωτοφειλέτη, είναι προφανώς δυσβάστακτες, ενόψει και της συνταξιοδότησής τους, πέραν του ότι το επίδικο χρέος δημιουργήθηκε με ευθύνη της ενάγουσας, που συνέχισε να προμηθεύει με καύσιμα τον πρωτοφειλέτη παρά τη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατά παράβαση του επίδικου συμφωνητικού συνεργασίας, επιδεικνύοντας εκ μέρους της βαριά αμέλεια, αφού καθυστέρησε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα εναντίον του πρωτοφειλέτη, ακόμη και με την άρνηση της προμήθειας αυτού με καύσιμα, με αποτέλεσμα την υπέρμετρη διόγκωση της ένδικης οφειλής. Ωστόσο, με το παραπάνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθώς, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και εν προκειμένω της ενάγουσας, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί κατ’ αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ενάγουσας) και του υπόχρεου (εναγόμενων), εφόσον όμως, αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, τις οποίες εν προκειμένω δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι, ενόψει των οποίων και της επικαλούμενης αδράνειας της ενάγουσας, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, ο προβαλλόμενος περί καταχρηστικότητας ισχυρισμός είναι απορριπτέος, διότι επιχειρείται να θεμελιωθεί σε αντιφατικά περιστατικά, καθόσον, αφενός προβάλλεται ότι δεν γνώριζαν την επίδικη οφειλή του πρωτοφειλέτη, αφετέρου ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα τους δημιούργησε την εντύπωση ότι δεν θα διεκδικήσει δικαστικά την είσπραξη της ένδικης οφειλής από εκείνους, την οποία όμως, φέρεται ταυτόχρονα να αγνοούσαν, αφού ουδέποτε τους γνωστοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την ενάγουσα. Άλλωστε, μόνη η επικαλούμενη παράλειψη της ενάγουσας να ενημερώσει τους εναγόμενους για την επίδικη οφειλή κατά τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας, που εκείνοι διατηρούσαν με την ενάγουσα και πριν τη συνταξιοδότησή τους, δεν θεωρείται ικανή να τους δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι η ίδια (ενάγουσα) δεν θα επιδίωκε την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής της από τους εγγυητές, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, αφορώντων θετικές ενέργειες αυτής, τέτοιες όμως, πράξεις δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι (πρβλ. ΑΠ 83/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένης υπόψη και της εμπειρίας τους περί των εμπορικών συναλλακτικών ηθών, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου, ο άνω μάρτυρας απόδειξης, εξετασθείς στο ακροατήριο, κάνει μνεία 2 τουλάχιστον προφορικών ενημερώσεων προς τους εναγόμενους πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής (τα ίδια περιστατικά επιβεβαιώνει και στη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ_ΕΒ_…………._2024 ένορκη βεβαίωσή του), οπότε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των τελευταίων πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος στην ουσία του. Επιπρόσθετα, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη. Επίσης, η αγωγή ή ανακοπή από την ως άνω διάταξη πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της και συγκεκριμένα ποια ακριβώς ήταν η οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη πριν γίνει αναξιόχρεος, δηλαδή ποια ήταν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και ποια η αξία τους, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η έγκαιρη και ορθή συναλλακτικά συμπεριφορά του δανειστή θα είχε λογικά ως αποτέλεσμα την ικανοποίησή του (Ολ ΑΠ 6/2000, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1137/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες – πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή ιδίως όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος ο οφειλέτης, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο, από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ’ αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 419/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ισχυρίζονται ότι τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, που επέδειξε η αντίδικος τους, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των ληξιπρόθεσμων και απλήρωτων τιμολογίων και εν γένει οφειλών όχι μόνο δεν φρόντισε να ικανοποιήσει τις ένδικες απαιτήσεις της από τον πρωτοφειλέτη, αλλά συνειδητά επαύξησε αυτές σε δυσθεώρητα ύψη, καθυστερώντας να λάβει τα κατάλληλα μέτρα εναντίον του, προτού καταστεί αναξιόχρεος, ακόμα και με την άρνηση της προμήθειας αυτού με καύσιμα, με αποτέλεσμα αυτοί (εναγόμενοι) να πρέπει να ελευθερωθούν από την εγγυητική τους ευθύνη. Ωστόσο, στο μέτρο κατά το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση ελευθέρωσης των εναγόμενων – εγγυητών στο επικαλούμενο άρθρο 862 ΑΚ, ο ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι, και αληθής υποτιθέμενος, δεν πληροί τους όρους της ως άνω διάταξης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, δοθέντος ότι οι εναγόμενοι ουδόλως επικαλούνται ότι η έγκαιρη ικανοποίηση της ενάγουσας θα ήταν δυνατή από τον πρωτοφειλέτη, διότι εκείνος διέθετε ικανή περιουσία, οπότε η σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση θα είχε το επιδιωκόμενο από την επισπεύδουσα – ενάγουσα οικονομικό αποτέλεσμα και ότι η ενάγουσα αμέλησε για ικανό χρόνο να καταδιώξει δικαστικά τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος μεταγενέστερα κατέστη αναξιόχρεος, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται σε τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη. Αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, κινήθηκε δικαστικά κατά του πρωτοφειλέτη, καθώς εκδόθηκε, κατόπιν αίτησής της, σε βάρος του τελευταίου η με αριθμό ……../2014 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θηβών και η με αριθμό ……./2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, όπως και η με αριθμό 687/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των εκεί διαδίκων επί της από 14-11-2018 με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2018 αγωγής της ενάγουσας κατά του πρωτοφειλέτη. Συνεπώς, ουδόλως προκύπτει βαριά αμέλεια της ενάγουσας συναρτώμενη με την επιδίωξη είσπραξης της απαίτησής της από τον πρωτοφειλέτη και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγόμενων τυγχάνει απορριπτέος. Ωσαύτως, ουδόλως προκύπτει βαριά αμέλεια της ενάγουσας ως προς την αύξηση του επίδικου χρέους εξαιτίας των επίδικων τιμολογίων πώλησης καυσίμων, διότι η πλειοψηφία αυτών έχει εκδοθεί εντός του διαστήματος από Μάρτιο έως Σεπτέμβριο του έτους 2014 (τα 17 από τα 19 και τα περισσότερα με τα μεγαλύτερα ποσά) και κατά τον τρόπο αυτό, δεν δύναται να καταλογιστεί σε βαριά αμέλεια της ενάγουσας η έκδοση των επίδικων αυτών τιμολογίων, ενόσω δεν είχε καταστεί εμφανής η κακή οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη (πρβλ. ΑΠ 1216/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένου υπόψη και του ότι η πρώτη διαταγή πληρωμής (282/2014) σε βάρος του πρωτοφειλέτη εκδόθηκε την 25-9-2014 κατόπιν σχετικής από 23-9-2014 αίτησης της ενάγουσας και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγόμενων πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 10-12-2009 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, η επωνυμία της άλλαξε σε «…………» και διακριτικό τίτλο «………» από «………….» και διακριτικό τίτλο «………..» (ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, αρ. φύλλου ……/4-1-2010). Έπειτα, αποδείχθηκε ότι την 31-8-2016 η επωνυμία της ενάγουσας μεταβλήθηκε σε «…………..» και διακριτικό τίτλο «……….» από «………..» και διακριτικό τίτλο «…………», ενώ η αλλαγή αυτή εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτ. 17992/2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Βόρειου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. την 31-8-2016 με κωδικό αριθμό ……….. Κατόπιν, η ενάγουσα μετονομάστηκε εκ νέου σε «………….» και διακριτικό τίτλο «………», ενώ η μετονομασία αυτή εγκρίθηκε με τη με αριθμό 6557/2019 απόφαση του Αντιπεριφειάρχη ΠΕ Βόρειου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. την 30-8-2019 με κωδικό αριθμό ……… (ανακοίνωση Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό πρωτ. ………./30-8-2019). Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 98.761,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συγκεκριμένα : Α) 1) ποσό 9.794,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 28-3-2014, 2) ποσό 7.352,89  ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-4-2014, 3) ποσό 8.889,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-4-2014, 4) ποσό 11.002,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10-4-2014, 5) ποσό 4.859,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 31-8-2014, 6) ποσό  7.862,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-9-2014, 7) ποσό 4.203,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-9-2014, 8) ποσό 4.227,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την  7-9-2014, 9) ποσό 4.043,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 12-9-2014, 10) ποσό 3.539,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 14-9-2014, 11) ποσό 4.169,40  ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17-9-2014, 12) ποσό 3.543,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 19-9-2014, 13) ποσό 2.729,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-9-2014, 14) ποσό 4.341,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 23-9-2014, 15) ποσό 3.335,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 25-9-2014, 16) ποσό 4.177,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 26-9-2014, 17) ποσό 3.220,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 18) ποσό 2.797,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 4-2-2016, 19) ποσό 1.667,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-9-2016, και Β) 1) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 2) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2015, 3) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2015, 4) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2015, 5) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2015, 6) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2016, 7) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2016, 8) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2016, 9) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την  1-10-2016 και 10) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2017. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγόμενων – εκκαλούντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας – εφεσίβλητης, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63, 68, 84 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ πρέπει και να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τους εκκαλούντες για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/5-4-2023 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στους τελευταίους, καθότι η έφεσή τους έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 357/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 357/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-12-2019 με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./2019 και ειδικό ………/2019 αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των ενενήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (98.761,57 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συγκεκριμένα : Α) 1) ποσό 9.794,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 28-3-2014, 2) ποσό 7.352,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-4-2014, 3) ποσό 8.889,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-4-2014, 4) ποσό 11.002,53  ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10-4-2014, 5) ποσό 4.859,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 31-8-2014, 6) ποσό 7.862,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 3-9-2014, 7) ποσό 4.203,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-9-2014, 8) ποσό 4.227,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 7-9-2014, 9) ποσό 4.043,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 12-9-2014, 10) ποσό 3.539,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 14-9-2014, 11) ποσό 4.169,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 17-9-2014, 12) ποσό 3.543,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 19-9-2014, 13) ποσό 2.729,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 21-9-2014, 14) ποσό 4.341,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 23-9-2014, 15) ποσό 3.335,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 25-9-2014, 16) ποσό 4.177,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 26-9-2014, 17) ποσό 3.220,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 18) ποσό 2.797,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 4-2-2016, 19) ποσό 1.667,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-9-2016, και Β) 1) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2014, 2) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2015, 3) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2015, 4) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2015, 5) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2015, 6) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2016, 7) ποσό 299,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-4-2016, 8) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-7-2016, 9) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-10-2016 και 10) ποσό 302,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2017.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγόμενων – εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας – εφεσίβλητης, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (4.600,00) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στους εκκαλούντες.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 11 Δεκεμβρίου 2025, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ