ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 748/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη του Δ.Σ.Π. με Α.Μ. ……….
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, με Α.Φ.Μ. …………. που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….. και το οποίο εκπροσωπήθηκε με δήλωση από τον δικαστικό του πληρεξούσιο Ευάγγελο Σαλαμάρα του Ν.Σ.Κ. με Α.Μ. ……. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
Το ενάγον άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης αγωγής ……………/2023 η οποία εκδικάστηκε κατά την δικάσιμο της 27-5-2024 κατά την τακτική διαδικασία-κτηματολόγιο και εκδόθηκε η με αριθ. 2443/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την με αριθ. εκθ. καταθ…………../2025 έφεσή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με αριθμό εκθ. κατ. δικ. ……………/2025 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ ο εκκαλών εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του ο οποίος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ………………/2025 έφεση κατά της με αριθμό 2443/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία-κτηματολόγιο αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2023 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος. Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εναγόμενο και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 2 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 17-7-2024 ενώ η έφεση της ασκήθηκε στις 25-2-2025 (βλ την με αριθμό ………../2025 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ένδικου μέσου της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά) καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 ΚΠΟΛΔ (βλ. το με αριθμό ……………. e-παράβολο όπως προκύπτει από την ανωτέρω κατάθεση ενδίκου μέσου.) Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠΟΛΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της(άρθρο 524 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).
Με την ένδικη αγωγή του το ενάγον εκθέτει ότι έχει πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μίας δασικής έκτασης εμβαδού 180 τμ, συνορευόμενη γύρωθεν με δημόσιες δασικές εκτάσεις που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως της δημοτικής ενότητας Νίκαιας του δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη, της περιφερειακής ενότητας Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής στην θέση Νίκαια θέση ………….. τετραγώνου η οποία φέρει ΚΑΕΚ …………….. στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Ότι η προπεριγραφόμενη δημόσια δασική έκταση απεικονίζεται στον αναρτημένο δασικό χάρτη της δημοτικής ενότητας Νίκαιας, απόσπασμα του οποίου επισυνάπτεται στην αγωγή με πράσινο χρώμα, εντός μαύρου περιγράμματος και με χαρακτηρισμό ΔΔ(ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΛΗΨΗΣ Η ΠΡΟΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ/ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ) και ΔΑ(ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/Φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΛΗΨΗΣ Η ΠΡΟΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ/ ΑΛΛΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ) και περιλαμβάνεται σε ευρύτερο πολύγωνο δασικού χαρακτήρα. Ότι περαιτέρω το επίδικο εμπίπτει στην δασική έκταση που περιλαμβάνεται στην με αριθμό πρωτ. …../6-6-2002 δήλωση ιδιοκτησίας του γενικού γραμματέα Περιφέρειας Αττικής και στην με αριθμό …../10-2-2003 ένσταση του ν.2308/1995 προς την Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων του ΟΚΧΕ. Ότι το ως άνω γεωτεμάχιο εσφαλμένα δεν καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και στα κτηματολογικκά φύλλα του τέως κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας και ήδη Πειραιώς και Νήσων ως ανήκον στην κυριότητα του ενάγοντος αλλά καταχωρήθηκε εσφαλμένα στις αρχικές εγγραφές στο όνομα του εναγόμενου. Ότι τι δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στην επίδικη έκταση προκύπτει από α) το ότι η επίδικη έκταση περιήλθε σε αυτό ως μηδέποτε εξουσιασθείσα δημόσια δασική γαία (μιριγέ)κατ’ άρθρο 3 ΟθΝπΓ, για την οποία ουδέποτε παραχωρήθηκε το δικαίωμα εξουσίασης, ουδέποτε εκδόθηκε γι’ αυτή τίτλος εξουσίασης, ενώ το ενάγον ουδέποτε αναγνώρισε ιδιωτικά δικαιώματα σε αυτή, β) άλλως περιήλθε στην κυριότητα του ως αδιαφιλονίκητα εθνική κατ’ άρθρα 1,2,3 του από 17/29-11-1836 β/δ/τος (ΦΕΚ Α 69/1/12/1836), γ) άλλως διότι περιήλθε σε αυτό ως εξ’ αρχής αδέσποτη κατ’ άρθρο 16 του ν. 21.6/10-7-1837 Περί διακρίσεως Δημοσίων Κτημάτων και με δεδομένο ότι από την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1945 και 2015 δεν προκύπτει η ύπαρξη καλλιέργειας ή άλλων διακατοχικών πράξεων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενο έννομο συμφέρον αναφέροντας παράλληλα ότι η αξία του επίδικου ανέρχεται στο ποσό των 99,86 ευρώ το ενάγον ζητεί α) να αναγνωριστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος της ανωτέρω δασικής έκτασης η οποία φέρει ΚΑΕΚ ………. στα κτηματολογικά βιβλία του τέως κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας και ήδη Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και νήσων και β) να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων και στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ……………… ώστε αντί του εσφαλμένα αναγραφόμενου ως δικαιούχου εναγόμενου, να αναγραφεί το ενάγον ως πλήρης κύριος κατά ποσοστό 100% με την αναφερόμενη ανωτέρω αιτία κτήσης και γ) να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκδικάζοντας την ένδικη αγωγή κατά την τακτική διαδικασία-κτηματολόγιο αντιμωλία των διαδίκων αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη την έκανε δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής με την από με αριθμ. Εκθ. Καταθ. ………./2025 έφεση του παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών για τους περιεχόμενους στην ανωτέρω έφεση του λόγους οι οποίοι όπως αυτοί εκτιμώνται από το Δικαστήριο ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης έτσι ώστε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος.
Ο διαφορετικός χρόνος και τρόπος προσάρτησης των εδαφών που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος καθιστά επιτακτική την ανάλυση ανά περιοχή της νομικής βάσης περιέλευσης στο Ελληνικό Δημόσιο των “εθνικών γαιών”, όπως ειδικότερα καλείται η ελληνική γη που είχε κατακτηθεί από τον Σουλτάνο και ανήκε κυρίως σε αυτόν ή στην περίπτωση των γαιών ελεύθερης ιδιοκτησίας στους Οθωμανούς που είχαν εγκατασταθεί κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας στην υποδουλωμένη Ελλάδα. Σύμφωνα δε με το οθωμανικό δίκαιο και συγκεκριμένα σύμφωνα με τα άρθρα 1-3 του σημαντικότερου οθωμανικού νόμου περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιών, ήτοι του Οθωμανικού Νόμου “Περί γαιών” της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), οι γαίες διακρίνονταν σε: (Βλ. για την έννοια των εθνικών γαιών, εθνικών θεσσαλικών γαιών και γαιών Νέων Χωρών Ζαβρακλή Χρ., ό.π. υποσημ. 31, σελ. 271. 32α) γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξρυσίασης (τεσσαρούφ), γ) αφιερωμένες γαίες (βακούφια), η χρήση και εκμετάλλευση των οποίων γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Από τα ανωτέρω ρητώς προκύπτει ότι στο Οθωμανικό Κράτος όλη η γη, πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες ανήκαν σε ιδιώτες, περιερχόταν, κατά το κοράνιο και το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο, στην κυριότητα του κυρίαρχου Σουλτάνου, ως εκπροσώπου του τουρκικού δημοσίου και θεωρείτο, επομένως, δημόσια. Ως “Παλαιό Βασίλειο” προσδιορίζονται τα εδάφη εκείνα που συγκρότησαν την αρχική εδαφική επικράτεια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και είναι συγκεκριμένα η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα, η Εύβοια, η Φθιώτιδα, οι Κυκλάδες, και οι Νήσοι του Σαρωνικού. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” και τα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6- 1830 και της 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης “Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων”, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο (Ελευθεριάδου Γνωμοδοτήσεις έκδ. Εθν. Τυπογραφείου 1915,1. Καραγιάννης στο ΝοΒ 26.1133) υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον απ` αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 “Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων”, περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως “περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος” και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7- 1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε διά δημεύσεως «πολεμικώ δικαιώματι» και ειδικότερα με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση “δικαιώματι πολέμου”, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητος των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς, (βλ. ΑΠ 222 /2017, ΤΝΠΔΣΑ και Γ. Καριψιάδη «Η Ελλάδα ως διάδοχον κράτος», έκδοσιν 2000, σελ. 137-145 και 178επ.). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Πελοπόννησος, όσα από αυτά ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας. Περαιτέρω όσον αφορά όσα ακίνητα βρίσκονταν είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Δηλαδή, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα, η κτήση των οποίων έγινε δια δημεύσεως “πολεμικώ δικαιώματι”, ενώ όσα ακίνητα βρίσκονταν είτε στην ελληνική, είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής κατά την 3-2- 1830 εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο Ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και με άκυρο κατά το Οθωμανικό δίκαιο τίτλο, αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας “δικαιώματι πολέμου”, θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητος υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι “ιδιοκτησίας” θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 “περί διακρίσεως κτημάτων” (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ’ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9- 1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 “Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων”, οι οποίες έκτοτε ανέστειλαν και απαγόρευσαν κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία και απαγόρευσαν κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά . Εξάλλου κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη. Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου”, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός τους να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005) καλή πίστη δε, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος 3/15.12.1833 “περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικό ιδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834” όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο “ταπί”, εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1718.2.1864 “περί βοσκήσιμων γαιών”, με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.371.4.1880 “περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών” κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί, λιβαδιών ή βοσκοτόπων και δασών από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί έως και τις 11.9.1915 (ΑΠ 279/2019, 7/2019, 8/2019, 826/2018 και 1753/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 850/2019, 590/2019). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, όπως ακριβώς και τα δάση (ΑΠ 987/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ. Πειρ 16/2021). Ούτε τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις ως προϋπόθεση της αξιουμένης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημοσίων κτημάτων πραγμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ. α’ του άνω από 17-11-1836 β.δ/τος (ΑΠ 1355/2014, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του Νόμου της 21-6/10-7-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ. Ο νόμος αυτός «Περί διακρίσεως κτημάτων» τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν «δικαιώματι πολέμου» ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 27/2019, ΑΠ 8/2019, ΕφΠειρ 26/2020, ΕφΠειρ 435/2016, ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα λοιπόν, με τα παραπάνω, το ελληνικό δημόσιο μπορεί να επικαλεστεί κυριότητα στα αδέσποτα ακίνητα θεμελιούμενη με τους ακόλουθους πρωτότυπους τρόπους: α) με πραγματική κατάληψη των κτημάτων, που είχαν καταστεί αδέσποτα λόγω της εγκατάλειψης τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα με το προϊσχύσαν βυζαντινορωμάίκό δίκαιο, β) με ex lege κτήση των ίδιων κτημάτων, καθώς και αυτών που εγκαταλείφθηκαν στη συνέχεια από οποιονδήποτε ιδιώτη με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα, σύμφωνα με το νόμο «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1837, γ) με κτήση, σύμφωνα με την ΑΚ 972, των ακινήτων τα οποία κατέστησαν αδέσποτα λόγω της παραίτησης των κυρίων τους από την κυριότητα με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με αντίστοιχα κρίσιμες ημερομηνίες τα έτη 1830 (διαδοχή του Ελληνικού κράτους στα δικαιώματα του οθωμανικού δημοσίου), 1838 (έναρξη ισχύος του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων») και 1946 (έναρξη ισχύος ΑΚ), βαρυνόμενο δικονομικώς με την απόδειξη συνδρομής των όρων του καθενός από τους παραπάνω τρόπους. Ειδικά για τους δύο πρώτους προαναφερόμενους τρόπους κτήσης κυριότητας ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή όταν πρόκειται για ακίνητο που έχει καταστεί αδέσποτο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, η κυριότητα του οποίου επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο ότι του ανήκει, είναι προφανής η δυσχέρεια όχι μόνο να προβληθεί ορισμένα, αλλά και να αποδειχθεί ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός του, καθώς τις περισσότερες φορές δεν είναι δυνατή η εξειδίκευση (αλλά και η απόδειξη) των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τις βάσεις αυτές. Συγκεκριμένα, το ενάγον Δημόσιο οφείλει να προσδιορίσει πώς το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο, εάν πρόκειται για εξ αρχής αδέσποτο ή όχι, οπότε στην τελευταία περίπτωση που αυτό έχει προϋπάρξει υπό τη δεσποτεία άλλου, οφείλει περαιτέρω να προσδιορίσει ποιο ήταν αυτό το πρόσωπο και πώς απέβαλε την κυριότητά του. Περαιτέρω και εφόσον το Δημόσιο επικαλείται ότι το αδέσποτο ακίνητο περί ήλθε στην κυριότητα του πριν την ισχύ του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1837, πρέπει επιπλέον να επικαλεστεί και όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την πραγματική κατάληψή του ακινήτου από αυτό, η οποία απαιτείτο κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας του.
Το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ως τμήμα μείζονος δημοσίου κτήματος το απέκτησε α) «δικαιώματι πολέμου», διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, β) άλλως ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους άλλως δυνάμει της παραπάνω Συνθήκης και των σχετικών πρωτοκόλλων, ως ανήκουσα πριν την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων το είχαν εγκαταλείψει και αναχώρησαν από τις περιοχές των Αθηνών, Πειραιώς, Στερεάς και Πελοποννήσου, που είχαν προσδιορισθεί ως περιοχές μέλλουσες να αποτελέσουν το Ελληνικό Κράτος και κατά συνέπεια δεν εδεσπόζοντο πλέον από αυτούς, και κατελήφθη από αυτό την 21-1/3-2-1830 γ) άλλως, διότι αποτελούσε δάσος κατά την 1-12-1836 χωρίς ποτέ μέσα στις νόμιμες προθεσμίες του β.δ. 17/29-11-1836 να αναγνωρισθεί κανένας, συμπεριλαμβανομένων του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, κύριος κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, δ) άλλως, διότι ήταν αδέσποτο κατά την 21-6/10-7- 1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τον τρόπο κτήσης της επίδικης έκτασης είναι απορριπτέοι : κατά τα (β) και (δ) σκέλη του ως αόριστοι, διότι το εφεσίβλητο – ενάγον δεν επικαλείται τα αναγκαία για την θεμελίωση αυτών περιστατικά (ποιος ήταν ο Οθωμανός κύριος του επιδίκου ή πότε έγινε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο με πρόθεση παραιτήσεως από του δικαιώματος κυριότητας). Σημειώνεται επίσης ότι ο τρόπος απόκτησης κυριότητας από πλευράς του Δημοσίου θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως απορριπτέος ως αόριστος τυγχάνει και ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδέσποτο, διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της παραπάνω διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, και χωρίς να προσδιορίζει ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη, αφετέρου ως αδέσποτου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου άλλως των άρθρων 2 § 1 του Ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, καθόσον δεν γίνεται σαφής επίκληση περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο ακίνητο ήταν ήδη από τις 10-7-1837 εξαρχής αδέσποτο οπότε και εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις, ή έστω η ειδική διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 1539/1938 περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων.
Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και το με αριθμό …………../16/10/1875 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ……… το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών στον τόμο .. αριθμός ….. και της από 22-11-1912 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύτηκε και κηρύχτηκε κυρία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8-7-1913 με την με αριθμό 370/1913 απόφαση του τα οποία παραδεκτά προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 529 ΚΠΟΛΔ) καθόσον στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από δικαιολογημένη αιτία δεν προσκομίστηκαν διότι οι ανωτέρω τίτλοι κτήσης κυριότητας του εναγόμενου και νυν εκκαλούντα ήταν πολύ δύσκολο να ανευρεθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα και να προσκομιστούν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 448 παρ.2,4,457 παρ.4 ΚΠΟΛΔ) και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο είναι ένα γεωτεμάχιο εμβαδού 180 τμ που βρίσκεται στην θέση Νίκαια θέση ………….. Τετραγώνου εκτός σχεδίου πόλεως το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ……/0/0 στα κτηματολογικά γραφεία του τέως κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας και ήδη κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Το ανωτέρω ακίνητο περιλαμβάνεται στον μερικώς κυρωμένο δυνάμει της με αριθμό ……/26/9/2022 απόφασης του γενικού γραμματέα δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ 819/11/11/2022) Δασικό χάρτη της δημοτικής ενότητας Νίκαιας ο οποίος απεικονίζει την επίδικη έκταση με πράσινο χρώμα εντός μαύρου περιγράμματος σε υπόβαθρο αεροφωτογραφιών του έτους λήψης 2015 και 1945 δασικού χαρακτήρα έκταση του αρ.3 του ν.998/1979 με χαρακτηρισμό ΔΔ(ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/Φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΛΗΨΗΣ Η ΠΡΟΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ/ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ) και ΔΑ(ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ Α/Φ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ Η ΠΡΟΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΑΛΛΗΣ ΜΟΡΦΗΣ/ ΚΑΛΥΨΗΣ ΣΤΙΣ ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΨΙΕΣ). Κατά του κύρους του δασικού χάρτη δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις ούτε από τον εναγόμενο, ούτε από οιανδήποτε άλλο σύμφωνα με την διαγραφόμενη στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν.3889/2010 διαδικασία. Με την με αριθμό πρωτ. 24414/4876/8-9-1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κηρύχτηκε υπό κτηματογράφηση ο Δήμος Νίκαιας του νομού Αττικής. Με την με αριθμό πρωτοκόλλου 318/5/1/8/2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ, διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα του δήμου Νίκαιας και με την με αριθμό 322/2/31/8/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ Β 1277/12/9/2005 όπως διορθώθηκε με το ΦΕΚ Β 1333/21/9/2005) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του δήμου Νίκαιας και ορίστηκε ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή η 12-9-2005. Με βάση την αρχική εγγραφή του Κτηματολογίου στην περιοχή η 12-9-2005. Με βάση την αρχική εγγραφή στα Κτηματολογικά βιβλία του τέως Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας και ήδη Πειραιώς και Νήσων, το εγγραπτέο δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ 05 109 37 66 001/0/0 καταχωρίστηκε ανακριβώς στο όνομα του εναγόμενου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δυνάμει του με αριθμό …………/5/11/1992 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών …………….. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στον τόμο …. με αριθμό ……, ο ενάγων απέκτησε από την ……………, ένα αγροτεμάχιο κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως στην θέση …………. της περιφέρειας του δήμου Νίκαιας Αγίου Ιωάννη Ρέντη του τέως δήμου Πειραιά, εμφαινόμενο με τον αριθμό .. του … τετραγώνου στο από Ιουλίου 1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ……….., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό …. συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., εκτάσεως μέτρων 180, όπως δε φαίνεται και στο από 30-3-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ………. και με αλφαβητικά στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο με αριθμό …./82 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. Το αγροτεμάχιο συνορεύει βορείως με ανώνυμη οδό, επί προσώπου δέκα μέτρων νοτίως με το με αριθμό 8 αγροτεμάχιο ίδιου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος, επί πλευράς μέτρων 10, ανατολικά με το με αριθμό 24 αγροτεμάχιο, επί πλευράς μέτρων 18 και δυτικά με το με αριθμό 22 αγροτεμάχιο ίδιου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος επί πλευράς μέτρων 18. Στην δικαιοπάροχο του εναγόμενου …, θυγατέρα ………, το γένος …….., το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε με αγορά, δυνάμει του με αριθμό ………/3-4-1982 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στον τόμο …., με αριθμό ……, από τον …………… Στον τελευταίο περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του με αριθμό …../1959 συμβολαίου πώλησης του συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών ……….. νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στον τόμο …, με αριθμό …. από τους ………………. Στους δικαιοπαρόχους του το παραπάνω γεωτεμάχιο περιήλθε δυνάμει της από 2-9-1941 ιδιόγραφης διαθήκης της …………… η οποία δημοσιεύτηκε στις 18-8-1949 και κηρύχτηκε κυρία με την με αριθμό 7075/1949 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την με αριθμό …./1949 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ………. και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς στον τόμο …. με αριθμό ….. Το παραπάνω ακίνητο στην …………… και στην …………….. είχε περιέλθει εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της ……………., δυνάμει της από 22-11-1912 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύτηκε και κηρύχτηκε κυρία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8-7-1913 με την με αριθμό 370/1913 απόφαση του. Στο αποβιώσαντα πατέρα της ………….. περιήλθε το ανωτέρω αγροτεμάχιο εκ πωλήσεως από τον …………. με το με αριθμό ………../16-10-1875 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……….. νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων στον τόμο …. με αριθμό …….. Επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται αδιάκοπη σειρά τίτλων κυριότητας για το επίδικο ακίνητο από το έτος 1875 μέχρι το έτος 1992 χρόνο κτήσης του ακινήτου από τον εναγόμενο. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι για το χρονικό διάστημα από τις 16-10-1875 έως τις 16-10-1905 και πάντως προ τις 11-9-1915 ο τότε κύριος, κάτοχος και νομέας του επίδικου ακινήτου ………… απέκτησε το παραπάνω γεωτεμάχιο το οποίο και ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο αποτελούμενο αυτό τμήμα του καθόταν αυτός (…….. ) το νεμόταν διάνοια κυρίου επί τριακονταετία με καλή πίστη, με νομιζόμενο τίτλο και δη το με αριθμό ………../16/10/1875 συμβόλαιο ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσήκουσες διακατοχικές πράξεις. Επομένως ο πρώτος προκτήτορας ……………. απέκτησε νόμιμα την κυριότητα νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου δια εκτάκτου χρησικτησίας όπως άλλως και οι λοιποί δικαιοπάροχοι του καθόσον απέκτησαν από κύριο όπως και ο ενάγων. Πρέπει συνεπώς να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της ένδικης έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων δεκτής γενόμενης της ένστασης περί ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο ενάγων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά παραδοχή των λόγων της, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, και να απορριφθεί ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του με αριθμό ……………. e- παράβολου στον εκκαλούντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠΟΛΔ) καθώς επίσης να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, 28 παρ. 5 του 2579/1998 και 2 της με αριθμό 134423/08.12.1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.01.1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (βλ. ΑΠ 589/2015, ΑΠ 40/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΓΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την με αριθμό ………../2025 έφεση κατά της με αριθμό 2443/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά(τακτική διαδικασία-κτηματολόγιο).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 2443/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία-κτηματολόγιο).
ΑΠΟΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό έκθεση κατάθεση δικογράφου 3858/1901/2023 αγωγή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης (με αρ. …… e-παράβολο) στον καταθέσαντα εκκαλούντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις 16- 12-2025 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ