ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Τμήμα 4ο
Αριθμός απόφασης : 38/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(τμήμα 4ο)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
TOY ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Μαρία Σταμάτη.
Της ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Ηλία Τζιτζικάκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 13-11-2020 και με αρ. καταθ. ……………/13-11-2020 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 2275/2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 12-10-2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2022 έφεσή του, η συζήτησης της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.12.2023 και κατόπιν αναβολής για την παρούσα συνεδρίαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12-10-2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2022 έφεση του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος κατά της με αρ. αριθ. 2275/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό της έφεσης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, με δεδομένο ότι διαφορές οικογενειακού δικαίου (592 αρ.3 στοιχ.α’ και β’ ΚΠολΔ εξαιρούνται ρητά από το νόμο (άρθρο 495 § 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο ενάγων στην από 13-11-2020 και με αρ. καταθ. …………/13-11-2020 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση εξέθετε ότι με την εναγόμενη τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 4.12.2004 από τον οποίο απέκτησαν μία ανήλικη θυγατέρα. Ότι από τον Ιούλιο του 2018 βρίσκονται σε διάσταση και ο γάμος τους λύθηκε δυνάμει της με αρ. …./26.10.2018 πράξης συναινετικής λύσης γάμου της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., η οποία επικύρωσε το από 4.10.2018 ιδιωτικό συμφωνητικό. ¨Ότι η αρχική της περιουσία κατά την τέλεση του γάμου τους συνίστατο στην ψιλή κυριότητα ισογείου διαμερίσματος 113 τμ. κειμένου στο Κερατσίνι Αττικής αξίας τότε 31.776 € και αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής SMART αξίας τότε 10.000 €. ¨Ότι οι διάδικοι απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο καθένας κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου τα εξής περιουσιακά στοιχεία : α) διαμέρισμα Β1 ορόφου 73 τμ. κειμένου στην οδό …………….. στην Πειραϊκή του Δήμου Πειραιά, με αποθήκη του υπογείου αξίας 350.000 €. β) εξοχική κάθετη ιδιοκτησία- κατοικία στο δημοτικό διαμέρισμα ………….. Τρικάλων εμβαδού 127,15 τμ. με ιδιόκτητο χώρο 248,83 τμ. αξίας 290.000 €, η αξία των οποίων κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου (Νοέμβριος 2018) ήταν 330.000 και 200.000 €, και συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που κατέβαλε ο ίδιος και 605.624,23 €, ώστε η αξία του ποσοστού της εναγόμενης ήταν 302.812,11 €. Ότι για την αγορά των άνω ακινήτων οι διάδικοι κατάρτισαν συμβάσεις στεγαστικών δανείων, ως συνοφειλέτες εις ολόκληρον, ύψους 350.000 € και 250.000 €, αφού ο ίδιος κατέβαλε 40.000 € ως προκαταβολή του τιμήματος της εξοχικής κατοικίας, κατά δε το χρόνο λύσης του οφείλονταν από αυτά ποσά 209.883,06 € και 249.659,34 €, ώστε το παθητικό της εναγόμενης από αυτά ήταν 104.941,53 και 124.829,67 €. Ότι η περιουσία της εναγόμενης αυξήθηκε με αποφυγή μείωσης του ενεργητικού της με την εξοικονόμηση δαπανών, ήτοι συνολικού ποσού 75.624,23 €, που κατέβαλε ο ίδιος με δικά του χρηματικά μέσα ως έξοδα για την αγορά των δύο ακινήτων (συμβολαιογραφικά, φόρο μεταβίβασης ΕΝΦΙΑ και άλλα έξοδα) και προκαταβολή ποσού 40.000 € για το δεύτερο, ποσό ως προς το οποίο το κατά το ήμισυ, (λόγω του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της στα ακίνητα) η εναγόμενη εξοικονόμησε ισόποσες δαπάνες, ήτοι 39.343.01 €. Ότι η περιουσία της εναγόμενης αυξήθηκε και με μείωση του παθητικού αυτής, της υποχρέωσης από τις ως άνω συμβάσεις στεγαστικών δανείων, καθώς ο ίδιος με δικά του χρηματικά μέσα κατέβαλε τμηματικά για την εξυπηρέτηση των ως άνω στεγαστικών δανείων το χρονικό διάστημα από 8.1.2008 έως 30.8.2019 το συνολικό ποσό των 282.893,97 €, με συνέπεια να εξοικονομήσει η εναγόμενη δαπάνη ίση με το ήμισυ αυτών ήτοι 141.446,98 €. ¨Ότι οι άνω καταβολές έγιναν καθ΄υπέρβαση της υποχρέωσής του για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες κατ΄άρθρο 1389 ΑΚ με δεδομένο ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είχε τα εισοδήματα που προσδιορίζει από μεταφορική επιχείρηση που λειτουργούσε αρχικά ως μισθωτός και κατόπιν ως ιδιοκτήτης αυτής, η δε εναγόμενη λειτουργούσε μόνο έως το 2007 ένα κατάστημα κι έκτοτε είχε μηδενικά εισοδήματα ασχολούμενη με τα οικιακά. Με βάση το ιστορικό αυτό κατόπιν παραδεκτού περιορισμού της αγωγής του από καταψηφιστικό σε (έντοκο) αναγνωριστικό ζήτησε α): να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη να του οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 180.789,99 € σύμφωνα με τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του στην αξία των αποκτημάτων της τελευταίας, β) επικουρικώς το ποσό των 60.263,33 €, που αναλογεί στον τεκμαρτό υπολογισμό, επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης κατά το 1/3. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο αρχικά απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη (πραγματικός υπολογισμός), έκρινε εν μέρει νόμιμη την επικουρική βάση (τεκμαρτός υπολογισμός) εκτός από τις καταβολές που επικαλείτο ο ενάγων μετά την λύση του γάμου των διαδίκων και τελικώς απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος με την έφεσή για εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου κι εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996 Δ/νη 1997.28). Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 144/2024, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1029/2013, ΑΠ 1368/2013 www.areiospagos.gr). Όταν ο ενάγων θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, με παροχές οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει: α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγομένου, β) να αποτιμά τις παροχές του προς τον εναγόμενο καθ’όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε i) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, είτε ii) το ποσό που υπερβαίνει την υποχρεωτική του συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες. Οι παροχές προς τον εναγόμενο σύζυγο μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, έτσι ώστε, από το λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν. Δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΑΠ 144/2024, ΑΠ 421/2022, ΑΠ ΑΠ 1553/2018, AΠ 1155/2017, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015). ¨Ωστόσο, σε περίπτωση απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιορισθεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρεώσεώς του συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλόμενη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 336/2010 www.areiospagos.gr, ΕφΠειρ 24/2025 TNΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αγωγή, είναι ορισμένη και ως προς τον πραγματικό υπολογισμό της αξίωσης (άρθρ. 216 § 1 α ΚΠολΔ), καθώς ο ενάγων επικαλείται καταβολές αυτού, με τις οποίες η εναγόμενη εξοικονόμησε δαπάνες για την αγορά των κοινών τους ακινήτων (επί των οποίων, αναφορικά με το ποσοστό εξ αδιαιρέτου αυτής, δεν ασκεί την αξίωσή του) και την συμβολή του στην μείωση του παθητικού της εναγόμενης με καταβολές δόσεων στεγαστικών δανείων. Με δεδομένο ότι η αύξηση με την έννοια αυτή της περιουσίας της εναγόμενης έγινε αποκλειστικά με δικά του χρηματικά κεφάλαια και όχι και με προσωπικές υπηρεσίες ή χρηματικές εισφορές για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει στην αγωγή, αν οι υπηρεσίες που παρείχε ή οι χρηματικές του εισφορές υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο μέτρο από την υποχρέωση της συνεισφοράς του στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ( ΕφΠειρ 24/2025, ΕφΠειρ 267/2023). Σε κάθε περίπτωση εξέθετε ότι οι καταβολές που προέβη τμηματικά για την εξόφληση των δανείων υπερέβαιναν την υποχρέωσή του αυτή, προσδιορίζοντας τα (υπέρτερα) εισοδήματα ετήσια αυτού από την ατομική του επιχείρηση και αυτά της εναγόμενης, η οποία το 2008 ήταν άνεργη, έχοντας μηδενικά εισοδήματα έως το έτος 2014 και κατόπιν εισοδήματα πολύ κατώτερα από τα δικά του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη, με το σκεπτικό ακριβώς ότι ο ενάγων δεν προσδιόρισε το ύψος της ύψος της συνεισφοράς του, που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τα άρθρα 1389 και 1390 μέτρο και εξέρχονται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών έσφαλε ως προς την ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου, ώστε κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και αφού κρατηθεί η από 13-11-2020 και με αρ. καταθ. ……………/13-11-2020 αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, η οποία είναι παραδεκτή και νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1400, 345, 346 ΑΚ, 176, 191 παρ.2, ΚΠολΔ, να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, και ως προς τη βάση της επικαλούμενης πραγματικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η σύμβαση της άφεσης χρέους, που αφορά παραίτηση από ενοχικό και μόνο δικαίωμα, ήτοι από απαίτηση, προϋποθέτει υπάρξαν ή υπαρκτό, κατά τον χρόνο της σύναψής της, χρέος και όχι μελλοντικό, αόριστο ή εντελώς άγνωστο. Αν η σύμβαση αφορά χρέος που έχει αποσβεσθεί ή δεν έχει συσταθεί ποτέ, τότε πρόκειται για δικαιοπραξία βεβαιωτική της απόσβεσης ή για αρνητική αναγνωριστική σύμβαση αντίστοιχα, ενώ αν αφορά απαίτηση υπό αίρεση ή ακόμη μη γεννηθείσα, αλλά μέλλουσα, τότε πρόκειται για συμφωνία εκ των προτέρων προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ ανωτέρω αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων, ενώ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου και των άρθρων 3, 174, 178, 871 και 1441 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη, δεν αποκλείεται, όμως, από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, στις διαπραγματεύσεις αυτών για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, οπότε, κατ` εξαίρεση, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, με τον όρο ότι η τελευταία (συμφωνία των συζύγων για τα αποκτήματα) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου αποκλειστικά για το λόγο αυτό λόγου διαζυγίου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξίωσης για τα αποκτήματα, ακόμη και με παραίτηση, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δήλωσης βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου, να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του άλλου (υπόχρεου) συζύγου. Η, ως άνω, παραίτηση έχει νομικό έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις και όχι σ` αυτήν του άρθρου 454 ΑΚ, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική απαίτηση ανάγεται στο μέλλον και δεν έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο που εκείνη (παραίτηση) λαμβάνει χώρα (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 514/2018, ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 336/2010, ΑΠ 819/2004, ΑΠ 668/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντληθεί από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 4356/2015, η οποία για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ορίζει ότι “τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους”, διότι αν ο νομοθέτης ήθελε να ισχύει η απαγόρευση αυτή και στην περίπτωση του άρθρου 1400 ΑΚ θα το όριζε σ` αυτό ρητά (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 1548/2022). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος δυνάμει από 5.10.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο συντάχθηκε για την υποβολή από τους διαδίκους κοινής αίτησης για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, το οποίο τελικώς και εκδόθηκε με την με αρ. ……………/26.10.2018 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών …………, παραιτήθηκε νόμιμα, όπως άλλωστε και η ίδια η εναγομένη, από κάθε αξίωσή του για τυχόν συμμετοχή σε αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είτε αυτά αφορούν ακίνητη είτε κινητή περιουσία. Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο επαναφέρει νομότυπα με τις προτάσεις της και στο παρόν Δικαστήριο, στηρίζεται στις ως άνω διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από την ένορκη εξέταση του μάρτυρα της εναγόμενης, τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι και μεταξύ αυτών με αρ. 1290, …… και …./2022 ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν με την επιμέλεια της εναγόμενης σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τους κανόνες της ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ……….. Περιστερίου, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο την …………., η οποία γεννήθηκε στις 17.10.2006 στην Αθήνα. Δυνάμει του από 5.10.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διάδικοι αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο, το οποίο ενσωματώθηκε αυτούσιο στην με αρ. ……/26.10.2018 συμβολαιογραφική πράξη συναινετικής λύσης γάμου και ρύθμισης επιμέλειας και διατροφής της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………, ενώπιον της οποίας ο ενάγων παρέστη εκπροσωπούμενος από τον Δικηγόρο του …….. δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Καλύμνου ……… η εναγόμενη παρέστη αυτοπροσώπως και με τη Δικηγόρο της ………………. Οι διάδικοι ενώπιον της συμβολαιογράφου επανέλαβαν τη βούλησή τους για συναινετική, λύση του γάμου τους αναφερόμενοι στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Σύμφωνα με αυτό ρυθμίζοντας τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και εκείνες με το ανήλικο τέκνο τους όρισαν στον 1ο όρο ότι η επιμέλεια της ανήλικης κόρης τους θα ανατεθεί στη μητέρα του εναγόμενη, ενώ η γονική μέριμνα θα ασκείτο και από τους δύο διαδίκους, ο δε ενάγων θα επικοινωνούσε με το τέκνο του ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Στον όρο (3) όρισαν ότι ο ενάγων θα κατέβαλε διατροφή για την ανήλικη κόρη του 600 € μηνιαίως έως την ενηλικίωσή της, ποσό που αποτελούσε το μηνιαίο μίσθωμα του ακινήτου στον Πειραιά ……………… συγκυριότητας κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου των διαδίκων και ακόμα (όρος 4) ότι το μίσθωμα ποσού 333 € μηνιαίως από τη μίσθωση του άλλου ακινήτου συγκυριότητάς τους στα ………. Κορινθίας θα κάλυπτε μέρος των διδάκτρων του ιδιωτικού σχολείου που φοιτούσε η θυγατέρα τους. Περαιτέρω στον όρο 5 όρισαν τα εξής : «Και οι δύο συμβαλλόμενοι στον παρόν συμφωνητικό γονείς δηλώνουν ότι παραιτούνται ρητώς από κάθε αξίωσή τους για τυχόν συμμετοχή στα αποκτήματα, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είτε αυτά αφορούν ακίνητη, είτε κινητή περιουσία. Αναγνωρίζουν δηλαδή ότι δεν υφίστανται οι ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αξιώσεων μεταξύ τους από την παραπάνω αιτία». Από τον όρο αυτό προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων ενόψει της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο παραιτήθηκε ρητώς από την αξίωσή του για συμμετοχή στα αποκτήματα, είτε στην ακίνητη είτε στην κινητή περιουσία των διαδίκων, όπως άλλωστε το ίδιο έκανε και η εναγόμενη. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε δυνάμει της ίδιας με αρ. ……./26.10.2018 συμβολαιογραφικής πράξης, όπου και καταγράφηκε η άνω δήλωση βουλήσεως, αφού τηρήθηκε ο επιπλέον όρος του ενεργού της λύσης του γάμου κατάθεσης αντιγράφου αυτής στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωριστεί η σύσταση του γάμου, 1441 § 5 ΑΚ (βλ. την ληξιαρχική πράξη γάμου με σημείωση διαζυγίου την 18.11.2018). Ο εκκαλών – ενάγων, χωρίς να αμφισβητεί την εγκυρότητα του άνω συμφωνητικού που επαναλήφθηκε στη συμβολαιογραφική πράξη, ισχυρίζεται ότι ο όρος αυτός είναι αόριστος και κενός περιεχομένου, που καταδεικνύει ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ακόμα ότι είναι άκυρος λόγω του ότι έλαβε χώρα πριν τη λύση του γάμου. Με βάση τα όσα εκτέθηκαν ο σχετικός όρος είναι έγκυρος, ως στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 871, 1400 και 1441 ΑΚ, κι έχει πληρωθεί η αναβλητική αίρεση από την οποία τελούσε, εφόσον έλαβε χώρα πράγματι η λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο (για την οποία απαιτείται πλέον υπό το ισχύον δίκαιο μόνο η κατάθεση της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο και όχι το αμετάκλητο της απόφασης). Ο ισχυρισμός του κατά τα λοιπά ότι ο σχετικός όρος αόριστος και κενός περιεχόμενου δεν είναι νόμιμος, διότι ο όρος αυτός είναι απολύτως σαφής, συγκεκριμένος και κατανοητός πλήρως. Οι διάδικοι με το συμφωνητικό/συμβολαιογραφική πράξη ρύθμισαν και τις περιουσιακές τους σχέσεις, ορίζοντας ότι τα μισθώματα από τα δύο ακίνητα συγκυριότητάς τους, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους θα κατευθύνονταν στη διατροφή – πληρωμή ιδιωτικού σχολείου του τέκνου τους, χωρίς να θίξουν τη συγκυριότητά τους σ΄αυτά, η οποία θα διατηρείτο. Ο όρος συνεπώς αμοιβαίας παραίτησής τους από την αξίωση αποκτημάτων εντάσσεται στην άνω ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων, όπως και στη ρύθμιση των σχέσεών τους με το τέκνο τους (αναφέρονται μάλιστα ως συμβαλλόμενοι γονείς). Είναι άξιο μνείας ότι ο ενάγων ασκεί την αξίωσή του επί των εξόδων/ ποσών των στεγαστικών δανείων κατέβαλε για την αγορά των άνω ακινήτων και όχι ευθέως για το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της εναγόμενης σ΄αυτά. Δεν ήταν απαραίτητο για να θεωρηθεί ο σχετικός όρος έγκυρος να έχει προηγηθεί διαπραγμάτευση και επί της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα και μετά να κριθεί ότι ενόψει του ύψους των εκατέρωθεν απαιτήσεων ο κάθε διάδικος παραιτείται από την αξίωση αυτή. Συνεπώς κατά τον σχετικό βάσιμο ισχυρισμό – ένσταση της εναγόμενης υπήρξε έγκυρη παραίτηση του ενάγοντος από την αξίωσή του συμμετοχής στα αποκτήματα της εναγόμενης, η οποία έλαβε χώρα με το από 5.10.2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, τελώντας υπό την αναβλητική αίρεση λύσης του γάμου των διαδίκων με συναινετικό διαζύγιο, η οποία πληρώθηκε. Συνακόλουθα η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα όμως των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας θα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερα δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 183, 179 και 591 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ.2275/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση
ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 13-11-2020 και με αρ. καταθ. …………../13-11-2020 αγωγής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 12.1.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ