Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 49/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός αποφάσεως  49/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2o Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση …………., η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Άννας Κούπα (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ……….).

Της εφεσίβλητης – υπερ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……………», με ΑΦΜ ………, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ανδριανής Λουκάτου (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….).

Των προσθέτως παρεμβαινουσών: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», με ΑΦΜ …………, που εδρεύει στον ………….. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης και 2) ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………», με ΑΦΜ …………, που εδρεύει στον …….. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αθανάσιου Ρήγα (Α.Μ Δ.Σ.Α …………..).

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 24/7/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2023 ανακοπή της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της υπ’ αριθ. ……………/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ οι προσθέτως παρεμβαίνουσες άσκησαν, υπερ της καθ’ ης η ανακοπή και κατά της ανακόπτουσας, την από 21/11/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2023 πρόσθετη παρέμβαση τους, με την οποία ζητούσαν να γίνει αυτή δεκτή και να απορριφθεί η ως άνω ανακοπή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συνεκδίκασε την ως άνω ανακοπή και την πρόσθετη παρέμβαση στις 14/6/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 2731/2024 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 3570/2024 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, απέρριψε την ανακοπή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η ανακόπτουσα άσκησε την από 11/10/2024 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2024 και β) δικογράφου ………../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο. Στη συνέχεια οι προσθέτως παρεμβαίνουσες άσκησαν την από 2/4/2025 πρόσθετη παρέμβαση τους, υπέρ της εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 291/59/2025, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11/10/2024 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………/2024 και β) δικογράφου ………../2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 2731/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 3570/2024 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου), που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 24/7/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης και της από 21/11/2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2023 πρόσθετης παρέμβασης των προσθέτως παρεμβαινουσών, υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή και κατά της ανακόπτουσας, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520, 591 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 11/10/2024, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στην ανακόπτουσα, που έλαβε χώρα στις 11/9/2024 (βλ. αντίγραφο της εκκαλουμένης με επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………) (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάστηκε η πρωτόδικη υπόθεση (άρθρο 533, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση ανακοπή της, η ανακόπτουσα εκθέτει ότι η καθ’ ης η ανακοπή εξέδωσε σε βάρος της την υπ’ αριθ. ……/2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για το ποσό των 192.380,93 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, την οποία της επέδωσε στις 10/12/2013 και στη συνέχεια, για δεύτερη φορά, στις 20/9/2017. Ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν της επιδόθηκε έγκυρα στην κατοικία της (………….), η οποία ήταν ήδη γνωστή στην καθ’ ης  και στην οποία δεχόταν αλληλογραφία της τελευταίας, αλλά σε άλλη διεύθυνση (………….) όπου δεν ήταν ο τόπος κατοικίας της, και άρα, δεν της επιδόθηκε νόμιμα μέσα στην προθεσμία των δυο (2) μηνών από την έκδοσή της, με αποτέλεσμα να έχει παύσει αυτοδίκαια να ισχύει και ότι η άκυρη επίδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής είχε ως συνέπεια να αποστερη­θεί της δυνατότητας άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της. Με βάση τα ανωτέρω, η ανακόπτουσα ζητά να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ……../2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς  Πρωτοδικείου Πειραιώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Η ως άνω ανακοπή συνεκδικάστηκε με την από 21/11/2023 πρόσθετη παρέμβαση με την οποία, οι προσθέτως παρεμβαίνουσες εκθέτουν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει υπερθεματίστρια σε αναγκαστικό πλειστηριασμό που επισπεύσθηκε σε βάρος ακινήτου της ανακόπτουσας, με εκτελεστό τίτλο την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το οποίο ακίνητο στη συνέχεια πώλησε στην δεύτερη προσθέτως παρεμβαίνουσα. Επικαλούμενες, δε, έννομο συμφέρον υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, παρεμβαίνουν προσθέτως υπέρ της καθ’ ης και κατά της ανακόπτουσας, ζητώντας να απορριφθεί η ανακοπή και να καταδικαστεί η ανακόπτουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 2731/2024 απόφαση του, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 3570/2024 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η ανακόπτουσα, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η ανακοπή.

Περαιτέρω, με την από 2/4/2025 πρόσθετη παρέμβαση τους, οι προσθέτως παρεμβαίνουσες επαναλαμβάνουν τα εκτιθέμενα στην ασκηθείσα πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβασή τους ήτοι ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει υπερθεματίστρια σε αναγκαστικό πλειστηριασμό που επισπεύσθηκε σε βάρος ακινήτου της ανακόπτουσας, με εκτελεστό τίτλο την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το οποίο ακίνητο στη συνέχεια πώλησε στην δεύτερη προσθέτως παρεμβαίνουσα. Επικαλούμενες, δε, έννομο συμφέρον υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, παρεμβαίνουν προσθέτως υπέρ της εφεσίβλητης και κατά της εκκαλούσας και ζητούν να απορριφθεί η έφεση και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 80, 81 παρ.1, 215 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 591 παρ.1β ΚΠολΔ) στην υπερ’ ης και την αντίκλητη δικηγόρο της καθ’ ής (βλ. τις υπ’ αριθ. …….. και …………./4-4-2025 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………) και πρέπει να συνεκδικαστεί με την ως άνω έφεση (άρθρο 31 παρ.1 ΚΠολΔ).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 630Α ΚΠολΔ, «Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοση της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει». Η προθεσμία αυτή, που αποτελεί γνήσια δικονομική προθεσμία ενέργειας διαδικαστικής πράξης, αρχίζει από την επομένη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και λήγει με την πάροδο της αντίστοιχης ημέρας του δεύτερου μήνα και αν δεν υπάρχει τέτοια, την τελευταία ημέρα του μήνα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αν η διαταγή πληρωμής δεν επιδοθεί εγκύρως στον καθ’ ου μέσα στην προαναφερόμενη δίμηνη προθεσμία, αποβάλλει αυτοδικαίως την ισχύ της και τα αποτελέσματά της, που τυχόν επήλθαν, ανατρέπονται αναδρομικά. Το ανίσχυρο της διαταγής πληρωμής που δεν επιδόθηκε μέσα στην προαναφερόμενη δίμηνη προθεσμία συνιστά δικονομική ακυρότητα που επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 159 περ. 1 του ΚΠολΔ, αφού ακυρότητα κατά την ανωτέρω διάταξη υπάρχει όχι μόνο όταν ο νόμος προβλέπει ρητά τη συγκεκριμένη κύρωση, ως συνέπεια της προσβολής δικο­νομικής διάταξης, αλλά και όταν χρησιμοποιεί παρεμφερείς, προς την ποινή ακυρότη­τας, εκφράσεις που είναι νομικά ταυτόσημες ή κατά περιεχόμενο ταυτόσημες, αντίστοι­χες ή ισοδύναμες με αυτή, όπως: «η πράξη είναι ανίσχυρη», ή «δεν δύναται να γίνει» ή «απαγορεύεται» ή «ισχύει μόνο» ή «δεν ισχύει». Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού οι περιορισμοί τους οποίους θέτει το άρθρο 160 ΚΠολΔ αναφέ­ρονται αποκλειστικά στην κατά το άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ ακύρωση ή απαγγελία απαραδέκτου, που γίνεται με τη συνδρομή βλάβης του εναντιούμενου διαδίκου, ενώ δεν εφαρμόζονται ως προς την ακυρότητα και το απαράδεκτο που κηρύσσονται κατά το άρθρο 159 περ. 1 και 2, ανεξάρτητα από βλάβη (ΑΠ 1538/2007, ΕλλΔνη 2007/1377, ΜονΕφΑνΚρ 66/2023, ΜονΕφΘεσσ 1/2023, ΜονΕφΛαρ 511/2022, sakkoulas-on line, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 5η έκδ., 2024, σελ. 112 επ.). Ειδικότερα, η μη έγκυρη επίδοση της διαταγής πληρωμής εντός της δίμηνης προθεσμίας, ισοδυναμεί με ανυπαρξία επίδοσης (ΤρΕφΑθ 514/2024, ΝΟ­ΜΟΣ). Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή αρκεί μόνο η επίδοση της διαταγής πληρωμής ως πραγματικό γεγονός, δίχως να ενδιαφέρει το έγκυρο αυτής, προσκρούει στην απαί­τηση της έγκυρης επίδοσης ως προϋπόθεση της έναρξης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής, καθώς είναι άτοπο να υποστηρίζεται ότι δεν έχει αρχίσει να τρέχει η τελευταία, ενώ εξακολουθεί να ισχύει η διαταγή πληρωμής λόγω της επίδοσης της (ΤρΕφΑθ 514/2024, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 1440/2014, ΕλλΔνη 2014/1449, με παρατηρήσεις Στ. Πανταζόπουλου, Στ. Πανταζόπουλος, ό.π., σελ. 114). Επομένως, η μη εμπρόθεσμη επίδοση, ή η μη επίδοση, ή η μη νόμιμη (ελαττωματική) επίδοση της διαταγής πληρωμής μέσα στην ως άνω προθεσμία, επιφέρει ανατροπή της ισχύος της, η οποία δεν είναι υποχρεωτικό να προβληθεί με λόγο ανακοπής και με επίκληση συνδρομής δικονομικής βλάβης, αφού είναι αυτοδίκαιη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, χωρίς πάντως να αποκλείεται σε περίπτωση αμφισβήτησης ως προς την παύση της ισχύος της διαταγής, η δυνατότητα άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ ενα­ντίον της, η οποία, αν ασκηθεί θα έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα (ΤρΕφΑθ 514/2024, ο.π.).

Β. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 124 ΚΠολΔ «1. Η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει. 2. Αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή οικιακός βοηθός, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει, χωρίς τη συναίνεσή του». Κατά το άρθρο 128 ΚΠολΔ, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του κατά το χρόνο της επίδοσης, ούτε άλλος σύνοικος αυτού, το έγγραφο θυροκολλάται κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 της διάταξης αυτής. Κατά την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης κατοικία είναι το σπίτι ή διαμέρισμα που είναι προο­ρισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό. Η έννοια της κατοικίας εν προκειμένω είναι διάφορη αυτής του άρθρου 51 ΑΚ, διότι αρκεί ο χώρος να προορίζεται για διημέρευση ή διανυκτέρευση και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιος, χωρίς πάντως να αναιρεί την ύπαρξη κατοικίας η επί μικρό χρονικό διάστημα μη χρησιμοποί­ησή του, ως κατοικία. Δεν είναι νόμιμη η επίδοση στην τελευταία γνωστή κατοικία του προσώπου και δεν είναι νόμιμη η επίδοση που γίνεται με δόλο και γνώση του παραγγέλλοντος ότι το έγγραφο δεν θα περιέλθει σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται και α­φορά. Η εγκατάλειψη του τόπου κατοικίας ή εργασίας που καθίσταται εμφανής με την απόσυρση των επίπλων και εν γένει των περιουσιακών στοιχείων ταυ προσώπου, τη διακοπή των συνδέσεων νερού, ηλεκτρικού, τηλεφώνου κλπ. και η οποία είναι γνωστή στον επιδίδοντα, καθιστά την επίδοση στον τόπο αυτό άκυρη. Στην έκθεση επιδόσεως πρέπει κατ’ άρθρο 117 ΚΠολΔ να προσδιορίζεται σαφώς χωρίς να μένει αμφιβολία ο πραγματικός τόπος επίδοσης, αρκεί δε να αναφέρεται ότι εκεί βρίσκεται η κατοικία χω­ρίς να απαιτείται μνεία συγκεκριμένου ορόφου. Είναι ακόμη δυνατόν, ο παραλήπτης να έχει περισσότερες κατοικίες, σε μία από τις οποίες μπορεί εγκύρως να επιδίδεται το έγγραφο (ΤρΕφΑθ 514/2024, ό.π,). Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης δικογράφου που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον εφόσον προσβλη­θεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό. Αντιθέτως, για τα περιστατικά που περιέχονται (βε­βαιώνονται) στην πιο πάνω έκθεση αλλά δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην ά­μεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση, μέχρις ότου όμως απο­δειχθεί το αντίθετο. Επιτρέπεται δηλαδή ως προς τις σχετικές με τα τελευταία αυτά περιστατικά βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο απο­δεικτικό μέσο και μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 48/2019, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 350/2013, ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επίδοσης ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, ή ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι συγγενής του παραλήπτη και συνοικεί μαζί του, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 477/2019, ΕφΘεσσ 1245/2019, ΤρΕφΑθ 514/2024, ΝΟΜΟΣ). Συνε­πώς η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο ο­ποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην ανα­φερομένη στο επιδοτέο έγγραφο (ΑΠ 477/2019, ό.π.). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκά­στοτε υπόθεση (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 688/2018, TρΕφΑθ 514/2024, ΕφΑθ 2393/2022, ΝΟΜΟΣ).

Γ. Τέλος, οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους εξώδικες δηλώσεις, επιστολές ή βεβαιώσεις δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γιατί αποτελούν μαρτυρίες, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την εγκυρότητά τους. Αποτελούν όμως οι εν λόγω δηλώσεις ή βεβαιώσεις, νόμιμα αποδεικτικά μέσα, αν είναι προγενέστερες του ένδικου βοηθήματος και δεν έχουν συνταγεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της δίκης ή με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της δίκης αυτής ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (ΑΠ 780/2012, ΑΠ 124/2018, ΑΠ 743/2011, ΑΠ 241/2019, ΟλΑΠ 8/1987, ΝΟΜΟΣ).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας ……….., κατά τη δικάσιμο στις 14/6/2024, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ’ αριθ. ….., ………/20-6-2024 ένορκες βεβαιώσεις των ……. και ………, αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας ………., τις οποίες προσκομίζει η ανακόπτουσα, και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της καθ’ ης και των προσθέτως παρεμβαινουσών (βλ. τις υπ’ αριθ. ….., ……. και ………../17-6-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………), τις υπ’ αριθ. ΔΣΝΑΞ_ΕΒ_…._2025, ΔΣΝΑΞ_ΕΒ_…._2025 και ΔΣΝΑΞ_ΕΒ_….._2025/7-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις των ……………, αντίστοιχα, ενώπιον του δικηγόρου Νάξου …….. (Α.Μ. Δ.Σ. Νάξου 63) και τις υπ’ αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_……….._2025, ΔΣΠ_ΕΒ_…….._2025/12-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις των ……… και ………, αντίστοιχα, (οι δύο τελευταίες για την αντίκρουση) ενώπιον της δικηγόρου Πειραιώς ……. (Α.Μ. Δ.Σ. Πειραιώς …………), τις οποίες προσκομίζει η εκκαλούσα, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 422 παρ.3 ΚΠολΔ) και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εφεσίβλητης και του πληρεξούσιου δικηγόρου των προσθέτως παρεμβαινουσών (βλ. τις υπ’ αριθ. ……. και …../2-5-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………..), όχι όμως και από τις υπεύθυνες δηλώσεις των ……………… (σχετικά Δ3 – Δ10), οι οποίες συντάχθηκαν επί τούτου για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς θεωρούνται «ανυπόστατο» αποδεικτικό μέσο γιατί αποτελούν μαρτυρίες, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την εγκυρότητά τους (βλ. υπό στοιχείο Γ μείζονα σκέψη), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ανακοπτόμενη υπ’ αριθ. ………../2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, για το ποσό των 192.380,93 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε μετά από αίτηση της καθ’ ης, για απαίτηση της που πηγάζει από την υπ’ αριθ. …………../9.9.2008 δανειακή σύμβαση στεγαστικού δα­νείου με δανειολήπτρια την ανακόπτουσα. Πριν την έκδοση της ανακοπτόμενης, ο δικαστικός επιμελητής, …………, επιχείρησε στις 30/7/2012 να επιδώσει στην ανακόπτουσα καταγγελία της παραπάνω δανειακής σύμβασης, στη μέχρι τότε γνωστή της διεύθυνση στα ………… με ταχυδρομικό κώδικα ……… Ωστόσο, όπως βεβαιώνει ο ίδιος με την από 30/7/2012 βεβαίωσή του, ενημερώθηκε: «από τα ΕΛ.ΤΑ Θήρας ότι (η ανακόπτουσα) είχε φροντιστήριο αλλά έχει κλείσει και έχει φύγει για Αθήνα με πιθανή διεύθυνση: ………………, , με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η επίδοση.». Άλλωστε, είναι γνωστό ως δίδαγμα της κοινής πείρας ότι κάποιος που αλλάζει τη διεύθυνσή του εντός της χώρας μπορεί να δηλώσει τη νέα του διεύθυνση στο κατάστημα των ΕΛ.ΤΑ, της περιοχής του που ήταν τοπικά αρμόδιο για την προηγούμενη κατοικία του. Κατόπιν της δήλωσης της νέας κατοικίας, μετέπειτα και για ένα εύλογο διάστημα αυτεπαγγέλ­τως τα ΕΛ.ΤΑ. ανακατευθύνουν την εισερχόμενη αλληλογραφία που απευθύνεται στην παλιά διεύθυνση του δηλώσαντος προσώπου, στη νέα δηλωθείσα διεύθυνση του που έχει μετοικήσει (βλ. Ελληνικά Ταχυδρομεία, Δήλωση Αλλαγής Διεύθυνσης, στην επίσημη ιστοσελίδα τους). Επομένως, ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής από τη στιγμή που διαπίστωσε ότι η ανακόπτουσα δεν βρισκόταν στη γνωστή της, μέχρι τη στιγμή εκείνη, διεύθυνση και είχε μετοικήσει, ορθώς αναζήτησε τη νέα της διεύθυνση ώστε να επιχειρηθεί εκεί η επίδοση, μη δε­σμευόμενος από τη διεύθυνσή της στην παραγγελία για επίδοση (ΕφΑθ 3814/2011, ΕλλΔνη 2012/808), απευθυνόμενος στο τοπικό κατάστημα των ΕΛ.ΤΑ. Θήρας και πληροφορούμενος με τον τρόπο αυτό ότι η ανακόπτουσα οφειλέτρια είχε μετοικήσει στη νέα της διεύθυνση, στην οδό …………., στο Κερατσίνι (Αμφιάλη) Αττικής. Από την μεριά της η εκκαλούσα προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το υπ’ αριθ. ……../2024 έγγραφο των ΕΛ.ΤΑ, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της και το οποίο αναφέρει: «Αναφορικά με την παράδοση της αλληλογραφίας, σας ενημερώνουμε ότι τα αντικείμενα επιδίδονται στη διεύθυνση που αναγράφουν σύμφωνα με την επιγραφή, τα στοιχεία του αποστολέα – παραλήπτη, την οδό και αριθμό – αριθμό γραμματοθυρίδας, τον ταχυδρομικό κώδικα… Αναφορικά με την αναδιαβίβαση της αλληλογραφίας σας ενημερώνουμε ότι λόγω πέρατος του χρονικού διαστήματος τήρησης, δεν υπάρχει σχετικό αρχείο. Σημειώνεται ότι το 2012-2013 οι αιτήσεις αλλαγής διεύθυνσης είχαν ισχύ για 6 μήνες.» Εκ του ως άνω εγγράφου, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από τα ανωτέρω εκτεθέντα. Ειδικότερα αυτό αναφέρει ότι οι παραδόσεις της αλληλογραφίας γίνονται στην διεύθυνση που αναγράφουν, αλλά όταν υπάρχει αναδιαβίβαση αλληλογραφίας, τότε τα ΕΛ.ΤΑ για 6 μήνες από την αίτηση δήλωσης της νέας διεύθυνσης, αυτεπαγγέλτως προωθούν την εισερχόμενη αλληλογραφία που απευθύνεται στην παλιά διεύθυνση, στην νέα διεύθυνση όπου ο παραλήπτης έχει μετοικήσει. Επιπλέον, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι δεν υπάρχει πλέον σχετικό αρχείο που να επιβεβαιώνει αν η εκκαλούσα είχε δηλώσει ή όχι γραπτώς, τη νέα της διεύθυνση στο κατάστημα των ΕΛ.ΤΑ Θήρας, γεγονός όμως που αποδείχθηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Ακολούθως, η από 8/3/2012 καταγγελία της δανειακής σύμβασης κατά της ανακό­πτουσας επιδόθηκε στην ως άνω διεύθυνση, με θυροκόλληση, όπως βεβαιώνεται με την υπ’ αριθ. …………../19.9.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ……….., αφού δεν βρέθηκε εκεί η ίδια ή άλλος σύνοικος. Στη συνέχεια, στις 10/12/2013 επιδόθηκε στην ίδια ως άνω διεύθυνση, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής σε βάρος της ανακόπτουσας, με θυροκόλληση, αφού, όπως βεβαιώνεται στην υπ’ αριθ. ………/10.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………………, δεν βρέθηκε εκεί η ίδια ή άλλος σύνοικος. Επομένως, λόγω και της πληροφόρησης από τα ΕΛ.ΤΑ. ήταν φυσικό και εύλογα αναμενόμενο να επιχειρηθεί επίδοση της καταγγελίας και της ανα­κοπτόμενης διαταγής πληρωμής προς την οφειλέτρια στην πα­ραπάνω διεύθυνση στο Κερατσίνι Αττικής. Μάλιστα, αμφότεροι οι δικαστικοί επιμελητές που επιχείρησαν τις επιδόσεις της καταγγελίας και της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής βεβαιώσαν στις παραπάνω εκθέσεις επίδοσης πως η κα­τοικία της ανακόπτουσας βρισκόταν κατά τον χρόνο που έγιναν οι επιδόσεις στην οδό …………., στο Κερατσίνι Αττικής. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η γνωστή της κατοικία εξακολουθούσε να βρίσκεται στα ……………, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η πρώτη επίδοση της ανακοπτόμενης δια­ταγής πληρωμής. Ειδικότερα, δεν προσκομίζονται έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που είναι ικανά να αποδείξουν πως η ανακόπτουσα συνέχισε κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2013 να κατοικεί στα …………., όπως ιδίως λογαριασμοί κοινής ωφελείας στο όνομά της ή του συζύγου της (ρεύματος, ύδρευσης, τηλεφώνου), εκκαθαριστικό σημείωμα ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος προς την οικεία Δ.Ο.Υ Αντιθέτως προσκομίζονται έγγραφα από την ανακόπτουσα, τα οποία αναφέρονται σε χρόνους προγενέστερους ή μεταγενέστερους της παραπάνω πρώτης επίδοσης της διαταγής πληρωμής, τα οποία δεν είναι πρόσφορα να αποδείξουν την κατοικία της κατά τον επίμαχο χρόνο της πρώτης επίδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ στα μεταγενέστερα της επίδοσης της ανακοπτόμενης έγγραφα, αναφέρεται ως τόπος κατοικίας της η ……………. Περαιτέρω η εκκαλούσα προσκομίζει και επικαλείται δύο ατομικές ενημερώσεις για ρύθμιση οφειλών της ΔΟΥ Θήρας με ημερομηνίες έκδοσης 26-6-2013 και 12-8-2013, την υπ’ αριθμόν …………./5-6-2013 συστημένη επιστολή της ΔΟΥ Θήρας και την από 21-6-2013 και με αριθμό 14 ατομική ενημέρωση οφειλών της ΔΟΥ Θήρας. Στο έγγραφα αυτά αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας η ……… και όχι τα ………, που ήταν γνωστή στην καθ’ ης, ως προηγούμενη διεύθυνση της ανακόπτουσας, ενώ ουδέποτε η ανακόπτουσα είχε δηλώσει προς την καθ’ ης ως διεύθυνση κατοικίας τη …………… σε χρόνο πριν την επίδοση της ανακοπτόμενης. Επίσης δεν προκύπτει αν τα ανωτέρω έγγραφα που εκδόθηκαν το έτος 2013 και προσκομίζει η ανακόπτουσα παραλήφθηκαν από την ίδια στη μέχρι τότε γνωστή για την καθ’ ης διεύθυνσή της στα . ……, είτε αν παραλήφθηκαν μέσω τρίτου προσώπου που τα παρέλαβε και της τα παρέδωσε, είτε αν η ίδια τα παρέλαβε απευθείας από την Δ.Ο.Υ, είτε αν παραλήφθηκαν από την ανακόπτουσα στην ………….., στο Κερατσίνι Αττικής, κα­τόπιν ανακατεύθυνσης τους από τα ίδια τα ΕΛ.ΤΑ., δεδομένου άλλωστε ότι η διεύ­θυνση αυτή ήταν ήδη γνωστή για τα ΕΛ.ΤΑ. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για το από 2/4/2013 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο εξάλλου δεν εκδόθηκε από την καθ’ ης και δεν μπορεί από αυτό να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Επιπλέον, όσον αφορά τις από 30/11/2013 επιστολές του τμήματος της διεύθυνσης καρτών και προϊόντων καταναλωτικής πίστης της «ALPHA ΒΑΝΚ» προς την ανακόπτουσα απευθυνόμενες στη διεύθυνση της στα …………., δεν προκύπτει εάν όντως αυτές παραλήφθηκαν από την ανακόπτουσα στην ως άνω διεύθυνση ή με διαφορετικό τρόπο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται, τη διεύθυνσή αυτή γνώριζε η «ALPHA ΒΑΝΚ» προηγουμένως ως δι­εύθυνση της ανακόπτουσας και ανεξαρτήτως των ενεργειών των δικαστικών επιμελη­τών που προαναφέρθηκαν και την ενημέρωσή τους για τη νέα της διεύθυνση, δεν α­ποδεικνύεται πως είχε ενημερωθεί και το παραπάνω ειδικότερο τμήμα της καθ’ ης για αυτή την αλλαγή της διεύθυνσής της. Περαιτέρω, η επ’ ακροατηρίω του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας κρίνεται αντιφατική και μη επαρκής αποδεικτικά για τους ισχυρισμούς της περί μόνιμης κατοικίας στη …….. Ειδικότερα, ενώ ο ίδιος κατέθεσε πως γνωρίζει την ανακόπτουσα και κατοικεί πλησίον της οικίας στην ……… στο Κερα­τσίνι, αντιφατικά κατέθεσε πως η οικία στα Κερατσίνι που έγιναν οι επιδόσεις ειναι ακατοίκητη και ερειπωμένη εδώ και 20, 30 χρόνια, ενώ όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθ. …………./20.9.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, ……….., η εν λόγω κατοικία κατοικείτο στις 20/9/2017, ο­πότε και έγινε η δεύτερη επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Εκεί βρέθηκε, κατά δήλωσή της, η σύνοικος και νύφη της ανακόπτουσας που αρνήθηκε να παραλάβει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής μαζί με την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή. Μάλιστα, ο ίδιος μάρτυρας, εντελώς αντιφατικά κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πως δεν γνωρίζει καν τη νύφη της ανακόπτουσας ………, που διέμενε στην εν λόγω κατοικία και βρισκόταν εκεί στις 20/9/2017, όπως η ίδια επιβεβαιώνει στην προσκομιζόμενη ένορκη κατάθεσή της. Ομοίως και οι προσκομιζόμενες, πρωτοδίκως, ένορκες βεβαιώ­σεις των …….. και …………, δεν κρίνονται πειστικές, καθώς όσα αναφέρονται σε αυτές ομοίως δεν επιρρωνύ­ονται από έγγραφα όπως λογαριασμοί κοινής ωφέλειας ή φορολογικές δηλώσεις για το επίμαχο διάστημα που έλαβε χώρα η πρώτη αλλά ούτε και η δεύτερη επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ κανένας από τους παραπάνω μάρτυ­ρες της ανακόπτουσας δεν φέρεται να γνωρίζει την επακριβή τωρινή της διεύθυνση κατοικίας. Όσον αφορά τις πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εκκαλούσα, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λεκτέα τα εξής: Η κατάθεση του ……. δεν είναι σαφής ως προς την φερόμενη συνεχή διαμονή της εκκαλούσας στην ……., αφού αυτός την γνώριζε μόνο ως πελάτης του καταστήματος «…..» στα ……….., στο οποίο η εκκαλούσα εργαζόταν, ενώ ο ίδιος δεν επιβεβαιώνει την διαμονή της στη ….. κατά την επίδικη περίοδο. Ο ……….., σύζυγος της εκκαλούσας, με δεδομένο συμφέρον για την έκβαση της δίκης υπερ της τελευταίας, καταθέτει ότι ουδέποτε βρισκόταν σε διάσταση με την εκκαλούσα, ενώ από την ένορκη βεβαίωση του ……….., αδελφού της εκκαλούσας, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο. Η κατάθεση του ………., περιορίζεται σε γενικές εκτιμήσεις του χαρακτήρα της εκκαλούσας και δεν επιβεβαιώνει την φυσική της παρουσία στην ……….., την επίδικη περίοδο. Η ………., καταθέτει ότι η εκκαλούσα διαμένει μόνιμα σε οικία που της μισθώνει στη …….., από το έτος 2006, μαζί με τον σύζυγο της, πλην όμως δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε μισθωτήριο ή λογαριασμός κοινής ωφελείας στο όνομα της, δεν διευκρινίζεται που και ποιος έμενε στην ως άνω οικία κατά το διάστημα της διάστασης της εκκαλούσας με τον σύζυγό της και δεν δίνεται κάποια εξήγηση για το ότι κλήθηκε να καταθέσει το πρώτον στο δεύτερο βαθμό, καθιστώντας έτσι αναξιόπιστη την μαρτυρία της. Τέλος ο …….. καταθέτει ότι η οικία επί της οδού ………., στην οποία έγιναν οι ως άνω επιδόσεις είναι ακατοίκητη εδώ και δεκαετίες, γεγονός που διαψεύδεται από την κατάθεση της …….., η οποία δήλωσε σύνοικος της αντιδίκου κατά την επίδοση το έτος 2017. Από όλες τις ανωτέρω καταθέσεις, λοιπόν, δεν συνάγονται αποδείξεις για το ότι η εκκαλούσα διέμενε αδιάκοπα, και ειδικότερα την επίδικη περίοδο, στη ………., ούτε έστω ότι εργαζόταν αδιάκοπα στο κατάστημα του συζύγου της στα ……….. Επομέ­νως, όπως αποδεικνύεται, νομίμως η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στην οδό ………….. στο Κερατσίνι Αττικής, στις 10/12/2013, δηλαδή εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 630Α ΚΠολΔ από την έκδοσή της στις 4/11/2013. Συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί  ως ουσιαστικά αβάσιμος, και, εφόσον η ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως, πρέπει αυτή στο σύνολο της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων παράλληλα και των τριών πρώτων λόγων εφέσεως, που παραπονούνταν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος απορριπτέος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι η, επιδικασθείσα πρωτοδίκως, δικαστική δαπάνη εις βάρος της, ποσού 5.030 και 166,16 ευρώ, είναι εσφαλμένη, πρωτίστως ως αόριστος, αφού η εκκαλούσα δεν αποδίδει κάποια πλημμέλεια στον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης, ούτε προσδιορίζει ποιο θα έπρεπε να είναι το ορθό ποσό αυτής.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της εκκαλούσας, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης και των προσθέτως παρεμβαινουσών, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 182 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελ. ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτά χιλιάδων επτακοσίων (7.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των προσθέτων παρεμβαινουσών, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 21 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                             ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ