ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 50/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Α) Της εκκαλούσας-αιτούσας: …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Μάρθα Κάσση (ΔΣΠ ……..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Γρηγόριος Ν. Κάσσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» με ΑΜΔΣΠ ….. και ΑΦΜ …… και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης-καθ’ης η αίτηση: Εταιρείας με την επωνυμία «……………, η οποία εδρεύει στη …….. Αττικής, ………….., με ΑΦΜ ……….. και αρ. ΓΕΜΗ ………., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (αρ. απόφασης 207/1/29/11/2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως μη δικαιούχος διάδοχος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2παρ.4 του Ν.4354/2015, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στο ………. Ιρλανδίας ( …………..) με αριθμό μητρώου ……… και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, δυνάμει της από 8.10.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 11/10/2021 με αριθμό πρωτ. …/11.10.2021 (τόμος .. α…..) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 και του υπ’ αριθμ………/8.10.2021 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., η οποία (αλλοδαπή εταιρεία) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……..» με έδρα την Αθήνα, οδός ……… με αριθμό ΓΕΜΗ … και ΑΦΜ …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, (καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» με αριθμό ΓΕΜΗ …… και ΑΦΜ …. κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του σε νεοσυσταθείσα εταιρεία-πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν.2515/1997, την παρ.3 του άρθρου 54, την παρ.3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του Ν.4601/2019, όπως ισχύουν σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ………/7.4.2021 πράξη διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα οδός …………) δυνάμει της από 8.10.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 10.11.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./11.10.2021 (τόμος … και α.α….) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν.2844/2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μαρία Σκορδά (ΔΣΑ ….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ-Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ Δικηγορική Εταιρεία» με ΑΜ ….. και ΑΦΜ ….. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 11.10.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 532/2024 οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή ερήμην της ανακόπτουσας απέρριψε την ανακοπή. Η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 12/3/2024 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 12/3/2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../12.3.2024. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής. Επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./12.3.2024 ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η 7/11/2024 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 22.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ «αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από την ως άνω διάταξη με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος και είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271, 272 § 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς, να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά και αυτό μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Αν ο εκκαλών αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται, ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 1906/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 181/2023 στο efeteio-peir.gr,, ΕφΛαμ 22/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 226/2021 στην efeteio-peir.gr, ΕφΠειρ 449/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠειρ 67/2016, ΕφΑνατΚρητ 61/2015, ΕφΠειρ 336/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μπαλογιάννη σε Απαλαγάκη ΕρμΚΠολΔ άρθρο 528 αρ.3 σ.1468, Πανταζόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθρο 528 αρ.2-3). Η από 12-3-2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.3.2024) έφεση κατά της 532/19.2.2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ερήμην της ανακόπτουσας – ήδη εκκαλούσας, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 11-10-2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/13.10.2023) ανακοπή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [19/2/2024] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 12/3/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …………….. ηλεκτρονικό παράβολο και την ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής του) σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 24.4.2024) έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης εφέσεως και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην προσδιορισθείσα δικάσιμο της 7/11/2024, οπότε και αναβλήθηκε, διατηρηθείσας της προσωρινής διαταγής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και διατηρηθείσας αυτής εκ νέου από τη δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης εφέσεως, να γίνει τυπικά δεκτή και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες της τις διατάξεις (528 ΚΠολΔ), να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνει αναδίκασή της από αυτό το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται εν προκειμένω, η προηγούμενη έρευνα και η ευδοκίμηση κάποιου λόγου της εφέσεως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Εξάλλου, αφού η υπό κρίση έφεση έγινε δεκτή, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου που κατατέθηκε για το παραδεκτό αυτής στην εκκαλούσα.
Η ανακόπτουσα με την υπό κρίση από 11.10.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023) ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στο δικόγραφο ζητεί την ακύρωση α) της από 10/7/2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου από το με αριθμό …./2023 πρώτο (α) απόγραφο εκτελεστό της της υπ’ αριθμ. ……/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας επιτάσσεται να κατάβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 127.987,44 ευρώ εντόκως από 16/11/2021 (επομένη της επίδοσης της καταγγελίας) με επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι εξοφλήσεως, το ποσό των 2.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη, το ποσό των 35 ευρώ για σύνταξης της επιταγής προς πληρωμή, το ποσό των 35 ευρώ για δαπάνη επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή, ήτοι συνολικά το ποσό των 130.048,44 ευρώ, από το οποίο το μεν κεφάλαιο νομιμοτόκως κατά τα ανωτέρω ενώ τα λοιπά κονδύλια νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) της υπ’αριθμ. …./15.9.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………, με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά, με την επίσπευση της καθ’ης, οι περιγραφόμενες σε αυτήν δύο οριζόντιες ιδιοκτησίας, συγκυριότητάς της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, κείμενες στο Δήμο Πειραιά Αττικής, προς ικανοποίηση μέρους χρηματικής απαίτησής της σε βάρος της ύψους 50.000 ευρώ, επιφυλαχθείσα για το υπόλοιπο ποσό πλέον τόκων, δυνάμει της οποίας ορίσθηκε για την 24.4.2024 ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 87.000 ευρώ και 9.500 ευρώ αντίστοιχα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ανακοπή παραδεκτά εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , το οποίο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο, καθώς ο εκτελεστός τίτλος, επί τη βάσει του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο όσο και κατά τόπον, καθώς μετά την επίδοση της από 10.07.2023 επιταγής προς πληρωμή ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας [βλ. άρθρο 933§1 παρ. 1 εδ. α’, γ’ και §3 ΚΠολΔ, όπως τα εδάφια α’ και γ’ της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου ισχύουν με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο §2 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015) και εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο §3 του Ν. 4335/2015 σε περίπτωση που η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση πραγματοποιήθηκε μετά την 01.01.2016 σε συνδυασμό με τα άρθρα 57 και 120 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021) και όπως η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 207§2 του Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5/17.01.2018)], προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937§3 ΚΠολΔ) [όπως η εν λόγω παράγραφος του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021) και εφαρμόζεται, δυνάμει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 116§6 περ. β’ του Ν. 4842/2021, για τις αποφάσεις που δημοσιεύονται μετά από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ήτοι μετά την 01.01.2022 κατά το άρθρο 120 του Ν. 4842/2021, σε συνδυασμό με τα άρθρα 591 §1, 614 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015], ενόψει του ότι η εκτελεστέα αξίωση, για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, απορρέει από σύμβαση στεγαστικού δανείου. Επιπλέον, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 585§2, 933§1 εδ. γ’, 934§1 περ. α, εδ. α ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερών, από την ημέρα της κατάσχεσης, ήτοι από την επομένη της ημέρας της επίδοσης του αντιγράφου της προσβαλλομένης κατασχετήριας έκθεσης στην ανακόπτουσα, σύμφωνα με το άρθρο 934§1 περ. α’ εδ. α’ ΚΠολΔ [όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο §2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015) και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο §3 του Ν. 4335/2015, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 01.01.2016], η οποία επιδόθηκε σε αυτήν στις 18.9.2023 (βλ. την σχετική επισημείωση στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικ. επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………..) και η κρινόμενη ανακοπή, κατατέθηκε με δικόγραφο στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 13/10/2023. Επομένως, η ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των διαλαμβανόμενων σε αυτή λόγων.
Σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Ακόμη, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 474/1999, ΜονΕφΠειρ 215/2025, ΜονΕφ.Πατρ. 21/2021, ΜονΕφ.Πειρ. 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη καθόσον περιγράφει την απαίτηση κατά τρόπο αόριστο που δημιουργεί αμφιβολίες για τον ορθό υπολογισμό της και ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται το ποσό των τόκων ή το συνολικά οφειλόμενο ποσό για κεφάλαιο και τόκους, ενόψει του ότι ο υπολογισμός των τόκων είναι ιδιαίτερα δυσχερής επειδή περιλαμβάνει εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων με συνέπεια η έλλειψη αυτή να της προκαλεί δικονομική βλάβη. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης επιταγής προς εκτέλεση, προκύπτει ότι σε αυτή περιέχονται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγείται, ήτοι σύντομη αναφορά του οφειλόμενου ποσού και των εξόδων. Κατά το σκέλος που αφορά το κονδύλιο των τόκων θέτει, όσον αφορά το επιδικασθέν κεφάλαιο, το σημείο έναρξης υπολογισμού των τόκων (16.11.2021), χωρίς να περιλαμβάνει ποσό τόκων στην επιταγή προς πληρωμή, ώστε να προκληθεί οιαδήποτε σύγχυση στην ανακόπτουσα οφειλέτρια. Η μη παράθεση του ποσού των τόκων, καθώς και του επιτοκίου δεν καθιστά την επιταγή αόριστη, καθώς ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας, θέτοντας το σημείο έναρξης του υπολογισμού τους, γίνεται βάσει του κεφαλαίου και του συμφωνηθέντος συμβατικού επιτοκίου, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, απομένει δε η διενέργεια μαθηματικού υπολογισμού για την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της συμβάσεως μέχρι την εξόφληση της επιταγής. Επομένως, ο σχετικός λόγος της ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την, υπό την µορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, παροχή έννοµης προστασίας, απαιτείται ως προϋπόθεση, εκτός από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η ύπαρξη απαίτησης, η οποία να είναι βέβαιη και εκκαθαρισµένη. Βέβαιη είναι η απαίτηση όταν δεν εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσµία που προϋπήρχε πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εκκαθαρισµένη είναι η απαίτηση, όταν από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη συνεκτίµησης και άλλων εγγράφων µε δεσµευτική αποδεικτική δύναµη, προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Αυτό επιβάλλεται προκειµένου ο οφειλέτης να τελεί σε γνώση του ποσού και του ποιού της παροχής, για την ικανοποίηση της οποίας µπορεί να γίνει σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση. Είναι δε εκκαθαρισµένη η απαίτηση και όταν µπορεί να καθοριστεί κατά ποσό µε αριθµητικό υπολογισµό (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό µικρότερο από το αναφερόµενο στην επιταγή ή το πράγµατι οφειλόµενο, λόγω περιορισµού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισµός είναι ορισµένος και δεν επιφέρει µετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη (ΑΠ 1773/2001 ΕλλΔικ 2002.1386, Εφ.Αθ. 4901/2000, Εφ.Πειρ.(Μον.) 86/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόµα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό µεγαλύτερο του πράγµατι οφειλόµενου (Εφ.Αθ. 4901/2000 ό.π., Εφ.Πειρ.(Μον.) 86/2022 ό.π.).
Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα προβάλλει ένσταση καταχρηστικότητας της επιβληθείσας κατάσχεσης για το λόγο ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για ποσό 50.000 ευρώ, ήτοι για μέρος του επιδικασθέντος κατά τα προεκτεθέντα κεφαλαίου της επίδικης απαίτησης, ενώ δεδομένου ότι η τιμή της πρώτης προσφοράς για το ποσοστό κυριότητας της 50% εξ αδιαιρέτου επί του υπό στοιχείο Δ-1 διαμερίσματος του τετάρτου πάνω από το ισόγειο-πιλοτή ορόφου ορίστηκε στο ποσό των 87.000 ευρώ και επί της υπό στοιχεία ΘΣ-2 κλειστής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου-γκαράζ του υπογείου ορόφου στο ποσό των 9.500 ευρώ, ήτοι για ποσό που θα μπορούσε να ικανοποιήσει στο ακέραιο την επισπεύδουσα, ο περιορισμός αυτός θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια καθώς θα απωλέσει τη μοναδική και κύρια κατοικία της και θα οφείλει το εναπομείναν εκ του συνολικού ύψους 130.048,44 ευρώ και ότι, ως εκ τούτου η διενεργηθείσα κατάσχεση των ακινήτων της λόγω του ως άνω περιορισμού του ποσού, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, προσκρούει δε στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, οπότε είναι άκυρη. Ωστόσο ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος και τούτο διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην οικεία νομική σκέψη, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό µικρότερο από το αναφερόµενο στην επιταγή ή το πράγµατι οφειλόµενο, λόγω περιορισµού της απαίτησης, εφόσον ο περιορισµός είναι ορισµένος, όπως εν προκειμένω, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόµα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό µεγαλύτερο του πράγµατι οφειλόµενου. Η επιβολή, επομένως, εκ μέρους της καθ΄ής η ανακοπή, κατάσχεσης για μικρότερο ποσό από αυτό της επιδικασθείσας με τον εκτελεστό τίτλο απαίτησης, προς αποφυγή εξόδων, όπως εξάλλου τούτο ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στη σελίδα 10 αυτής και ειδικότερα ότι: «Κατάσχω αναγκαστικά για το ποσό των 50.000 ευρώ κάνοντας µνεία ότι αυτό αποτελεί µέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου οφειλής, προς αποφυγή χρέωσης υπερβολικών εξόδων αναγκαστικής εκτέλεσης, µε την ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματος της επισπεύδουσας για το υπόλοιπο ποσό των επιτασσομένων απαιτήσεων της» είναι επιτρεπτή και δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματός της αυτού καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η καθ΄ής δικαιούται να αναγγελθεί για το σύνολο της απαίτησής της στη συνέχεια, ενώ το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση δεν είναι προφανώς δυσανάλογο με την αξία του κατασχεθέντος ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι θα πρέπει προηγουµένως να συνυπολογιστούν τα έξοδα εκτέλεσης και οι νόμιμοι τόκοι της απαίτησης.
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη, λόγω ορισμού, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, της συμβολαιογράφου Αθηνών ………………., και όχι ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου της εκτέλεσης, ήτοι της περιφέρειας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Πειραιώς. Ο κρινόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, ως αντικείμενος στο άρθρο 22 του Ν.4912/2022, ερμηνευτική διάταξη για τους αρμόδιους συμβολαιογράφους για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, το οποίο ορίζει ότι κατά την αληθή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 959 και της παρ.1 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α΄ 182)], για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός της Περιφέρειας Αττικής, αρμόδιοι συμβολαιογράφοι είναι οι συμβολαιογράφοι αμφότερων των εφετειακών περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008 www.areiospagos.gr). Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990, ΑΠ 563/2003 ΤΝΠ Νόμος). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρου 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 www.areiospagos.gr). Εξάλλου κατά το άρθρο 482 του ΑΚ «σε περίπτωση οφειλής, εις ολόκληρον ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικά είτε μερικά. Έως την καταβολή ολόκληρης της παροχής παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 481, 483, 487, και 488 ΑΚ συνάγεται ότι, επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, η οποία προϋποθέτει ενότητα της υποχρέωσης προς παροχή όχι όμως και ταυτότητα του παραγωγικού λόγου των κατ` ιδίαν, ενοχών, καθιερώνεται δικαίωμα του δανειστή, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη (κατ` αρέσκειαν) κρίση του, να στραφεί εναντίον οποιοσδήποτε από τους εις ολόκληρον οφειλέτες για μέρος ή το σύνολο της οφειλής, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος λόγω διαφοροποιήσεων στην περιουσιακή κατάσταση των συνοφειλετών ή διαφορετικού βαθμού ευθύνης αυτών ως προς την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής, αφού ο νόμος απέβλεψε στην ταχεία ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος του δανειστή (ΑΠ 871/2010, ΕφΘεσ 494/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την άλλη μεριά όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 483 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 416 ΑΚ η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής, με καταβολή από οποιοδήποτε συνοφειλέτη εις ολόκληρο, έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ` ίσο μέρος με την καταβολή (Α.Π. 1694/2017, ΑΠ 630/2015 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΜονΕφΠειρ 438/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς)
Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα προβάλλει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ’ης προς επίσπευση της σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, για το λόγο ότι η τελευταία γνώριζε ότι τόσο η ίδια (ανακόπτουσα) όσο και ο συνοφειλέτης σύζυγός της βρίσκονται σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής του συνόλου των οφειλών τους. Ότι εξ αυτού του λόγου ο σύζυγός της κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την από 26/2/2019 αίτηση περί ρύθμισης των οφειλών του, στην οποία συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων η απαίτηση της καθ’ης ύψους 127.978,44 ευρώ, η οποία πηγάζει από το χορηγηθέν σε αυτή και στο σύζυγό της στεγαστικό δάνειο, και είναι συνοφειλέτης από κοινού με τον τελευταίο. Ότι με την επίδοση της από 10/7/2023 επιταγής προς εκτέλεση, η καθ’ης επέδειξε καταχρηστική συμπεριφορά διότι επιδιώκει να ικανοποιηθεί για την ίδια απαίτηση (στεγαστικό δάνειο) δύο φορές. Εξάλλου, με την έφεσή της η ανακόπτουσα ήδη εκκαλούσα επικαλούμενη ότι επί της ανωτέρω αιτήσεως του συζύγου της έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 2496/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση και έγινε ρύθμιση των οφειλών του συζύγου της, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη για την οποία ο τελευταίος διατάχθηκε να καταβάλει το ποσό των 115.000 ευρώ σε χρονικό διάστημα 20 ετών επικαλείται καταχρηστική συμπεριφορά της καθ’ ης για το λόγο ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν της τη δικαστικά ρυθμισμένη συνεισφορά του συζύγου της. Ωστόσο, τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της καθ’ης να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης συνιστούν άσκηση νομίμου δικαιώματος της καθής η ανακοπή σε ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος της, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της καθώς έχει δικαίωμα, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη κατ` αρέσκειαν κρίση της, να στραφεί εναντίον οποιοσδήποτε από τους εις ολόκληρον οφειλέτες για μέρος ή το σύνολο της οφειλής, συγχρόνως ή διαδοχικώς. Επιπλέον τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν στοιχειοθετούν δόλο εκ μέρους της καθ’ης με σκοπό πρόκλησης βλάβης της ανακόπτουσας, ούτε παραβίαση της αρχής της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου για τον οφειλέτη, ήτοι επιδίωξη ικανοποίησης της αξίωσης της με κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση της, ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για την ανακόπτουσα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας της, ούτε τα ιστορούμενα περιστατικά δικαιολογούν την επικαλούμενη πεποίθηση της ότι η καθ’ης δεν θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ελλείψει άλλων λόγων προς έρευνα, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη ανακοπή. Εξάλλου, με την έκδοση της παρούσας οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής των ανακοπτόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (βλ.ΜονΕφΠειρ 307/2024). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας-ανακόπτουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12.3.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ……../12.3.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………/12.3.2024) έφεση κατά της 532/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./12.3.2024).
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 532/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 11.10.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2023) ανακοπής.
Δέχεται τυπικά την ανακοπή και απορρίπτει αυτήν στην ουσία
Επιβάλλει στην εκκαλούσα-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 21.1.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ