ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 51/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Α) Του εκκαλούντος-αιτούντος: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Νικολέττα Βακούρου (ΔΣΑ …………) και κατέθεσε προτάσεις.
Των εφεσίβλητων-καθ’ων η αίτηση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», με έδρα την Αθήνα, οδός ………… με ΑΦΜ ……………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Εταιρείας με την επωνυμία «………………» (πρώην επωνυμία ……………..), η οποία εδρεύει στη …….. Αττικής, …………, με ΑΦΜ ………. και αρ. ΓΕΜΗ …………, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (αρ. απόφασης 207/1/29/11/2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως μη δικαιούχος διάδοχος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2παρ.4 του Ν.4354/2015, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας ( ………..) με αριθμό μητρώου …………. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…….» με έδρα την Αθήνα, οδός ……. με ΑΦΜ …….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 26 Ιουλίου 2019 σύμβασης αγοραπωλησίας και της από 6 Δεκεμβρίου 2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από επιχειρηματικά δάνεια και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, νομίμως καταχωρισθείσας στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ…../6.12.2019 (τόμος … α.α. …..), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε προσηκόντως από πληρεξούσιο δικηγόρο, καθώς παραστάθηκε μεν στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος Ιωάννα Κασσελούρη (ΔΣ Ιωαννίνων ….), η οποία ωστόσο δεν κατέθεσε προτάσεις.
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος των καθ’ων ήδη εφεσίβλητων, την από 22.4.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμ. 3442/2024 εν μέρει οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ανακοπής ως προς την πρώτη των καθ’ ων και απέρριψε την ανακοπή ως προς τη δεύτερη καθ’ ης. Ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 29-10-2024 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 30/10/2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/30.10.2024. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής. Επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../30.10.2024 ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από την Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……
Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία «…………..» (…………), νομίμως εκπροσωπουμένης που εδρεύει στη …………… Αττικής, …………, με ΑΦΜ ………… και αρ. ΓΕΜΗ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθμ. 505/20/28.6.2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ ΦΕΚ Β 3744/28.6.2024) ως εταιρία Διαχείρισης Πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της Πράξης 225/1/30.1.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία « …………….), που εδρεύει στην Ιρλανδία (Δικαιούχος της Απαίτησης) κατά τα οριζόμενα στην από 26/9/2024 Σύμβαση Διαχείρισης (όπως αυτή καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……/27.9.2024 (τ….. α.α. …..) σύμφωνα με το Ν.5072/2023 όπως ισχύει και δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../24.10.2024 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., στην οποία δικαιούχο της απαίτησης η εδρεύουσα στην Ιρλανδία εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….» έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 27.9.2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……./27.9.2024 (τόμος …. α.α……), τις οποίες είχε μεταβιβάσει στη «…………..» λόγω τιτλοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3156/2003 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» με έδρα την Αθήνα, οδός ………. με ΑΦΜ ……………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 6 Δεκεμβρίου 2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, νομίμως καταχωρισθείσας στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ……./6.12.2019 (τόμος …. α.α. ….), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Κασσελούρη (ΔΣ Ιωαννίνων ……), συνεργάτη της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΛΑΪΑ ΚΡΕΤΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ΔΣΑ … και ΑΦΜ ….. και κατέθεσε προτάσεις.
Της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Εταιρείας με την επωνυμία «……………» ( πρώην επωνυμία ……………..), η οποία εδρεύει στη …………. Αττικής, ………., με ΑΦΜ …. και αρ. ΓΕΜΗ ….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (αρ. απόφασης 207/1/29/11/2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως μη δικαιούχος διάδοχος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2παρ.4 του Ν.4354/2015, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο ………… ( ………….) με αριθμό μητρώου ………. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» με έδρα την Αθήνα, οδός ……….. με ΑΦΜ ….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 26 Ιουλίου 2019 σύμβασης αγοραπωλησίας και της από 6 Δεκεμβρίου 2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από επιχειρηματικά δάνεια και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ…../6.12.2019 (τόμος … α.α. ….), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Νικολέττα Βακούρου (ΔΣΑ ………….) και κατέθεσε προτάσεις.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 12-11-2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./14.11.2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υπέρ της δεύτερης των εφεσίβλητων και κατά του εκκαλούντος, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κι εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό ……..
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων και κατά την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρονται προ συζήτηση α) η από 8-9-2021 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …………./21.9.2021 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………./2.11.2021) έφεση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος προς εξαφάνιση της 3442/2024 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρεία ήδη πρώτη εφεσίβλητη και απέρριψε την από 22.4.2024 ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και κατά εκτέλεσης του εκκαλούντος κατά της δεύτερης καθ’ ης η ανακοπή και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης μετά της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο αίτησης αναστολής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, της ανακοπτόμενης υπ’ αριθ. ……/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του βάσει της υπ’ αριθ. …../5.4.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……….., ορισθέντος για τις 20.11.2024 αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφόμενου σε αυτή ακινήτου και β) η από 12.11.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/14.11.2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας ανώνυμης εταιρίας υπέρ της δεύτερης των εφεσίβλητων και κατά του εκκαλούντος της υπό κρίση έφεσης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271 και 524 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015), ισχύοντος από 1-1-2016 (άρθρο ένατο άρθρου 1 αυτού) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν αλλά και μετά τον Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α΄ 190/13.10.2021), εφαρμοζόμενου, κατ’άρθρο 120 αυτού, από 1.1.2022, και, επομένως, εφαρμοζόμενων αμφοτέρων στην υπό κρίση περίπτωση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση, μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως [ΕφΠατρ(Μον) 51/2022 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ (όπως το άρθρο 524 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου συζητήσεως της εφέσεως, κατ’ άρθρον 72 παρ. 4 και 2 του ιδίου νόμου), σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το, δε, Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις, που υποβλήθηκαν από το διάδικο, που εμφανίσθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις, που λήφθηκαν κατ’ αυτήν, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως. Έτσι, σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίζει τις προτάσεις, που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό από το μη εμφανισθέντα εφεσίβλητο καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας συζήτησης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή, δηλαδή να εκφέρει κρίση επί της ορθότητας της πρωτόδικης αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων μερών (ΕφΘεσ 521/2016, ΜΕφΠειρ 65/2014, ΕφΔωδ 161/2006 ΝΟΜΟΣ). Επί παραλείψεως κηρύξεως του ανωτέρω προσωρινού απαραδέκτου, που επιβάλλεται από το νόμο προεχόντως προς κατοχύρωση του θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος της υπεράσπισης (άρθρο 110§2 ΚΠολΔ) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 122/2003 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την πράξη κατάθεσης της έφεσης με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./30.10.2024 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, προκύπτει ότι στις 30/10/2024 η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε την υπό κρίση έφεση στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ από την έκθεση κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………………/30.10.2024 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς, που υπάρχει συνημμένη στην υπό κρίση έφεση, προκύπτει ότι με μέριμνα της πληρεξούσιας δικηγόρου του εκκαλούντος, ορίστηκε νόμιμα δικάσιμος για την εκδίκαση της ένδικης έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος. Συνεπώς τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης επέσπευσε ο εκκαλών. Περαιτέρω, όσον αφορά την πρώτη εφεσίβλητη, ο εκκαλών δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης και επομένως ως προς αυτή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης. Επισημαίνεται ότι ως προς την ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση είναι μη οριστική και δεν προσβάλλεται με έφεση διότι ως προς αυτή κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προηγείται ωστόσο στο παρόν στάδιο η έρευνα του παραδεκτού της συζήτησης της έφεσης. Ακολούθως, από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……. .. στο δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης, που προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών-ανακόπτων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη εφεσίβλητη. Η τελευταία όμως δεν έλαβε κανονικά μέρος στη συζήτηση, καθώς η παριστάμενη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης πληρεξούσια δικηγόρος, δεν κατέθεσε προτάσεις έως την έναρξη της συζήτησης (άρθρο 524 παρ.1 εδαφ.β΄του ΚΠολΔ) και πρέπει να δικαστεί ερήμην και το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρο 524 παρ 4 ΚπολΔ). Ωστόσο, δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 12/11/2025 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης, θα πρέπει να ερευνηθεί αν η τελευταία ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση ,που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο , πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ , σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως ,που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες ,που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την κατάθεση της έφεσης ασκήθηκε η από 12/11/2025 πρόσθετη παρέμβαση από την εταιρεία με την επωνυμία «………………..», ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Ιρλανδία ( ……………) με αριθμό μητρώου ………….. νομίμως εκπροσωπουμένης υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «……….» υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια, εντολοδόχο, ειδική πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………». Η προσθέτως παρεμβαίνουσα εκθέτει ότι ενεργεί ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων, μεταξύ αυτών και της επίδικης, της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» (δικαιούχος της απαίτησης) κατά τα οριζόμενα στην από 26/9/2024 σύμβαση διαχείρισης, όπως αυτή καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/27.9.2024 (τ……. α.α….) και σύμφωνα με το Ν.5072/2023 και δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………./24.10.2024 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………… Ότι στην ως άνω δικαιούχο της απαίτησης η εδρεύουσα στο ……..- Ιρλανδίας (……………..) και με αριθμό μητρώου ………….. εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και της επίδικης απαίτησης, δυνάμει της από 27/9/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……./27.9.2024 (τόμος ….. α.α…..). Ότι τις ανωτέρω απαιτήσεις είχε μεταβιβάσει στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού, λόγω τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3156/2003 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» με αριθμό ΓΕΜΗ ………. και ΑΦΜ ………… νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 6/12/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 6/12/2019 με αριθμό καταχώρισης …../6.12.2019 (τόμος …. α.α……) και ότι ως εκ τούτου έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρ. 81 παρ. 1,215 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (υπ’ αριθ. κατάθεσης ……/230/14.11.2025) και επίδοσή της στους διαδίκους, δηλαδή στον εκκαλούντα (βλ. την υπ’ αριθ. ……../19.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………..) και στη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία …………….., υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../19.11.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………).
Περαιτέρω, όμως, για να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την απολιπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη, που κατά τα ανωτέρω έχει κληθεί νόμιμα σε αυτή, θα έπρεπε ο παριστάμενος εκκαλών να προσκομίσει κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ εντός πέντε ημερών από τη συζήτηση της έφεσης αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων της αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν. Ωστόσο ούτε ο εκκαλών αλλά ούτε και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα προσκόμισαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις προτάσεις της δεύτερης καθ’ης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο. Συνεπώς, κατ’ ακολουθία των όσων εκτέθηκαν παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση τόσο της έφεσης, καθόσον αυτή δεν χωρεί με απούσα την δεύτερη εφεσίβλητη, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της προσκομιδής από τον παριστάμενο εκκαλούντα των πρωτόδικων προτάσεών της και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης όσο και ως προς την παρεπόμενη αυτής αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Περαιτέρω στο ίδιο δικόγραφο, ο ανακόπτων σωρεύει αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, πιθανολογώντας την ευδοκίμηση της έφεσής του και επικαλούμενος επικείμενο κίνδυνο καθώς λόγω της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της οικίας κυριότητας του υιού του, ………, καθ’ ου η εκτέλεση, στον οποίο αυτός (αιτών-εκκαλών) μεταβίβασε το ακίνητο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/2016 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας (αριθμός καταχώρισης …./12.1.2016) θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας. Ζητεί δε να ανασταλεί προσωρινά και μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας έφεσης η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε εκτέλεση της υπ’ αρ. …./5.4.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………, εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και κάθε μεταγενέστερη συναφής πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι του βάσει αυτής ορισθέντος για τις 20.11.2024 αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφόμενου σε αυτή ακινήτου και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος τρίτου ορόφου οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου που βρίσκεται στη δημοτική ενότητα Νίκαιας του Δήμου Νίκαιας-Αγ. Ι. Ρέντη Αττικής, κατόπιν της από 15.01.2024 επιταγής προς εκτέλεση. Επίσης, ζήτησε και του χορηγήθηκε στις 15.11.2024, προσωρινή διαταγή με την οποία ανεστάλη η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης έως τη συζήτηση της έφεσης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 4.12.2025, χωρίς εγγύηση ή άλλο όρο, κατ’ άρθρο 938 παρ.3 ΚΠολΔ. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τα άρθρα 938 παρ.2 ΚΠολΔ (ως αυτό ισχύει, μετά τη γενόμενη τροποποίησή του με το Ν. 4842/2021, που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, λόγω του χρόνου επιδόσεως της από 15.01.2024 επίδικης επιταγής προς πληρωμή, στις 25.10.2023), πλην όμως είναι απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση ο αιτών δεν είναι κύριος του κατασχεθέντος ακινήτου, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα έχει μεταβιβάσει στον υιό του, …………, ήδη από το έτος 2016, η δε εκτέλεση στρέφεται κατά του τελευταίου και όχι κατά του αιτούντος-εκκαλούντος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 29/10/2024 αίτηση αναστολής ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος από την απόρριψη της αίτησής του, ελλείψει σχετικού αιτήματος της δεύτερης καθ’ης ως προς την αίτηση αναστολής (191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16.4.2024 αίτηση αναστολής εκτέλεσης.
Απορρίπτει την αίτηση.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 21.1.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ