ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 282/2025
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την ………………….., προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
(Ι) Της Καλούσας-Εκκαλούσας-Εφεσίβλητης: …………….. η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Άννας Κοντοσέα (A.M. Δ.Σ.Π. ………..), (βλ. το υπ’ αριθμόν A ……………./19-03-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013),
Της Καθ’ ης η Κλήση- Εφεσίβλητης- Εκκαλούσας: Της Εταιρείας, με την επωνυμία <<…………….>> (Α.Φ.Μ. ………..- Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς), εδρεύουσας στην ….. Αττικής στη συμβολή των οδών ………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια της πληρεξούσιου Δικηγόρου της Μαρίας Σταμούλη (A.M.Δ.Σ.Π. ……..), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α …………../18-03-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), με βάση την προς αυτήν από 15/03/2024 ειδική εξουσιοδότηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, στην οποία αφενός μεν αναγράφονται πλήρη τα στοιχεία της ταυτότητάς τους σε συνδυασμό με την από 14/09/2023 ανακοίνωση του ΓΕΜΕ, αφετέρου δε περιέχεται ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα αυτών για εκπροσώπησή της Εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από την ως άνω παραστάσα Δικηγόρο με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής τους, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 96 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.
Η καλούσα ……….. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27 Δεκεμβρίου 2021 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …………./2021 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ………../2021.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 389/2023 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών άρθρα 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ., με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή, ως κατ’ ουσία βάσιμη, κατά ένα μέρος αυτής, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα σε αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 06/ 09/2023 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) 9………/2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …./2023 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α. Κ.Δ.) …/2023.
Ακολούθως, και η εναγόμενη Εταιρεία άσκησε την από 28/ 09/2024 έφεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Εφετείου Πειραιώς), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …../2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε. Α.Κ.Δ) …./ 2023 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …../2023.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 366/2024 (μη οριστική) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αντιμωλία των διαδίκων με την οποία διατάχθηκε η συνεκδίκαση αυτών και η επανάληψη της συζήτησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.
Στη συνέχεια, η εκκαλούσα- εφεσίβλητη ……………… άσκησε την από 2 Σεπτεμβρίου 2024 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……./2024 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/2024, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις τους ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι εφέσεις και οι έγγραφες προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι) Νόμιμα εισάγονται με την από 02 Σεπτεμβρίου 2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./(Ε.Α.Κ.Δ.) …./2024 κλήση της καλούσας- εκκαλούσας-εφεσίβλητης ………….οι: (Α) από 06.09.2023 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../ (Ε.Α.Κ.Δ.) …./2023 έφεση της ενάγουσας …………. και (Β) από 28.09.2023 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../(Ε.Α.Κ.Δ.) …../2023 έφεση της εναγόμενης Εταιρείας <<……………..>> κατά της υπ’ αριθμόν 389/2023 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) κατόπιν της έκδοσης της υπ’ αριθμόν 366/2024 (μη οριστικής) απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αυτές συνεκδικάστηκαν και σε εκτέλεση των όσων ορίζονται με αυτήν.
(ΙΙ) Από την κατάθεση του μάρτυρος …………………., ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τού του, με επιμέλεια της εναγόμενης Εταιρείας και σε εκτέλεση των όσων ορίζονται με την υπ’ αριθμόν 366/2024 (μη οριστική) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκτιμώμενη ανάλογα με τις γνώσεις και το βαθμό της αξιοπιστίας του και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται, κατά την εκδίκαση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>>) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986,869, από την υπ’ αριθμόν …………./2022 ένορκη βεβαίωση του …………………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ………………., που λήφθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγόμενης Εταιρείας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ……………/ 30.09.2022 έκθεση της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …………., εκτιμώμενη κατά το λόγο γνώσης των κατατιθέμενων από αυτόν πραγματικών περιστατικών και το βαθμό της αξιοπιστίας του, δεδομένης της ειδικότητάς του, ως ναυτολογημένου στο επίδικο πλοίο με την ειδικότητα του Μηχανοδηγού, που ήταν επιφορτισμένος με τη λειτουργία του μηχανοστασίου του πλοίου και την επιστασία της μηχανής, γεγονός, που προσδίδει στην ένορκη βεβαίωσή του περιορισμένη αποδεικτική δύναμη αναφορικά με τις ώρες και συνθήκες απασχόλησης της ενάγουσας στο κατάστημα, καθώς η προσέγγιση του σε αυτό ήταν χρονικά περιορισμένη και ως εκ τούτου δεν προσφέρεται για τη συναγωγή κρίσιμων συμπερασμάτων, ενώ το γεγονός ότι αυτός τυγχάνει αντίδικος της εναγόμενης Εταιρείας, επειδή έχει ασκήσει σε βάρος της αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, δεν αποκλείει από μόνο του την αποδεικτική αξία των όσων αυτός βεβαίωσε ενόρκως, απορριπτό μενου του σχετικού λόγου της κρινόμενης έφεσης της εναγόμενης Εταιρείας, ως αβάσιμου (Εφ.Πειρ. 196/2020, Εφ.Αθ. 3879/2012 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>> Εφ. Πατρ. 698/2003, Αχ.Νομ. 2004, 266), από την υπ’ αριθμόν ……./2022 ένορκη βεβαίωση του ……………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν …………./17.03.2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …….., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης Εταιρείας (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σύμφωνα με την από 10/ 07/2021 με αριθμό ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου ……….. ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ του από 07/07/2021 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της εναγόμενης Εταιρείας οι ……………. και ……………., έχοντας την εξουσία σύναψης και θέσης της υπογραφής τους σε ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας με τρίτα πρόσωπα, ενεργώντας για λογαριασμό της εταιρείας, με την επωνυμία <<……………>> (εναγόμενης), συνήψαν τις από 28.01.2020 και από 14.05.2021 διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, συμβαλλόμενοι με τη …………., (ενάγουσα), στα πλαίσια των οποίων η τελευταία ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα της επίκουρου στο με ελληνική σημαία και αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……. επιβατικό- οχηματαγωγό πλοίο «BSN» ολικής χωρητικότητας 5.650,51 κόρων, με διεθνές διακριτικό σήμα …….., πλοιοκτησίας της εναγόμενης Εταιρείας, στο οποίο υπηρέτησε κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: (α) από την 28.01.2020 μέχρι και την 31.03.2020, οπότε η σύμβαση εργασίας έληξε και απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιώς με αμοιβαία συναίνεση των μερών, (β) από την 11.06.2020 μέχρι και την 13.11.2020, οπότε απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιώς με συμφωνία των μερών, και (γ) από 14.05.2021 μέχρι και την 15.12.2021, που αποναυτολογήθηκε στο λιμάνι του Πειραιώς λόγω άδειας. Με τις παραπάνω συμβάσεις ναυτικής εργασίας, ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας δικαιοπρακτικά ορίστηκε να είναι κλειστός, ανερχόμενος στο χρηματικό ποσό των 2.164,77 ευρώ μεικτά με την πρώτη (1η) σύμβαση και στο χρηματικό ποσό των 2.196,18 ευρώ μεικτά με τη δεύτερη (2η) σύμβαση, αντίστοιχα. Πλέον συγκεκριμένα, με τις συμβάσεις αυτές ορίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας, που υπάγεται το πλοίο. Όλες οι αποδοχές του Ναυτικού υπόκεινται σε κρατήσεις και εισφορές. Διευκρινίζεται και ρητά συνομολογείται από τα μέρη ότι στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα αδείας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρείας, καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα, που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας. Ο Ναυτικός δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε άλλη πληρωμή πέραν του κατά του ως άνω ποσού του κλειστού μισθού του». Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: (α) στο ναυτικό φυλλάδιο της ενάγουσας αναγραφόταν ως μισθός «Σ.Σ», (βλ. σχετ. τις σελίδες 1, 2, 3, 78 και 79 του υπ’ αριθμόν ΣΤ 11 ναυτικού φυλλαδίου της ενάγουσας σε συνδυασμό με τις σελίδες 1, 4,5, 6, 7 και από 42 έως και 44 του υπ’ αριθμόν Σ.Σ.Ε. 11 του ναυτικού φυλλαδίου, εκδοθέντος σε αντικατάσταση του παλαιότερου φυλλαδίου αυτής, (β) στις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, τις οποίες εξέδιδε η εναγόμενη Εταιρεία, κατ’ επανάληψη, ως βάση υπολογισμού των αποδοχών της ενάγουσας, καθ’ όλα τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, λαμβανόταν υπόψη η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. Β 3170/12-08-2019), και ειδικότερα για το μισθό ενεργείας και το σύνολο των επιδομάτων, που προβλέπονταν στη συγκεκριμένη Συλλογική Σύμβαση, ως καταβλητέα, για διάφορες αιτίες, στα μέλη των πληρωμάτων των πλοίων της συγκεκριμένης κατηγορίας, στην οποία ανήκε και αυτό της εναγόμενης Εταιρείας, γινόταν αναφορά στη συγκεκριμένη Σύμβαση, (γ) κατά τη σύναψη των από 28.01.2020 και από 14.05.2021 συμβάσεων ναυτικής εργασίας, μολονότι δεν είχε τεθεί σε ισχύ Σ.Σ.Ν.Ε., που να καλύπτει τους όρους αμοιβής της ενάγουσας, τα μέρη παραπέμπουν σε ισχύουσα Σ.Σ.Ν.Ε. για την αμοιβή της ενάγουσας σε συνδυασμό και με (δ) την υπ’ αριθμόν ………../2022 ένορκη βεβαίωση του ……………. Κρίσιμο και ουσιώδες ωστόσο στοιχείο κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου αποτελεί το γεγονός ότι για τον προσδιορισμό των επιδομάτων, που χορηγούνταν στην ενάγουσα, ενόσω αυτή απασχολείτο στο επίδικο πλοίο, γινόταν ουσιαστικά αναφορά στους όρους της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (Σ.Σ.Ν.Ε) του έτους 2019. Από την επισκόπηση των διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας της ενάγουσας προκύπτει η συμφωνία αμοιβής της ενάγουσας με τον ορισμό ότι σε περίπτωση λήξης της ισχύος της Σ.Σ.Ν.Ε. κάθε έτους, αυτή θα εξακολουθούσε να εφαρμόζεται μέχρι την αναδρομική κύρωση της επόμενης. Άλλωστε, κάτι τέτοιο έχει καθιερωθεί στη συναλλακτική πρακτική στον τομέα της εμπορικής ναυτιλίας, και αποτελεί πάγια επιχειρησιακή συνήθεια από ναυτιλιακές Εταιρείες. Επομένως, τυγχάνει απορριπτέος ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως της εναγόμενης Εταιρείας για μη μετενέργεια της συγκεκριμένης Συλλογικής Σύμβασης στις επίδικες ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας της ενάγουσας. Αναφορικά με το ύψος των αποδοχών της ενάγουσας ως αμοιβή, κατά την εργασία της, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, η ενάγουσα έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως, σύμφωνα με την ανωτέρω ΣΣΝΕ 2019: (α) για μισθό ενεργείας 965,87 €, για επίδομα Κυριακών 212,49 €, για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 €, για μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €, για επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 367,70 € (μισθός ενεργείας + επίδομα Κυριακών /22+ τροφοδοσία 19,98€ X 5 ημέρες), για καταβαλλόμενο επίδομα ιματισμού 58,78 €. Περαιτέρω, τα δρομολόγια, που πραγματοποίησε το επίδικο πλοίο, ο αριθμός τους και οι ώρες, που εκτελούνταν αποδεικνύονται από την επιστολή – βεβαίωση της Διεύθυνσης Θαλασσίων Συγκοινωνιών (τμήματα Α’ και Β’) του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και συγκεκριμένα από την από 07.04.2022 και με αριθμό πρωτοκόλλου 2251.2-5/24611/2022 επιστολή- βεβαίωση της Διεύθυνσης Θαλασσίων Συγκοινωνιών (Τμήματα Α και Β) του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής με τους συνημμένους σε αυτήν πίνακες εγκεκριμένων δρομολογίων του πλοίου της εναγόμενης Εταιρείας ΒSN>> Πλέον συγκεκριμένα, το επίδικο πλοίο ήταν δρομολογημένο, ως εξής: (Α) Το χρονικό διάστημα από 28 Ιανουαρίου μέχρι 27 Μαρτίου του έτους 2020, το πλοίο ξεκινούσε καθημερινά από τον Πειραιά στις 07:30 π.μ. και ακολουθούσε το δρομολόγιο Σύρος (άφιξη 11:15 π. μ.- αναχώρηση 11:30 π.μ.), Τήνος (άφιξη 12:00- αναχώρηση 12:15 μ.μ.), Μύκονος (άφιξη 12:45- αναχώρηση 14:15 μ.μ., Τήνος (άφιξη 14:15 μ.μ.- αναχώρηση 15:00), Σύρος (άφιξη 15:30 μ.μ – αναχώρηση 16:00 μ.μ), Πειραιάς (άφιξη 19:45 μ.μ.), (Β) Τις περιόδους από 29 Μαρτίου μέχρι την 31/03/2020, από 07 Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2020, από την 01η Νοεμβρίου μέχρι την 13η Νοεμβρίου 2020, από την 14η Μαΐου 2021 μέχρι την 06η Ιουνίου 2021 και από την 01η Νοεμβρίου μέχρι την 15η Νοεμβρίου 2021, το πλοίο εκτελούσε το ακόλουθο δρομολόγιο: κάθε Δευτέρα αναχώρηση από τον Πειραιά στις 17:30, Πάρο (άφιξη 21:45- αναχώρηση 22:00 μ.μ), Νάξο (άφιξη 22:45 μ.μ – αναχώρηση 23:05 μ.μ), Δονούσα( άφιξη 00:15 π.μ – αναχώρηση π.μ 00:30 της επόμενης Τρίτης), Αιγιάλη (1:10-1:25 π.μ.), Αστυπάλαια (2:50-5:15 π.μ.), Αιγιάλη (06:40-6:55), Δονούσα (07:35-07:50 π.μ.), Νάξο (09:00-09:30π.μ.), Πάρο (10:15 π.μ.-10:45), Πειραιά (15:00). Την Τρίτη το πλοίο συνέχιζε από Πειραιά στις 17:30 μ.μ., για Σύρο (21:10 μ.μ.-21:15 μ.μ.), Πάρο (22:30 μ.μ.-22:50 μ.μ.), Νάξο (23:35 μ.μ.-23:55 μ.μ.), Ηρακλειά (00:50-01:50 π.μ. της Τετάρτης), Σχοινούσα (01:10 π.μ.-1:25 μ.μ.), Κουφονήσι (1:55-2:10 π.μ.), Κατάπολα (02:50-06:00) και επέστρεφε Κουφονήσι (06: 40-06:55 π.μ.), Σχοινούσα (07:25 π.μ.-07:40π.μ.), Ηρακλειά (07:45 π.μ.- 08:00 π.μ.), Νάξο (09:00-09:30 π.μ.), Πάρο (10:15 π.μ.-10:45 π.μ.), Πειραιά (15:;00 μ.μ.). Την Τετάρτη –Πέμπτη το πλοίο εκτελούσε το ίδιο δρομολόγιο με τη Δευτέρα- Τρίτη. Την Πέμπτη το πλοίο αναχωρούσε από Πειραιά (17:00 μ.μ.) για Σύρο (21:100-21:25 μ.μ.), Πάρο (22:30 μ.μ,-22:50 μ.μ.),Νάξο (23:35-23:55 μ.μ.), Δονούσα (01:05 π.μ.01:20 π.μ. της Παρασκευής),Αιγιάλη (02:00-02:15 π.μ.), Αστυπάλαια (03:40-05:15 π.μ.), Αιγιάλη (06:40 -06:55 π.μ.), Δονούσα (07:35 π.μ.-07:50 π.μ.), Νάξο (09:00-09:30 π.μ.), Πάρο (10:15-10:45 π.μ.), Πειραιά (15:00). Την Παρασκευή 17:399 από Πειραιά για Πάρο (21:45-22:90 μ.μ.), Νάξο (22:45-23:05 μ.μ.), Ηρακλειά (00:00-00:15 π.μ. του Σαββάτου), Σχοινούσα (00:200-00:35 π.μ.) Κουφονήσι (01:05-01:20 π.μ.), Κατάπολα (02:00). Το Σάββατο παρέμενε στα Κατάπολα και ξεκινούσε Κυριακή στις 06:00 για Κουφονήσι (06:40-06:55 π.μ.), Σχοινούσα (07:25-07:40 π.μ.), Ηρακλειά (07:45 -08:00 π.μ.), Νάξο (09:00-09:30 π.μ., Πάρο (10:25-10:45 π.μ.), Πειραια.
Κατά τα χρονικά διαστήματα από την 03η Ιουλίου μέχρι την 06η Σεπτεμβρίου του έτους 2020 και από την 18η Ιουνίου μέχρι την 05η Σεπτεμβρίου του έτους 2021 το εν λόγω πλοίο είχε καθημερινά πρωινή αναχώρηση από Πειραιά στις 06:45. Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο ακολουθούσε το δρομολόγιο Πάρος (11:05 -11:20 π.μ.), Νάξος (12:05-12:20), Δονούσα (13:30-13:45 μ.μ.), Αιγιάλη (14:30-14:45 μ.μ.), Αστυπάλαια (16:25-18:00 μ.μ.) και αντίστροφα Αιγιάλη-Δονούσα-Νάξος-Πάρος-Πειραιάς (άφιξη 5:00 της επόμενης ημέρας. Κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή στο παραπάνω δρομολόγιο προστίθεντο οι προσεγγίσεις σε Ηρακλειά, Σχοινούσα, Κουφονήσι και Κατάπολα, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα από την 07η Ιουνίου μέχρι την 16η Ιουνίου του έτους 2021 και από την 06η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Οκτωβρίου του έτους 2021 το επίδικο πλοίο προσέγγιζε στους ίδιους προορισμούς με την προσθήκη της Σαντορίνης κάθε Σάββατο. Την Τετάρτη 09.09.2020 το πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 19.00 μ.μ. προς Πάρο (αν 23.15 – 23.30 μ.μ.) Νάξο (αφ. 00.15 της επομένης Πέμπτη 10.9.2020 – αν. 00.35 π.μ.) – Δονούσα (αφ. 01.45 -αν. 02.00 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 02.40 – αν. 02.55 π.μ.) – Αστυπάλαια (αφ. 04.20 – αν. 05.15 π.μ.) και εν συνεχεία ακολούθησε το προγραμματισμένο του δρομολόγιο. Την Πέμπτη 24.09.2020 το πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 23.00 μ.μ. προς Σύρο (αφ. 02.45 της επομένης Παρασκευή 25.09.2020 – αν. 03.00 π.μ.) – Πάρο (αφ. 04.05 αν. 04.20 π.μ.) – Νάξο (αφ. 05.05 – αν. 05.20) – Δονούσα (αφ. 01.45 – αν. 02.00) – Αιγιάλη (αφ. 07.30 – αν. 07.40) – Δονούσα (αφ. 08.30 – αν. 08.40) – Νάξο (αφ. 09.50 – αν. 10.50π.μ.) – Πάρο (αφ. 10.50 – αν. 11.05 π.μ.) – Πειραιά (αφ. 15.15-αν. 17.30 μ.μ.). Την Παρασκευή 10.12.2021, το πλοίο παρέμεινε στον Πειραιά και αναχώρησε εκ νέου την Δευτέρα 13.12.2021 την 23:00 προς Πάρο (αφ. 03:15 της επομένης Τρίτη 14.12.2021 * αν. 03:35π.μ.) – Νάξο (αφ. 04:30-αν. 04:50 π.μ.) – Δονούσα (αφ. 06:00 – αν. 06:10 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 07.00 – αν. 07.10 π.μ.) – Αστυπάλαια (αφ. 08:50 – αν. 09:00 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 10.40 – αν 10.50 π.μ.) – Δονούσα (αφ. 11:35 – αν. 11:45 π.μ.) – Νάξο (αφ. 12:55 * αν. 13:15 μ.μ.) – Πάρο (αφ. 14:10 – αν. 14:30 μ.μ.) – Πειραιά (αφ. 18:40 – αν. 21:00 μ.μ.) – Σύρο (αφ. 00:55 της επομένης Τετάρτη 15.12.2021 – αν. 01:10 π.μ.) – Πάρο (αφ. 02:20 – αν. 02:40 π.μ.) – Νάξο (αφ. 03:35 – αν. 03:55 π.μ.) – Ηράκλειά [αφ. 04:55 – αν. 05:05 π.μ.) ■ Σχοινούσα (αφ. 05:10 – αν. 05:20) – Κουφονήσι (αφ. 5:50 – αν. 06:00) – Κατάπολα (αφ. 06:40 – αν. 07:00) – Κουφονήσι (αφ. 07:40 ■ αν. 07:50 π.μ.) – (αφ. Σχοινούσα 08:20 – αν. 08:30 π.μ.) – Ηράκλειά (αφ. 08:35 – αν. 08:45 π.μ.) – Νάξο (αφ. 09:45 – αν. 10:05 π.μ.) ■ Πάρο (αφ. 10:55 – αν. 11:15) – Πειραιά (αφ. 15:30 μ.μ.). Την Τετάρτη 19.5.2021 τα πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 18.30 προς Πάρο (αφ. 22.4S – αν. 23.00 μ.μ.) – Νάξο (αφ. 23.45 – αν. 00.05 της επομένης Πέμπτη 20.05.2021) – Δονούσα (αφ. 01.15 – αν. 02.25) — Αιγιάλη (αφ. 02.10 – αν. 02.25) – Αστυπάλαια (αφ. 03.50 -αν. 05.15 π.μ.). Την Παρασκευή 21.5.2020 το πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 18.30 μ.μ. προς Πάρο (αφ. 22.45 -αν. 23.00μ.μ.) – Νάξο (αφ. 23.45 – αν. 00.05 της επομένης Σάββατο 22.05.2020) – Ηράκλειά (αφ. 01.00 – αν. 01.15 π.μ.) – Σχοινούσα (αφ. 01.20 -αν. 01,35 π.μ.) – Κουφονήσι (αφ. 02.05 – αν. 02.20 π.μ.) – Κατάπολα (αφ. 03.00 – αν. 07.00 π.μ.). Την Πέμπτη 10.6.2021 το πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 23.00 μ.μ. προς Σύρο (αφ. 02.55 της επομένης Παρασκευή 11.6.2021 -αν. 03.10 π.μ.) – Πάρο (αφ. 04.20 – αν. 04.40 π.μ.) – Νάξο (αφ. 05.35- αν. 05.55 π.μ.) -Αιγιάλη (αφ. 07.40 – αν. 07.55 π.μ.) – Νάξο (αφ. 09.40 – αν. 10.00 π.μ.) Πάρο (αφ. 10.55 – αν. 11.15 π.μ.) – Πειραιά (αφ. 15.35 – αν. 18.00 μ.μ.) – Κατάπολα (αφ. 03.00 της επομένης Σάββατο 12.6.2021 – αν. 06.00) Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55 π.μ.) – Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40 π.μ.) – Ηράκλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00 π.μ.) – Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30 π.μ.) – Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45 π.μ.) – Πειραιάς (αφ. 15.00 – αν. 17.30 μ.μ.) – Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00 μ.μ.) – Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05 μ.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 00.50 της επομένης Κυριακή 13.6.2021 – αν. 01.05 π.μ.) – Αστυπάλαια (αφ. 02.45 – αν. 05.15 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 06.55 – αν. 07.10 π.μ.) – Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30 π.μ.) – Πάρο (αφ. 10.15 -αν. 10.45) – Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30 μ.μ.). Την Τετάρτη 16.6.2021 το πλοίο αναχώρησε από τον Πειραιά την 23.00 προς Πάρο (αφ. 03.15 της επομένης Πέμπτη 17.6.2021 – αν. 03.30 π.μ.) – Νάξο (αφ. 04.25 – αν. 04.40 π.μ.) – Δονούσα (αφ. 05.50- αν. 06.00 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 06.45 – αν. 07.00 π.μ.) – Αστυπάλαια (αφ. 08.25 – αν. 08.40 π.μ.) – Αιγιάλη (αφ. 10.05 – αν. 10.20π.μ.) – Δονούσα (αφ. 11.00 – αν. 11.15 π.μ.) – Νάξο [αφ. 12.25 – αν. 12.50 π.μ.) – Πάρο (αφ. 13.35 – αν. 14.00 μ.μ.) – Πειραιά (αφ. 18.00 μ.μ.). Την 28.03.2020, τα δρομολόγια ξεκίνησαν από τον Πειραιά στις 17:30, την 06.11.2020 το πλοίο έφτασε στον Πειραιά στις 16:40, οπότε είχε απαγόρευση απόπλου, λόγω καιρικών συνθηκών, την 10,11.2021 το πλοίο επέστρεψε στον Πειραιά στις 15:36 και δεν απέπλευσε, λόγω απεργίας Π.Ν.Ο., την 11.11.2021 και την 12.11.2021 το δρομολόγιο προς Πειραιά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω απεργίας Π.Ν.Ο., την 29.11.2021 δεν εκτελέστηκε το δρομολόγιο από Πειραιά, λόγω απαγορευτικού του απόπλου των πλοίων, την 30.11.2021 δεν εκτελέστηκε το δρομολόγιο προς Πειραιά, λόγω απαγορευτικού του απόπλου των πλοίων, την 10.12.2021 δεν εκτελέστηκε το δρομολόγιο από Πειραιά, λόγω απεργίας ΠΝΟ, την 12.12.2021 επίσης υπήρχε απεργία Π.Ν.Ο., και την 13.12.2021 δεν εκτελέστηκε το δρομολόγιο προς Πειραιά, λόγω απεργίας της ΠΝΟ. Καθόλα τα επίδικα χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησης της ενάγουσας στο πλοίο της εναγόμενης αυτή εργαζόταν απασχολούμενη αποκλειστικά με τη λειτουργία του καταστήματος ειδών δώρων και καπνού, που λειτουργούσε μέσα στο πλοίο, ήταν δε η μόνη απασχολούμενη στο εν λόγω κατάστημα, το οποίο παρέμενε ανοικτό τμηματικά κατά τη διάρκεια του πλου. Πλέον συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σύνολο τω αποδείξεων Ζ, που έχουν εκδοθεί κατά τα χρονικά διαστήματα από την 03.07.2020 μέχρι και την 06.09.2020 και από την 18.06.2021 μέχρι και την 07.09.2021, αλλά και από τις αποδείξεις Ζ των ημερών 09.09.2020, 24.09.2020, 10.06.2021, 11.06. 2021, 16.06.2021, 13. 12.2021. 14.12.2021 και 15.12.2021, προκύπτει ότι το εν λόγω κατάστημα λειτουργούσε σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και την 22:50 μ.μ. Ειδικά, αρκετές αποδείξεις των υπολοίπων χρονικών διαστημάτων έχουν εκδοθεί μετά τις 22.30 π.χ. το χρονικό διάστημα από 08.09.2021 και μέχρι το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 15.12.2021, που κατά κανόνα οι αποδείξεις Ζ εκδίδονταν μετά τις 22.30, ακόμη και την 22.50 μ.μ. Κατά τις ημέρες αυτές, το ωράριο του καταστήματος παρατεινόταν και η ενάγουσα, προκειμένου να ολοκληρώσει και όλες τις υπόλοιπες εργασίες, όπως το οικονομικό κλείσιμο της ημέρας κλπ, απασχολείτο ακόμη και μετά τα μεσάνυχτα, κάτι, που και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυς της εναγόμενης Εταιρείας επιβεβαίωσε, αναφέροντας ότι καθημερινά και μετά το πέρας λειτουργίας του καταστήματος αυτή εκτελούσε το οικονομικό κλείσιμο της ημέρας, εκδίδοντας την απόδειξη «ΔΕΛΤΙΟ -X». Στις αποδείξεις αυτές η ενάγουσα κατέγραφε τον κωδικό αριθμό του ταξιδιού, και στο οπίσθιο μέρος τους, κατέγραφε τον αριθμό των χαρτονομισμάτων και των νομισμάτων της ταμειακής μηχανής. Στη συνέχεια, έλεγχε το οικονομικό κλείσιμο από κοινού με τον προϊστάμενο οικονομικό Αξιωματικό, και του παρέδιδε τα φορολογικά στοιχεία και τις εισπράξεις της ημέρας. Προκειμένου να εκτελέσει όλες αυτές τις εργασίες απασχολείτο τουλάχιστον επί μισή (1/2) ώρα μετά το πέρας λειτουργίας του καταστήματος, και όχι μόνο για λίγα λεπτά, όπως κατέθεσε σχετικά ο μάρτυς της εναγόμενης Εταιρείας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Σε κάθε μία από τις αποδείξεις Ζ της ταμειακής μηχανής, στο πρώτο τμήμα τους με την ένδειξη «ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΤΜΗΜΑΤΩΝ», μεταξύ των άλλων, καταγραφόταν το σύνολο των πωλήσεων (υπό την ένδειξη «ΣΥΝΟΛΟ ΠΩΛΗΣΕΩΝ»). Επιπλέον, καταγραφόταν το σύνολο των πωληθέντων εμπορευμάτων κάθε ημέρας (με την ένδειξη «ΠΩΛΗΘΕΝΤΑ ΤΕΜΑΧΙΑ»), καθώς επίσης και το σύνολο του αριθμού των αποδείξεων, που εκδόθηκαν από την ταμειακή μηχανή την ημέρα αυτή (με την ένδειξη «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΕΣΟΔΩΝ»). Τα επίδικα χρονικά διαστήματα της υπηρεσίας της ενάγουσας στο πλοίο BSN είναι από 28.1.2020 έως και 31.3.2020, από 11.6.2020 έως και 13.11.2020 και από 14.5.2021 έως και 15.12.2021. Από τις αποδείξεις Ζ αποδεικνύεται ότι πράγματι, μετά την έναρξη της πανδημίας και μόνο για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα της υπηρεσίας της, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Μαρτίου του έτους 2020, η επιβατική κίνηση στο κατάστημα ήταν μειωμένη. Από την αντιπαραβολή των αποδείξεων Ζ, που εκδόθηκαν πριν την έναρξη της εξάπλωσης της νόσου COVID 19, με αυτές, που εκδόθηκαν από την ναυτολόγησή της ενάγουσας το μήνα Ιούνιο του έτους 2020 και μετά, προκύπτει ότι οι ημερήσιες εισπράξεις, ο αριθμός των πωληθέντων τεμαχίων και ο αριθμός των αποδείξεων, που εκδόθηκαν σε ημερήσια βάση ήταν κατά σχεδόν παρόμοιες. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης Εταιρείας ότι οι εισπράξεις του καταστήματος κυμαίνονταν από 200 € μέχρι και 400 €, ως ένδειξη της περιορισμένης κίνησης στο κατάστημα του επίδικου πλοίου τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Από τις συνολικά 413 αποδείξεις Ζ, που εκδόθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οι 355 υπερβαίνουν τα 400 Ευρώ (Ε), και από αυτές οι 156 υπερβαίνουν τα 800 Ευρώ (Ε), ενώ ορισμένες υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 1.800 Ευρώ (Ε). Από αυτές 63 αποδείξεις Ζ ανέρχονται μέχρι 400 € και από αυτές, οι 22 έχουν εκδοθεί πριν από την πανδημία: (από την 21.01.2020 και μέχρι την 25.2.2020), οι 23 έχουν εκδοθεί κατά το χρονικό διάστημα από 26.02.2020 μέχρι και την 31.03.2020 και 20 έχουν εκδοθεί κατά τα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα της υπηρεσίας της ενάγουσας στο πλοίο. Επιπλέον, από τον αριθμό των αποδείξεων που εκδόθηκαν, προκύπτει ότι κατά κύριο λόγο, οι επιβάτες, οι οποίοι εξυπηρετούνταν από το κατάστημα συνήθως υπερέβαιναν τους 50 ημερησίως, ενώ ορισμένες ημέρες, υπερέβαιναν τους 80 (π.χ. τις ημερομηνίες 07.08.2021, 18.08.2021) και χωρίς να συνυπολογίζονται σε αυτούς επιβάτες, οι οποίοι εξυπηρετήθηκαν αλλά τελικά δεν προέβησαν σε αγορά κάποιου προϊόντος. Επίσης, η χρονική διάρκεια εργασίας της ενάγουσας αποδεικνύεται και από τον αριθμό των πωληθέντων εμπορευμάτων. Έτσι, την 15.09.2020, εκδόθηκαν 53 αποδείξεις και πωλήθηκαν 80 τεμάχια εμπορεύματος, την 30.06.2021, εκδόθηκαν 53 αποδείξεις και πωλήθηκαν 114 τεμάχια εμπορεύματος κλπ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα παρέμενε εντός του καταστήματος καθ’ όλο το ωράριο λειτουργίας αυτού, ενώ επιπλέον αυτήν ήταν επιφορτισμένη και με τις εργασίες της τακτοποίησης και της καθαριότητας του χώρου του, την παραλαβή των εμπορευμάτων και την τακτοποίησή τους στην αποθήκη και το κατάστημα, αλλά και τον τακτικό ανεφοδιασμό του καταστήματος από την αποθήκη κ.λ.π. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την υπ’ αριθμόν ………………./6.10.2022 ένορκη βεβαίωση του …………….., σύμφωνα με τον οποίο: «…Η ………………… είναι ναυτικός με πολλά χρόνια εμπειρίας, ήταν πολύ καλή στη δουλειά της και πάρα πολύ υπεύθυνη. Για το λόγο αυτό άλλωστε της είχε ανατεθεί το πόστο του καταστήματος ειδών δώρου κ.λ.π. του πλοίου, του οποίου η εκμετάλλευση ανήκε στην εταιρεία ……………….. Κανείς άλλος δεν απασχολείτο στο πόστο αυτό, παρά μόνο η ………… και οποιαδήποτε εργασία ήταν απαραίτητο να εκτελεσθεί για την λειτουργία του καταστήματος, την εκτελούσε αποκλειστικά εκείνη. Εγώ, αν και μηχανοδηγός, εκτελούσα χρέη υδραυλικού του πλοίου. Για το λόγο αυτό απασχολούμουν καθημερινά και επί πολλές ώρες στο ξενοδοχειακό κομμάτι και από το κατάστημα προμηθευόμουν όπως και το υπόλοιπο πλήρωμα είδη καπνού και κάρτες τηλεφώνου. Γνωρίζω επομένως, και μπορώ να καταθέσω για τις ώρες εργασίας της ….. αλλά και τις κατ’ ιδίαν εργασίες που εκτελούσε. Καθημερινά το κατάστημα παρέμενε ανοιχτό και υποδεχόταν επιβάτες επί 9,5 με 10 ώρες. Όλες αυτές τις ώρες η ……… βρισκόταν υποχρεωτικά στο χώρο του καταστήματος αφενός μεν για την εξυπηρέτηση των επιβατών εκτελώντας χρέη πωλήτριας, όσο και για λόγους ασφαλείας, καθώς δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το χώρο, όπου βρίσκονταν τα εμπορεύματα και ήταν ανοιχτή η ταμειακή μηχανή. Μάλιστα, πολλές φορές το κατάστημα παρέμενε ανοιχτό και για περισσότερες ώρες από το προκαθορισμένο του ωράριο. Όσο υπήρχε μέσα πελάτης, αυτό δεν έκλεινε και ειδικά, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, που οι πελάτες εισέρχονταν μέσα στο κατάστημα ένας ένας, αυτό γινόταν συχνά. Εκτός όμως από τις ώρες αυτές εργασίας της, η ……….., απασχολείτο για τουλάχιστον ακόμη 4 με 5 ώρες κάθε μέρα, τόσο πριν το πρωινό άνοιγμα του καταστήματος όσο και μετά το βραδινό του κλείσιμο, αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας και τις ώρες που αυτό παρέμενε κλειστό, προκειμένου να εκτελέσει όλες τις άλλες δουλειές που ήταν αναγκαίο να γίνουν για να λειτουργήσει αυτό. Δηλαδή, το πρωί, έπρεπε να προσέλθει νωρίτερα στο χώρο, τουλάχιστον μισή ώρα, να τακτοποιήσει τα ράφια, να ανοίξει την ταμειακή μηχανή κλπ. Στον Πειραιά, έκανε την παραλαβή των εμπορευμάτων. Ανάμεσα στις ώρες λειτουργίας του καταστήματος, ήλεγχε τα παραστατικά και τις ποσότητες των εμπορευμάτων, μετέφερε τα εμπορεύματα στην αποθήκη, η οποία βρισκόταν σε άλλο κατάστρωμα, και τα τακτοποιούσε. Αντίστοιχα, έκανε τον ανεφοδιασμό του καταστήματος, πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Κατέβαινε στην αποθήκη, έπαιρνε τα εμπορεύματα που έλειπαν, τα μετέφερε στο κατάστημα και τα τοποθετούσε στα ράφια. Επιπλέον, ήταν αποκλειστικά επιφορτισμένη με την καθαριότητα του καταστήματος, την οποία έκανε τις ώρες αυτές. Ειδικά, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έκανε συνεχώς απολυμάνσεις. Μετά το βραδινό κλείσιμο του καταστήματος, έπρεπε να κλείσει την ταμειακή μηχανή, να καταμετρήσει τα χρήματα των εισπράξεων και να κάνει οικονομικό κλείσιμο με τον οικονομικό αξιωματικό του πλοίου. Επίσης, τις ημέρες που το πλοίο διανυκτέρευε τα Σάββατα στην Αμοργό, η …….. εκτελούσε εργασίες γενικής καθαριότητας στο κατάστημα, όπως και τις ημέρες που το πλοίο μπορεί να μην είχε ταξιδέψει για οποιονδήποτε λόγο. Τις ημέρες αυτές έρχονταν οι υπάλληλοι των γραφείων της εταιρείας στο πλοίο και έκαναν απογραφή των εμπορευμάτων μαζί με τη ….. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ……, καθημερινά δούλευε κατά μέσο όρο τουλάχιστον επί 14 ώρες….». Κατόπιν τούτων, δεν ταυτίζεται το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος του συγκεκριμένου πλοίου με το ωράριο απασχόλησης της ενάγουσας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ναυτολόγησης της, δεδομένου ότι τέτοια ταύτιση δεν παρατηρείται και με τις καταστάσεις, τις οποίες συνέτασσε ο εξετασθείς μάρτυς της εναγόμενης Εταιρείας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου
Επιπλέον, προέκυψε ότι το κατάστημα παρέμενε ανοικτό από 08:30 μέχρι 12:00, από 13:30 μ.μ. έως 14:30 μ.μ., από 16:30 έως 19:00 μ.μ. και από 20:00 έως 22:30 μ.μ., ήτοι συνολικά 9.30 ώρες κάθε ημέρα. Επομένως, από τα προαναφερθέντα, που αφορούν τις συνθήκες, οι οποίες επικρατούσαν κατά την απασχόληση της ενάγουσας στο παραπάνω πλοίο, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησης της σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το γεγονός της σταθερής καταβολής κάθε μήνα προς αυτήν χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, η διάρκεια της οποίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μεγαλύτερη κατά τη θερινή περίοδο, λόγω της αυξημένης τουριστικής κίνησης, πλην όμως δεν μειώνονταν σημαντικά τη χειμερινή, συνάγεται ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης της ενάγουσας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής της ανερχόταν σε δώδεκα (12) ώρες και όχι δεκατέσσερις (14) ώρες, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, επικαλούμενη ότι στην κατάσταση ωρών ανάπαυσης του μήνα Ιουλίου του έτους 2020, έχει καταχωρηθεί και εμφανίζεται να εργάζεται σε καθημερινή βάση συνεχόμενα από τις 06:00 πμ έως τις 12.00 το μεσημέρι και από τις 18.00 μμ έως τις 00.00 τα μεσάνυχτα και ότι αν στο ωράριο αυτό προστεθούν και οι υπόλοιπες ώρες, που το κατάστημα παρέμενε ανοιχτό και κατά τις οποίες η ενάγουσα εργαζόταν, δηλαδή, εν προκειμένω οι ώρες 13.30 έως 14.30 μ.μ. και 16.30 έως 19.00 μ.μ., αποδεικνύεται ότι αυτή απασχολήθηκε επί δεκατέσσερις (14) ώρες, δεδομένου ότι ο μήνας, στον οποίο αυτή αναφέρεται, είναι ο μήνας Ιούλιος, που αποτελεί μήνα αυξημένης επιβατικής κίνησης, γεγονός, που επενεργεί στο ωράριο απασχόλησης των ναυτικών, αυξάνοντας το ωράριο απασχόλησης τους συγκριτικά με τους υπόλοιπους μήνες, κατά τους οποίους η κίνηση εμφανίζεται μειωμένη. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ε, η ενάγουσα παρείχε, κατά τις καθημερινές και Κυριακές δύο (2) ώρες υπερωριακής εργασίας και κατά τα Σάββατα και τις αργίες δέκα (10) ώρες τέτοιας εργασίας. Το γεγονός ότι η άνω υπερωριακή εργασία της δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η εναγόμενη Εταιρεία, δια του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας Επιβατηγών Πλοίων και 19 της Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019- 2022, καθώς και το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέγραφε το συγκεκριμένο βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών τούτου (Εφ. Πειρ. 54/2022, 34/2022, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 452/2010, Εφ. Πειρ. 768/2003, αδημ.). Ούτε ο ισχυρισμός, που προβλήθηκε πρωτόδικα από την εναγόμενη Εταιρεία και επαναφέρεται με την υπό κρίση έφεσή της, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια ναυτολόγησής της στο παραπάνω πλοίο η ενάγουσα ουδέποτε εξέφρασε παράπονο σχετικά με την εργασία της, λαμβάνοντας τις μηνιαίες αποδοχές της χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, δεν αναιρεί το αποδεικνυόμενο γεγονός ότι η ενάγουσα απασχολείτο πρόσθετες ώρες πέραν των υπερωριών, που πληρωνόταν με την κατ’ αποκοπή συμφωνημένη αμοιβή, η δε ανεπιφύλακτη προσυπογραφή των μισθοδοτικών λογαριασμών λάμβανε χώρα αναγκαστικά υπό τον φόβο της απόλυσής της εάν διαμαρτυρόταν. Άλλωστε, η θέση της υπογραφής από την ενάγουσα στις μισθολογικές καταστάσεις δεν συνιστά, ούτε συνεπάγεται παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις της και σε κάθε περίπτωση είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, τυγχάνει άκυρη (Α.Π. 1569/2017, Α.Π. 1635/2012, Α.Π. 1554/2011, Α.Π. 587/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 48/2021, Τ.Ν. Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 397/2020 , www.efeteio-peir.gr).. Κατά συνέπεια των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στο παραπάνω πλοίο καθημερινά, καθώς και τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες της επίδικης περιόδου, κατά μέσο όρο, επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως δεν έσφαλε, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας (με τον οποίον αυτή ισχυρίζεται ότι εργαζόταν επί δεκατέσσερις (14) ώρες ημερησίως) τυγχάνουν εν μέρει βάσιμοι, απορριπτόμενου συνακόλουθα του σχετικού λόγου της έφεσης της εναγόμενης Εταιρείας (με τον οποίον αυτή ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν οκτώ (8) ώρες ημερησίως). Εξάλλου, η απασχόληση της ενάγουσας για 12 ώρες ημερησίως προκύπτει και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την τελευταία έγγραφο της εναγομένης που φέρει την υπογραφή του προϊσταμένου οικονομικού στο επίδικο πλοίο και ενόρκως βεβαιώσαντος στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, ……………………, με τίτλο «αρχείο ωρών ανάπαυσης ναυτικών», μηνών από Ιούλιο έως και Νοέμβριο 2020 και από Μάιο έως και Σεπτέμβριο 2021, από το οποίο προκύπτει oτι η απασχόληση της ενάγουσας, κατά τους ανωτέρω μήνες, ανέρχονταν σε 12 ώρες ημερησίως. Κατά τα λοιπά, η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή για την υπερωριακή της απασχόληση: α) για την εργασία της κατά τα Σάββατα και τις αργίες, ήτοι για 60 Σάββατα και 10 αργίες, και συνολικά για 70 ημέρες, το χρηματικό ποσό των (70 ημέρες X 12 ώρες X 8,37 €=) 7.030,80 Ευρώ (€), έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 5.519,12 Ευρώ (€), οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής νόμιμης κατ’ άρθρ. 416 ΑΚ ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, του οφείλεται η διαφορά ποσού 1.511,68 Ευρώ (€), και (β) για την εργασία της κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές, ήτοι για 356 ημέρες το χρηματικό ποσό των (356 ημέρες X 4 ώρες X 6.98 € =) 9.939,52 Ευρώ (€), έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 346,18 Ευρώ (€), οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής νόμιμης κατ’ άρθρο 416 ΑΚ ένστασης εξόφλησης της εναγόμενης Εταιρείας, της οφείλεται η διαφορά χρηματικού ποσού 9.593,34 Ευρώ (€), ήτοι, συνολικά για την υπερωριακή της απασχόληση αυτή δικαιούται το χρηματικό ποσό των 11.105,02 Ευρώ (€) ευρώ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 14 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019 που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 3170/12-8-2019, σε συνδυασμό προς εκείνες των παραγράφων 1, 2, 3 και 7 της υπ’ αριθ. 70109/8008/14-12-1982 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (Φ.Ε.Κ. Β’ 1/7-1-1982), προκύπτει ότι οι ως άνω ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα μηνιαίο μισθό και μισθό 15 ημερών, αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκησε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως, ή 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα, αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διάρκησε καθ’ όλο το ως άνω διάστημα, αντιστοίχως. Επίσης, για τον υπολογισμό των προαναφερθέντων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός τη 10η Δεκεμβρίου και τη 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται κάθε παροχή καταβαλλόμενη παγίως και σταθερώς ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του ναυτικού τακτικώς κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα. Ως τέτοιες δε, προσδιορίζονται ενδεικτικά στην παραπάνω Υπουργική Απόφαση: α) Η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία (εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσον όρο αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά) και γ) το επίδομα αδείας και οι λοιπές τακτικές παροχές. Επιπλέον, σε αυτές συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως άδειας, όχι όμως το επίδομα ιματισμού, αφού τούτο δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, καθόσον η κύρια και βασική αιτία χορηγήσεώς του είναι η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου. Εν προκειμένω, η ενάγουσα δικαιούται, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα απασχόλησής της να λάβει: (α) την αναλογία δώρου Πάσχα 2020, για το χρονικό διάστημα από 28.01.2020 έως και 31.03.2020, δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται σε ποσό 3.419,24 € [μισθός ενεργείας 965,87 €, επίδομα Κυριακών 212,49 €, επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 €, μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €, επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 367,70 € ( μισθός ενεργείας + επίδομα Κυριακών /22+ τροφοδοσία 19,98€ X 5 ημέρες), μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής για τους πλόες άγονης γραμμής 41,94 ευρώ (και όχι 67,61 όπως αναφέρει η ενάγουσα) και μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης 1.195,2€ [(7.030,80 +9.939,52) 16. 970,32/426 ημέρες= 39,84 X 30], ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες εργασίας, και συνολικά 900,39 € (3.419,24 € /2Χ1/15= 113,97 X 7,9 οκταήμερα), έναντι του οποίου έλαβε ποσό 467,46 ευρώ, οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης, της οφείλεται η διαφορά ποσού 432,93 ευρώ, β) την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2020, για το χρονικό διάστημα από 11.06.2020 έως 13.11.2020, ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης και δη το ποσό των 2.245,75 € (3.419,24 € οι μηνιαίες αποδοχές ως ανωτέρω Χ2/25 X 8,21 δεκαεννιαήμερα), έναντι του οποίου η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 1.036,39 ευρώ, οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης δικαιούται τη διαφορά ποσού 1.209,36 ευρώ, και γ) την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2021, για το χρονικό διάστημα από 14.05.2021 έως 15.12.2021, ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης και δη το ποσό των 3.110,14 € (3.419,24 € οι μηνιαίες αποδοχές ως ανωτέρω Χ2/25 X 11,37 δεκαεννιαήμερα), έναντι του οποίου η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 1.422,13 ευρώ, οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης, δικαιούται τη διαφορά ποσού 1.688,01 ευρώ. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 7 της ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. ορίζεται ότι: «Σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υ.Θ.Υ.Ν.ΑΛ. και από τους πλοιοκτήτες η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου, για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ’ εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο κατά τη διαδικασία του ν. 2932/2001 ή του Κ.Δ.Ν.Δ, η περί εγκρίσεως του οποίου απόφαση κοινοποιείται στον Π.Ν.Ο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Δρομολόγια για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου η κατά την επόμενη παράγραφο 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα γιομεην εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού (παρ. 3). Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αμοιβής αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως έξι (6) ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται δια του αριθμού 8, το δε πηλίκο αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή (παρ. 4). Ειδικά, προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των πέντε (5) δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του, κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 προσδιορισμού (παρ. 5). Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται σε ημερόπλοια καθώς και σε πλοία τοπικών γραμμών, εκτός εάν τα πλοία αυτά εκτελούν δρομολόγια ή επεκτείνουν τα δρομολόγιά τους τις νυκτερινές ώρες, δηλ 23:00 μέχρι 07:00 (παρ. 6). Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: α) εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή μετάβαση στο λιμένα ή τους λιμένες προορισμού και επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών … (παρ. 7)». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται για την πραγματοποίηση των ως άνω καθοριζομένων δρομολογίων «εξπρές». Ειδικότερα, προκειμένου περί πλοίων, τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή, για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του ως άνω κατά την παρ. 2 προσδιορισμού. Δηλαδή, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, οι ναυτικοί που εργάζονται σε πλοία που εκτελούν περισσότερα από 5 κυκλικά δρομολόγια την εβδομάδα (6 ή 7), είτε παραμένουν στο λιμάνι αφετηρίας 6 ώρες είτε όχι, λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 7, η οποία δεν υπολογίζεται κατά την παρ. 4, αλλά όπως ορίζεται στην παρ. 5. Επομένως, λαμβάνουν στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια του κάθε δρομολογίου (κυκλικού ταξιδιού) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, πρόσθετη αμοιβή ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών για κάθε δρομολόγιο. Δηλαδή, αν εκτελούν 6 τακτικά δρομολόγια την εβδομάδα λαμβάνουν ως πρόσθετη αμοιβή το 1/30 των ως άνω αποδοχών, και, αν εκτελούν 7 τακτικά δρομολόγια, λαμβάνουν τα 2/30. Αν εκτελούν όμως 5 δρομολόγια ή λιγότερα των 5, τότε έχει εφαρμογή η προαναφερθείσα παρ. 4 του άρθρου αυτού. Τακτικά θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα κατά τα οποία, το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη για κάθε η μέρα ως (έστω και αν η ώρα κάθε ημέρας δεν είναι ίδια, αρκεί να είναι προκαθορισμένη), σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, χωρίς να ασκεί επιρροή, για το χαρακτηρισμό του δρομολογίου ως τακτικού, η ύπαρξη τυχόν καθυστερήσεων, κατά την εκτέλεσή του. Εν προκειμένω, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της υπηρεσίας της ενάγουσας, το πλοίο εκτελούσε δρομολόγια εξπρές. Ειδικότερα, όπως, κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε, ως προς τον αριθμό και τη διάρκεια των δρομολογίων που εκτελούσε το πλοίο της εναγομένης: α) κατά τα χρονικά διαστήματα από 11.06,2020 έως και 18.06.2020, από 07.09.2020 έως και 13.11.2020, από 06.11.2021 έως και 10.12.2021, ήτοι για 15,85 εβδομάδες, αυτό εκτελούσε έξι (6) κυκλικά δρομολόγια κάθε εβδομάδα, διάρκειας άνω των 12 ωρών, τα οποία επεκτείνονταν και μετά τις 23:00′, και κάθε δρομολόγιο είχε ως λιμάνι αφετηρίας και επιστροφής με την ολοκλήρωση του δρομολογίου το λιμάνι του Πειραιά, αφού δρομολόγιο είναι το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής αρχίζει δε με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Συνεπώς, δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για 1 δρομολόγιο ανά εβδομάδα, ήτοι για 15,85 δρομολόγια, και β) κατά τα χρονικά διαστήματα από 19.06.2020 έως και 06.09.2020 και από 17.05.2020 μέχρι και την 05.11.2020, ήτοι για 36,12 εβδομάδες, το πλοίο εκτελούσε επτά (7) κυκλικά δρομολόγια κάθε εβδομάδα, διάρκειας άνω των 12 ωρών, τα οποία επεκτείνονταν και μετά τις 23:00′, και συνεπώς δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για 2 δρομολόγια ανά εβδομάδα, ήτοι για 72,28 δρομολόγια. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 7 της ΣΣΝΕ, το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών της, ήτοι [3.419,24 € στις οποίες πρέπει να προστεθεί και ο μέσος όρος ανά μήνα των επιδομάτων εορτών ποσού 431,47 ευρώ [(900,39 + 2.245,75 + 3.110,14=) 6.256,28/435 ημέρες X 30=], ήτοι3.850,70 €: 30 = 128,36 ευρώ για κάθε δρομολόγιο και συνολικά (128,36 X 88,13=)] 11.312,36 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 9.836,75 ευρώ (βλ. αποδείξεις πληρωμής της), οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 1.475,61 ευρώ. Σημειώνεται ότι, παρά τα περί του αντιθέτου από την εναγομένη υποστηριζόμενα, για τον ανωτέρω υπολογισμό, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στις τακτικές αποδοχές λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών. Εξάλλου, στο υπό τον τίτλο «Διανυκτέρευση εις λιμένα» άρθρο 16 της ως άνω ΣΣΝΕ, ορίζεται ότι «Κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει τα της υπηρεσίας των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά τον μήνα κατά τους μήνας Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους λοιπούς μήνες, η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν (§ 1). Σε περίπτωση που για λόγους ασφάλειας του πλοίου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχομένη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο ήτοι το 1/22 του υπό της Συλλογικής Συμβάσεως προβλεπομένου μισθού ενεργείας της παραγρ. 1 του άρθρου 1 (§ 2). Για την παρεχομένη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή (§3). Σημειωτέον ότι η μνεία στο ημερολόγιο γέφυρας των χορηγούμενων στα μέλη του πληρώματος αδειών διανυκτέρευσης συνιστά νόμιμη υποχρέωση του πλοιάρχου κάθε ακτοπλοϊκού πλοίου, που θεσπίσθηκε όχι μόνον για λόγους ασφάλειας των πλόων του, δια της συμμετοχής σε αυτούς επαρκούς για την αξιοπλοΐα του αριθμού ναυτικών, αλλά και για αποδεικτικούς λόγους (ΕφΠειρ 481/2022, 464/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια των προαναφερθεισών ναυτολογήσεων της ενάγουσας, δεν χορηγούνταν σε αυτή οι ως άνω καθοριζόμενες διανυκτερεύσεις εκτός πλοίου που δικαιούταν ανά μήνα, και συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα 22 άδειες διανυκτέρευσης, και, συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη αποζημίωση για τις μη χορηγηθείσες διανυκτε ρεύσεις, ποσού (μισθός ενεργείας 965,87 € X 1/22 X 22=) 965,87ευρώ, έναντι του οποίου η ενάγουσα έλαβε το ποσό των 460,63 ευρώ [βλ. αποδείξεις πληρωμής της), οπότε γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης εξόφλησης της εναγομένης, δικαιούται τη διαφορά, χρηματικού ποσού 505,24 ευρώ. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω περί μη χορήγησης αδειών διανυκτέρευσης στην ενάγουσα επιρρωνύεται ιδίως εκ του ότι από το προσκομιζόμενο αντίγραφο από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, στο οποίο θα έπρεπε να έχει γίνει ειδική εγγραφή από τον πλοίαρχο εκάστου αναφορικά με τις χορηγηθείσες στην ενάγουσα διανυκτερεύσεις, τέτοια εγγραφή δεν υφίσταται, ούτε προσδιορίστηκαν χρονικά από την εναγομένη άλλες διανυκτερεύσεις. Τέλος, με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη Εταιρεία επαναφέρει τον ισχυρισμό, που προέβαλε και πρωτοδίκως και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ότι τυγχάνει καταχρηστική η άσκηση της ένδικης αγωγής, επειδή η ενάγουσα με θετικές ενέργειές της της προκάλεσε την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν θα διεκδικήσει τις ένδικες περιουσιακές αξιώσεις της, που είναι υπέρογκες και της δημιουργεί δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος. Ειδικότερα, η εναγόμενη Εταιρεία υποστηρίζει ότι η ενάγουσα ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δεν αμειβόταν κανονικά, αντίθετα, λάμβανε τις οικειοθελείς παροχές της εργοδότριας της, καθώς και την αμοιβή της για υπερωριακή απασχόληση, που πραγματοποιούσε πέραν της νόμιμης και ποτέ δεν ήγειρε θέμα άλλων αξιώσεων, παραλάμβανε δε και υπέγραφε ανεπιφύλακτα το σύνολο των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας της, χωρίς να εκφράζει αντίρρηση ως προς το ύψος των βασικών ή πρόσθετων αποδοχών της και υπέγραφε χωρίς επιφύλαξη και τις μηνιαίες καταστάσεις της υπερωριακής της απασχόλησης, με την οποία (υπογραφή της) αναγνώριζε κατ’ ουσία και τη διαβεβαίωνε ότι δεν υφίσταται απαίτησή της για υπερωριακή απασχόληση πέραν των εκεί αναφερομένων. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν είναι νόμιμος, προεχόντως διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται όταν ο εναγόμενος αρνείται το αγωγικό δικαίωμα, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η εναγόμενη – εκκαλούσα, παρότι επικαλείται καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση του επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας, αμφισβητεί ταυτόχρονα την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος της τελευταίας, που απορρέει από τις συμβάσεις ναυτικής εργασίας της, υποστηρίζοντας ότι την έχει εξοφλήσει πλήρως. Και αν ακόμα γινόταν όμως δεκτό ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται επικουρικά, κατά την έννοια του άρθρου 219 ΚΠολΔ, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε κριθεί ότι οι αγωγικές αξιώσεις πράγματι γεννήθηκαν, τα επικαλούμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν κατά νόμο να συγκροτήσουν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η ενάγουσα δεν μπορούσε να στερηθεί του δικαιώματός της στη δικαστική επιδίωξη των νομίμων απαιτήσεών του από την παροχή της εργασίας της. Τούτο διότι, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα κατά νόμο, τις Σ.Σ.Ε. και άλλες κανονιστικές διατάξεις ελάχιστα όρια των αποδοχών του, έστω και με τη μορφή της άφεσης χρέους, καθώς και η παραίτησή του από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι το δικαίωμά του για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής του από την υπερωριακή του απασχόληση και άλλες πρόσθετες αμοιβές, που αποδεικνύονται (ΑΠ 1569/2017, ΑΠ 1554/2011, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1089/2006-ΔΕΕ 2006/ 1178, ΑΠ 75/2003 Τ.Ν.Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΠειρ 48/2021, ΕφΛαρ 245/2019, ΕφΠειρ 54/2017, ΕφΠειρ 218/2016, ΕφΠειρ 442/2015, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, Ι. Ληξουριώτη, «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», σ. 66). Εξάλλου, μόνη η ανοχή του εργαζομένου ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών δεν καθιστά συνακόλουθα καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του για την καταβολή σ’ αυτόν των νομίμων ελαχίστων αποδοχών του (ΑΠ 1158/2009, ΑΠ 1203/2000, ΕφΠειρ 48/2021, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 670/2019, ΕφΠειρ 397/ 2020, www.efeteio-peir.gr, ΕφΠειρ 218/2016, 441/2015, 71/2013, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η περιγραφόμενη στάση της ενάγουσας συνιστά αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά της, ώστε να αρκεί για τη δημιουργία στην εργοδότρια της εύλογης πεποίθησης ότι δεν πρόκειται να ασκηθούν αξιώσεις για υπερωριακή αμοιβή. Θετική συμπεριφορά, που θα μπορούσε να στηρίξει ισχυρισμό για κατάχρηση δικαιώματος της ενάγουσας, θα συνιστούσε η υπογραφή του σε μηνιαίες καταστάσεις υπερωριακής του απασχόλησης, αν τις σχετικές καταστάσεις συνέτασσε η ίδια και τις υπέβαλε προς έγκριση στην εργοδότριά της, η οποία θα τις ενέκρινε και εν συνεχεία εκείνη αμφισβητούσε τον αριθμό των υπερωριών, που η ίδια υποστήριξε εξαρχής ότι πραγματοποίησε. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η μη αμφισβήτηση της ορθότητας των εγγραφών στις μηνιαίες καταστάσεις υπερωριών ή στις αποδείξεις πληρωμής του εργαζόμενου ναυτικού συνιστά απλή ανοχή προς αποφυγή του κινδύνου λύσης της εργασιακής σχέσης με πρωτοβουλία του εργοδότη. Άλλωστε, μόνο το οικονομικό κόστος, που θα προκαλέσει στην εναγόμενη Εταιρεία η ευδοκίμηση της αγωγής δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της εργαζόμενης. Κατά συνέπεια των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του επίσης απέρριψε ως μη νόμιμη την άνω ένσταση των εναγομένων κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, έστω με πιο συνοπτική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός λόγος της έφεσής της, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή εν μέρει την ένδικη αγωγή ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, που προσκομίστηκαν ενώπιον του, κατά τον προσήκοντα τρόπο τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στους σχετικούς λόγους των εφέσεων κρίνονται, ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους ως κατ’ ουσία αβάσιμες, και να καταδικαστεί η κάθε εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της κάθε εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της τελευταίας (άρθρα 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, 63 § 1 περ. γ΄, 68 § 1 και 69 § 1 εδαφ. α΄ του Ν. 4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 06.09.2023 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./(Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2023 έφεση της ενάγουσας …………. και από 28.09.2023 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……/(Ε.Α.Κ.Δ.) ……../2023 έφεση της εναγόμενης Εταιρείας <<………………..>> κατά της υπ’ αριθμόν 389/2023 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτο δικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- Ναυτεργατκών διαφορών.
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές κατ’ ουσία.
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της κάθε εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της κάθε εφεσίβλητης, αντίστοιχα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500,00) Ευρώ (Ε).
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, στον Πειραιά, την 06η Μαΐου 2025.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ