Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 16/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   16/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………… τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος του Μαρία Ανδρουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής [ΑΦΜ ………….] και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος της Βιολέττα Καλφοπούλου [ΔΕ Ι. ΣΑΒΡΑΜΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Ο εκκαλών – εφεσίβλητος, ……………., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 17.01.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./17.01.2023 αγωγή, σε βάρος της ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία «…………..», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 29.09.2023, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 2110/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή  έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 31.10.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../04-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/07-11-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «…………………», με την από 19.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/20-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../20-12-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν εμφανίσθηκαν, αλλά παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν τις προτάσεις τους

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 31.10.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./04-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/07-11-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Α έφεση] και β) από 19.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./20-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../20-12-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 2110/25.06.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 17.01.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./17.01.2023 αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 25.06.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων ασκήθηκε την 04.11.2024 και η δεύτερη εξ αυτών την 20.12.2024, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε, οι ένδικες εφέσεις, αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.

ΙΙ. Με την αγωγή του, ο ενάγων …………………, ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν συμβάσεως ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με την εναγομένη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…………….», πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία φορτηγού – οχηματαγωγού πλοίου «Π», ολικής χωρητικότητας 5.362,81 κόρων, ναυτολογήθηκε την 19.1.2022 με την ειδικότητα του ναύτη και απασχολήθηκε έως την 13.3.2022, οπότε απολύθηκε λόγω ασθενείας και δη λόγω τραυματισμού του, αντί συμφωνημένων αποδοχών των προβλεπομένων από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των  Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων. Κατά την ίδια αγωγή, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο εν λόγω πλοίο, εργαζόμενος ημερησίως επί δέκα τέσσερις [14] ώρες. Με βάση τα περιστατικά αυτά και υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των αποδοχών του, καθώς επίσης και αυτών που αντιστοιχούν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες που εργάσθηκε, χωρίς να λάβει το σύνολο της δικαιούμενης υπ’ αυτού αναλογίας επιδόματος δώρου εορτών Πάσχα του έτους 2022, αποζημίωση για τη μη λήψη των δικαιούμενων αδειών διανυκτέρευσης και ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι απολύθηκε λόγω εργατικού ατυχήματος συνεπεία του οποίου κατέστη προσωρινά ολικά ανίκανος προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 13.3.2022 έως 12.6.2022, ζητούσε ο ενάγων, όπως το αρχικώς συνολικά καταψηφιστικό αίτημά του παραδεκτώς περιορίστηκε πρωτοδίκως σε εν μέρει αναγνωριστικό, να του επιδικαστεί το συνολικό χρηματικό ποσό των 25.791,85 ευρώ και, συγκεκριμένα, αφενός μεν αναγνωριστικώς, το ποσό των ευρώ 2.137,10 για διαφορές συμφωνημένων αποδοχών, το ποσό των ευρώ 630,96 για διαφορά αδείας, το ποσό των ευρώ 2.419,20 ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές και το ποσό των ευρώ 1.015,71 για διαφορές αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών που εργάσθηκε, αφ’ ετέρου δε καταψηφιστικώς το ποσό των ευρώ 172,53 ως διαφορά αποζημίωσης μη χορήγησης αδειών διανυκτέρευσης, το ποσό των ευρώ 1.058,32 για διαφορά εορταστικού επιδόματος Πάσχα έτους 2022, το ποσό των ευρώ 5.698,81 για μισθούς ασθενείας και το ποσό των ευρώ 12.659,22 ως αποζημίωση λόγω της πρόσκαιρης ολικής του ανικανότητας προς εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος που υπέστη κατά την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2110/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή ως επαρκώς ορισμένη, απορριφθέντος του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης και νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 176, 907, 908 ΚΠολΔ 1, 2, 53, 54, 60, 66, 82 και 84 του ΚΙΝΔ, άρθρο μόνο της ΥΑ 70109/8008 (εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.1281/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιουμένους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/1982) και της ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2022, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5/8785 (ΦΕΚ Β 663/15-2-2022) ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και (α) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 752,64 ως αμοιβή του για την παρασχεθείσα υπ’ αυτού υπερωριακή εργασία κατά τις τριάντα πέντε [35] καθημερινές και επτά [7] ημέρες Κυριακής που εργάσθηκε, αφού έγινε δεκτό, από την εκτίμηση των αποδείξεων ότι, ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω πλοίο, με την ειδικότητα του ναύτη, επί δέκα [10] ώρες ημερησίως και (β) η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των ευρώ 12.682,10 και δη ως υπόλοιπο αποζημίωσης για τη μη χορήγηση τεσσάρων ημερών διανυκτέρευσης τα ποσό των ευρώ 3,31, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής (του ποσού των ευρώ 49,80 για την εν λόγω αιτία, επιπλέον του ποσού που αναφέρονταν στην αγωγή) ένσταση της εναγομένης, το ποσό των ευρώ 172,78 για αναλογία επιδόματος Δώρου Πάσχα 2022, αφού δέχθηκε ως μερικώς βάσιμη στην ουσία της τη σχετική περί καταβολής του ποσού των ευρώ 562,56 ένσταση της εναγομένης, το ποσό των ευρώ 6.807,29 ως αποζημίωση αυτού, λόγω της πρόσκαιρης ολικής ανικανότητάς του προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 13.3.2022 έως 12.6.2022, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος αποτελεί εργατικό ατύχημα και το ποσό των ευρώ 5.698,81 ως μισθούς ασθενείας ενενήντα δύο ημερών. Απέρριψε δε ως αβάσιμο (α) το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των ευρώ 2.137,10 ως διαφορές συνομολογηθέντων αποδοχών του για την ανωτέρω εργασία του, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της σχετική περί καταβολής ένσταση της εναγομένης, (β) το αίτημα όπως αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει ως υπόλοιπο αδείας το ποσό των ευρώ 630,90, αφού ομοίως δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της σχετική περί καταβολής ένσταση της εναγομένης, (γ) το αίτημα όπως υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των ευρώ 1.015,71 ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών του ενδίκου χρονικού διαστήματος, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα ώρες και όχι επί δέκα τέσσερις καθ’ εκάστη, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς και επιπλέον, διότι η εναγομένη του κατέβαλε για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 860,80, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της σχετικής περί καταβολής ένστασης της εναγομένης. Τα ανωτέρω ποσά, ως προς τα οποία η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή, επεδίκασε με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεως του ενάγοντος, ήτοι από την 14.3.2022. Περαιτέρω, κήρυξε την απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των ευρώ 6.000 και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το οποίο ορίσθηκε στο ποσό των ευρώ πεντακοσίων εξήντα (560) σε βάρος της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και ο ενάγων και η εναγομένη, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω απόφασης, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα: 1) Ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την ανωτέρω υπό στοιχείο Α  έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του: α) επί του αγωγικού κονδυλίου της διαφοράς αμοιβής του για την παρασχεθείσα υπ’ αυτού υπερωριακή εργασία και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο έφεσης με το οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά τα αποδεικτικά πορίσματα αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) επί των ωρών της ημερήσιας απασχόλησής του, κατά το ένδικο διάστημα. σύμφωνα με τα οποία αυτός εργαζόταν καθημερινά επί δέκα (10) ώρες και όχι επί δέκα τέσσερις (14) ώρες, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, με αποτέλεσμα το ως άνω κονδύλιο να γίνει εν μέρει δεκτό ως κατ’ ουσίαν βάσιμο, επιπροσθέτως δε των ανωτέρω, προσάπτεται σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως καθό μέρος δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί καταβολής ένσταση της εναγομένης όσον αφορά στην υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών που εργάσθηκε, για το επιπλέον του ποσού των ευρώ 189,41 που συνομολογείται υπ’ αυτού ότι έλαβε, ποσό, (β) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού ως κατ’ ουσίαν βασίμου κονδυλίου δώρου εορτών Πάσχα έτους 2022, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ποσού αυτού, διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτό, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, χαμηλότερο ποσό μέσου όρου αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αδειών διανυκτέρευσης, καθώς επίσης καθό μέρος δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 715,12, ενώ αυτός έλαβε μόλις  το ποσό των ευρώ 152,56, επί του οποίου (κονδυλίου) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττονται και από πλευράς εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της οικείας Σ.Σ.Ν.Ε., διότι στον υπολογισμό αυτών δεν συμπεριελήφθη και το επίδομα ιματισμού, αν και ετύγχανε τακτική παροχή, (γ) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού ως κατ’ ουσίαν βασίμου κονδυλίου αποζημίωσης λόγω πρόσκαιρης ολικής ανικανότητάς του προς εργασία συνεπεία εργατικού ατυχήματος κατά το χρονικό διάστημα από 13.3.2022 έως 12.6.2022, με τον τρίτο λόγο έφεσης, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ποσού αυτού, διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτό, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, χαμηλότερο ποσό μέσου όρου αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αδειών διανυκτέρευσης, χαμηλότερου μέσου όρου δώρων εορτών, επί του οποίου (κονδυλίου) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττονται και από πλευράς εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της οικείας Σ.Σ.Ν.Ε., διότι στον υπολογισμό αυτών δεν συμπεριελήφθη και το επίδομα ιματισμού, αν και ετύγχανε τακτική παροχή, καθώς επίσης διότι το ημερομίσθιο επί τη βάσει του οποίου υπολογίσθηκε η εν λόγω αποζημίωση ελήφθη με αναγωγή σε τριάντα ημέρες ανά μήνα αντί των είκοσι δύο ημερών που έπρεπε, κατά τον ίδιο λόγο έφεσης και (δ) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού ως κατ’ ουσίαν βασίμου κονδυλίου αποζημίωσης λόγω χορήγησης των δικαιούμενων υπ’ αυτού διανυκτερεύσεων, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, κονδύλιο που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη της εφαρμοστέας εν προκειμένω ΣΣΝΕ, διότι υπό της εκκαλουμένης έγινε δεκτό ότι του οφείλεται αποζημίωση για μη χορήγηση τεσσάρων και όχι πέντε αδειών διανυκτέρευσης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και επιπλέον, καθό μέρος δέχθηκε ότι για την εν λόγω αιτία έλαβε ως αποζημίωση το ποσό των ευρώ 222,33 κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της σχετική ένσταση μερικής καταβολής της εναγομένης, ενώ αυτός έλαβε μόνον το ποσό των ευρώ 109,52. Ζητείται δε, με την εν λόγω έφεση, η μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης, κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια αυτής, που βλάπτουν τον εκκαλούντα, ούτως ώστε, αφού κρατηθεί και αναδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Και 2) η εναγόμενη άσκησε την υπό στοιχείο Β έφεσή της, με την οποία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με την κρίση του α) επί του κονδυλίου της αμοιβής του ενάγοντος λόγω  υπερωριακής του απασχόλησης, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον πρώτο λόγο έφεσης ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά τα προσαχθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζει και είχαν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί που παραθέτει στην έφεση της, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) ουδέποτε εργάσθηκε υπερωριακά κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του, β) επί του κονδυλίου της αμοιβής του για αναλογία δώρο εορτών Πάσχα της ενδίκου περιόδου, διότι υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, γ) επί του κονδυλίου της επιδικασθείσας αποζημίωσης λόγω εργατικού ατυχήματος και μισθών ασθενείας με τον τρίτο λόγο έφεσης, διότι ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν δικαιολογούσε πλήρη πρόσκαιρη ανικανότητά του προς εργασία επί 92 ημέρες, πλήττοντας την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε το παραδεκτώς υποβληθέν υπ’ αυτής (εναγομένης) αίτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και περαιτέρω, διότι υπελόγισε εσφαλμένως τις τακτικές αποδοχές του, διότι υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, καθώς επίσης πλέον της αναλογούσας αναλογίας δώρων εορτών, δ) διότι εσφαλμένως έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα με αριθμό ………./2023 ένορκη βεβαίωση του ………….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, διότι αυτή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη εκ του γεγονότος ότι και ο εν λόγω ενόρκως βεβαιώσας έχει εγείρει αγωγή σε βάρος της εναγομένης με αποτέλεσμα να προσδοκά όφελος από την παρούσα δίκη και ε) διότι εσφαμένως επεδικάσθη σε βάρος της μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος η οποία ορίσθηκε στο υπερβολικό ποσό των ευρώ 560,00. Ζήτησε δε με την έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εξαρχής αναδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η, σε βάρος της ασκηθείσα, ανωτέρω αγωγή.

ΙΙΙ. Από την εκτίμηση της, περιεχομένης στη ληφθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης …………, υπ’ αριθ. …………./27.09.2023 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρος …………., ο οποίος απασχολήθηκε στο κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο υπό της εναγομένης με την ειδικότητα του μάγειρα, η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με  επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ……/22.09.2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………………, κλητεύσεως της εναγομένης, της με αριθμό ……………./27-09-2023 όμοιας, ληφθείσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, επιμελεία της εναγομένης, ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος,  ……………, ο οποίος εργάζεται ως αρχιπλοίαρχος στα γραφεία της εναγομένης και η οποία ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατ’ άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως του ενάγοντος με επίδοση της σχετικής κλήσεως στην υπογράφουσα την ένδικη αγωγή (σχετικά άρθρο 96, 100 και 143 παρ.1  του ΚΠολΔ) Δικηγόρο ………………, εφόσον η ανωτέρω υπογράφουσα την αγωγή δικηγόρος, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο, θεωρείται, μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο πληρεξουσία και αυτοδικαίως αντίκλητος του ενάγοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση της εναγομένης, για να παραστεί κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1330/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), (σχετικά υπ’ αριθμ. ……./21.09.2023 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς ………………), οι οποίες άπασες (οι ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο ενόρκως υπέρ του ενάγοντος βεβαιών τυγχάνει αντίδικος της εναγομένης, επειδή έχει ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του (ΜονΕφΠειρ. 509/2022, αδημ.), απορριπτομένου ως αβασίμου στην ουσία του του τετάρτου λόγου της ένδικης έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση καθόσον έλαβε υπόψη της την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του ενάγοντος αν και αυτός έχει ασκήσει εναντίον της, έτερη, ιδική του αγωγή, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυρες της εναγομένης τυγχάνει εργαζόμενος σε αυτήν, να αποκλείει την αποδεικτική αξία των λεγομένων του, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με έγγραφη σύμβαση παροχής εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά την 19.1.2022 μεταξύ του ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό …… ναυτικού φυλλαδίου και των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, ναυτικής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία φορτηγού – οχηματαγωγού (Φ/Γ – Ο/Γ) πλοίου με την ονομασία «Π», νηολογημένου Χίου, με αύξοντα αριθμό εγγραφής ……., ολικής χωρητικότητας 5362,81 κόρων, ο ενάγων ναυτολογήθηκε αυθημερόν από τον Πλοίαρχο του πλοίου αυτού για να εργασθεί με την ειδικότητα του Ναύτη, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να πλήττεται κατά τούτο από τους διαδίκους, της ισχύουσας κατ΄ εκείνο του χρόνο ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων του έτους 2022 η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5/8785 (ΦΕΚ Β 663/15-2-2022). Δυνάμει αυτής της συμβάσεως ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο εν λόγω πλοίο μέχρι και τις 13.3.2022, οπότε και απολύθηκε στον ίδιο λιμένα λόγω τραυματισμού του για τον οποίο θα γίνει λόγος και ακολούθως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 της ως άνω εφαρμοζομένης ΣΣΝΕ του έτους 2022, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ. 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΕφΠειρ. 735/2006 ΕΝαυτΔ 34/351, ΕφΠειρ. 567/2005 ΕΝαυτΔ 33/345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ της ιδίας ΣΣΝΕ υπολογίζεται ως πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους ÷ 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Κατά την ίδια ΣΣΝΕ (άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 § 2) ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως: Ως μισθό ενεργείας του ναύτη το ποσό των 1.240,91 ευρώ, ως επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας το ποσό των 273,00 ευρώ, ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας το ποσό των 37,74 ευρώ, ως αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας  το ποσό των 20,58 ευρώ την ημέρα και μηνιαίως το ποσό των 617,40 ευρώ (20,58 ευρώ Χ 30) και ως αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας το ποσό των 446,95 ευρώ [(μισθός ενεργείας 1.240,91  ευρώ + επίδομα Κυριακών  273,00 ευρώ: 22) =  68,81 +20,58 ευρώ =) 89,39 Χ 5 ημέρες = 446,95 ευρώ].  Με την ίδια ΣΣΝΕ το ωρομίσθιο του ναύτη καθορίσθηκε στο χρηματικό ποσό των 7,17 ευρώ και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 8,96 ευρώ και σε 10,76 ευρώ, αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων κατά τις ναυτολογήσεις τους στο πλοίο της εναγομένης εντός του έτους 2022 ανέρχονταν στο ποσό των 2.616,00 ευρώ.  Περαιτέρω, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της ναυτολογήσεως του ενάγοντος στο πλοίο της εναγομένης ως κατώτερο πλήρωμα καταστρώματος απασχολείτο προσωπικό, που, όπως δεν αμφισβητείται, αριθμούσε έναν (1) ναύκληρο και έξι (6) ναύτες ήτοι έναν ναύτη επιπλέον της οργανικής του συνθέσεως. Τα γενικά και ειδικά καθήκοντα και οι λοιπές εργασιακές υποχρεώσεις των ναυτών καθορίζονται στον Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα υπό ελληνική σημαία φορτηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 806/1970), στις διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του οποίου ορίζεται ότι οι ναύτες τελούν υπό τις διαταγές και τον έλεγχο του ναύκληρου και βοηθούν αυτόν και τον ξυλουργό στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και, ειδικότερα, εκτελούν, αφενός μεν κατά φυλακές (βάρδιες), τις εργασίες πηδαλιούχου, οπτήρα και αγγελιοφόρου γέφυρας, αφετέρου δε εκτός φυλακής (βάρδιας), μεταξύ άλλων, τις εργασίες καθαριότητας και συντηρήσεως του σκάφους και των εξαρτημάτων του. Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 116  του ιδίου Κανονισμού υπό του τίτλου «`Ανδρες φυλακής γεφύρας» ορίζεται ότι «1. Ο πηδαλιούχος οφείλει να συγκεντρώνη την προσοχήν του εις την τήρησιν διά του πηδαλίου της πορείας ή την αλλαγήν ταύτης συμφώνως προς τα παραγγέλματα του πλοιάρχου ή του αξιωματικού φυλακής γεφύρας εν έκαστον των οποίων επαναλαμβάνει με ηχηράν και καθαράν φωνήν εις επήκοον του εκφωνούντος αυτό. Εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να απομακρηνθή του πηδαλίου, εάν δεν αντικατασταθή υπό άλλους τινός, εις τούτον δε διαλαλεί την τηρουμένην πορείαν και αναμένει να ακούση την επανάληψιν αυτής, επαναλαμβάνει κατόπιν αυτήν εις τον αξιωματικόν φυλακής γεφύρας και τότε μόνον είναι ελεύθερος να απομακρυνθή. 2. Ο οπτήρ τοποθετούμενος εν νυκτί ή εν ομίχλη εις την καταλληλότερον δι` αυτόν θέσιν αναλόγως του καιρού και των εντολών του αξιωματικού φυλακής, πρέπει να έχη εντεταμένην την προσοχήν του πέριξ του πλοίου και να αναγγέλη παν εμφανιζόμενον σημείον, φως ή εμπόδιον. Οφείλει επίσης να αναφέρη εις τον αξιωματικόν φυλακής γεφύρας, ανά πάσαν ημίσειαν ώραν, αν η φωτοβολία των πλοϊκών φανών είναι εν τάξει. 3. Ωσαύτως ο οπτήρ υποχρεούται. α) Να εκτελή καθήκοντα αγγελιαφόρου γεφύρας διαβιβάζων τας εντολάς του αξιωματικού φυλακής γεφύρας. β) Να αναφέρη τας ενδείξεις του δρομομέτρου εφ` όσον τούτο δεν ευρίσκεται επί της γεφύρας. γ) Να περιέρχεται κατ` εντολήν του αξιωματικού φυλακής γεφύρας ανά ημίσειαν ώραν τους σταθμούς ελέγχου πυρκαϊάς και το κατάστρωμα επιβλέπων τας καθόδους (κουβούσια), τα πώματα (καπάκια) των στομίων των κυτών, τα τυχόν αδιάβροχα καλύμματα αυτών, τας ανεμοδόχους και τας  αλύσεις του πηδαλίου. δ) Να φροντίζη διά την έγκαιρον έγερσιν του αξιωματικού και των ανδρών της επομένης φυλακής γεφύρας, ενδεχομένως δε και του αξιωματικού ασυρμάτου. ε) Να ασχολήται εις γενικάς εργασίας του σκάφους κατά τας εργασίμους ώρας. 4. Ο πηδαλιούχος και ο οπτήρ διαρκούσης της φυλακής των εναλλάσσουν την υπηρεσίαν των ανά δίωρον κατά τας εργασίμους ώρας και ανά ώραν κατά τας υπολοίπους. …». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 117 του ιδίου ΒΔ υπό του τίτλου «Γενικαί εργασίαι σκάφους» ορίζεται ότι «Οι διηρημένοι εις τας γενικάς εργασίας σκάφους άνδρες εργάζονται υπό την επίβλεψιν του ναυκλήρου εις καθαρισμούς, λιπάνσεις, αποσκωριάσεις και χρωματισμούς δεξαμενών, διπυθμένων, διαμερισμάτων του σκάφους, εις προετοιμασίαν των κυτών ή δεξαμενών δια φόρτωσιν ή εκφόρτωσιν, ευθέτησιν εξαρτίων, σχοινίων και συρματοσχοίνων, αμματίσεις (ματίσματα) τούτων, ευθέτησιν των αποθηκών υλικών συντηρήσεως σκάφους και των κυτών προς πρόληψιν μετατοπίσεως, αναμίξεως, βλάβης, φθοράς ή κλοπής του φορτίου, ή πυρκαϊάς, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εις πάσαν άλλην εργασίαν οριζομένην υπό του υποπλοιάρχου και αναγομένην κατά την κοινήν ναυτικήν αντίληιν εις την ειδικότητά του, ραφήν και επισκευήν οθονίνων καλυμμάτων (μουσαάδων), σχοινοπλοκίαν κατασκευήν παραβλημάτων (στρωμάτσα), εχμάτων (μπότσοι), αγκυλών (γάσες), αρτανών (σαμπάνια) κλπ.». Περαιτέρω,  σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 118 του ιδίου ΒΔ, υπό του τίτλου «Κατάπλους- Αγκυροβολία-ύΑπαρσις-Απόπλους.» ορίζεται ότι «Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν, ως ακολούθως: α) Ο πλοίαρχος επί της γεφύρας (μετά του πλοηγού). β) Ο υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του ναυκλήρου, ξυλουργού και ανδρών καταστρώματος. γ) Εις ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά ανδρών καταστρώματος. δ) Ο έτερος ανθυποπλοίαρχος ή δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας δια την διαβίβασιν των παραγγελμάτων. ε) Ο πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Εις ειδικάς περιπτώσεις δύναται ο πλοίαρχος κατά την κρίσιν του να κατανείμη το προσωπικόν καταστρώματος εις ετέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένων θέσεων. 3. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν πάντες εργάζονται δια την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή δια την κανονικήν άπαρσιν αυτού.». Εν τούτοις, με τις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 13 § 1 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων ΣΣΝΕ, ορίζεται ότι για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών, ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, όλες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της ένδικης  ναυτολογήσεως του ενάγοντος το ανωτέρω πλοίο εκτελούσε, σύμφωνα με τους προσκομιζόμενους από την εναγόμενη πίνακες των εγκεκριμένων από το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής δρομολογίων, τα ακόλουθα δρομολόγια: [Α] Κατά το χρονικό διάστημα από 19.1.2022 έως 30.1.2022 κάθε Δευτέρα απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 19.00 με προορισμό το λιμάνι των Χανίων, όπου κατέπλεε ώρα 07.30 της επομένης ημέρας Τρίτης και την ίδια ημέρα ώρα 20.00 απέπλεε από το ανωτέρω λιμάνι με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 08.30, απέπλεε δε εκ νέου ώρα 17.15 της ίδιας ημέρας για Χίο (αφ. 05.45 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αν. 06.30), Μυτιλήνη (αφ. 11.15 – αν. 15.15), Λήμνο (αφ. 22.45 – αν. 23.00) Θεσσαλονίκη (αφ. 10.30 της επομένης ημέρας Παρασκευής – αν. 22.00), Λήμνο (αφ. 09.30της επομένςη ημέρας Σαββάτου – αν. 11.00), Μυτιλήνη (αφ. 18.30 – αν. 22.30), Χίο (αφ. 03.00 της επομένης ημέρας Κυριακής – αν. 04.00) Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 16.30 και παρέμενε στο εν λόγω λιμάνι έως ώρα 19.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας και συνέχιζε το ίδιο ως άνω δρομολόγιο, [Β] κατά το χρονικό διάστημα από 31.1.2022 έως 20.2.2022 κάθε Δευτέρα απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 19.00 με προορισμό το λιμάνι των Χανίων, όπου κατέπλεε ώρα 07.30 της επομένης ημέρας Τρίτης και την ίδια ημέρα ώρα 20.00 απέπλεε από το ανωτέρω λιμάνι με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 08.30, απέπλεε δε εκ νέου ώρα 17.00 της ίδιας ημέρας για Χίο (αφ. 05.45 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αν. 06.30), Μυτιλήνη (αφ. 11.30 – αν. 15.00), Λήμνο (αφ. 22.30 – αν. 23.00) Θεσσαλονίκη (αφ. 10.30 της επομένης ημέρας Παρασκευής – αν. 22.00), Λήμνο (αφ. 09.30 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αν. 11.00), Μυτιλήνη (αφ. 18.30 – αν. 23.00), Χίο (αφ. 03.30 της επομένης ημέρας Κυριακής – αν. 04.30), Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 17.00 και παρέμενε στο εν λόγω λιμάνι έως ώρα 19.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας και συνέχιζε το ίδιο ως άνω δρομολόγιο και [Γ] κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2022 έως 13.3.2022 κάθε Δευτέρα απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 19.00 με προορισμό το λιμάνι των Χανίων, όπου κατέπλεε ώρα 08.00 της επομένης ημέρας Τρίτης και την ίδια ημέρα ώρα 20.00 απέπλεε από το ανωτέρω λιμάνι με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 09.00, απέπλεε δε εκ νέου ώρα 17.00 της ίδιας ημέρας για Χίο (αφ. 06.30 της επομένης ημέρας Πέμπτης – αν. 07.15), Μυτιλήνη (αφ. 12.00 – αν. 15.00), Λήμνο (αφ. 23.00 – αν. 23.30) Θεσσαλονίκη (αφ. 11.30 της επομένης ημέρας Παρασκευής – αν. 22.00), Λήμνο (αφ. 10.30 της επομένης ημέρας Σαββάτου – αν. 12.00), Μυτιλήνη (αφ. 20.00 – αν. 23.59), Χίο (αφ. 05.00 της επομένης ημέρας Κυριακής – αν. 06.00) Πειραιά, όπου κατέπλεε ώρα 19.00 και παρέμενε στο εν λόγω λιμάνι έως ώρα 19.00 της επομένης ημέρας Δευτέρας και συνέχιζε το ίδιο ως άνω δρομολόγιο. Ως προς τις συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος και τη διάρκεια της εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο, ο ίδιος (ενάγων) με την ένδικη αγωγή του υποστηρίζει ότι εργάζονταν καθ’ εκάστη ημέρα επί δέκα τέσσερις ώρες. Με τις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υποστήριξε ειδικότερα ότι, οι έξι συνήθως ναυτολογημένοι στο εν λόγω πλοίο ναύτες κατανεμόταν κατά τέτοιον τρόπο ώστε, αφενός μεν να εκτελούνται φυλακές (βάρδιες) στη γέφυρα του πλοίου και να διενεργούνται οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης αυτού και καθαριότητας των εξωτερικών του χώρων και του χώρου στάθμευσης των οχημάτων, αφετέρου δε να εξασφαλίζεται η συμμετοχή απάντων στις εργασίες κατάπλου και απόπλου, καθώς και φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των μεταφερομένων οχημάτων, σε όλους τους λιμένες των δρομολογίων του πλοίου. Συγκεκριμένα, με τις έγγραφες προτάσεις του υποστήριξε ότι οι τρεις εκ των έξι ναυτών εκτελούσαν βάρδιες και οι έτεροι τρεις εργάζονταν ως ημερεργάτες ναύτες (daymen). Οι εκτελούντες βάρδια φυλακής γέφυρας εργάζονταν σε δύο βάρδιες ανά είκοσι τέσσερις ώρες, εκάστη των οποίων διαρκούσε όχι τέσσερις ώρες όπως έπρεπε αλλά οκτώ ώρες, διότι οι ίδιοι ναύτες δύο ώρες πριν και δύο ώρες μετά τη βάρδιά τους μετείχαν και στις εργασίες πρόσδεσης, απόδεσης και φορτοεκφόρτωσης του πλοίου. Οι τρεις ημερεργάτες εκτός από τις εργασίες συντήρησης και δη βάψιμο και ματσακόνια, μετείχαν υποχρεωτικά σε όλους τους κατάπλους και απόπλους του πλοίου στα λιμάνια, ανεξαρτήτως βάρδιάς τους και στις φορτοεκφορτώσεις. Ο ίδιος υποστήριξε ότι εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο κατά κύριο λόγο σε βάρδιες και εκτός από την ημερήσια βάρδια στο τιμόνι του πλοίου εν πλω εργάζονταν επιπλέον σε όλα τα λιμάνια στις φορτοεκφορτώσεις, ανεξαρτήτως ωραρίου μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα σε χειρωνακτικές εργασίες έχμασης, στερέωσης των φορτηγών αυτοκινήτων στο γκαράζ. Στα κύρια λιμάνια φόρτωσης η φόρτωση διαρκούσε τέσσερις ώρες κατ’ ελάχιστο, εργάζονταν δε ακολούθως και στις εργασίες απόπλου του πλοίου. Στα ενδιάμεσα λιμάνια, μία ώρα προ της αφίξεως του πλοίου, ξεκινούσε η προετοιμασία για τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και την εκφόρτωση, εργασίες στις οποίες μετείχε και αυτός για την προετοιμασία του κατάπλου για το δέσιμο του πλοίου στο λιμάνι και ακολούθως στο γκαράζ στην φορτοεκφόρτωση των φορτηγών αυτοκινήτων. Τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο ευρίσκετο στο λιμάνι σε αναμονή δρομολογίου, εκτελούσε εργασίες συντήρησης και καθαρισμού. Η εναγομένη, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι οι έξι ναύτες του εν λόγω πλοίου, εργάζονταν σε τετράωρες βάρδιες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στη γέφυρα του πλοίου και κατά τη διάρκεια της φόρτωσης την ώρα της βάρδιάς τους απασχολούντο και με την πρόσδεση και ασφάλιση των οχημάτων. Λόγω του ότι πάντα απασχολείτο στο εν λόγω πλοίο ένας ναύτης επιπλέον της οργανικής συνθέσεως του πληρώματος, άπαντες οι ναύτες απασχολούντο μόλις οκτώ ώρες και κανείς των ναυτών, ούτε ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν των οκτώ ωρών. Επιπλέον, ο ενάγων εργαζόταν για την κανονική και ασφαλή αγκυροβολία και όρμιση του πλοίου και πέραν των ωρών εργασίας του χωρίς εν τούτοις να δικαιούται πρόσθετη υπερωριακή εργασία. Αντίστοιχα, ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσας …………, ο οποίος εργάσθηκε στο ίδιο πλοίο ως μάγειρας από το έτος 2018 έως αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2022 εκτός από μικρά χρονικά διαστήματα, κατέθεσε ότι στο εν λόγω πλοίο συνήθως ήταν ναυτολογημένοι έξι ναύτες εκ των οποίων οι τρεις εργάζονταν σε βάρδιες και οι έτεροι τρεις ως ημερεργάτες. Οι ναύτες που εκτελούσαν βάρδια φυλακής γέφυρας εργάζονταν σε δύο βάρδιες ανά είκοσι τέσσερις ώρες η διάρκεια δε εκάστης βάρδιάς τους ανέρχονταν σε οκτώ ώρες  διότι όλοι οι ναύτες μετείχαν σε εργασίες πρόσδεσης, απόδεσης και στις φορτοεκφορτώσεις του πλοίου, με αποτέλεσμα η διάρκεια της βάρδιάς του να ξεκινά δύο ώρες προ της βάρδιάς τους και να παρατείνεται επί δύο ώρες μετά τη βάρδιά τους. Οι ημερεργάτες εργάζονταν στις εργασίες συντήρησης και δη βάψιμο «ματσακόνια» και επιπλέον μετείχαν σε όλες τις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου στα λιμάνια και στις φορτοεκφορτώσεις. Ο ενάγων εργάσθηκε κυρίως σε βάρδιες και εκτός από την ημερήσια βάρδια στο τιμόνι του πλοίου εν πλω, εργάζονταν επιπλέον σε όλα τα λιμάνια στις φορτοεκφορτώσεις, ανεξαρτήτως ωραρίου σε χειρωνακτικές εργασίες έχμασης, στερέωσης των φορτηγών αυτοκινήτων. Στα κύρια λιμάνια φόρτωσης η φόρτωση διαρκούσε τέσσερις ώρες κατ’ ελάχιστο. Επιπλέον ο ενάγων εργάζονταν μετά τη φόρτωση στην απόδεση του πλοίου, ενώ στα ενδιάμεσα ο ενάγων εργάζονταν στην προετοιμασία του κατάπλου για το δέσιμο του πλοίου, εργασίες που εκκινούσαν μία ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο ενδιάμεσο λιμάνι και ακολούθως εργάζονταν στην εκφόρτωση του πλοίου. Καθόν δε χρόνο το πλοίο ευρίσκετο σε αναμονή δρομολογίου στο λιμάνι ο ενάγων εργάζονταν και στις εργασίες συντήρησης και καθαρισμού του πλοίου, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας του να ανέρχονται καθ’ εκάστη σε δέκα τέσσερις ώρες. Ο εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης ενόρκως βεβαιώσας ………….. ναυτικός του Εμπορικού ναυτικού, εργαζόμενος ως αρχιπλοίαρχος στα γραφεία της εναγομένης, ο οποίος κατά την ένορκη βεβαίωσή του εγνώριζε το εν λόγω πλοίο διότι στα πλαίσια της ειδικότητάς του το είχε επισκεφθεί και είχε πραγματοποιήσει αρκετά ταξίδια με αυτό, κατέθεσε ότι οι έξι ναύτες που υπηρετούσαν στο πλοίο, εναλλάσσονταν σε τετράωρες βάρδιες χωρίς να υπάρχει λόγος παράτασης του χρόνου της βάρδιάς τους. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ο υπηρετών σε βάρδια, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στη γέφυρα του πλοίου, κατά τη διάρκεια τα φόρτωσης την ώρα της βάρδιάς του απασχολείτο με την πρόσδεση και ασφάλιση των οχημάτων . Οι εργασίες τοπικής συντήρησης πραγματοποιείτο καθόν χρόνο το πλοίο ευρίσκετο στο λιμάνι του Πειραιά, ήτοι κατά τις ημέρες Δευτέρα και Τετάρτη εφόσον το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες και εντός του οκταώρου απασχόλησής τους. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι το εν λόγω πλοίο μετέφερε κατά μέσο όρο 1.000 φορτηγά και οχήματα μηνιαίως. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως από το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, αποδεικνύεται ότι, οι τρεις (3) εκ των έξι (6) ναυτών εκτελούσαν βάρδιες και οι υπόλοιποι τρεις (3) εργάζονταν ως ημερεργάτες ναύτες (dayman). Συγκεκριμένα, όσον αφορά στον ενάγοντα, όπως προκύπτει από τις εγγραφές επί του ημερολογίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου, αρχικά με την πρόσληψή του εργάσθηκε ως ημερεργάτης πλην την ημερών 24.1.2022, 25.1.2022, 26.1.2022 και 27.1.2022 οπότε εργάσθηκε βάρδια στη γέφυρα του πλοίου από 16.00 έως 20.00 την 24.1 και 27.1, από 04.00 έως 08.00 και από 16.00 έως 20.00 την 25.1, από 04.00 έως 08.00 την 26.1. και από την 1.2.2022 έως της απολύσεώς του αποκλειστικά σε βάρδια στη γέφυρα του πλοίου και μάλιστα από ώρας 08.00 έως 12.00 και από 20.00 έως 24.00. Οι εκτελούντες βάρδιες (φυλακές) στη γέφυρα του πλοίου αναλάμβαναν εκ περιτροπής τις τρεις [3] κυλιόμενες τετράωρες βάρδιες του εικοσιτετραώρου, εν πλω στο τιμόνι στη γέφυρα του πλοίου, ενώ οι ημερεργάτες απασχολούντο σε εργασίες συντήρησης και δη βάψιμο του πλοίου και «ματσακόνια». Επιπλέον, απεδείχθη ότι άπαντες οι ναύτες απασχολούντο στους λιμένες αφετηρίας και προορισμού, αλλά και στους ενδιάμεσους λιμένες, που προσέγγιζε το πλοίο κατά τη διάρκεια του εκάστοτε δρομολογίου του, στις εργασίες απόπλου και κατάπλου και συγκεκριμένα στην πρόσδεση και απόδεση του πλοίου και στη φορτοεκφόρτωση των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένης της έχμασής τους, δηλαδή της σταθεροποίησής τους δια της πρόσδεσής τους στο κύτος του πλοίου με ιμάντες ή παρόμοια μέσα, όταν τούτο ενόψει κυματισμού κρινόταν απαραίτητο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπλοΐα του πλοίου και να αποτραπεί ο κίνδυνος μετακίνησής τους. Επίσης, άπαντες οι ναύτες απασχολούντο σε εργασίες συντήρησης του πλοίου και καθαριότητας των εξωτερικών του χώρων και του χώρου στάθμευσης των οχημάτων καθόν χρόνο το πλοίο παρέμενε αργό στο λιμάνι εν αναμονή δρομολογίου. Από το προσκομιζόμενο δε σε αντίγραφο ημερολόγιο γέφυρας του εν λόγω πλοίου, επεδείχθη ότι, η φόρτωση στο λιμάνι του Πειραιά διαρκούσε περίπου τέσσερις ώρες, στο λιμάνι της Σούδας πλέον των τριών ωρών, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από 2,5 ώρες έως 5,00 ώρες, ανάλογα με το αριθμό των προς φόρτωση οχημάτων, ενώ στα ενδιάμεσα λιμάνια η φορτοεκφόρτωση διαρκούσε περίπου μία ώρα. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πλοίου απαιτείτο να απασχολείται, καθημερινά πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κατά τις καθημερνές και ιδίως καθόν χρόνο εκτελούσε βάρδιες στη γέφυρα του πλοίου πλέον των δύο τετράωρων βαρδιών του, συνδράμοντας, όπως προεκτέθηκε, στους λιμένες προσέγγισης των δρομολογίων του πλοίου, στις εργασίες απόπλου και κατάπλου αυτού, αλλά και στις εργασίες πρόσδεσης, απόδεσης, φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των μεταφερομένων οχημάτων, η δε καθημερινή εργασία του διαφοροποιείτο από πλευράς διάρκειας, η οποία καθοριζόταν κάθε φορά από το ωράριο εκάστης βάρδιας, από το δρομολόγιο, που εκτελούσε το πλοίο ανάλογα με την ημέρα της εβδομάδας, από την κίνηση των οχημάτων που επιβιβάζονταν προς μεταφορά επί του εν λόγω πλοίου και από τις καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του ημερησίου δρομολογίου του. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόλησή του επί του πλοίου αυτού, το οποίο εκτελούσε τα συγκεκριμένα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, που αναφέρθηκαν και διαφοροποιούντο ανά ημέρα της εβδομάδας, του αριθμού των λιμένων, που προσέγγιζε το πλοίο σε κάθε δρομολόγιο, του χρόνου παραμονής σε κάθε ενδιάμεσο λιμένα, της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στο λιμένα προορισμού του, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιγράφηκαν ανωτέρω, των χαρακτηριστικών του πλοίου (πρόκειται για ένα οχηματαγωγό πλοίο), του αριθμού των μελών του κατώτερου πληρώματος καταστρώματος, που είχαν ναυτολογηθεί και απασχολούντο στο πλοίο κατά την ίδια χρονική περίοδο και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, σε συνάρτηση με τις οποίες θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητας του ναυτικού στο πλοίο δε μπορούν να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ.1 του προϊσχύσαντος και εν προκειμένω εφαρμοστέου ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340, Ι. Ληξουριώτη «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», εκδ.3η, σελ. 160), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο μέσος όρος της ημερήσιας εργασίας του στο πλοίο αυτό ανερχόταν σε δώδεκα (12) ώρες κατά τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδας, τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, κατά δε τις ημέρες Δευτέρας, ημέρες, κατά τις οποίες το πλοίο απέπλεε περί ώρα 19.00 με προορισμό το λιμάνι της Σούδας, σε εννέα (9) ώρες,. Ο αγωγικός ισχυρισμός περί απασχόλησής του επί δέκα τέσσερις (14) ώρες καθημερινά, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής του (ενάγοντος) δεν κρίνεται, ενόψει των προεκτεθέντων, πειστικός για το πέραν των ως άνω ωρών καθημερινής απασχόλησής του σκέλος του και, επομένως, απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της διάρκειας της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος στο πλοίο της εναγομένης δεν αναιρείται από το ότι το εν λόγω πλοίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος και επιπλέον έναν ναύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), διότι η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΜονΕφΠειρ. 23/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 180/2008, ΕΝαυτΔ 2008/308 = ΠειρΝομ. 2009/197, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), ενώ και το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραφε στους λογαριασμούς μισθοδοσίας του χωρίς επιφύλαξη, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δια παραπομπής στην ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλειά της μάρτυρος, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών του (ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάζονταν καθημερινά, καθώς και τις ημέρας Σαββάτου,  Κυριακής και την ανωτέρω ημέρα αργίας επί δέκα (10) ώρες καθ’ εκάστη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, που βάλλουν κατά της παραδοχής αυτής, να γίνει δεκτός ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμος. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ενάγων εργάσθηκε στο πλοίο της εναγομένης κατά τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδας, εκτός από τις ημέρες Δευτέρας, καθώς και κατά τις ημέρες Κυριακής και Σαββάτου επί δώδεκα ώρες καθ εκάστη, τη δε ημέρα Δευτέρα επί εννέα ώρες, ήτοι καθ’ υπέρβαση του προβλεπομένου στην εν προκειμένω εφαρμοστέα ΣΣΝΕ ημερησίου ωραρίου εργασίας των οκτώ (8) ωρών, επί τέσσερις (4) ώρες την ημέρα κατά τις καθημερινές και Κυριακές και επί μία (1) ώρα κατά τις καθημερινές ημέρες Δευτέρας, ενώ η εννέα ωρών εργασία του την ανωτέρω ημέρα αργίας και η δωδεκάωρη εργασία του κατά τα Σάββατα της ιδίας χρονικής περιόδου της ναυτολογήσεώς του θεωρείται εξ ολοκλήρου υπερωριακή, σύμφωνα με τα επίσης οριζόμενα στην ανωτέρω ΣΣΝΕ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, για την απασχόληση του ενάγοντος στις εργασίες κατάπλου και απόπλου του εν λόγω πλοίου, με τις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 13 § 1 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων ΣΣΝΕ, σύμφωνα με την οποία «1. Κάθε εργασία που εκτελείται από τους ναυτικούς εν πλω και στο λιμάνι, πέραν των κανονικών εργασίμων ημερών και ωρών, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 11 και 12 της παρούσης, περιλαμβανομένων και των εργασιών κατάπλου και απόπλου, θεωρείται πρόσθετη (υπερωριακή) και καταβάλλεται στους απασχολουμένους ναυτικούς πρόσθετη αμοιβή η οποία υπολογίζεται ως εξής:…», ο ενάγων εδικαιούτο αμοιβής, μ αποτέλεσμα εργασίες στο λιμάνι, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, εφόσον δεν εκτελούνται εντός του ωραρίου των οκτώ ωρών θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, όλες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ο ενάγων δικαιούται της προβλεπομένης αμοιβής για την παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία του και ειδικότερα:  α) Για τις 29 καθημερινές (εκτός από τις ημέρες Δευτέρας) ημέρες της εβδομάδας και τις 7 Κυριακές του ενδίκου χρονικού διαστήματος της ναυτολόγησής του στο ανωτέρω πλοίο, το ποσό των 1.290,24 ευρώ (36 καθημερινές και Κυριακές  Χ 4 ώρες υπερωριακής εργασίας του ημερησίως = 144 ώρες Χ 8,96 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του ναύτη, με βάση την εφαρμοστέα με συμφωνία των διαδίκων κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές = 1.290,24 ευρώ),  β) για τις 6 καθημερινές ημέρες Δευτέρας του ενδίκου χρονικού διαστήματος της ναυτολόγησής του στο ανωτέρω πλοίο, το ποσό των 53,76 ευρώ (6 καθημερινές και Κυριακές  Χ 1 ώρες υπερωριακής εργασίας του ημερησίως = 6 ώρες Χ 8,96 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του ναύτη, με βάση την εφαρμοστέα με συμφωνία των διαδίκων κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές = 53,76 ευρώ) και γ) για τα 7 Σάββατα και μία ημέρα αργίας (7.3.2022) του ιδίου χρονικού διαστήματος το ποσό των 1.000,68 ευρώ {[(7 Σάββατα X 12 ώρες ημερήσιας εργασίας=)  84 + (1 αργία Χ 9=) 9 =] 93 X 10,76 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα απασχόλησης του ναύτη κατά τα Σάββατα με βάση την εν προκειμένω εφαρμοστέα ανωτέρω ΣΣΝΕ = 1.000,68 ευρώ), έναντι του οποίου εισέπραξε από την εναγόμενη το ποσό των 888,48 [189,41 τον μήνα Ιανουάριο 2022 + 487,72 τον μήνα Φεβρουάριο 2022 + 211.35 τον μήνα Μάρτιο 2022 = 888,48 ευρώ], όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από αυτήν ως σχετικά 2, 3 και 4 αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 5, 6 και 7 από την εναγομένη αποδείξεις κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάγοντος που περιέχεται στον πρώτο λόγο έφεσης, κατά τον οποίο αυτός έλαβε μόνον το ποσό των ευρώ 189,41, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να του οφείλεται η διαφορά, ποσού [1.000,68 μείον 888,48=] 112,20 ευρώ. Συνολικά, για την ανωτέρω αποδειχθείσα υπερωριακή του απασχόληση οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ [1.290,24 + 53,76 + 112,20=] 1.456,20. Η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, από το ποσό που τυχόν ήθελε επιδικασθεί για την εν λόγω αιτία στον ενάγοντα για την υπερωριακή του απασχόληση, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των ευρώ 969,06 το οποίο αυτή του κατέβαλε ως έξτρα αμοιβή του για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων. Από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι αυτός (ενάγων) πράγματι έλαβε με αιτιολογία «ΕΞΤΡΑ ΑΜΟΙΒΕΣ – ΕΧΜΑΣΙΣ – Ψ/Γ ΗΛΕΚΤΡ.» το ποσό των ευρώ 145,42 τον μήνα Ιανουάριο 2022, το ποσό των ευρώ 563,57 τον μήνα Φεβρουάριο 2022 και το ποσό των ευρώ 260,37 τον μήνα Μάρτιο 2022. Εν τούτοις, τα ανωτέρω ποσά, όπως η ίδια η εναγομένη αναφέρει στα πλαίσια του εν λόγω ισχυρισμού της κατέβαλε στον ενάγοντα για έτερη αιτία και δη, ως επιπλέον αμοιβή του ενάγοντος για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ κατά τη συμφωνία των διαδίκων, κατά τις οποίες υπό του τίτλου «Φορτοεκφόρτωση οχημάτων» «1. Στο κατώτερο προσωπικό καταστρώματος που ασχολείται στη φορτοεκφόρτωση και έχμαση των οχημάτων, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή ως ακολούθως: α. Για κάθε φορτηγό συρόμενο ή επικαθήμενο αυτοκίνητο (νταλίκες, τροχόσπιτα κ.λπ.) δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως 2,01 ευρώ. Για φορτοεκφόρτωση και έχμαση (κοτσάρισμα – ξεκοτσάρισμα) ασυνόδευτων επικαθήμενων οχημάτων επί πλέον 1,10 ευρώ ανά όχημα,  β. Για κάθε άλλο φορτηγό αυτοκίνητο παντός τύπου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως 1,36 ευρώ, γ. Για κάθε επιβατηγό αυτοκίνητο ή τρίκυκλο, δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως 0,58 ευρώ και για κάθε δίκυκλο 0,28 ευρώ. 2. Η καταβολή κατά μήνα των κατά τα ως άνω ποσών στους δικαιούχους γίνεται αναλογικά σε καθένα από αυτούς. Ως προς το ναύκληρο και υποναύκληρο, το αναλογούν εις αυτούς ποσόν προσαυξάνεται κατά ποσοστό (10%) του απομένοντος υπολοίπου ανακατανεμομένου εξ ίσου μεταξύ των υπολοίπων μελών του κατωτέρου πληρώματος καταστρώματος. Για χρόνο υπηρεσίας ολιγότερο του μηνός καταβάλλεται στους δικαιούχους ανάλογο κλάσμα του αντίστοιχου ποσού. Οι ως άνω πρόσθετες αμοιβές σε καμία περίπτωση δεν συμψηφίζονται με οποιαδήποτε άλλη παροχή ούτε συμπεριλαμβάνονται σε οποιονδήποτε συμφωνηθέντα κλειστό μισθό.», ο περί καταλογισμού ισχυρισμός της εναγομένης στις ανωτέρω απαιτήσεις του ενάγοντος για αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση του ανωτέρω ποσού που αυτή (εναγομένη) του κατέβαλε στα πλαίσια εργασιών φορτοεκφόρτωσης που μετείχε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

IV. Στο υπό τον τίτλο «Διανυκτέρευση εις λιμένα» άρθρο 16 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. ορίζεται ότι: «Κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει τα της υπηρεσίας των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά τον μήνα κατά τους μήνας Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους λοιπούς μήνες, η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν (§ 1). Σε περίπτωση που για λόγους ασφαλείας του πλοίου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχομένη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο ήτοι το 1/22 του υπό της Συλλογικής Συμβάσεως προβλεπομένου μισθού ενεργείας της παραγρ. 1 του άρθρου 1 (§ 2). Για την παρεχομένη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή (§ 3)». Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι κατά το ανωτέρω διάστημα από 19.1.2022 έως 13.3.2022, που απασχολήθηκε στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, δεν του χορηγήθηκαν οι προβλεπόμενες στην προαναφερθείσα Σ.Σ.Ν.Ε. διανυκτερεύσεις εκτός πλοίου, που δικαιούντο ως μέλη του πληρώματος των πλοίων αυτών και συγκεκριμένα δύο (2) διανυκτερεύσεις καθ’ έκαστον από τους μήνες Ιανουάριο έως και Μάρτιο 2022 πλην όμως συνολικά αξίωνε αποζημίωση για τη μη χορήγηση πέντε αδειών διανυκτέρευσης. Με την εκκαλουμένη απόφαση ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εδικαιούτο δύο διανυκτερεύσεις κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2022 και μία διανυκτέρευση για έκαστο των μηνών Ιανουαρίου και Μαρτίου 2022, εκ του λόγου ότι αυτός (ενάγων) δεν εργάσθηκε ολόκληρους τους εν λόγω μήνες, επεδίκασε δε για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 3,31 αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εδικαιούτο για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ  (1.240,91 μισθός ενεργείας Χ 1/22Χ 4=) 225,64 έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των ευρώ 222,33. Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττει ο ενάγων με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης κατά πρώτον για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως της εφαρμοζομένης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, εκ του λόγου ότι εσφαλμένως υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν του επεδικάσθη αποζημίωση για πέντε διανυκτερεύσεις. Εν τούτοις, αποδεικνύεται ότι πράγματι ο ενάγων δεν εργάσθηκε ολόκληρους τους μήνες Ιανουάριο και Μάρτιο 2022 με αποτέλεσμα να μην δικαιούται δύο ημέρες διανυκτέρευσης για έκαστο των εν λόγω μηνών. Περαιτέρω, από τις προμνημονευθείσες αποδείξεις μισθοδοσίας, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, για την εν λόγω αιτία έλαβε το ποσό των ευρώ 109,52 τον μήνα Ιανουάριο 2022 και το ποσό των ευρώ 112,81 τον μήνα Φεβρουάριο 2022 και συνολικά το ποσό των ευρώ 222,33 και όχι μόνον το ποσό των ευρώ 109,52 ως ισχυρίζεται στα πλαίσια του ιδίου (τετάρτου) λόγου έφεσης. Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση τέταρτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

V. Από τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003 ΔΕΕ 2004.212 = ΕΝαυτΔ 2003.345, ΜονΕφΠειρ 430/2014, ΜονΕφΠειρ 361/2014, ΜονΕφΠειρ 56/2014, ΜονΕφΠειρ 83/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 587/2011 ΕΝαυτΔ 2012.19, ΕφΠειρ 521/2009 ΕΝαυτΔ 2009.273), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η αποζημίωση μη πραγματοποίησης αδείας (ΜονΕφΠειρ. 18/2016, ΜονΕφΠειρ. 19/2016, ΜονΕφΠειρ. 371/2016, ΜονΕφΠειρ. 73/2016, ΜονΕφΠειρ. 160/2014, ΜονΕφΠειρ. 36/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011.387), όπως και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της ως άνω ΣΣΝΕ (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 861/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 500/2012, αδημ., ΕφΠειρ. 46/2011, ΕΝαυτΔ 2011.97, ΕφΠειρ. 343/2009, αδημ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατά τον επί σκοπώ καθορισμού του επιδόματος δώρου εορτών Πάσχα του έτους 2022, που εδικαιούτο ο ενάγων, προσδιορισμό των τακτικών σε μηνιαία κλίμακα καταβαλλόμενων αποδοχών του, συνυπολόγισε το μέσο όρο υπερωριακής αμοιβής του για το χρονικό διάστημα της επίδικης ναυτολογήσεώς του στο ως άνω πλοίο εντός του ιδίου έτους, λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη αποδεικτική παραδοχή του περί δεκάωρης ημερήσιας απασχόλησής του σ’ αυτό κατά τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδας [πλην της ημέρας Δευτέρας], τα Σάββατα και τις Κυριακές, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε ο ενάγων με τις αιτιάσεις, που προβάλλει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, καθώς επίσης λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη αποδεικτική παραδοχή του περί δεκάωρης ημερήσιας απασχόλησής του σ’ αυτό κατά τις ημέρες Δευτέρας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε  η εναγομένη με τις αιτιάσεις, που προβάλλει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της. Αντίθετα, στις τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό του δώρου εορτών συνυπολογίζεται και το ημερήσιο αντίτιμο τροφής, δεδομένου ότι τούτο αποτελεί μέρος των παγίων και σταθερών αποδοχών του ναυτικού, ανεξαρτήτως αν παρέχεται σε χρήμα ή αυτούσια (Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 231/2013, Εφ.Πειρ. 377/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθό μέρος κατά τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος προς υπολογισμό της αναλογίας του εν λόγω επιδόματος εορτών δεν συνυπελόγισε το επίδομα ιματισμού, ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, απορριπτομένων κατά τούτο των περί του αντιθέτου ισχυρισμού του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, εφόσον το εν λόγω επίδομα, όπως ορθά έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, αφού η αιτία χορήγησης αυτού αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου [ΑΠ 774/2003 ΕΕΔ 2005.237]. Επομένως, ο ενάγων, για αναλογία επιδόματος δώρου Πάσχα του έτους 2022, κατά το οποίο η εργασιακή του σχέση στο πλοίο της εναγομένης διήρκεσε κατά το χρονικό διάστημα από 19.1.2022 έως 13.3.2022 εδικαιούτο το ποσό των ευρώ {[1,240,91 ευρώ μισθό ενεργείας + 273,00 επίδομα Κυριακών + 617,40 ευρώ για τροφοδοσία + 37,74 ευρώ για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 446,97 ευρώ αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας + 346,77 επίδομα έχμασης + 125,35 ευρώ (225,64 δια 54 ημέρες εργασίας επί 30=) μηνιαίος μέσος όρος αποζημίωση μη χορηγθείσας διανυκτέρευσης και όχι το ποσό των ευρώ 87,05 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρειβάσιμο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος + ευρώ 1.302,60 μηνιαίος μέσος όρος (2.344,68 δια 54 επί 30=) υπερωριών, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο της έφεσης του ενάγοντος =] 4.390,74 δια 2 = 2.195,37 δια 15 επί 6,75 οκταήμερα=} 987,92 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 887,90 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο του δευτέρου λόγου έφεσης της εναγομένης. Έναντι του εν λόγω ποσού, όπως αποδεικνύεται από τα προμνημονευθείσες αποδείξεις μισθοδοσίας και καταβολής στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 152,56 τον μήνα Ιανουάριο 2022, το ποσό των ευρώ 395,34 τον μήνα Φεβρουάριο 2022 και το ποσό των ευρώ 167,22 τον μήνα Μάρτιο 2022 και συνολικά το ποσό των ευρώ 715,12 και όχι μόνον το ποσό των ευρώ 152,56, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων στα πλαίσια του δευτέρου λόγου έφεσης, απορριπτομένου αυτού κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του. Επομένως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων δικαιούται το ποσό των ευρώ (987,92 μείον 715,12=) 272,00. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι για αναλογία Δώρου Πάσχα έτους 2022, ο ενάγων δικαιούται ως υπόλοιπο το ποσό των ευρώ 172,78 έσφαλε κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος.

VI. Με το άρθρο 1 του Ν. 551/1915, το οποίο εφαρμόζεται και στη σύμβαση ναυτολόγησης, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 ν.3816/1958 “περί κυρώσεως του κώδικος ιδιωτικού ναυτικού δικαίου” (ΟλΑΠ 26/1995), όπως αυτό (άρθρο 1 του Ν. 551/1915) τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 εδ. α Εισ.Ν. Α.Κ.), σύμφωνα με το οποίο «Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρ. 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις τον παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή της εργασίας διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης μόνον της περιπτώσεως καθ` ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα», εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1153/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], εφόσον η ανικανότητα αυτού προς εργασία διαρκεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα [ΑΠ 210/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι «1. Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται.». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του αυτή. Με ενδεχόμενο δηλαδή δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 286/2017, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Δεν εντάσσεται, όμως, στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 19/2014 δημοσιευμένη στην Η.Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Εφόσον, επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330), το ύψος της οποίας καθορίζεται κατ` αποκοπή με βάση τα όσα ο νόμος αυτός ορίζει, αναλόγως της έκτασης και της διάρκειας της ανικανότητας. Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα [ΑΠ 210/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ιδίου νόμου, καθορίζεται η έκταση της εν λόγω αποζημιώσεως, ο τρόπος υπολογισμού του και τα δικαιούμενα αυτής πρόσωπα και συγκεκριμένα ορίζεται ότι «Η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις: 1) Εν περιπτώσει πλήρους διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει εξ (6) ετών μισθούς και δεν είναι κατωτέρα (των πεντήκοντα πέντε χιλιάδων δραχμών), εάν δε το σύνολον των μισθών των εξ (6) ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδας δραχμάς), προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 2. Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ` ο ηλαττώθη ή δύναται να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον (των δραχμών δέκα εξ χιλιάδων πεντακοσίων). Επί ελαττώσεως δε υπερβαινούσης (τας πεντήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμάς) προστίθεται εις το ποσόν των πεντήκοντα πέντε χιλιάδων το εν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 3. Εν περιπτώσει πλήρους προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος. Καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πλέον των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή ολικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 4. Εν περιπτώσει μερικής προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ της ελαττώσεως την οποίαν εξ αυτής υφίσταται ή δύναται να υποστή ο μισθός ον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος, καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα, ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πέρα των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται ως διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή μερικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νομον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 5. Εν περιπτώσει θανάτου … .». Κατά το άρθρο 4 παρ. 1β΄και 2 του αυτού ως άνω νόμου, για τον καθορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως το μεν έτος λογίζεται πλήρες, ο δε μισθός, προκειμένου περί οποιουδήποτε άλλου εργάτη (πλην μαθητευόμενων και εργατών, που δεν συμπλήρωσαν το 21ο έτος της ηλικίας τους) λογίζεται ίσος με την αντιμισθία, που λήφθηκε πραγματικά απ΄αυτόν κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα, είτε σε χρήματα, είτε σε είδος. Στην περίπτωση αυτή, αν ο παθών απασχολήθηκε για χρονικό διάστημα λιγότερο των δώδεκα μηνών πριν από το ατύχημα, ως βάση του υπολογισμού της αποζημιώσεως, λαμβάνεται η πραγματική αντιμισθία, την οποία έλαβε από την πρόσληψη του, αυξημένη κατά το ποσό της αντιμισθίας, την οποία κατά το χρονικό διάστημα, που απαιτείται προς συμπλήρωση του δωδεκαμήνου πριν από το ατύχημα, μπορούσε να λάβει με βάση τη μέση αντιμισθία εργατών ή υπαλλήλων της αυτής κατηγορίας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας προς εργασία, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, η αποζημίωση είναι ημερήσια και ισούται με το 1/2 του μισθού, τον οποίο λάμβανε ο παθών κατά την ημέρα του ατυχήματος για όλο το διάστημα της ανικανότητας του (ΕφΠειρ 745/2008 ΕΝΔ 37, 208, ΕφΠειρ 648/2008 ΕΝΔ 36, 388, ΕφΠειρ 1/2002 αδημ., Σ.Βλαστού: Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 1994, τόμ. Β`, παρ. 951, αριθμ. γ, σελ. 1254). Για τον καθορισμό της αποζημιώσεως στις ως άνω περιπτώσεις, ο υπολογισμός των μισθών γίνεται με βάση το σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών του παθόντος-εργαζομένου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όλα τα συμβατικά και νόμιμα επιδόματα, οι προσαυξήσεις και αποζημιώσεις, λόγω παροχής υπερεργασίας και νόμιμης υπερωριακής εργασίας, τα επιδόματα εορτών, Κυριακών και άδειας, η αποζημίωση άδειας και το αντίτιμο τροφής (ΑΠ 131/2007 ΝοΒ 2007, 689, ΕφΠειρ 94/2009 ΕΝΔ 2009 188). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες «Εις την κατά το άρθρον 1 αποζημίωσιν υποχρεούνται: οι εργοδόται οικοδομικών και άλλων τεχνικών έργων οι κυριοι επιχειρήσεων διεξαγομένων εις παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, εργαστήρια, άλλους τόπους εργασίας, ή συνεργεία, εν οις γίνεται χρήσις μηχανικών εργαλείων οι κύριοι επιχειρήσεων μεταφοράς δια γης ή ύδατος φορτώσεως, εκφορτώσεως και αποθηκεύσεων παντός είδους οι κύριοι των μη  περιλαμβανομένων εν άρθρ. 1 του ΒΩΜΑ Νόμου του 21 Φεβρ. 1901 επιχειρήσεων ορυχείων και λατομείων, ως και πάσης εν γένει επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εν αις κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικαί ή τοξικαί ύλαι ή γίνεται χρήσις μηχανής κινουμένης δια δυνάμεως άλλης πλην της του ανθρώπου ή του ζώου. Εις την αυτήν αποζημίωσιν υποχρεούται το Δημόσιον και παν εν γένει νομικόν πρόσωπον, απασχολούν απ` ευθείας εργάτας ή υπαλλήλους εις εργασίας ή επιχειρήσεις περί ων το εδ. 1 του άρθρου τούτου.» υπόχρεος για την καταβολή της κατά το άρθρο 1 αποζημιώσεως τυγχάνει ο εργοδότης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του ιδίου Νόμου «Οι παθόντες εξ ατυχήματος του άρθρ. 1, δυναμένου ν` αποδοθή εις δόλον του εργοδότου ή του υπ` αυτού προστηθέντος προσώπου, ως και τα αντ` αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 δικαιούμενα πρόσωπα έχουσι το εκλεκτικόν δικαίωμα ν` ασκώσι είτε την εκ του παρόντος νόμου είτε την εκ του κοινού Αστικού Δικαίου προσήκουσαν αυτοίς προς αποζημίωσιν αξίωσιν. Το αυτό ισχύει και διά την περίπτωσιν καθ` ήν το ατύχημα επήλθεν εν εργασία ή επιχειρήσει εν ή δεν ετηρήθησαν αι διατάξεις ισχυόντων νόμων, ο/των, ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας και ένεκα της μη τηρήσεως τούτων. Η υπό των αυτών προσώπων αίτησις ή αποδοχή των κατά το άρθρ. 7 οφειλομένων εξόδων μόνον, ουδέποτε δύναται να ερμηνευθή, ως δηλούσα επιλογήν της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως. Εν περιπτώσει επιλογής της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως, τα αυτά πρόσωπα διατηρούσιν την κατά το κοινόν Αστικόν Δίκαιον προσήκουσαν αυτοίς αξίωσιν εναντίον του υπαιτίου του ατυχήματος προσώπου, εφ` όσον αυτό είναι διάφορον του κατά τον παρόντα νόμον προς αποζημίωσιν υποχρέου. Εάν ο υπόχρεος εις αποζημίωσιν αποδείξη ότι το ατύχημα προήλθεν εξ αμελείας του παθόντος, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να μειώση, κατά την κρίσιν του, το ποσόν της κατά το άρθρ. 3 οφειλομένης αποζημιώσεως, αλλ` ουχί κατωτέρω του ημίσεος αυτού. Αμέλεια υφίσταται μόνον εάν ο παθών αδικαιολογήτως, κατά την κρίσιν του δικαστού, παρέβη διατάξεις ισχυόντων νόμων ή δ/των περί των όρων ασφαλείας ή κανονισμών περί αυτών, εκδοθέντων υπό της αρμοδίας δημοσίας αρχής ή εκδοθέντων μεν υπό του κυρίου της επιχειρήσεως, επικυρωθέντων δε υπό της αρχής, εφ` όσον οι κανονισμοί είναι ανηρτημένοι κατά τρόπον ευανάγνωστον εις καταφανή μέρη του τόπου της εργασίας. Η κατά το εδάφιον τούτο μείωσις δεν χωρεί εάν συντρέχη περίπτωσίς τις εκ των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου οριζομένων.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν με αγωγή ζητείται η ειδική αποζημίωση των άρθρων 1 και 3 ν. 551/2015 οι έννομες συνέπειες του εργατικού ατυχήματος δεν επηρεάζονται από μόνο το γεγονός ότι το ατύχημα προήλθε από αμέλεια του παθόντος, που δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της εργασίας και του ατυχήματος. Η τυχόν αμέλεια του παθόντος έχει ως μόνη συνέπεια την κατά την κρίση του δικαστή μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης έως το μισό του ποσού της και αυτό εφόσον η αμέλεια συνίσταται σε παράβαση από τον παθόντα διατάξεων ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων που προδιαγράφουν τους όρους ασφαλείας στην εργασία ή των συναφών κανονισμών που έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ή εκδόθηκαν από τον κύριο της επιχείρησης και κυρώθηκαν από την αρχή. Άλλη αμέλεια, εκτός από την παραπάνω ειδική, δεν λαμβάνεται υπόψη σε οποιαδήποτε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, λόγω δε της ανωτέρω ειδικής ρύθμισης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 300 Α.Κ. και δεν περιορίζεται η ευθύνη του εργοδότη ούτε για την επέλευση ούτε για την έκταση της ζημίας (ΑΠ 1072/2018, ΕφΠειρ 232/2018, ΕφΠειρ 363/2015, ΕφΠειρ 323/2015, ΕφΠειρ 464/2014, δημ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 811/2013 ΕΝαυτΔ 2014, 40). Ο τελευταίος δεν απαλλάσσεται ακόμα και αν το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του παθόντος και η ευθύνη του αίρεται μόνο στην περίπτωση δόλιας προκλήσεως του, οπότε διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος (ΕφΠειρ 499/2011 ΕΝαυτΔ 2011, 393 = Αρμ. 2012, 752). Επομένως, όταν ο εργοδότης ενάγεται προς καταβολή αποζημιώσεως κατά τον Ν. 551/1915, δεν μπορεί να αρνηθεί την αγωγή επικαλούμενος αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος ούτε να προτείνει την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του τελευταίου κατά το άρθρο 300 ΑΚ (ΕφΠειρ 232/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ΚΙΝΔ ορίζεται ότι, όταν ο ναυτικός ασθενήσει, δικαιούται το μισθό και νοσηλεύεται με δαπάνες του πλοίου, εφόσον δε η σύμβαση ναυτολογήσεως λυθεί εξαιτίας της ασθένειας και ο ναυτικός νοσηλεύεται εκτός του πλοίου, δικαιούται νοσήλια και μισθό, εφόσον διαρκεί η ασθένεια, όχι όμως περισσότερο από τέσσερις μήνες (ΕφΠειρ 23/2013 δημ.Νόμος). Η έναρξη της υποχρέωσης, για την καταβολή του μισθού ασθένειας αρχίζει από τη λύση της σύμβασης λόγω ασθένειας, η οποία συμπίπτει κατά το πλείστον με την αποβίβαση του ασθενή ναυτικού στη ξηρά (ΕφΠειρ. 498/2000, ΕΝαυτΔ 2008/281, Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 255). Οι διατάξεις του άρθρου 66 του ΚΙΝΔ εφαρμόζονται και όταν συμβεί ατύχημα από βίαιο συμβάν, μάλιστα, αν ο ναυτικός υπέστη από αυτό ανικανότητα για εργασία, εφαρμόζονται και οι ειδικές διατάξεις για την αποζημίωση εκείνων που έπαθαν ατύχημα στην εργασία τους. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ναυτικός όταν η ασθένεια του προήλθε από εργατικό ατύχημα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δικαιούται μισθό ασθενείας, νοσήλια και αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα, αν απ’ αυτό έμεινε ισόβια ή πρόσκαιρα ανίκανος για εργασία. Έτσι, στην τελευταία περίπτωση, ο ναυτικός έχει αυτοτελείς και ανεξάρτητες αξιώσεις, οι οποίες δεν συνδέονται αναγκαίως, ούτε έχουν αντικείμενο την ίδια παροχή, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη άλλου σκοπού. Σύμφωνα λοιπόν με τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιτρέπεται η σωρευτική άσκηση της αξίωσης για μισθούς ασθενείας με την αποζημίωση του Ν. 551/1915 και δεν τίθεται θέμα επικάλυψης αυτών (ΕφΠειρ 323/2015 δημ.Νόμος, ΕφΠειρ 640/2009 ΕΝΔ 38, 39, ΕφΠειρ 648/2008 ό.π., ΕφΠειρ 423/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996 – 1997 σελ. 476, ΕφΠειρ 642/1995 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1994 – 1995 σελ. 295, Ι.Κοροτζή: Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1990, παράγραφοι 342 και 346 με παραπομπές στη νομολογία, Δ.Καμβύση: Ιδιωτικό Ναυτικό Δίκαιο, έκδ. 1982, σελ. 218 και 228, Ν. Δελούκα: Ναυτικό Δίκαιο, έκδ.1979, σελ. 219, Ι. Πιτσιρίκου: Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, έκδ. 2006. Κεφ. IΙΙ, VII, σελ. 131-132). Μάλιστα, για την προστασία του ναυτικού, που ασθένησε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησης του, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθενείας, σε αντίθεση με τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα, που σημαίνει ότι ασθένεια η οποία εμφανίσθηκε, υποτροπίασε ή παροξύνθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό (ΕφΠειρ 764/2012 ο.π., ΕφΠειρ 837/2010 ΕΝαυτΔ 39 116, ΕφΠειρ 498/2008 ΕΝαυΔ 2008 281, ΕφΠειρ 385/2006 ΠειρΝ 2006 460). Ο μισθός ασθενείας έχει χαρακτήρα αποδοχών και δεν είναι αποζημιωτικός, παρά την, μάλλον από παραδρομή, εσφαλμένη διατύπωση του άρθρου μόνου του π.δ.1212/1981. Συνίσταται σε ό,τι ο ναυτικός αποκόμιζε στο πλοίο από την εργασία του πριν από την ασθένεια, δηλαδή στο βασικό μισθό, στα επιδόματα, στο αντίτιμο τροφής, στα δώρα εορτών, ακόμη και στα φιλοδωρήματα, που τυχόν του κατέβαλε ο πλοιοκτήτης, δηλαδή υπολογίζεται με βάση την ισχύουσα ΣΣΝΕ, εκτός αν υπάρχει κλειστός μισθός (ΕφΠειρ 323/2015 δημ.Νομος, ΕφΠειρ 648/2008 ΕΝΔ 36, 388, ΕφΠειρ 984/2001 Πειρ. Νομ. 2002, 277, ΕφΠειρ 163/2001 αδημ.). Τούτο, βέβαια, ισχύει μόνον υπό τον όρο ότι στη ΣΣΝΕ δεν έχει προβλεφθεί ειδικός μισθός ασθενείας, περιλαμβάνων συνήθως το βασικό μισθό της ΣΣΝΕ πλέον του αντιτίμου τροφής, διότι στην περίπτωση αυτή ο παθών δικαιούται τον ειδικό αυτό μισθό και όχι εκείνον που αναλογεί στις, υπέρτερες από τις νόμιμες, αποδοχές που λαμβάνει (ΕφΠειρ 355/2013 ΕΝαυτΔ 2013, 296, ΕφΠειρ 640/2009 ΕΝαυτΔ 2010, 39, ΕφΠειρ 180/2008, ΕφΠειρ 333/2003 ΕΝαυτΔ 2003, 270). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη από την παράγραφο 7 του προαναφερθέντος, άρθρου 3 του ΝΔ 2652/1953 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 1752/1951», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το εδάφιο 2 του άρθρου 295 του ΚΙΝΔ και τροποποιήθηκε με το ΠΔ 1212/1981, τετράμηνη αποκλειστική ή αποσβεστική (του δικαιώματος) προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής περί αποζημιώσεως λόγω ασθενείας, η οποία αρχίζει από την απόλυση «αμοιβαία συναινέσει» του ναυτικού και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, από το Δικαστήριο, εφαρμόζεται όταν πρόκειται περί αξιώσεων του, λόγω ασθενείας «αμοιβαία συναινέσει» απολυθέντος ναυτικού, κατ` άρθρο 66 του ΚΙΝΔ και όχι όταν οι σχετικές αξιώσεις αυτού θεμελιώνονται στις διατάξεις, περί εργατικού ατυχήματος του Ν.551/1915, οπότε ο ενάγων παθών σε εργατικό ατύχημα ναυτικός, δικαιούται, σύμφωνα με τα παραπάνω, σωρευτικά και τους μισθούς ασθενείας του άρθρου 66 του ΚΙΝΔ, διότι τούτο ορίζεται ρητά στην ίδια τη διάταξη αυτή (ΕφΠειρ 363/2015, ΕφΠειρ 499/2011 δημ.ΝΟΜΟΣ, Δ.Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο, β` έκδοση, σελ. 274, 275).

Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την 10.3.2022, κατά τη διάρκεια των εργασιών απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Μυτιλήνης, ο ενάγων εργάζονταν, κατ’ εντολή των προϊσταμένων του στην πλώρη του πλοίου. Κατά τον ίδιο χρόνο επικρατούσαν έντονα καιρικά φαινόμενα και δη έντονοι άνεμοι και βροχή. Μάλιστα, από την ένταση των ανέμων το πλοίο είχε έντονους διατοιχισμούς. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο ενάγων επεχείρησε να κατέλθει ένα πλατύσκαλο στην πλώρη του πλοίου προκειμένου να ελέγξει τη δεξιά άγκυρα. Λόγω εν τούτοις των εντόνων διατοιχισμών του πλοίου και της βροχής, αυτός (ενάγων) ολίσθησε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του στο αριστερό του γόνατο. Τον ενάγοντα μετέφεραν στην καμπίνα του ο ναύτης ο οποίος κατ’ εκείνο το χρόνο ήταν στα χειριστήρια, ομού μετά του υποπλοιάρχου και του λοστρόμου του πλοίου. Την επομένη ημέρα (11.3.2022), μετά τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, επισκέφθηκε το Γ.Ν.Α Ιπποκράτειο, όπου εξεταζόμενος από ιατρό στα εξωτερικά ιατρεία διεπιστώθη ότι είχε υποστεί θλάση του γόνατος και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δέκα ημερών (σχετικά προσκομιζόμενο ως σχετικό 6 από τον ενάγοντα από 11.3.2022 γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής αδείας του ανωτέρω νοσοκομείου). Ο ενάγων επιβιβάσθηκε εκ νέου επί του ανωτέρω πλοίου το οποίο απέπλευσε για το λιμάνι της Μύρινας και ακολούθως το λιμάνι της Μυτιλήνης και επισκέφθηκε το Νοσοκομείο της Μυτιλήνης, όπως προκύπτει από σχετική εγγραφή επί του Ημερολογίου Γέφυρας του πλοίου όπου διεπιστώθη κάκωση γόνατος χωρίς οστική συμμετοχή και του χορηγήθηκε παυσίπονη αγωγή, παγοθεραπεία και ανάπαυση για πέντε ημέρες με συστάσεις για επανεξέταση. Εν τέλει, ο ενάγων αποναυτολογήθηκε την 13.3.2022 με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, με αιτιολογία αποναυτολόγησης, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 3 από αυτόν αντίγραφο του ναυτικού του φυλλαδίου και το αντίγραφο του ναυτολογίου του εν λόγω πλοίου που προσκομίζεται από την εναγομένη, λόγω του εν λόγω τραυματισμού του. Ακολούθως, αυτός (ενάγων) την 21.3.2022 υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία αριστερού γόνατος, οπότε διεπιστώθη εκφύλιση του έσω μηνίσκου χωρίς εικόνα ρήξεώς του προς τις αρθρικές επιφάνειες, ήπια διάταση του κάτω ημιμορίου του προσθίου χιαστού συνδέσμου, χωρίς εικόνα ρήξεως αυτού, ραγείσα κύστη Baker και ήπιες αλλοιώσεις χονδροπάθειας της επιγονατίδας. Ο ενάγων εξετάσθηκε την 1.4.2022 από ορθοπαιδικό ιατρό στο Νομαρχιακό Γενικό ογκολογικό Νοσοκομείο «Οι Άγιοι Ανάργυροι», οπότε διεπιστώθη κάκωση αριστερού γόνατος προ 2οημέρου, ρήξη ιγνυακής κύστης και του συνεστήθη η υποβολή σε διάρκεια ενός μηνός σε φυσιοθεραπείες, κινησιοθεραπείες μετά χειρομαλάξεως, διαθερμίες, κινησιοθεραπεία και χειρομάλαξη. Την 6.5.2022 εξετάσθηκε εκ νέου από το τμήμα Ορθοπεδικής του ανωτέρω Νοσοκομείου οπότε διεπιστώθη ρήξη κύστης Baker αριστερού γόνατος σε αποδρομή, εμφάνισε κλινική βελτίωση και του συνεστήθη επιπλέον ένας μήνας αποθεραπείας, την 13.5.2022 δε του συνεστήθη η υποβολή του σε νέες φυσιοθεραπείες. Όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 13 βεβαίωση της Χρυσάνθης Δάρρα, ο ενάγων υπεβλήθη σε είκοσι συνεδρίες φυσιοθεραπείας για κάκωση γόνατος κατά το χρονικό διάστημα από 5.4.2022 έως 10.6.2022 οπότε υπεβλήθη σε ασκήσεις ενδυνάμωσης, ισορροπίας, λειτουργικές ασκήσεις, εφαρμογές μείωσης οιδήματος πόνου και TECAR ήτοι βελτίωση ταχύτητας μεταβολισμού και αποκατάστασης. Την 17.6.2022 ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου από ιατρούς του Νοσοκομείου «ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ» οπότε διεπιστώθη ότι ήταν πλήρως αποθεραπευμένος και ικανός να επιστρέψει στην εργασία του. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος συνιστά εργατικό ατύχημα, κατά την αναφερομένη στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως έννοια, διότι, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχουν αποδειχθεί, αυτός τραυματίσθηκε κατά την εκτέλεση της, κατά τα παραπάνω, ναυτικής εργασίας του, ο δε τραυματισμός και η προκληθείσα, εξ αυτού, σωματική του βλάβη, οφειλόταν σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, που προκλήθηκε από εξωτερικό αίτιο και ήταν άσχετο με τη σύσταση του οργανισμού του και με τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του, οφειλόμενη στη φύση και το είδος της εργασίας του και στους δυσμενείς όρους της παροχής της, που συνδέονται μ` αυτήν και δη στην πτώση του συνεπεία ολισθήσεως αυτού από αιφνίδιο διατοιχισμό του πλοίου. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης, προς επιβεβαίωση των οποίων επικαλείται τις εγγραφές στο βιβλίο του ημερολογίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του …… …. ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος έλαβε χώρα μετά τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης την 11.3.2022 και ώρα 23.10 συνεπεία ολισθήσεως του ενάγοντος στα βρόχινα ύδατα, δεν κρίνονται πειστικοί, διότι ο ενάγων προσκομίζει δημόσιο έγγραφο και δη βεβαίωση από το Γ.Ν.Α Ιπποκράτειο το οποίο ευρίσκεται στη Θεσσαλονίκη από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προ του απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης είχε επισκεφθεί το ανωτέρω νοσοκομείο, οπότε και διεπιστώθη ο επίδικος τραυματισμός του. Εξάλλου, σαφής περί των συνθηκών τραυματισμού του ενάγοντος επί του πλοίου, όπως αυτές απεδείχθησαν ανωτέρω, τυγχάνει και η ένορκη βεβαίωση του υπηρετούντος στο ίδιο πλοίο κατά τον επίδικο χρόνο ………….. Αντίθετα, ο εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης μάρτυρας ………………. δεν έχει ιδία αντίληψη περί του ενδίκου συμβάντος, εφόσον εργάζεται στα γραφεία της εταιρείας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δεν συνέτρεξε, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δόλος ή οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, κατά την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, δηλαδή αδικαιολόγητη παράβαση, εκ μέρους αυτού, διατάξεων των ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων, για τους όρους ασφαλείας στην εργασία ή των συναφών κανονισμών, που εκδόθηκαν από την αρμόδια αρχή (ή εκδόθηκαν από τον κύριο της επιχειρήσεως και κυρώθηκαν από αυτές). Επομένως, ο ενάγων, ως υποστάς εργατικό ατύχημα, κατά την εκτέλεση της ναυτικής εργασίας του, στο πλοίο της εναγομένης, χωρίς αυτός να βαρύνεται με δόλο ή με οποιαδήποτε δική του αμέλεια, με την προδιαληφθείσα έννοια αυτής, δικαιούται, για την αιτία αυτή, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως διατάξεις, αποζημίωση για το ατύχημα, σωρευτικά δε, προς αυτή και μισθούς ασθενείας, για το χρονικό διάστημα της ανικανότητας του για οποιαδήποτε εργασία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι αναφορές της εναγομένης ότι το ένδικο συμβάν ήταν τυχαίο και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη αυτή ή οι προστιθέντες της, δεν ασκούν καμία επιρροή διότι η ευθύνη της εναγομένης που καθιερώνεται με τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ως έχουσας την εκμετάλλευση του ως άνω πλοίου, είναι αντικειμενική.  Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των εγγράφων αποδείξεων που προσκομίσθηκαν, απεδείχθη ότι, ο ενάγων συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του κατέστη ολικά ανίκανος προς εργασία από του χρόνου του τραυματισμού του έως και την 10.6.2022, οπότε, ως απεδείχθη, ολοκλήρωσε τις συνεδρίες φυσιοθεραπείας του και όχι έως την 12.6.2022, όπως κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αφού μετά την ολοκλήρωση των φυσιοθεραπειών του την 10.6.2022 αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αποθεραπεύθηκε, όπως ακολούθως άλλωστε την 17.6.2022 διεπιστώθη και από τους θεράποντες ιατρούς του, χωρίς αυτός (ενάγων) να προσκομίζει κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι και μετά την 10.6.2022 έως την 12.6.2022 ήταν ολικά ανίκανος προς εργασία. Κατά τα λοιπά, εν τούτοις, ο ίδιος (τρίτος) λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων καθό μέρος έκρινε ότι ο ενάγων ήταν πρόσκαιρα ολικά ανίκανος προς εργασία έως την 10.6.2022, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά απεδείχθη ότι πράγματι ο ενάγων λόγω του ενδίκου τραυματισμού του ήταν ανίκανος προς εργασία έως την 10.6.2022. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος από το ένδικο συμβάν ήταν ήπιος και δεν δικαιολογείται ολική ανικανότητα προς εργασία αυτού έως την 10.6.2022, οπότε ολοκλήρωσε τις φυσιοθεραπείες του δεν αποδεικνύεται, εφόσον από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχρηζε αποθεραπείας μέσω φυσιοθεραπειών έως την 10.6.2022, η εναγομένη δε δεν προσεκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά ή τεχνική έκθεση προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της. Στα πλαίσια του ιδίου (τρίτου) λόγου έφεσης η εναγομένη πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου ότι απέρριψε το αίτημά της «περί διενέργειας αυτοψίας με ιατρική πραγματογνωμοσύνη» δια του ορισμού πραγματογνώμονα ορθοπεδικού χειρουργού ο οποίος αφού εξετάσει τον ενάγοντα παρουσία του τεχνικού της συμβούλου προκειμένου να διαπιστώσει το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ένδικο συμβάν, οι συνέπειες αυτού καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο αυτός κατέστη ανίκανος προς εργασία. Ο λόγος αυτός έφεσης κατά το ανωτέρω σκέλος του, δεδομένου ότι υποχρεωτικά διενεργείται πραγματογνωμοσύνη κατά τις διατάξεις του άρθρου  3  του  Ν.Δ.  2652/1953  (άρθρο  295 εδ. 2 ΚΙΝΔ), μόνον λόγω ατυχήματός του αμοιβαία συναινέσει απολυθέντος ναυτικού και όχι, καθώς εδώ, επί απολύσεώς του εξ αιτίας του ενδίκου τραυματισμού του, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα ιατρικά πιστοποιητικά δημοσίου νοσοκομείου, απεδείχθη ότι πράγματι αυτός ήταν ολικά ανίκανος προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από της αποναυτολογήσεώς του έως την 10.6.2022, χωρίς παράλληλα η εναγομένη να προσκομίζει ιατρικά πιστοποιητικά ή έκθεση τεχνικού της συμβούλου από την οποία να προκύπτουν τα αντίθετα. Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθεί το ίδιο αίτημα της εναγομένης που επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις της. Εξάλλου, απεδείχθη ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος με βάση τον οποίο υπολογίζεται η προβλεπομένη από τις διατάξεις ων άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915 δικαιούμενη υπ΄ αυτού αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένου και του αντιτίμου τροφής (ΑΠ 131/2007 ΝοΒ 2007, 689, ΕφΠειρ 94/2009 ΕΝΔ 2009 188), απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης με την οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καθό μέρος συνυπελόγισε κατά τον προσδιορισμό της εν λόγω αποζημίωσης και το αντίτιμο τροφοδοσίας, μη συνυπολογισζομένου του επιδόματος ιματισμού, απορριπτομένων κατά τούτο των περί του αντιθέτου ισχυρισμού του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, εφόσον το εν λόγω επίδομα, όπως ορθά έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, αφού η αιτία χορήγησης αυτού αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου [ΑΠ 774/2003 ΕΕΔ 2005.237], ανερχόταν στο ποσό των {[1.240,91 ευρώ μισθό ενεργείας + 273,00 επίδομα Κυριακών + 617,40 ευρώ για τροφοδοσία + 37,74 ευρώ για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 446,97 ευρώ αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας + 346,77 επίδομα έχμασης + 125,35 ευρώ (225,64 δια 54 ημέρες εργασίας επί 30=) μηνιαίος μέσος όρος αποζημίωση μη χορηγθείσας διανυκτέρευσης και όχι το ποσό των ευρώ 87,05 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης σύμφωνα με τον οποίο ο μέσος όρος αποζημίωσης μη χορήγησης διανυκτερεύσεως που έπρεπε να συνυπολογισθεί ανέρχεται σε ευρώ 112,81 + ευρώ 1.302,60 μηνιαίος μέσος όρος (2.344,68 δια 54 επί 30=) υπερωριών, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και όχι το ποσό των ευρώ 896,36 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ούτε το ποσό των ευρώ 487,72 κατά τον τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + 548,84 [987,92 δια 54 επί 30=] μέσος όρος επιδόματος εορτών κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και όχι το ποσό των ευρώ 493,28 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης σύμφωνα με τον οποίο ο μέσος όρος δώρων εορτών ανέρχονταν σε ευρώ 395,34 =} 4.939,58. Οι ημέρες πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία από της αποναυτολογήσεώς του την 13.3.2022 έως την 10.6.2022  ευρώ, ανήλθαν σε ενενήντα [90]. Επομένως, ο ενάγων κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 551/1915 δικαιούται ως αποζημίωση για πρόσκαιρη ολική ανικανότητα το ποσό των [4.939,58 δια 30 ημέρες τον μήνα και όχι 22 όπως διατείνεται ο ενάγων με τον τρίτο λόγο έφεσης, δια 2 επί 90=] 7.409,37 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 6.807,20, όπως κατά τον εν μέρει βάσιμος στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου στην ουσία του ως αβασίμου του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης σύμφωνα με τον οποίο το ποσό της εν λόγω αποζημίωσης δεν πρέπει να ξεπερνά το ποσό των ευρώ 4.590,80. Επιπλέον, ο ενάγων εδικαιούτο ως μισθούς ασθενείας για τις ανωτέρω 90 ημέρες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων ανωτέρω ΣΣΝΕ το ποσό των ευρώ [1.240,91 ευρώ μηνιαίος μισθός ενεργείας + 617,40 ευρώ μηνιαία τροφοδοσία λόγω μη νοσηλείας του σε νοσοκομείο ή κλινική= 1.858,31 δια 30 ημέρες επί 90=] 5.574,93 κατόπιν στρογγυλοποίησης και όχι το ποσό των ευρώ 5.698,81, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του, κατά τούτο, τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει οι ένδικες εφέσεις ως και ουσιαστικά βάσιμες, κατά τους ως άνω ευδοκιμήσαντες λόγους τους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της ήτοι και κατά το ποσό των ευρώ 3,13 ως οφειλόμενη αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας διανυκτέρευσης, για λόγους ενότητας της εκτέλεσης και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), η ένδικη αγωγή, η οποία είναι νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 66, 82 και 84 του ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), άρθρα 1 και 3 του Ν. 551/1915, άρθρο μόνο της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις Χορηγήσεως Επιδομάτων Εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς (ΦΕΚ Β 1/1982) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συλλογικής Συμβάσεως Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2022, που κυρώθηκε με τις υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 (ΦΕΚ Β 663/15.02.2022) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης που επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις της, διότι για το ορισμένο αυτής (ένδικης αγωγής) αναφέρονται η σύμβαση ναυτολόγησης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η παροχή από το ενάγοντα ναυτικό της εργασίας του στον εργοδότη του (εναγομένη πλοιοκτήτρια του ανωτέρω πλοίου εταιρεία) και ο συμβατικός μισθός, σε συνδυασμό με το είδος του πλοίου, χωρίς να αποτελούν αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αγωγής για την καταβολή της αιτούμενης υπερωριακής αμοιβής, το είδος των κατ’ ιδίαν εργασιών που εκτελέσθηκαν, εφόσον σε αυτήν αναφέρεται η ειδικότητα και ο βαθμός του ενάγοντος ναυτικού, διότι το είδος των καθηκόντων κάθε ναυτικού και των εργασιών που εκτελεί αυτός, κατά τον πλου ή όταν το πλοίο ναυλοχεί, καθορίζονται λεπτομερώς από τους κανονισμούς εργασίας και τις ναυτικές συνήθειες (ΕΠ 98/2020 Τ.ΝΠ. ΝΟΜΟΣ], ο χρόνος έναρξης και λήξης της υπερωρίας κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη, η οποία παρέστη για την εκτέλεσή της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΕΠ 98/2020 ο.π., ΕΠ 892/2002, ΠειρΝομ 2002/479), καθώς και τα δρομολόγια του πλοίου (ΕφΠειρ 1312/1997 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Νόμος), ούτε ο χρόνος παραμονής του πλοίου σε κάθε λιμάνι, ούτε απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των συγκεκριμένων ημερών, κατά τις οποίες ο ναυτικός απασχολήθηκε υπερωριακά, ούτε ο αριθμός των ημερών αυτών, ο χρόνος έναρξης και λήξεως του νομίμου οκταώρου του, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το σύνολο των ωρών της υπερωριακής εργασίας, που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1600/2006 ΤΝΠ Νόμος), πρέπει  να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και [α] να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ και είκοσι λεπτών (1.456,20) ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 14-3-2022, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται υπό των διαδίκων με ειδικό λόγο έφεσης και [β] να υποχρεωθεί  η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο αποζημίωσης για μη χορήγηση αδειών διανυκτέρευσης το ποσό των ευρώ 3,13, ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 το ποσό των ευρώ 272,00, ως αποζημίωση λόγω του ανωτέρω ατυχήματός του το ποσό των ευρώ 7.409,37 και για μισθούς ασθενείας το ποσό των ευρώ 5.574,93 και συνολικά το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (ευρώ 13.259,43), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 14-3-2022, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται υπό των διαδίκων με ειδικό λόγο έφεσης. Τέλος, ενόψει του ότι με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής με την οποία καθορίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να παρέλκει ο πέμπτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, τις ένδικες εφέσεις.

Δέχεται τις ένδικες εφέσεις τυπικά και εν μέρει στην ουσία τους, κατά το σκεπτικό της παρούσας.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ. 2110/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ και είκοσι λεπτών (ευρώ 1.456,20), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 14-3-2022.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (ευρώ 13.259,43), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 14-3-2022,

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 8 Ιανουαρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ