Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 22/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως 22/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – αιτούντος: …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μάρθα Μιχαλοπούλου.

Της εφεσίβλητης – καθής η αίτηση: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στη ………….. Αττικής, επί της ……….., με ΑΦΜ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/8-1-2019 Πράξη, η οποία ενεργεί, εν προκειμένω, ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια (κατ εξαίρεση) νομιμοποιούμενη, κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015, ως προς τις απαιτήσεις, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………………», με έδρα στην Ιρλανδία, ………………… κατά τα οριζόμενα στο από 18-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και σύμφωνα με την παράγραφο 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………..», νομίμως εκπροσωπούμενη, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30-4-2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Αφράτη (ΔΕ Σιούφας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία).

Ο ανακόπτοντων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 20-12-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 ανακοπή του ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1682/2024 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ανακόπτων, με την από 21-6-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2024 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………./2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 6-3-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 21-6-2024 έφεση του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1682/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 20-12-2023 ανακοπή του εκκαλούντος προς ακύρωση της από 2-11-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄ αριθμ. …../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ΄ αριθμ. ……………./6-12-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……….., δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος, απέρριψε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, εντός διετίας από την έκδοση της εκκαλουμένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό ………………. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου). Επίσης, στο ίδιο δικόγραφο της έφεσης νόμιμα και παραδεκτά σωρεύεται κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης, ενώ σημειώνεται ότι στις 5-7-2024, έγινε δεκτό από την Πρόεδρο Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αυτού το ομοίως σωρευθέν από τον εκκαλούντα στο εφετήριο, αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και ανεστάλη η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με την ως άνω ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων (ήδη εκκαλών) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους να ακυρωθούν η από 2-11-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ’ αριθμ. …./6-12-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών …………….., δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ενός ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή του ο ανακόπτων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τους λόγους ανακοπής του, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής του δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ισχυριζόμενος ότι η υπ’ αριθμ. ……/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο στην υπό κρίση υπόθεση δεν επιδόθηκε νομότυπα σε αυτόν στη διεύθυνση κατοικίας του, στην ….…. Αττικής, επί της οδού ……………, εντός της προθεσμίας των 2 μηνών από την έκδοσή της, αλλά στην Αίγινα με αποτέλεσμα να έχει παύσει να ισχύει, επιπλέον δε, και η προσβαλλόμενη από 2-11-2023 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, ομοίως, δεν του επιδόθηκε νομότυπα στην πιο πάνω διεύθυνση. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την  υπ’ αριθμ. ……………/23-7-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ……………, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με υπ’ αριθμ. ……/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε, για πρώτη φορά, με θυροκόλληση στον ανακόπτοντα στη διεύθυνση της τότε κατοικίας του, στην Καλλιθέα Αττικής, επί της οδού …………… και εντός διμήνου από την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, που δημοσιεύτηκε την 1-7-2013, οπότε ο εκτελεστός τίτλος δεν έχει απωλέσει την ισχύ του. Επισημαίνεται ότι η πιο πάνω διεύθυνση (……….) προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………/15-12-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου που είχε υπογράψει ο ανακόπτων με την δικαιοπάροχο της καθής. Πέραν τούτου ουδέν στοιχείο προσκομίζεται από τον ανακόπτοντα από το οποίο να προκύπτει ότι η πιο πάνω διεύθυνση δεν αντιστοιχούσε στην κατοικία του. Επίσης και η από 2-11-2023 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα, στην Καλλιθέα Αττικής, οδός ……….., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……………/6-11-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια Εφετείου Αθηνών, ………… και όχι στην νήσο Αίγινα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ανακόπτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τους πιο πάνω λόγους ανακοπής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο, και, επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Από την καταχώριση αυτή, αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων. Η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. σε efeteio-peir-gr, ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020 (ΦΕΚ Β` 4944/9-11-2020), «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003»: «Οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις καταχωρίζονται με υποβολή εντύπου, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, κατά την κρίση των συμβαλλομένων, τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις (ενδεικτικά: ονοματεπώνυμο ή επωνυμία οφειλετών και εγγυητών, τυχόν μοναδικοί αριθμοί καταχώρισης των τιτλοποιού μενών απαιτήσεων στα βιβλία του μεταβιβάζοντος) και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών (για τις οποίες αρκεί και απλή αναφορά ότι υφίστανται). Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών, καθώς και ημερομηνία δημοσίευσης καταχώρισης στο ενεχυροφυλάκειο. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παράρτημα της παρούσας απόφαση υπόδειγμα. Τα στοιχεία που εξατομικεύουν τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών μπορούν να αναγράφονται σε ξεχωριστό παράρτημα. Το παράρτημα μονογράφεται σε κάθε σελίδα του από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε με ιδιόχειρη είτε με έντυπη ή ηλεκτρονική υπογραφή. Μαζί με το παραπάνω έντυπο, συνυποβάλλεται η μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση ή περίληψη αυτής, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, με την οποία οι υπογράφοντες το έντυπο δηλώνουν ή, από τα οποία προκύπτει, ότι έχουν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τους συμβαλλομένους για την υπογραφή και υποβολή του. Τα μέρη δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των ως άνω αναφερομένων, για την ολοκλήρωση της καταχώρισης των παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 στο οικείο ενεχυροφυλάκειο.». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίζονται μεν τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το έντυπο της περίληψης της καταχωριστέας πράξης, πλην όμως δεν ορίζονται οι συνέπειες που επάγεται η ενδεχόμενη έλλειψη ή ελλιπής παράθεση ορισμένων από αυτά και ειδικότερα, δεν απειλείται ρητώς ποινή ακυρότητας.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης και κατ’ εκτίμηση αυτού, ο ανακόπτων επαναφέρει τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της ανακοπής του, επικαλούμενος ότι υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής για τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, είναι ακυρωτέες λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….» προς διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, από την τελευταία στην καθής δεν έλαβε χώρα με τον ν. 4354/2015, αλλά με τον ν. 3156/2003, οπότε η καθής, ως διαχειρίστρια εταιρεία των απαιτήσεων αυτών, δεν έχει την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου προς διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης. Ο παραπάνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η καθής τυγχάνει εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, όπως τούτο δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ανακόπτοντα και επομένως, ως τέτοια, νομιμοποιείται εξαιρετικά ως μη δικαιούχος διάδικος κατ’ άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, είτε η διαχείριση της ένδικης απαίτησης της έχει ανατεθεί κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν 3156/2003. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, έχουν τη δυνατότητα ενεργητικής νομιμοποίησης άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (όπως και πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης), τόσο όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, είτε με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/2003. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθής στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης για την επίσπευση αναγκαστική εκτέλεσης, διότι ουδόλως συγκοινοποιήθηκαν στον ίδιο τα έγγραφα που τη νομιμοποιούν και αποδεικνύουν τη μεταβίβαση της απαίτησης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………» στην καθής. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η καθής συγκοινοποίησε με την από 2-11-2023 επιταγή προς πληρωμή στον ανακόπτοντα όλα τα νομιμοποιούντα αυτήν έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …/30-4-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθμ. ….) περίληψης της σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3156/2003, 2) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …../30-4-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθμ. …) περίληψης της σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, 3) ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2020 περίληψη, από το οποίο προκύπτει ότι στις εκχωρηθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται και η απαίτηση από τις συμβάσεις δανείου για τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, 4) την υπ’ αριθμ.  πρωτ…./20-4-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθμ. …) της από 20-4-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, 5) την υπ΄ αριθμ. πρωτ. ……/20-4-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθμ. …) της από 20-4-2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, 6) το υπ’ αριθμ. ……/19-4-2021 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών . …., 7) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2-10-2020 ανακοίνωση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», 8) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ………../16-4-2021 ανακοίνωση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, δυνάμει της οποίας εγκρίνεται η διάσπαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» δι’ απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………….», 9α) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../16-4-2021 ανακοίνωση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», 9β) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …………../16-4-2021 ανακοίνωση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της νεοσυσταθείσας ανώνυμης εταιρείας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «……………», 10) το Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων με ημερομηνία 18-6-2021, δια του οποίου η εταιρία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία «…………..» ανέθεσε στην καθ’ ης τη διαχείριση των απαιτήσεων, 11) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ../22-6-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθμ. ..) περίληψης του από 18-6-2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, 12) το ειδικό πληρεξούσιο της εταιρεία ειδικού σκοπού προς την καθής, 13) το από 10-4-2023 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων, με το οποίο συνήφθη ανάμεσα στην εταιρεία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία «…………» και την καθής δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε το ανωτέρω από 18-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και 14) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/11-4-2023 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθμ. …) περίληψης του από 10-4-2023 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, 15 α) την υπ΄αριθμ. πρωτ. Κ2-…../28-6-2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας περί έγκρισης της συγχώνευσης, β) την υπ΄αριθμ. πρωτ. …. (δις)/28-6-2013 ανακοίνωση της Δ/νσης Ανωνύμων Εταιρειών και Πίστεως του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, γ)την υπ΄αριθμ. Κ2-……../28-6-2013 ανακοίνωση της Δ/νσης Ανωνύμων Εταιρειών και Πίστεως του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, 16) το υπ΄αριθμ. 3931/1-7-2013 ΦΕΚ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα, κατ΄άρθρο 925 παρ. 1ΚΠολΔ όλα τα απαραίτητα έγγραφα, βάσει των οποίων προκύπτει η νομιμοποίηση της καθής, κατά τρόπο ώστε να ταυτοποιείται η απαίτηση και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού, τη διαχείριση των οποίων ανέλαβε η καθής η ανακοπή, περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, κατ’ εκτίμηση αυτού, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθής στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης για την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεσης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του, διότι αυτή, με την από 2-11-2023 επιταγή προς εκτέλεση δεν του συγκοινοποίησε, ως όφειλε, ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από τη φερόμενη ως μεταβιβάζουσα «………………» προς την αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………….», καθώς και ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, παρά μόνο του κοινοποίησε περιλήψεις αυτών, όπως αυτές έχουν καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η συγκοινοποίηση, με την επιταγή προς εκτέλεση, αντιγράφων των καταχωρισθέντων και δημοσιευθέντων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αποσπασμάτων των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, επαρκεί για την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής και της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της ειδικής αυτής διαδοχής και της ανάθεσης διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρακωλύοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολόγητα στην εκτελεστική διαδικασία. Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκκαλουμένη με την οποία απορρίφθηκαν ο τρίτος και ο πέμπτος λόγος της ανακοπής ως μη νόμιμοι και ο τέταρτος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κτλ.) συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό (βλ. ΑΠ 2037/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου για το ορισμένο των οικείων λόγων ανακοπής (καταχρηστικότητα του όρου περί ελεύθερου καθορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου), πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής το ύψος του πράγματι συμφωνηθέντος ή εφαρμοσθέντος τραπεζικού (κυμαινόμενου) επιτοκίου στη σύμβαση, καθώς και τα ποσά των τόκων που προέκυψαν κατ’ εφαρμογή του εν λόγω συνομολογηθέντος και μονομερώς αναπροσαρμοσθέντος (άκυρου) επιτοκίου, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η καταχρηστικότητα του όρου και να αντιταχθεί λυσιτελής άμυνα από την πλευρά του καθού, αφού η διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα μόνο κατά το αντίστοιχο μέρος (βλ. ΑΠ 1071/2017, ΜονΕφΑθ. 390/2024, ΜονΕφΠατρ. 421/2021 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975Q «Eπιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία, είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύληση της, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλησης της. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλησης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 368/2019 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Εξάλλου, από μακρού χρόνου, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014 Τ.Ν.Π. «Νόμος»), οπότε, υπό το καθεστώς αυτό, η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλησης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους, δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975, δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου, εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου, στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη, μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011 NOMOS). Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη, αποτέλεσε από την ισχύ του ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συντέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997, καθορίστηκε ρητά ότι, για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό, β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς, κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β’ του ν. 3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις I. Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπιζόταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων – χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Άλλωστε, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Ειδικότερα, η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή «ειδικών εισφορών» και η εισφορά του ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο – δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019).

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών επαναφέρει τον έκτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρες, διότι η απαίτηση που προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής είναι ανεκκαθάριστη για τους εξής λόγους: α) ενσωματώνει παράνομες χρεώσεις τόκων, καθότι το επιτόκιο υπερημερίας με το οποίο υπολογίζονταν οι οφειλόμενοι τόκοι υπερέβαινε το νόμιμο εξωτραπεζικό επιτόκιο, β) ενσωματώνει παράνομες χρεώσεις από ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/75, (γ) οι τόκοι αυτής έχουν υπολογισθεί με βάση το έτος 360 και όχι 365 ημερών.  Όσον αφορά στο υπό στοιχεία α΄σκέλος, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθώς πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής το ύψος του πράγματι συμφωνηθέντος ή εφαρμοσθέντος τραπεζικού (κυμαινόμενου) επιτοκίου στη σύμβαση, καθώς και τα ποσά των τόκων που προέκυψαν κατ’ εφαρμογή του εν λόγω συνομολογηθέντος και μονομερώς αναπροσαρμοσθέντος επιτοκίου. Ο ανακόπτων όμως ουδέν αναφέρει περί των ειδικότερων όρων της σύμβασης δανείου από τους οποίους απορρέει η ένδικη απαίτηση και βάσει των οποίων προσδιορίστηκε ποσό των τόκων. Επιπλέον, δεν βάλλει κατά επιμέρους όρων της σύμβασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ελεγχθούν ως καταχρηστικοί, βάσει του νόμου 2251/1994, ως παρεκκλίνοντες της απελευθέρωσης των επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014 στη ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητούνται επιμέρους κονδύλια της επιδικαζόμενης με τη διαταγή πληρωμής απαίτησης, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της ανακοπής (βλ. ΑΠ 1071/2017, ΜονΕφΑθ. 390/2024, ΜονΕφΠατρ. 421/2021 ΝΟΜΟΣ).  Περαιτέρω, το υπό στοιχεία β’ σκέλος του ερευνόμενου λόγου ανακοπής, είναι απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, καθόσον ελλείπει οιαδήποτε σύνδεση αυτού με συγκεκριμένο κονδύλιο του οποίου ζητείται η ακύρωση. Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο, ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου, συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της. Ειδικότερα δεν εκτίθεται εάν με τους επικαλούμενους ως καταχρηστικούς όρους επηρεάζεται κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο από τα αναγραφόμενα και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή του, στην περίπτωση που δεν υπήρχαν οι προαναφερόμενοι όροι, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται, ότι συνεπεία των ανωτέρω όρων της σύμβασης επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη των όρων συντέλεσε στη μη κανονική εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών του, στην καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί και ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (ΑΠ 330/2010, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 570/2010), ο δε έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας. Επιπλέον, το ποσό της εισφοράς του ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ. 16-17). Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτόν ως αόριστο, άλλως μη νόμιμο (έστω και με επάλληλη αιτιολογία). Επίσης και το υπό στοιχείο γ΄ σκέλος του υπό κρίση λόγου τυγχάνει απορριπτέο ως αόριστο, καθότι και πάλι (και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς το ζήτημα της αοριστίας) δεν προσβάλλεται με αυτό συγκεκριμένο κονδύλιο, αλλά αμφισβητείται γενικά η ορθότητα του λογαριασμού που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας δανειακής σύμβασης. Τέλος, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αλλά και ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κατά την άποψη την οποία υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, ως μόνη λύση για την αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων προβάλει η αναστολή (αναβολή) της εκδίκασης της δεύτερης ανακοπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2003, ΕφΑΘ 1340/2019, ΕφΘεσ 2229/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Απαλλαγάκη Χ./Ρεντούλης Π., ό.π., τ. II, άρθρο 933, σελ. 2112, αρ. 39, Γέσιου-Φαλτσή Π., ό.π., § 34, σελ. 586 και 588, αρ. 53, Ποδηματά Ε., ό.π., άρθρο 632, σελ. 1190, αριθ. 37). Ειδικότερα, από τη διατύπωση και τον σκοπό της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία έχει θεσπιστεί, μεταξύ άλλων, για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, προκειμένου να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 141/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) συνάγεται ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή, ή ορθότερα, και παρά τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, την αναστολή της συζήτησης μιας αγωγής ή ανακοπής. Σε περίπτωση συνεπώς, ταυτότητας των προβαλλόμενων λόγων καθίσταται σκόπιμη η εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 749/1995, ΕφΘεσ 2229/2014, ΕφΔωδ 200/2017 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι άσκησε την από 20-9-2023 και με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/…./2023 ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. ……./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από (έτερης) 1-9-2023 επιταγής προς πληρωμή, που εκκρεμεί προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δε επηρεάζει άμεσα το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Πλην όμως δεν προσκομίζεται το δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ προκειμένου να διευρευνηθεί τυχόν ταυτότητα των προβαλλόμενων εκεί λόγων με τους εδώ εξεταζόμενους. Επομένως, δεν κρίνεται σκόπιμη η αναστολή της παρούσας δίκης μέχρι την τελεσίδικη έκδοση απόφασης επί της πιο πάνω αναφερόμενης ανακοπής. Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο που απέρριψε τον έκτο λόγο ανακοπής με όμοιες αιτιολογίες με αυτές της παρούσας, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ο τρίτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος στην ουσία του.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ.3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΟλΑΠ 12/2009). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν ή συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010, ΑΠ 381/2009).

Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον ένατο και δέκατο λόγο ανακοπής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθής και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η καθής ενήργησε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, διότι δεν έλαβε υπόψη της την εν γένει δυσμενή οικονομική συγκυρία που είχε ως επακόλουθο τη δική του οικονομική δυσπραγία και συνεπώς την αδυναμία αποπληρωμής της οφειλής του, επιπλέον επιδιώκει την είσπραξη μίας απαίτησης που έχει επιβαρυνθεί με υπέρτερους τόκους. Ακόμη, ότι ενώ ο ανακόπτων είχε υποβάλει αίτηση για ρύθμιση  της οφειλής, η καθής ουδόλως το έλαβε υπόψη, αλλά προέβη σε πράξεις εκτελεστικής διαδικασίας επί της ακίνητης περιουσίας του για έτερες οφειλές του, αναγκάζοντάς τον να προσφεύγει δικαστικώς κατ’ αυτών. Τέλος, ότι η καθ’ ης επέβαλε κατάσχεση επί του ακινήτου του, η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στο ποσό των 114.000 ευρώ προς ικανοποίηση μέρους της συνολικής απαίτησής της, ποσού 724.623,26 ευρώ. Ότι ενόψει των ανωτέρω η καθής προέβη σε επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης επί του αναφερόμενου στο δικόγραφο ακινήτου του, ενεργώντας κατά τρόπο καταχρηστικό. Οι ως άνω λόγοι της ανακοπής είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. Ειδικότερα, τα ως άνω περιστατικά, όπως αυτά αναλύονται ειδικότερα στο υπό κρίση δικόγραφο και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Καταρχάς η επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας του ανακόπτοντος και των οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετωπίζει (πρόβλημα υγείας της μητέρας του) ουδόλως καθιστά καταχρηστική την αναγκαστική κατάσχεση εκ μέρους της καθής, προκειμένου τούτο να εκπλειστηριασθεί και να ικανοποιήσει αυτή την απαίτησή της από το πλειστηρίασμα, αφού τα ως άνω ζητήματα συνιστούν κινδύνους που αναλαμβάνει ο κάθε οφειλέτης και δεν επιρρίπτονται στους δανειστές τους παρά μόνο υπό τις ειδικές προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπει ο νομοθέτης για την απαλλαγή των οφειλετών και όχι υπό τη γενική επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ. Επίσης, δεν καθίσταται καταχρηστική η αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου του ανακόπτοντος από την καθής, για τον λόγο ότι αυτός (ανακόπτων) υπέβαλε αίτημα προς ρύθμιση των χρεών, διότι αφενός η καθής δεν είχε υποχρέωση να δεχτεί κάποια ρύθμιση, χωρίς τη συνδρομή επιπλέον στοιχείων, αφετέρου διότι ο ίδιος ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του περί ρύθμισης οφειλής να καθίσταται αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ρύθμισης της οφειλής του. Επιπλέον, μόνη η άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ως εκτελεστού τίτλου, δεν θεμελιώνει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της καθής ως προς την επιβολή κατάσχεσης, καθώς η άσκηση της ανωτέρω ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση, Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό ότι η κατάσχεση έχει επιβληθεί σε ακίνητο αξίας 114.000 ευρώ, για το ποσό των 50.000 ευρώ, που αποτελεί, όμως, μέρος της συνολικής απαίτησης της καθής κατά του ανακόπτοντα, συνολικού ύψους 724.623,26 ευρώ, δεν δύναται, επίσης να στηρίξει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε να θεωρηθεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθότι δεν υφίσταται δυσαναλογία μέσου και σκοπού, συνεκτιμώμενου και του ποσού των τόκων και των εξόδων εκτέλεσης που πρέπει να καλυφθούν από το εκπλειστηρίασμα. Σε κάθε περίπτωση τα αναφερόμενα στους υπό κρίση λόγους ανακοπής, δίχως την επίκληση λοιπών στοιχείων (πχ. συμπεριφορά της καθής που δημιούργησε εύλογα στον ανακόπτοντα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται αυτή να ασκήσει τα δικαιώματά της), δεν δύναται να οδηγήσουν σε ακύρωση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά συνέπεια ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι, δοθέντος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ένατο και δέκατο λόγο της ανακοπής ορθά εφάρμοσε τον νόμο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει η απαίτηση να είναι «βέβαιη» και «εκκαθαρισμένη». Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, 1543/2014). Εκκαθαρισμένη είναι η χρηματική απαίτηση, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013). Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτέλεσης. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010). Εξάλλου, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 του ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόμα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό μεγαλύτερο του πράγματι οφειλόμενου (ΕφΑθ 4901/2000, ΕλλΔνη 2001.776, Β. Βαθρακοκοίλης «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο)», τόμος Ε, σελ. 708, αρ. 11). Ο περιορισμός αυτός δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού του, ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, καθώς και επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα, για ποια κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται, αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε και αφετέρου ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης (Β. Βαθρακοκοίλης ό.π).

Με τον έκτο λόγο της έφεσης του ο ανακόπτων επαναφέρει τον ενδέκατο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο εκθέτει ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης γίνεται περιορισμός της απαίτησης για την επιβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο συνιστά μέρος μόνο της απαίτησης της καθής, χωρίς να προσδιορίζονται, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα κονδύλια, για τα οποία αυτή επισπεύδεται. Ότι η έλλειψη αυτή καθιστά άκυρη την κατασχετήρια έκθεση, λόγω έλλειψης, στην ουσία, της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος, διότι στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση αναφέρεται: «…κατάσχεσα αναγκαστικά και μέχρι του ποσού ευρώ πενήντα χιλιάδων (50.000,00 €), ως μέρους του επιδικασθέντος με την πιο πάνω Διαταγή Πληρωμής κεφαλαίου έντοκης απαίτησης, με τη ρητή επιφύλαξή της για είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού με άλλη αναγκαστική εκτέλεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλον πλειστηριασμό,  κατά τα ανωτέρω ειδικότερα διαλαμβανόμενα, πλέον περαιτέρω τόκων και όλων των εξόδων εκτελέσεως μέχρι τέλος του επισπευδόμενου πλειστηριασμού …». Συνεπώς, προκύπτει από την εν λόγω έκθεση κατάσχεσης, ότι αυτή επιβλήθηκε για το ποσό των 50.000 ευρώ, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου, με τη ρητή επιφύλαξη για είσπραξη του υπολοίπου κεφαλαίου, ο δε περιορισμός σε αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνον για μείωση των εξόδων. Επομένως, ο παραπάνω περιορισμός του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση δεν καθιστά την απαίτηση αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθόσον αφορά ρητά στο κεφάλαιο αυτής (απαίτησης) και ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, δοθέντος ότι και η εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια ως άνω.

Με τον έβδομο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον έβδομο λόγο της ανακοπής, βάσει του οποίου ζητεί και κατ’ εκτίμηση αυτού την ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι ο εκτελεστός τίτλος επί της οποίας ερείδεται, ήτοι η υπ’ αριθμ. ………/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πάσχει από ακυρότητα, διότι δεν αναφέρονται σε αυτήν οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά ποσό ορισμένο, προς έλεγχο του συννόμου της συνολικής απαίτησης, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη αλλά ούτε και δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξή της. Ωστόσο, όπως ορθά απεφάνθη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο λόγος αυτός, είναι μη νόμιμος, καθώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, η χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει, προσδιορισμός που υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση. Επομένως ο έβδομος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του.

Με τον όγδοο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον δωδέκατο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του στη νήσο της Αίγινας, διότι ο δικαστικός επιμελητής δεν μετέβη στο κατασχεθέν ακίνητο προκειμένου να εκτιμήσει την αξία του, αλλά αρκέστηκε στην άντληση στοιχείων από τους τίτλους κτήσης αυτού. Ότι συνεπεία αυτού, η περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου είναι ελλιπής, χωρίς να περιγράφονται και οι εσωτερικοί χώροι αυτού, με συνέπεια την υποεκτίμηση της αξίας του, υφιστάμενος εκ του λόγου αυτού ανεπανόρθωτη βλάβη. Επί του λόγου αυτού λεκτέα είναι τα εξής: στην έκθεση κατάσχεσης η ατελής περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια οποιουδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β` (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον γεννά αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου, άγει σε ακυρότητα έκθεσης, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, δηλαδή όταν η παράβαση της πιο πάνω διάταξης, προκάλεσε στον καθού η εκτέλεση βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ – ΑΠ 1898/2011, ΑΠ 1470/2004). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης προκύπτει ότι το κατασχεθέν ακίνητο περιγράφεται σαφώς ως προς το είδος, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού με ειδική μνεία επί των επ’ αυτού επιμέρους κτισμάτων (τεσσάρων δωματίων με τέσσερα w.c., επιφάνειας 56,37 τ.μ., άλλων δύο δωματίων με ένα w.c. επιφάνειας 75,37 τ.μ., και τρεις αποθήκες, επιφάνειας, 7,76 τ.μ, 7,92 τ.μ., και 13,22 τ.μ.), χωρίς να περιγράφονται οι εσωτερικοί χώροι των κτισμάτων. Η ως άνω περιγραφή κρίνεται επαρκής και δεν δύναται να επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον ανακόπτοντα, τυχόν δε διορθώσεις ή «προσθήκες» στην πιο πάνω περιγραφή δύναται να προταθούν με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.  Επομένως ο λόγος αυτός ανακοπής, όπως και ο υπό κρίση λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος, η δε εκκαλουμένη ορθά εφάρμοσε τον νόμο.

Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ ομοίως πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη αίτηση αναστολής ως άνευ αντικειμένου, καθόσον επ’ αυτής έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου, που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση και την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις   8-1-2025

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             H ΓPAMMATEAΣ