ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 23/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε,Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – αιτούντος: …………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Τσούγκου.
Της εφεσίβλητης – καθής η αίτηση: Της εταιρείας με την επωνυμία «………………» και το διακριτικό τίτλο «………..», που εδρεύει στη …………….., επί της …………., με ΑΦΜ ……………., νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/8-1-2019 Πράξη, η οποία ενεργεί, εν προκειμένω, ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια (κατ’ εξαίρεση) νομιμοποιούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, ως προς τις απαιτήσεις, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………» ……………..), με έδρα στην Ιρλανδία, …………………, κατά τα οριζόμενα στο από 18-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και 3, σύμφωνα με την παράγραφο 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, όπως ισχύει, στον οποίο Δικαιούχο της Απαίτησης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………», νομίμως εκπροσωπούμενη, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30-4-2020 Σύμβασης Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Καραμπέτσου.
Ο ανακόπτοντων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 30-1-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2024 ανακοπή του ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2457/2024 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ανακόπτων, με την από 10-10-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2024 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……………/2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-10-2024 έφεση του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 2457/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 30-1-2024 ανακοπή του εκκαλούντος προς ακύρωση της από 14-11-2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. …./2023 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της υπ’ αριθμ. …/20-12-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών …………., δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος, απέρριψε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, εντός διετίας από την έκδοση της εκκαλουμένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό ……………….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου και την από 16-10-2024 απόδειξη πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας). Επίσης, στο ίδιο δικόγραφο της έφεσης νόμιμα και παραδεκτά σωρεύεται κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης, ενώ σημειώνεται ότι στις 21-10-2024, έγινε δεκτό από την Πρόεδρο Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αυτού το ομοίως σωρευθέν από τον εκκαλούντα στο εφετήριο, αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και ανεστάλη η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με την ως άνω ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων (ήδη εκκαλών) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους να ακυρωθούν η από 14-11-2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. …/2023 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και η υπ’ αριθμ.. …/20-12-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……., δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ενός ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή του ο ανακόπτων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τους λόγους ανακοπής του, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής του δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Το επιτόκιο, δηλαδή το ποσοστό με βάση το οποίο προσδιορίζεται συνήθως το ύψος του οφειλόμενου τόκου, προσδιορίζεται είτε με δικαιοπραξία [«δικαιοπρακτικό επιτόκιο»] είτε από το νόμο [«νόμιμο επιτόκιο»]. Ως νόμιμο επιτόκιο νοείται τόσο το εν στενή έννοια νόμιμο επιτόκιο [ΑΚ 301, 529, 547, 665 κ.τ.λ.] όσο και το επιτόκιο υπερημερίας [ΑΚ 345], καθώς και το επιτόκιο των τόκων επιδικίας [ΑΚ 346]. Εκτός όμως από την παραπάνω διάκριση στις συναλλαγές έχει επικρατήσει και η διάκριση σε «τραπεζικά» και «εξωτραπεζικά» επιτόκια. Ως «τραπεζικά» επιτόκια χαρακτηρίζονται τα πάσης μορφής επιτόκια που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή τραπεζικές συναλλαγές. Σύμφωνα και με τα άρθρα 293-295 ΑΚ για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ισχύει παγίως ο διοικητικός προσδιορισμός ενός ανώτατου ορίου επιτοκίων «όπως ο νόμος ορίζει». Ο προσδιορισμός αυτός αρχικά με νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε με το άρθρο 109 παρ.1 ΕισΝΑΚ γινόταν κάθε φορά με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.5 του ν. 876/1979 τα «εξωτραπεζικά» επιτόκια (δικαιοπρακτικά και υπερημερίας) καθορίζονται κάθε φορά με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), ύστερα από πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής. Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979, οπότε από εκεί και πέρα, τα εξωτραπεζικά επιτόκια αναπροσαρμόζονται κάθε φορά με τις εκδιδόμενες ΠΥΣ ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Στις ΠΥΣ αυτές γίνεται και ρητή μνεία, ότι: «… η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια». Αρχικά και με βάση την εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε με το ν.δ. 588/48 «περί ελέγχου πίστεως» τα «τραπεζικά επιτόκια» καθορίζονταν κάθε φορά με αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής (ΝΕ). Μετά την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 οι αρμοδιότητές της περί ήλθαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ). Έκτοτε λοιπόν και μέχρι σήμερα τα «τραπεζικά» επιτόκια καθορίζονται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ). Αναλυτικά ως προς τα “τραπεζικά” επιτόκια το ιστορικό του καθορισμού τους μέχρι σήμερα έχει ως εξής: α. Βασικό νομοθέτημα καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων αποτελεί το ν.δ. 588/1948 «περί ελέγχου πίστεως», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Με την παρ. 3 του αρθρ. του διατάγματος αυτού (588/1948) εξουσιοδοτήθηκε η Νομισματική Επιτροπή να καθορίζει με αποφάσεις της το επιτόκιο (συμβατικό και υπερημερίας) και την προμήθεια των τραπεζικών πιστώσεων (αλλά και των καταθέσεων κ.τ.λ.) ακόμα και «κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις». Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 3760/57, άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 128/1975 και τέλος με το άρθρο 2 του ν. 1046/1980 και έκτοτε έχει ως εξής: «Δια των αποφάσεων τούτων δύναται να καθορίζεται και να μεταβάλληται εκάστοτε το ύψος του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων εκ των προς οιονδήποτε σκοπόν υπό τραπεζών ή ετέρων πιστωτικών οργανισμών παρεχομένων ή παρασχεθεισών πιστώσεων ή δανείων ή εκδοθέντων ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων, το επιτόκιο των καταθέσεων πάσης φύσεως, ως και το ύψος και το είδος πάσης φύσεως επιβαρύνσεως εισπραττομένης υπό των τραπεζών και ετέρων πιστωτικών οργανισμών δια τας παρεχομένας υπ` αυτών πάσης φύσεως υπηρεσίας. Αι αποφάσεις αύται δύνανται να λαμβάνονται κατά παρέκκλισιν από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων, δύνανται δε να ορίζουν ότι τα δι` αυτών καθοριζόμενα εκάστοτε επιτόκια ή όρια επιτοκίων και λοιπών επιβαρύνσεων ισχύουν και επί υφισταμένων τοιούτων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων, καταθέσεων, ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων ανεξαρτήτως του κατά περίπτωσιν επιλεγέντος υπό των δικαιοπρακτούντων τρόπου καθορισμού του επιτοκίου και των λοιπών επιβαρύνσεων υποκείμενοι εις την περίπτωσιν ταύτην εις την έγκρισιν του Υπουργικού Συμβουλίου». Με βάση τα ανωτέρω από την ισχύ του παραπάνω ν.δ. (588/1948), η Νομισματική Επιτροπή και από του έτους 1982 συνεχώς ο Διοικητής της Τράπεζας….καθόριζε, τόσο το ελάχιστο όσο και το ανώτατο ύψος των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού. Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήταν (και πολλές φορές συνέβαινε αυτό) ανώτερα των εξωτραπεζικών («δικαιοπρακτικών») επιτοκίων, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας….μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση και «… κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου …». Συνεπώς τα «τραπεζικά» επιτόκια αποτελούσαν πάντοτε ξεχωριστή κατηγορία επιτοκίων μη επικαλυπτόμενη από άποψη πεδίου εφαρμογής από εκείνη των εξωτραπεζικών επιτοκίων, αφού κάθε μία κατηγορία ρυθμιζόταν από διαφορετικά όργανα με βάση δύο σαφώς διαφορετικές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτατο ύψος τους υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα και με ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήταν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους, β. Με την υπ’ αριθμ. 1087/29-6-1987 ΠΔ/ΤΕ άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την εν λόγω Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών (τραπεζικών). Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο (τραπεζικό) επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων, καθώς και το επιτόκιο υπερημερίας ../29-6-1987, ../21-7-1987, ….87, ../87, …/89, ../90, ../91, ../91, …./91, …./92], γ. Στη συνέχεια με την υπ` αριθμό 2326/94 ΠΔ/ΤΕ καταργήθηκαν και τα ελάχιστα όρια όλων σχεδόν των «τραπεζικών» επιτοκίων χορηγήσεων, ενώ με την υπ` αριθμό 2393/96 ΠΔ/ΤΕ καθορίσθηκε «πλαφόν» προς τα άνω μόνο για το επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο δεν μπορούσε να ήταν μεγαλύτερο του 2,5% του συμφωνηθέντος (συμβατικού) επιτοκίου. Με προηγούμενη πράξη του (..789) ο Διοικητής της Τράπεζας είχε ορίσει, ότι το επιτόκιο υπερημερίας για τις χορηγήσεις σε δραχμές του πιστωτικού ιδρύματος δεν έπρεπε να υπολείπεται κατά κατώτατο όριο του προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου του επιτοκίου των δανείων που χορηγούνται για κεφάλαια κίνησης προσαυξημένο κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες, δ. Τέλος στην υπ’ αριθμ. 2286/28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής: «… Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ’ άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β’ και γ’, το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελάχιστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν». Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη «επιτοκίων χορηγήσεων», πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα “χορηγήσεων” αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη «χορηγήσεις» υποδηλώνει σαφώς τις κατ` εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές. Μετά τις ανωτέρω πράξεις επήλθε πλήρης απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων [πλην του ανώτατου ορίου του επιτοκίου υπερημερίας και ελάχιστων άλλων κατηγοριών χορηγήσεων], τα οποία πλέον θα μπορούσαν να καθορίζουν ελεύθερα οι τράπεζες. Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης [κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κ.τ.λ.], τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια [χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κ.λπ.], διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια. Επομένως, μετά την επελθούσα απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, δεν ήταν αναγκαίο ο Διοικητής της Τράπεζας να ασκεί τη ρυθμιστική του αρμοδιότητα, εάν δεν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι και να καθορίζει κάθε φορά το ύψος των επιτοκίων αυτών (τραπεζικών), όπως συνέβαινε και συμβαίνει με τα εξωτραπεζικά επιτόκια. Ο Διοικητής της Τράπεζας, όπως είχε δικαίωμα, κατ` εξουσιοδότηση νόμου, ρητά και ηθελημένα απελευθέρωνε τα τραπεζικά επιτόκια και επέτρεπε στις τράπεζες την ελεύθερη διαμόρφωσή τους. Ρητή αναφορά στην απελευθέρωση των «τραπεζικών» επιτοκίων γίνεται στην ΠΔ/ΤΕ υπ` αριθμό 2007/17-12-1991 έως 13-1-1992 (εγκριθείσα με την ΠΥΣ με αριθμό 4/8-1-1992), με την οποία αναπροσαρμόστηκε το επιτόκιο των υφισταμένων κατά την 1-2-1992 υπολοίπων των δανείων εκείνων στα οποία «… δεν ισχύει ρήτρα αναπροσαρμογής επιτοκίου, γιατί εξαρτά την αναπροσαρμογή του επιτοκίου από τη μεταβολή διοικητικά καθοριζομένου σταθερού επιτοκίου, που ήδη έχει απελευθερωθεί …». Περαιτέρω, η απελευθέρωση ειδικώς των τραπεζικών επιτοκίων έγινε και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης. Επίσης η απελευθέρωση αυτή δικαιολογείται και από το γεγονός ότι ο τραπεζικός τόκος δεν είναι μόνο μέσο πιστωτικής πολιτικής, αλλά και νομισματικής πολιτικής, η οποία ασκείται από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και έχει ως στόχο την προστασία της αξίας του ενιαίου νομίσματος των χωρών της Ευρωζώνης και ως εκ τούτου ένα εθνικά καθοριζόμενο ποσοστό ανώτατου ορίου τραπεζικού επιτοκίου θα ήταν ασυμβίβαστο προς τις αρχές αυτές. Κατόπιν των ανωτέρω γίνεται σαφές, ότι παγίως και σταθερώς και με βάση ρητό νομικό καθεστώς ισχύουν ανέκαθεν δύο παράλληλες ανεξάρτητες και δια κριτές μεταξύ τους ρυθμίσεις, που αναφέρονται η μεν μία στα επιτόκια των τραπεζικών συναλλαγών (τραπεζικά επιτόκια) με αρμόδιο για τη ρύθμιση τον Διοικητή της Τράπεζας (και παλαιότερα τη Νομισματική Επιτροπή), η δε άλλη αναφέρεται στα επιτόκια όλων των άλλων, πλην των τραπεζικών, συναλλαγών (εξωτραπεζικά επιτόκια), με αρμόδιο για τη ρύθμιση το Υπουργικό Συμβούλιο. Για το λόγο αυτό άλλωστε στις περισσότερες ΠΥΣ ορίζεται, ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα «εξωτραπεζικά» επιτόκια. Ούτε σύγχυση αρμοδιοτήτων υπήρξε ποτέ, ούτε πολύ περισσότερο επικάλυψη ή συμπλήρωση ρύθμισης της πρώτης κατηγορίας από τη δεύτερη. Αρχικώς και μέχρι τις αρχές του έτους 1987 ο Διοικητής ρύθμιζε και καθόριζε τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το κατώτερο όσο και ως προς το ανώτατο όριο τους. Μετά το 1987 η Τράπεζα, με τις ανωτέρω Πράξεις του Διοικητή της, προώθησε ηθελημένα τη σταδιακή απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων, η οποία ολοκληρώθηκε το έτος 1993, οπότε καθιερώθηκε και έκτοτε ισχύει η πλήρης απελευθέρωση καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων με εξαίρεση τα επιτόκια υπερημερίας και ελάχιστων άλλων κατηγοριών χορηγήσεων. Μετά την απελευθέρωση αυτή οι τράπεζες καθορίζουν πλέον οι ίδιες τα συμβατικά επιτόκια χορηγήσεων, χωρίς να δεσμεύονται από το ύψος των εξωτραπεζικών επιτοκίων και δεν βρίσκει έρεισμα στις ισχύουσες διατάξεις η άποψη ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο Διοικητής της Τράπεζας παραλείψει να ορίσει το ύψος των τραπεζικών επιτοκίων, προκαλείται «κενό» και πρέπει να ισχύουν αναλογικώς και επί των τραπεζικών συναλλαγών τα υπό του Υπουργικού Συμβουλίου οριζόμενα εξωτραπεζικά επιτόκια. Η παράλειψη αυτή της Τράπεζας δεν δημιουργεί (νομοθετικό) κενό, ανυπαρξία δηλαδή ύψους και ποσοστού επιτοκίων για να ισχύει η αναλογική εφαρμογή, αλλά ηθελημένη άσκηση νόμιμης εξουσίας και αρμοδιότητας, η οποία συνίσταται στη ρητή απόφαση του να καθορίζουν οι τράπεζες ελεύθερα τα επιτόκια χορηγήσεων. Ιδιαίτερα δε ως προς τα δάνεια της καταναλωτικής πίστης και τις κάρτες υπάρχει σαφής και ρητή διάταξη στην πράξη του Διοικητή της Τράπεζας (../1999) σύμφωνα με την οποία «… το επιτόκιο καθορίζεται από τη δανείστρια τράπεζα Στο άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου με αριθμό 4, Για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που προβλέπονται στο άρθρο 129 παρ. 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζεται ως στόχος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, σύμφωνα με τα άρθρα 127 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και 282 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση, προκειμένου να συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης, που ορίζονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ των οποίων η εγκαθίδρυση καθεστώτος ανόθευτου ανταγωνισμού, ο συντονισμός της οικονομικής πολιτικής των Κρατών μελών, η προσέγγιση των νομοθεσιών κτλ. Το ΕΣΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων και σύμφωνα με τις αρχές που εξαγγέλλονται στο άρθρο 119 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχείο β’ του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά, ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου «υπέρμετρη διατάραξη» θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει «ουσιώδη ή σημαντική» διατάραξη. Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη» στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχείο β’ του ν. 2741/1999 και συνεπώς και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ. είναι, η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006). Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΌ.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Επιπλέον, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν δείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας. Περαιτέρω, η υπ` αριθμό 178/19-7-2004 [ΦΕΚ 1872/Α/26-27.12.2006] απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας [ΕΤΠΘ/ΤΕ], διευκρινίζοντας τις Πράξεις Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος [ΠΔ/ΤΕ] 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994, 2326/1994 και 2501/2002 που αφορούν την διαμόρφωση των επιτοκίων και την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, αφού έλαβε υπ` όψη: α] τις διατάξεις του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικότερα των άρθρων 2 και 55Α, όπως ισχύουν, β] τις διατάξεις του ν.δ. 588/1948 περί ελέγχου της πίστεως, όπως ισχύουν, γ] τα άρθρα 13 παράγρ. 5 και 18 παράγρ. 5 εδ. πρώτο του ν. 2076/1992 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις», όπως ισχύουν, δ] τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική που ασκείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ε] την ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, σε συνδυασμό με την ΠΔ/ΤΕ 1216/1987, καθώς και τις ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994 που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην ελεύθερη διαμόρφωση των επιτοκίων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, στ] την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 σχετικά με την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτιών ιδρυμάτων για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, ζ] το γεγονός ότι τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες επιτοκίων εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και διαμορφώνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια, υποκείμενες, για το λόγο αυτό, σε απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 1266/82, όπως ισχύει και το άρθρο 15 παρ. 5 του ν.876/1979, αντιστοίχως), η] το γεγονός ότι κατά τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός του πλαισίου της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει των άρθρων 2, 4 και 105.1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, θ] την ανάγκη διευκρίνισης ορισμένων διατάξεων των προαναφερόμενων ΠΔ/ΤΕ ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή τους, χάριν της ευχερέστερης επίτευξης των σκοπών τους, ι] το έγγραφο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών ../23-6-2004 με αίτημα την ερμηνεία των σχετικών με τη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων διατάξεων, ια] το από 23-5-2002 έγγραφο του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, επί αναλόγου αιτήματος της, με το οποίο επεξηγήθηκε αναλυτικά, με αντίστοιχη νομική θεμελίωση, το ως άνω ζήτημα, αποφάσισε να διευκρινίσει τις σχετικές διατάξεις των ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994, καθώς και τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 Κεφ. Α, τελευταίο εδάφιο, Κεφ. Β, παρ. 1 εδ. στ, παρ. 2 εδ. α (iv), (νϊ), παρ. 3, Κεφ. Γ παρ. 1 εδ.ε`, παρ. 2 και Κεφ. ΣΤ, ως εξής: 1. Δεν είναι συμβατός προς τις αναφερόμενες ανωτέρω, υπό στοιχεία (ζ) και (η), αρχές, ο διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια, ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο και ότι το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και το σκοπό του, στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων [ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κτλ.] συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό (βλ. ΑΠ 2037/2014 δημ στη ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου για το ορισμένο των οικείων λόγων ανακοπής (καταχρηστικότητα του όρου περί ελεύθερου καθορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου), πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής το ύψος του πράγματι συμφωνηθέντος ή εφαρμοσθέντος τραπεζικού (κυμαινόμενου) επιτοκίου στη σύμβαση, καθώς και τα ποσά των τόκων που προέκυψαν κατ’ εφαρμογή του εν λόγω συνομολογηθέντος και μονομερώς αναπροσαρμοσθέντος (άκυρου) επιτοκίου, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η καταχρηστικότητα του όρου και να αντιταχθεί λυσιτελής άμυνα από την πλευρά του καθού, αφού η διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα μόνο κατά το αντίστοιχο μέρος (βλ. ΑΠ 1071/2017, ΜονΕφΑθ. 390/2024, ΜονΕφΠατρ. 421/2021 ΝΟΜΟΣ).
Κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης, με τον πρώτο λόγο της ο εκκαλών επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η καθής επέβαλε να της καταβάλει, πέραν των άλλων, και τόκους συνολικού ποσού 23.351,98 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-1-2023 έως 14-11-2023 για το κεφάλαιο των 139.039,62 ευρώ, δίχως να αιτιολογείται από ποιο επιτόκιο προκύπτει το ως άνω ποσό, που κατά τους ισχυρισμούς του είναι υπέρογκο και παράνομο, καθώς οι οφειλόμενοι τόκοι, βάσει των δικών του υπολογισμών ανέρχονται στο ποσό των 13.084,96 ευρώ. Ότι το ως άνω ποσό τόκων περιλαμβάνεται τόσο στην επιταγή προς πληρωμή, όσο και στην κατασχετήρια έκθεση, με τη μεθόδευση δε αυτή η καθής αύξησε παράνομα και αυθαίρετα τη φερόμενη συνολική της απαίτηση στο ποσό των 165.804,93 ευρώ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής το ύψος του πράγματι συμφωνηθέντος ή εφαρμοσθέντος τραπεζικού (κυμαινόμενου) επιτοκίου στη σύμβαση, καθώς και τα ποσά των τόκων που προέκυψαν κατ’ εφαρμογή του εν λόγω συνομολογηθέντος και μονομερώς αναπροσαρμοσθέντος επιτοκίου. Ο ανακόπτων όμως ουδέν αναφέρει περί των ειδικότερων όρων της σύμβασης δανείου από τους οποίους απορρέει η ένδικη απαίτηση και βάσει των οποίων προσδιορίστηκε το ανωτέρω ποσό των τόκων. Επιπλέον, δεν βάλλει κατά επιμέρους όρων της σύμβασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ελεγχθούν ως καταχρηστικοί, βάσει του ν. 2251/1994, ως παρεκκλίνοντες της απελευθέρωσης των επιτοκίων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τον νόμο και ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο επιδιώκει την ακύρωση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του για τον λόγο ότι η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………….» στερείται εγχώριου ΑΦΜ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω εταιρεία αγοράζει και εκμεταλλεύεται δάνεια με σημαντικά κέρδη χωρίς να υπόκειται σε φορολογική επιβάρυνση στο ελληνικό κράτος. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος. Συγκεκριμένα, οι οποιεσδήποτε τυχόν φορολογικές παραβάσεις από την εταιρεία ειδικού σκοπού ουδεμία επιρροή ασκούν στην υπό κρίση απαίτηση, ούτε, άλλωστε, ο ίδιος ο ανακόπτων συνδέει την έλλειψη εγχώριου ΑΦΜ με την οφειλή του. Επιπλέον, πέραν της ενδεχόμενης βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου που προκύπτει από τη μη φορολόγηση της πιο πάνω εταιρείας, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής η άμεση ζημία που υπέστη ο ανακόπτων από την έλλειψη αυτή. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος και η εκκαλουμένη ορθά εφάρμοσε τον νόμο με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από την παρούσα απόφαση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία, είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύληση της, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλησης της. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλησης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 368/2019 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Εξάλλου, από μακρού χρόνου, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014 Τ.Ν.Π. «Νόμος»), οπότε, υπό το καθεστώς αυτό, η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλησης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους, δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν . 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975, δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου, εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου, στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη, μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων -δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011 Τ.Ν.Π «Νόμος»). Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη, αποτέλεσε από την ισχύ του ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συντέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997, καθορίστηκε ρητά ότι, για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό, β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς, κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β’ του ν. 3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις I. Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπιζόταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων – χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Άλλωστε, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Ειδικότερα, η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή «ειδικών εισφορών» και η εισφορά του ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο – δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019).
Με τον τρίτο λόγο έφεσης και κατ’ εκτίμηση αυτού, ο εκκαλών επαναφέρει τον τέταρτο λόγο ανακοπής, με τον οποίο βάλλει κατά της συνολικής απαίτησης της καθής έναντι του ανεκκαθάριστου αυτής. Ειδικότερα, εκθέτει ότι εκ της ανάλυσης της δανειακής σύμβασης και της αναλυτικής κατάστασης πληρωμών βάσει του αποσπάσματος των λογαριασμών με … ……., ……., ….. προέκυψε ότι η τράπεζα, αντίθετα προς τις νομοκανονιστικές και συμβατικές της υποχρεώσεις, δεν υπολόγισε και δεν χρέωσε, ως όφειλε, κατά το υπόδειγμα 109 ΤτΕ, με διακριτό τρόπο, ήτοι με την καταχώριση ξεχωριστών άρθρων, διακριτών λογιστικών εγγραφών, στους λογαριασμούς με κωδικό αριθμό 65.00 και 64.20 του ΚΛΣΤ, τα δύο, διαφορετικά κατά νομική φύση και τύπο μεγέθη, που επιβαρύνουν το κεφάλαιο της χορηγηθείσας πίστωσης, ήτοι (α) των τόκων της πιστωτικής σύμβασης και (β) του φόρου της εισφοράς του Ν. 128/1975, με αποτέλεσμα, αυτά, να συγχέονται, κάθε φορά, υπολογιστικά, σε μία, ενιαία λογιστική εγγραφή, που καταχωρούσε αυτοματοποιημένα, κάθε μήνα, στο μηχανογραφικό της σύστημα και, έτσι, στα κατά ΚΒΣ και ΚΛΣΤ βιβλία της. Ότι με την μεθόδευση αυτή η καθής επαύξησε το συμβατικό επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Ότι οι ενέργειες της τράπεζας έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη ή κατά επιστημονικά αποδεκτό τρόπο εκκαθάριση της επίδικης απαίτησης από οποιονδήποτε τρίτο, διαχωρίζοντας επακριβώς, κατά κεφάλαιο, τόκους, ανατοκισμούς και κεφαλαιοποιήσεις, την ενιαία χρέωση του σημερινού καταλοίπου της πιστωτικής σύμβασης, όπως περιγράφεται, απεικονίζεται και αναφέρεται στα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του ανακόπτοντοις, στα επιμέρους ποσά των δυο διαφορετικά υπολογιζόμενων μεγεθών, ήτοι: α) των τόκων της πιστωτικής σύμβασης και β) του φόρου της εισφοράς του ν. 128/1975. Ότι, συνεπώς, η επίδικη απαίτηση δύναται να εκκαθαριστεί μόνον από την ίδια την τράπεζα. Ότι, επιπλέον, υπήρξε ανατοκισμός της μετακυλιομένης εισφοράς του ν. 128/75 και ότι δεν αναλύεται στο αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού το ακριβές ποσό που προκύπτει από τους τόκους και την εισφορά του ν. 128/1975. Ότι, τέλος, εφόσον το Ελάχιστο Επιτόκιο Χορηγήσεων μεταβάλλεται εφόσον μεταβληθούν στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν το κόστος του και είναι το Επιτόκιο Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το επιτόκιο EURIBOR, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. Αν και το επιτόκιο της ΕΚΤ είχε πτωτική πορεία (σήμερα μηδενικό), και δοθέντος ότι η Τράπεζα δεν μείωνε το επιτόκιο όπως όφειλε, έπρεπε να προσκομιστεί πίνακας εφαρμοζόμενων επιτοκίων, ωστόσο, δεν προσκομίστηκε. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος ανακοπής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ελλείπει οιαδήποτε σύνδεση αυτού με συγκεκριμένο κονδύλιο του οποίου ζητείται η ακύρωση. Ο ανακόπτων δεν προσδιορίζει το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνεται η επιτασσόμενη απαίτηση εξαιτίας των επικαλούμενων ως άνω όρων ούτε θίγει επιμέρους κονδύλια επαρκώς προσδιορισμένα. Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου, συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της. Ειδικότερα δεν εκτίθεται εάν με τους επικαλούμενους ως καταχρηστικούς όρους επηρεάζεται κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο από τα αναγραφόμενα και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή του, αν δεν υπήρχαν οι προαναφερόμενοι όροι, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται, ότι συνεπεία των ανωτέρω όρων της σύμβασης επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη των όρων συντέλεσε στη μη κανονική εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών του, στην καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού. Τέλος, όσον αφορά στον ισχυρισμό του, ότι ενώ έπρεπε να προσκομιστεί πίνακας εφαρμοζόμενων επιτοκίων, ωστόσο, δεν προσκομίστηκε, ο ανακόπτων δεν αναφέρει σε ποιο στάδιο αυτός δεν προσκομίστηκε (στάδιο εξυπηρέτησης δανειακής σύμβασης, στάδιο έκδοσης διαταγής πληρωμής, στάδιο έναρξης και συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας κ.λπ.), δεν συνδέει την προκείμενη αιτίαση με συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ούτε με συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, ο οποίος να έχει παραβιαστεί, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν προσβάλλεται με αυτόν συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού ούτε εκτίθεται κατά τρόπο ορισμένο ποια είναι το ποσά, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, προέρχονται από την μη προσκόμιση του εν λόγω πίνακα. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί και ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (ΑΠ 330/2010, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 570/2010), ο δε έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας. Επιπλέον, το ποσό της εισφοράς του ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ. 16-17). Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτόν ως αόριστο, άλλως μη νόμιμο (έστω και με επάλληλη αιτιολογία).
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών διαμαρτύρεται ισχυριζόμενη ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την πρώτη του κατοικία, στην οποία διαμένει με την οικογένειά του, ενώ, επιπλέον, έχει εγγραφεί επί του ακινήτου προσημείωση υποθήκης επί της αρχικής πιστώτριας τράπεζας. Τα ως άνω αναφερόμενα από τον εκκαλούντα δεν αποτέλεσαν λόγο ανακοπής και, συνεπώς, ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση τα αναφερόμενα στον υπό κρίση λόγο έφεσης, δίχως την επίκληση λοιπών στοιχείων (πχ. γεγονότων που ενδεχομένως θα μπορούσαν να στηρίξουν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος), δεν δύναται να οδηγήσουν σε ακύρωση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει η απαίτηση να είναι «βέβαιη» και «εκκαθαρισμένη». Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, 1543/2014). Εκκαθαρισμένη είναι η χρηματική απαίτηση, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013). Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτέλεσης. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010). Εξάλλου, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 του ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόμα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό μεγαλύτερο του πράγματι οφειλόμενου (ΕφΑθ 4901/2000, ΕλλΔνη 2001.776, Β. Βαθρακοκοίλης «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο)», τόμος Ε, σελ. 708, αρ. 11). Ο περιορισμός αυτός δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού του, ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, καθώς και επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα, για ποια κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται, αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε και αφετέρου ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης (Β. Βαθρακοκοίλης ό.π)
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης του ο ανακόπτων επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο εκθέτει ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης γίνεται περιορισμός της απαίτησης για την επιβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης στο ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο συνιστά μέρος μόνο της απαίτησης της καθής, χωρίς να προσδιορίζονται, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα κονδύλια, για τα οποία αυτή επισπεύδεται. Ότι η έλλειψη αυτή καθιστά άκυρη την κατασχετήρια έκθεση, λόγω έλλειψης, στην ουσία, της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση αναφέρεται: «…δίνεται ρητή εντολή στην ως άνω δικαστική επιμελήτρια να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση κάθε ακίνητης περιουσίας του καθού η εκτέλεση, για το ποσό των ευρώ εκατό χιλιάδων (100.000 €) με επιφύλαξη για το υπόλοιπο της οφειλής, που αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου, με ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματος για την είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού με άλλη αναγκαστική εκτέλεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλον πλειστηριασμό, καθ’ ότι ο περιορισμός στο ως άνω ποσό έγινε αποκλειστικά και μόνο για μείωση των εξόδων…». Συνεπώς, προκύπτει από την εν λόγω έκθεση κατάσχεσης, ότι αυτή επιβλήθηκε για το ποσό των 100.000 ευρώ, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου, με τη ρητή επιφύλαξη για είσπραξη του υπολοίπου κεφαλαίου, ο δε περιορισμός σε αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνον για μείωση των εξόδων. Επομένως, ο παραπάνω περιορισμός του ποσού για τον οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση, δεν καθιστά την απαίτηση αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθόσον αφορά ρητά στο κεφάλαιο αυτής (απαίτησης) και ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, δοθέντος ότι και η εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια ως άνω.
Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ ομοίως πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη αίτηση αναστολής ως άνευ αντικειμένου, καθόσον επ’ αυτής έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου, που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση και την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις 8-1-2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ