Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 32/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός  32/2026

ΤΟ  ΤΡΙΜΕΛΕΣ  ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Συγκροτήθηκε  από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   …………., για να δικάσει  τις υποθέσεις  μεταξύ:

Α] Επί της από 10-03-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………../10-05-2024) έφεσης:

Της εκκαλούσας:  ………………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μίντζια (ΑΜ/ΔΣΑ ………..).

Των εφεσίβλητων: 1. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..»  που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …………., ως  καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως και απορροφήσεως της ανώνυμη τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», η οποία δεν εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. της εταιρίας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στο ……….. της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, …………. (με αριθμό καταχώρησης μητρώου εταιριών της Ιρλανδίας ………), ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Β] Επί της από 26-09-2025 (αριθ.εκθ.καταθ……………./01-10-2025) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης:

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» με Αρ. Γ.Ε.ΜΗ…………, που εδρεύει στην ………. Αττικής επί της ………….., με ΑΦΜ …………..  και εκπροσωπείται νόμιμα,  έχει δε νομίμως συσταθεί και αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση με αρ.505/20/28-06-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ΦΕΚ Β 3744/28-06-2024) ως  Διαχειριστής Πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν.5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και της Πράξης 225/30-01-2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων και ως εντολοδόχου και ειδικής πληρεξουσίας, αντιπροσώπου και αντικλήτου, της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στο …………. της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, ……………….. (με αριθμό καταχώρησης μητρώου εταιριών της Ιρλανδίας …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία μεταβιβάστηκε η ένδικη απαίτηση από την ………… (ως καθολικής διαδόχου  αρχικά της  ανώνυμης  τραπεζικής   εταιρίας με την επωνυμία  «…………….» σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν.2190/1920 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση (ΦΕΚ3931/01-07-2013 τ. ΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ), στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν.2844/2000, με την από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Πατριαρχέα  (ΑΜ/ΔΣΑ ……..), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία» (ΑΜ/ΔΣΑ ……….).

Των υπερ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: 1. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..»  που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………….., ως  καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως και απορροφήσεως της ανώνυμη τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», η οποία δεν εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. της εταιρίας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στο ………. της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, …………….. (με αριθμό καταχώρησης μητρώου εταιριών της Ιρλανδίας ……….), ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση: …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μίντζια (ΑΜ/ΔΣΑ ………).

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ’ης η ανακοπή  και ήδη πρώτης εφεσίβλητης την από 09-03-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………/19-05-2020) ανακοπή  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της πρώτης εφεσίβλητης και κατά της υπ’αριθμόν ………./2006 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η εταιρία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων με την επωνυμία «………………»-ήδη δεύτερη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 23-09-2020 (αρ.εκθ.καταθ……………/28-09-2020) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ης η ανακοπή και κατά της ανακόπτουσας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού συνδίκασε την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της καθ’ης η ανακοπή-υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εξέδωσε την 87/2021 απόφασή του με την οποία κήρυξε εαυτό καθ’ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε τις υποθέσεις να δικαστούν ενώπιον του καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιου  Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού συνεκδίκασε, ερήμην της ανακόπτουσας-καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την 1502/2022  οριστική απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, δέχθηκε ως βάσιμη την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και επικύρωσε την ως άνω υπ’αριθμόν 714/2006 διαταγή πληρωμής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ανακόπτουσα-ήδη εκκαλούσα με την από 10-03-2024 (αριθ.εκθ.καταθ……………./10-05-2024) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε  για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την από 26-09-2025 (…………../01-10-2025)  αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας  προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Οι  υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν  ερήμην  των  εφεσίβλητων-υπερ’ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ενώ οι   πληρεξούσιοι δικηγόροι  της εκκαλούσας και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν και  ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ   ΤΗ  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 271 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην κατ’ έφεση δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α του ιδίου Κώδικα, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικός του εκκαλών,  και, σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 1806/2022), διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 200/2024, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 2/2022).

Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 225 αρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι και μετά την εκκρεμοδικία έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή του δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή (η μεταβολή) δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης. Ήτοι, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εωσότου νομίμως αυτή περατωθεί. Ο ειδικός διάδοχος του μεταβιβάσαντος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Ήτοι, κατ’ άρθρο 225 του ΚΠολΔ, η διάθεση του περιουσιακού δικαιώματος είναι έγκυρη, και η σχετική ένδικη διαδικασία συνεχίζει την πορεία της ακώλυτα.  Επειδή όμως ο μεταβιβάσας διάδικος (μετά τη μεταβίβαση) δεν είναι πλέον ο πραγματικός δικαιούχος του επίδικου πράγματος, μεταβάλλεται η νομιμοποίησή του και καθίσταται έτσι μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Φυσική συνέπεια της αμέσως ως άνω θέσεως είναι ότι ο διάδικος, που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος, του αρχικά νομιμοποιούμενου, έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση είτε κύρια είτε πρόσθετη, η τελευταία λόγω της επεκτάσεως του δεδικασμένου της δίκης και σε αυτόν, θα χαρακτηριστεί αυτοτελής (Χαρ. Απαλαγάκη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2016, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδοση 4η, άρ. 225, σελ. 691).  Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου (και του Εφετείου), περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης (και της έφεσης αντίστοιχα), εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Μεταξύ της κύριας δίκης και της ασκούμενης πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται σχέση κύριου-παρεπόμενου, όπως σαφώς συνάγεται τόσο από τη φύση της παρέμβασης, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του  ΚΠολΔ με την οποία καθιερώνεται η δωσιδικία της συνάφειας για δίκες, μεταξύ των οποίων υφίσταται τέτοια σχέση (κύριου-παρεπόμενου), στις οποίες ρητά μνημονεύεται και η περίπτωση της παρέμβασης σε σχέση με την κύρια δίκη. Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης για την υπόθεση (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023,ΑΠ 776/2001, ΕλλΔ/νη 2002/1419, Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ.I, υπό το άρθρο 80, παρ. 1). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (ΑΠ 1736/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές  συνέπειές της,   ως τρίτος  δε,   κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου ασκείται η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κύριου διαδίκου (ΑΠ 148/2024, ΑΠ 607/2024, ΑΠ 957/2024, ΑΠ 888/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 692/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 287/2023). ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 1248/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 του ΚΠολΔ – AΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ105/2025, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 1191/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Α`, άρθρο 76 σελ. 523, παρ. 33, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. 1ος, άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 1 και άρθρο 76, σελ. 178, παρ. 7).    Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της  απαίτησης”.    Η  τελευταία  αυτή  διάταξη   (άρθρο 2 παρ. 4 του  Ν. 4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρίες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 200/2024, ΑΠ 490/2023).
(ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Τέλος, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων καθώς και αυτών των άρθρων 62, 64 παρ. 3 και 286 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν, κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο,  αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιός (ΑΠ 649/2025,ΑΠ 1374/2024, ΑΠ 1808/2024).

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρονται προς συζήτηση α]  η από 10-03-2024 (αριθ.εκθ.καταθ………../10-05-2024)  έφεση, κατά της 1502/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε  με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ) την από 09-03-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………/19-05-2020) ανακοπή κατά της καθ’ης η ανακοπή-ήδη πρώτη εφεσίβλητη και την από 23-09-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………./28-09-2020) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η εταιρία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων με την επωνυμία «………..»-ήδη δεύτερη εφεσίβλητη και β] η από 26-09-2025 (………./01-10-2025) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………….»  υπέρ των άνω εφεσίβλητων και κατά της ανακόπτουσας-ήδη εκκαλούσας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 και 246 του ΚΠολΔ), πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της έφεσης, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την υπό κρίση έφεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, η ένδικη έφεση έχει  ασκηθεί  εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των 2 ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, εφόσον  η  εκκαλουμένη  απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11-05-2022 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 10-05-2022, ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα  το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό …………………, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α  περ. γ΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1  άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και iii] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024.  Προκειμένου, όμως  η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ),  μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ),  πρέπει να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, αν η έφεση και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν  νομότυπα και εμπρόθεσμα κλήτευση στις εφεσίβλητες (άρθρα 271 παρ. 1-2, 274 παρ. 2 α, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αυτές δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ενόψει  του  ότι  και   ο  προσδιορισμός   της  συζήτησης   της  έφεσης  έγινε  με  την επιμέλεια της εκκαλούσας (βλ. την με αρ.καταθ.δικ. …………./19-09-2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου, στο Εφετείο Πειραιώς, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας). Από την  υπ’αριθμόν ….΄/14-10-2024 έκθεση  επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ……………., που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου  και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εφεσίβλητη. Ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων με την επωνυμία «……………», από την υπ’αριθμόν …………..΄/14-10-2024 έκθεση  επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου  και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία …………….. ως νόμιμης εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων. Πλην όμως, από την παραδεκτή στο στάδιο αυτό, επισκόπηση των εγγράφων, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρία ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρίας ειδικού σκοπού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που έγινε η επίδοση. Στην πρώτη σελίδα των προτάσεων της εκκαλούσας που αναγράφονται τα στοιχεία των εφεσίβλητων, αναφέρεται ότι η δεύτερη εφεσίβλητη εκπροσωπείται νόμιμα από την ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία-πρώτη εφεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας, δυνάμει της από 30-04-2020 σύμβασης διαχείρισης και του υπ΄αριθμόν ……./30-04-2020 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών . ……, έγγραφα τα οποία προσκόμισε μετ’επικλήσεως η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Ειδικότερα, η τελευταία προσκόμισε την με αρ.πρωτ……../30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν.3156/2003 δυνάμει της οποίας η πρώτη εφεσίβλητη μεταβίβασε στη δεύτερη εφεσίβλητη απαιτήσεις από επιχειρηματικά, ομολογιακά, ανακυκλούμενα, ναυτιλιακά και άλλα δάνεια και πιστώσεις, μετά των παρεπόμενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των εξασφαλίσεων αυτών, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά και απαιτήσεων κατά ασφαλιστικών εταιριών από συνδεόμενες με τα ανωτέρω δάνεια ασφαλιστικές συμβάσεις επί των ενυπόθηκων/προσημειωμένων ακινήτων, καθώς και την με αρ.πρωτ…../30-04-2022 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003 δυνάμει της οποίας, σε συνδυασμό με το  υπ΄αριθμόν …../30-04-2020 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., η δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποίησης απαιτήσεων από συμβάσεις επιχειρηματικών, ομολογιακών και κλπ. δανείων και πιστώσεων, η διάρκεια της οποίας (σύμβασης) ορίστηκε αόριστη μέχρι πλήρους εξόφλησης των απαιτήσεων ή μέχρι να λάβει χώρα κάποιο από τα γεγονότα λύσης της σύμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 18 της από 30-04-2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων. Στη συνέχεια με τη μεταγενέστερη από 18-06-2021 σύμβαση  διαχείρισης μακροπρόθεσμων απαιτήσεων, που συνήφθη μεταξύ της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού-δεύτερης εφεσίβλητης και της  αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», σε συνδυασμό με το από 18-06-2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων, που αποτελεί περίληψη της ανωτέρω σύμβασης,  όπως καταχωρήθηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 22-06-2021 με αρ.πρωτ…../22-06-2021 στον τόμο ….. με α.α….., και η οποία συμπληρώθηκε με την από 10-04-2023  σύμβαση διαχείρισης του άρθρου 10 παρ.14 και 16 του Ν.3156/2003- ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και καταχωρήθηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών  στις 11-04-2023,  με αρ.πρωτ…../11-04-2023 στον τόμο …. με α.α……, η πρώτη ως άνω εταιρία ανέθεσε στη δεύτερη εξ αυτών όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις επιχειρηματικών, ομολογιακών κλπ. δανείων και πιστώσεων, ενώ η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης, σε περίπτωση που αυτή δεν καταγγελθεί σύμφωνα με τον όρο 21 αυτής ή σύμφωνα με το νόμο, ορίστηκε μέχρι την ημερομηνία τελικής αποπληρωμής,  η οποία  ορίστηκε  ως η 25η Οκτωβρίου 2060 εφόσον είναι εργάσιμη ημέρα, άλλως η επόμενη εργάσιμη ημέρα.  Από τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα αποδεικνύεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό  διάστημα   της   επίδοσης   της   ένδικης έφεσης,   με  πράξη  προσδιορισμού δικασίμου  και της κλήσης προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, διαχειρίστρια των απαιτήσεων και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εφεσίβλητης δεν ήταν η πρώτη εφεσίβλητη αλλά η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, η οποία άλλωστε την είχε εκπροσωπήσει και στην πρωτοβάθμια δίκη, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 87/2021 απόφασή του με την οποία κήρυξε εαυτό καθ’ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε τις υποθέσεις να δικαστούν ενώπιον του καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιου  Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όσο και ενώπιον του τελευταίου Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν τούτων, ήτοι λόγω μη νομότυπης κλήτευσης της δεύτερης εφεσίβλητης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης έφεσης ως προς όλους τους διαδίκους, αφού μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και της ειδικής διαδόχου της -δεύτερης εφεσίβλητης, η οποία είχε ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής-αρχικής δικαιούχου της απαίτησης, υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, πλην όμως η αντιπροσώπευση της απολειπόμενης αναγκαίου ομοδίκου -δεύτερης εφεσίβλητης από την πρώτη εφεσίβλητη προϋποθέτει ότι αυτή έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί στη δίκη, διαφορετικά, εφόσον αυτή δεν εμφανίζεται, όπως εν προκειμένω, στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως ως προς όλους τους διαδίκους (βλ. ΑΠ 888/2024, ΑΠ 998/2023, ΑΠ 2072/2013).

Ακολούθως, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία με την επωνυμία «……………………….», μετά την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, δηλαδή διαρκούσης της παρούσας δίκης,  άσκησε την ένδικη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Εφετείου, στην οποία εκθέτει ότι η καθ’ης  η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση άσκησε  κατά της 1502/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που συνεκδίκασε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, την 09-03-2020 (αρ.εκθ.καταθ. ………../19-05-2020) ανακοπή της  ανακόπτουσας-ήδη καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κατά της καθ’ης η ανακοπή-  ήδη πρώτης υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, και την από 23-09-2020 (αρ.εκθ.καταθ…………………/28-09-2020) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «…………………..», ερήμην της ανακόπτουσας-ήδη καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, την από 10-03-2024 (αριθ.εκθ.καταθ……………./10-05-2024) έφεση στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ότι η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία …………… πώλησε και μεταβίβασε επιχειρηματικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την επίδικη στη δεύτερη υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν.2844/2000, δυνάμει της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 30-04-2020 με αρ.πρωτ…../30-04-2020 στον τόμο …. και α.α…… Ότι για την επίδικη απαίτηση εκδόθηκε η υπ’αριθμόν ……/2006 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ότι στις 16-04-2021 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η διάσπαση της ………, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………», ενώ η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την με αρ.πρωτ.45.089/16-04-2021 απόφαση της Δ/νσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης και Επωφελούμενης με τι με αρ.πρωτ.45.116/16-04-2021 και 45.123/16-04-2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα, από δε τη δημοσίευση της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης με απόσχιση κλάδου στο ΓΕΜΗ στις 16-04-2021, η Επωφελούμενη υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης που εμπίπτουν στον κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας και εισφέρθηκαν στην Επωφελούμενη, μεταξύ των οποίων και αυτά  που απορρέουν από την από 30-04-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων.  Ότι η δεύτερη υπερ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δυνάμει της από 18-06-2021 σύμβασης διαχείρισης μακροπρόθεσμων απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 22-06-2021 με αρ.πρωτ……../22-06-2021 στον τόμο …. με α.α……, και η οποία συμπληρώθηκε  με  την  από  10-04-2023   σύμβαση  μακροπρόθεσμης  διαχείρισης, …./11-04-2023 στον τόμο …. με α.α…….., της ανέθεσε τη διαχείριση των επιχειρηματικών της απαιτήσεων. Ότι, επομένως, αυτή (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα), ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση με αρ.270/1/29-11-2016 της ΕΠΑΘ της ΤτΕ), δυνάμει των διατάξεων του Ν.4345/2015 και  της Πράξης 118/195/2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’αριθμόν 153/08-01-2019 Πράξη, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου των απαιτήσεων,   των  οποίων  δικαιούχος  είναι  η  ως  άνω  αλλοδαπή  εταιρία  ειδικού σκοπού, αντιπροσώπου και αντικλήτου της τελευταίας, η οποία (αλλοδαπή εταιρία) έχει καταστεί ειδική διάδοχος σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 του Ν.3156/2003, υπέρ και κατά της οποίας (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας) ισχύει το δεδικασμένο από την κύρια δίκη, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρούσας Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητεί  την απόρριψη της ως άνω ένδικης εφέσεως με σκοπό να απορριφθεί τελεσιδίκως η ανωτέρω ανακοπή, την οποία είχε ασκήσει  η εκκαλούσα-καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.  Η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση,  επιδόθηκε  νομίμως και εμπροθέσμως στους αρχικούς διαδίκους (βλ.  τις  υπ’αριθμόν  ….΄, ….΄και …..΄/02-10-2025  εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά …….., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρίας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία ………………., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,  αντίστοιχα), για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,  πλην όμως, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, κατά τη διάρκεια της επιδικίας,  έλαβε χώρα αλλαγή μόνο στο πρόσωπο της διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης, ενώ δικαιούχος της απαίτησης αυτής παρέμεινε η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία απόκτησης, η οποία είναι η ουσιαστική διάδικος της ένδικης έφεσης. Η ένδικη, όμως, πρόσθετη παρέμβαση ασκείται από την εταιρία διαχείρισης «…………….» ως νέα διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας «……………..», δηλαδή ασκείται για λογαριασμό της ανωτέρω δικαιούχου εταιρίας απόκτησης, η οποία δεν είναι τρίτη, κατά την έννοια του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, σε σχέση με τους διαδίκους της ένδικης εφέσεως. Κατά συνέπεια, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη, αλλά, αντιθέτως, ασκήθηκε από την ουσιαστική διάδικο της κύριας δίκης, δηλαδή την ως άνω αλλοδαπή εταιρία απόκτησης, που είναι η δεύτερη εφεσίβλητη της ένδικης εφέσεως.  Εξάλλου, η ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα, αν και είχε το σχετικό δικονομικό δικαίωμα, δεν εμφανίσθηκε, κατά τη συζήτηση της ένδικης εφέσεως  στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με την ιδιότητα της νέας διαχειρίστριας στη θέση της παλαιάς  διαχειρίστριας (βλ. ΑΠ 649/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ανεξαρτήτως των ανωτέρω,  μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της έφεσης, δεν υφίσταται πλέον στάδιο παραδεκτής δικαστικής έρευνας της πρόσθετης παρέμβασης λόγω του παρεπόμενου  χαρακτήρα αυτής, που προϋποθέτει κύρια δίκη. Τέλος, στην παρούσα δεν θα περιληφθεί διάταξη για το e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……………. και περί δικαστικών εξόδων δοθέντος ότι η απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ.1 του ΚΠολΔ- βλ.  ΑΠ 339/2018 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 649/1996, ΕφΠειρ 270/2020, αμφότερες  σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει   απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-03-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………./10-05-2024) έφεσης και της 26-09-2025 (……………/01-10-2025)  αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 20 Νοεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία και της γραμματέα  στις   9.1.2026

 Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ