Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 34/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός   34/2026

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την ……………., προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των Εκκαλούντων: (1) ……….(2) ………(3) ………..(4) ……………, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια της πληρεξουσίου Δικηγόρου τους Ζωής Παπαδάτου (Α.Μ.Δ.Σ.Α………..), βλ. το υπ’ αριθμόν A …………/22-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013).

Των Εφεσίβλητων:  (1) Της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………….» (ΑΦΜ ……..), εδρεύουσας στη Σύμη και εκπροσωπούμενης νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια της πληρεξούσιου Δικηγόρου της Βασιλικής Καλυβίτη (A.M.Δ.Σ.Α. ….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……./16-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.ΣΠ.- άρθρο 61 Ν. 4194/2013). (2) Της κοινοπραξίας πλοίων, με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «……………» (Α.Φ.Μ. ………..), που εδρεύει στον Πειραιά (οδός ……..), η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά οικείου πινακίου. (3) Της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», εδρεύουσας στον Πειραιά (οδός ………..), με Α.Φ.Μ. ……., και εκπροσωπούμενης νόμιμα. η οποία ομοίως με την προηγούμενη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά οικείου πινακίου.

Οι εκκαλούντες άσκησαν σε βάρος των εφεσίβλητων εταιρειών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 23-12-2019 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ………../ (Ε.Α.Κ.Δ.) 2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …………./2019.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 27/2022 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών άρθρα 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.), με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως προς την τρίτη (3η) εναγόμενη εταιρεία, ενώ έγινε δεκτή ως προς όλους τους ενάγοντες σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων εταιρειών, κατά ένα μέρος αυτής, ως κατ’ ουσία βάσιμη, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα σε αυτήν.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 25.10.2023 έφεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Εφετείου Πειραιώς), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλούμενη Δικαστηρίου, την 25η Οκτωβρίου 2023 με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …../25-10-2.023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …../25-10-2.023 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……../2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …./2023, δικάσιμος δε ορίστηκε αρχικά η 21η Νοεμβρίου 2024, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των εκκαλούντων και της πρώτης (1ης)  εφεσίβλητης εταιρείας και ερήμην των υπόλοιπων εφεσίβλητων εταιρειών.

Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν, όπως ανωτέρω, ανέπτυξαν τις απόψεις τους και ζήτησαν οι μεν εκκαλούντες να γίνει δεκτή η έφεση και οι προτάσεις τους, η δε πρώτη (1η) εφεσίβλητη εταιρεία να γίνουν δεκτές οι προτάσεις της και να απορριφθεί η έφεση.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι) Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμόν: (α) …………./18-10-2024 και (β) ………../18-10-2024 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …………, τις οποίες προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες, ως επισπεύδοντες τη συζήτηση διάδικοι,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες τυγχάνουν εφαρμοστέες και στην προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 614και επ. Κ.Πολ.Δ, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με την ανάλογη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στη δεύτερη (2η) και στην τρίτη (3η) των εφεσίβλητων εταιρειών, αντίστοιχα, προκειμένου οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών να λάβουν γνώση της παρούσας δίκης και να συμμετάσχουν σε αυτήν, κατά τον προσήκοντα τρόπο, κατά τη δικάσιμο της 21ης Νοεμβρίου 2024, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, της εγγραφής της ένδικης υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, επέχουσας θέση κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ Κ. Πολ.Δ., που τυγχάνουν εφαρμοστέες και στην προκείμενη έκκλητη δίκη. Ωστόσο, αυτές δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου. Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

(ΙΙ) Η κρινόμενη από 25.10.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ………/(Ε.Α.Κ.Δ.) ………/2023 έφεση των εναγόντων κατά της υπ’ αριθμόν 27/2022 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η προθεσμία του μηνός από την επίδοση αυτής, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις εφεσίβλητες εταιρείες με επιμέλεια των εναγόντων για γνώση τους και για τις νόμιμες συνέπειες, την 26η Σεπτεμβρίου του έτους 2023, όπως προκύπτει από τις υπ΄ αριθ. …………..΄-….΄/26.09.2023 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας ………, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, ως επισπεύδοντες τη συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ, αφού η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου την 25η Οκτωβρίου 2023 (άρθρα 495 παρ. 1- 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, καθώς για το παραδεκτό αυτής αφενός μεν δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για (ναυτ-)εργατική διαφορά (άρθρο 495 §4 εδ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 – σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου δε έχει κατατεθεί από την υπόχρεη προς τούτο πληρεξούσια Δικηγόρο των εκκαλούντων τα παράβολα προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθρο 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), (βλ. σχετ. το υπ’ αριθ. Π …./25-10-2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών σε συνδυασμό με τα καταβληθέντα ένσημα του ΤΑΧΔΙΚ βλ. σχετ. το υπ’ αριθ. ……………… παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου αξίας 04,00 Ευρώ). Επομένως, αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(ΙΙ) Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι  δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν στον Βόλο, ναυτολογήθηκαν με την ειδικότητα του ναύτη είτε του ναύκληρου, στο υπό Ελληνική σημαία επιβατηγό — οχηματαγωγό πλοίο με την ονομασία «Π», νηολογίου Πειραιά με αριθ. ……, ΚΟΧ
1.159,85. Ότι πλοιοκτήτρια του πλοίου τυγχάνει η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η δεύτερη από αυτές υπήρξε η εφοπλίστρια, ενώ η τρίτη από αυτές διαχειρίστρια του πλοίου. Ότι ο πρώτος (1ος) κατά σειρά ενάγων απασχολήθηκε στο ως άνω πλοίο το χρονικό διάστημα από την 07.01.2018 μέχρι την 31.10.2019, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει, ο δεύτερος από αυτούς την 07.01.2018 μέχρι την 18. 06.2019, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει, ο τρίτος από αυτούς από την 01.01.2018 μέχρι την 08.07.2019, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και ο τέταρτος από 18.1.2018 έως 31.3. 019 οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησης τους, το συγκεκριμένο πλοίο εκτελούσε τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή δρομολόγια και οι ενάγοντες απασχολήθηκαν υπερωριακά, κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής ημέρες και ώρες. Ότι διατηρούν αξιώσεις σε βάρος της εναγόμενων εταιρειών για διαφορές αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβής δρομολογίων εξπρές, καθώς και για μη καταβολή του επιδόματος ιματισμού. Με αυτό το περιεχόμενο οι ενάγοντες ζητούν: (Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν η κάθε μία από αυτές σε ολόκληρο, στον πρώτο (1ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 19.055,37 ευρώ για υπερωρίες έτους 2018 και το χρηματικό ποσό των 691,56 ευρώ για επίδομα ιματισμού, στο δεύτερο (2ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 19.684,70 ευρώ για υπερωρίες του έτους 2018 και το χρηματικό ποσό των 195,96 ευρώ για διαφορά δρομολογίων εξπρές, στον τρίτο (3ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 14.046,81 ευρώ, 4.257,03 ευρώ για διαφορές δρομολογίων εξπρές και το χρηματικό ποσό 1.045,39 για επίδομα ιματισμού και στον (4ο) τέταρτο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 17.165,23 ευρώ για υπερωρίες έτους 2018, και το χρηματικό ποσό των 867,90 ευρώ για επίδομα ιματισμού και Β) κατόπιν παραδεκτής εν μέρει τροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων εταιρειών να καταβάλουν, η κάθε μία από αυτές σε  ολόκληρο, στον πρώτο (1ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 22.868,84 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση έτους 2019, το χρηματικό ποσό των 352,68 ευρώ για επίδομα ιματισμού και το χρηματικό ποσό των 5.533,04 ευρώ για διαφορά δρομολογίων εξπρές, στο δεύτερο (2ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 9.675,11 ευρώ για υπερωρίες έτους 2019, το χρηματικό ποσό των 986,61 ευρώ για επίδομα ιματισμού και το χρηματικό ποσό των 4.052,55 ευρώ για διαφορές δρομολογίων εξπρές, στον τρίτο (3ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 12.383,39 ευρώ για υπερωρίες έτους 2019 και στον τέταρτο (4ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 4.385,73 ευρώ για διαφορές δρομολογίων εξπρές, το χρηματικό ποσό των 3.738,16 ευρώ για υπερωρίες του έτους 2019, όλα δε τα κονδύλια νομιμότοκα από τότε, που αυτά κατέστησαν απαιτητά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 27/2022 (οριστική) απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού αυτή απορρίφθηκε ως προς την τρίτη (3η) εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία, κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 41, 345, 346, 361, 479, 648 επ. ΑΚ, 68, 70, 176, 907 και 908 παρ. Ι περ. ε’ ΠολΔ, 1, 2, 53, 54, 60, 72επ., 82, 84, 105, 106, 205, 207 του ΚΙΝΔ. με εξαίρεση το αγωγικό κονδύλι για τα δρομολόγια εξπρές, το οποίο απορρίφθηκε, ως αόριστο, έγινε δεκτή ως προς την πρώτη (1η) και δεύτερη (2η) των εναγομένων, ενεχόμενες και ευθυνόμενες η καθεμία από αυτές σε ολόκληρο, να καταβάλουν τον πρώτο (1ο) ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (16.654,78), στο δεύτερο (2ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων πεντακοσίων δέκα επτά ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (13.517,15), στον τρίτο (3ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων τριών ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (16.503,66) και στον τέταρτο (4ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (13.689,73), αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης τους.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες, έχοντες έννομο συμφέρον, ως ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι, κατά το μέτρο, που απορρίφθηκαν τα ένδικα αιτήματά τους, άσκησαν την υπό κρίση έφεση τους, παραπονούμενοι για τους λόγους, που ειδικότερα εκτίθενται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας την παραδοχή αυτών, ως βάσιμων, και στη συνέχεια την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έτσι ώστε, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η ένδικη υπόθεση, να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολο του αιτητικού της. Πλέον συγκεκριμένα, με τον πρώτο (1ο)  κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους, οι εκκαλούντες διατείνονται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με τους αναγνωρισθέντες, ως χρόνους πρόσθετης υπερωριακής απασχόλησης τους, χωρίς αυτό να εκτιμήσει τους ακριβείς χρόνους απόπλου και κατάπλου του εν λόγω πλοίου σύμφωνα με το εκτυπωμένο απόσπασμα της πληροφοριακής γραμμής THETIS, όπως αναλυτικά εκθέτουν στο εφετήριο. Περαιτέρω, με το δεύτερο (2ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους, οι εκκαλούντες διατείνονται για πλημμέλεια της εκκαλούμενης, καθώς αφενός μεν τους επιδίκασε μικρότερα χρηματικά ποσά από αυτά, που δικαιούνται με βάση την πραγματική πρόσθετη υπερωριακή απασχόλησή τους στο εν λόγω πλοίο, αφετέρου δε κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου δεν δέχθηκε την αναδρομική ισχύ των Σ.Σ.Ν.Ε. των ετών 2018 και 2019 στις ατομικές συμβάσεις τους παροχής ναυτικής εργασίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο εφετήριο, με συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να προβεί σε εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών τους. Εξάλλου, με τον τρίτο (3ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους οι εκκαλούντες διατείνονται κατ’ εκτίμηση του σχετικού λόγου για εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου λόγω αοριστίας της ένδικης αγωγής ως προς την τρίτη (3η) εναγόμενη εταιρεία, καταδικάζοντας αυτούς στη δικαστική δαπάνη της, χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις και όροι. Τέλος, με τον τέταρτο (4ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους οι εκκαλούντες διατείνονται για πλημμέλεια της εκκαλούμενης αποφάσεως, συνιστάμενη στην από πλευράς του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου για τα δρομολόγια εξπρές, ως απαράδεκτου λόγω αοριστίας αυτού, ενώ αντίθετα, εάν εφάρμοζε ορθά το Νόμο, θα έπρεπε να κάνει αυτό δεκτό.

Οι κατά τα παραπάνω λόγοι της ένδικης εφέσεως τυγχάνουν επαρκώς ορισμένοι, δεκτικοί δικαστικής αξιολόγησης και παραδεκτά προβαλλόμενοι, πρέπει δε να εξεταστούν ως προς τη βασιμότητά τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(ΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, στην οποία προβλέπεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: (α)σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου, (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει ότι η χωρίς πληρότητα αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία  αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΑΠ 1611/2008 Δ 2008/1131, ΑΠ 187/2006 Δ 2006/907), δεδομένου ότι στην περίπτωση της ελλιπούς ή ασαφούς αγωγής το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκτίμηση των ισχυρισμών του ενάγοντος από νομική και ουσιαστική άποψη, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδεις ελλείψεις, οι οποίες είναι δυνατόν, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ να συμπληρωθούν, να διευκρινιστούν και να διορθωθούν με τις προτάσεις. Σε περίπτωση δε αμφιβολίας περί της πληρότητας ή όχι των αναγκαίων γεγονότων, λογίζεται έγκυρη η αγωγή, εφόσον οι ελλείψεις του δικογράφου της δεν δυσχεραίνουν την άσκηση ανταπόδειξης από τον εναγόμενο (ΕφΠειρ 33/2002 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από την εισαγωγή του εν προκειμένου εφαρμοστέου προϊσχύσαντος Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ – ν. 3816/1958), όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 84, 105 και 106 αυτού, γίνεται διάκριση μεταξύ των εννοιών της πλοιοκτησίας, της κυριότητας πλοίου και του εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε, όταν τα τελευταία αυτά στοιχεία αποχωρίζονται, να υπάρχει αφενός κυριότητα του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός. Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 105-106 του ΚΙΝΔ, εφοπλιστής είναι αυτός, που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε άλλο πρόσωπο. Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.), είτε σε απλή πραγματική κατάσταση. Βασική, πάντως, προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και, εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του. Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 84, 105, 106 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απαίτηση από την εκμετάλλευση του πλοίου σε βάρος του εφοπλιστή, δηλαδή εναντίον εκείνου, που εκμεταλλεύεται ξένο πλοίο, μπορεί ο δανειστής να στραφεί κατά του εφοπλιστή και κατά του κυρίου του πλοίου. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει, κατά νομική κυριολεξία, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 Α.Κ.), διότι οφειλέτης της απαίτησης που πηγάζει από την εκμετάλλευση του πλοίου είναι μόνο ο εφοπλιστής, ενώ ο απλός κύριος του πλοίου ευθύνεται εκ του νόμου για την απαίτηση αυτή μόνο με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, το πλοίο, συμπεριλαμβανομένων των συστατικών και των παραρτημάτων αυτού. Δεν υπάρχει παράλληλη προσωπική ευθύνη του κυρίου του πλοίου για τις απαιτήσεις που πηγάζουν από τον εφοπλισμό, αλλά η ευθύνη του κυρίου του πλοίου είναι πραγματοπαγής και περιορισμένη (νόθος παθητική εις ολόκληρον ενοχή), εφόσον ο τελευταίος ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, μπορεί δε να στραφεί και κατά του τελευταίου ο δανειστής του εφοπλιστή, για να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο και κατ’ αυτού και είναι υποχρεωμένος μόνο να δεχθεί την αναγκαστική εκποίηση του πλοίου του για την ικανοποίηση των εκ του εφοπλισμού απαιτήσεων. Ενάγεται δε και αυτός (ο κύριος) απλώς και μόνο για να υπάρχει τίτλος εκτελεστός και κατ’ αυτού (Α.Π. 776/2010, Α.Π. 1549/2006, Α.Π. 799/2001, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 590/2023, Εφ.Πειρ. 402/2023, www.efeteio-peir.gr).  Περαιτέρω, ο απλός κύριος του πλοίου για τις απαιτήσεις τρίτων, που απορρέουν από τον εφοπλισμό, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις, που απορρέουν από συμβάσεις ναυτολόγησης των μελών του πληρώματος, δηλαδή αξιώσεις από σύμβαση παροχής ναυτικής εργασίας, ευθύνεται με το πλοίο, δηλαδή μέχρι της αξίας του πλοίου, νομιμοποιούμενος παθητικά στη δίκη, ενώ ο εφοπλιστής ευθύνεται απεριόριστα με όλη την περιουσία του και μάλιστα σε ολόκληρο με τον κύριο του πλοίου (Α.Π. 991/1991, Ε.Εργ.Δ. 51, 1092, Α.Π. 48/1988, Ε.Εργ.Δ. 48, 315, Εφ.Πειρ. 590/2023, Μον. Εφ.Πειρ. 677/2023 ό.α.). Κρίσιμη επομένως για την κατάφαση πλοιοκτησίας ή εφοπλισμού είναι η διαπίστωση του εάν ο  φορέας της εκμετάλλευσης του πλοίου συμπίπτει με το φορέα του δικαιώματος της κυριότητας σε αυτό, καθώς στην πρώτη περίπτωση υφίσταται πλοιοκτησία ενώ στη δεύτερη εφοπλισμός. Ως εκμετάλλευση του πλοίου νοείται η κερδοσκοπική διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών με οποιονδήποτε τρόπο (ΤριμΕφΠειρ. 874/2013, ΕΝαυτΔ 2013/422) και οποιοδήποτε αντικείμενο, όπως [και] η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων (ΤριμΕφΠειρ. 468/2011, ΕΝαυτΔ 2012/39 = ΕΕμπΔ 2012/ 681 = Αρμ. 2012/1288 = Ε7 2013/111). Ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο οργανώνει οικονομικά τα μέσα, έμψυχα και υλικά, που είναι αναγκαία για την άσκηση με αυτό ναυσιπλοΐας με σκοπό το κέρδος και, ειδικότερα, συνάπτει τις σχετικές με την επιχειρηματική δραστηριότητα συμβάσεις, μεριμνά για τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την αξιοπλοΐα του πλοίου, ενώ προσλαμβάνει, μισθοδοτεί, απολύει και, με τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, αποζημιώνει το πλήρωμα, όντας το υποκείμενο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες που καταρτίζει ο πλοίαρχος και ενέχεται προσωπικά έναντι των δανειστών για την εκπλήρωσή τους, ενεργώντας πάντοτε για το δικό του οικονομικό συμφέρον είτε είναι ταυτόχρονα και ο κύριος του πλοίου είτε τρίτος, που, συνήθως, έλκει το δικαίωμα της εκμετάλλευσής του από αυτόν, δηλαδή ο εφοπλιστής. Και τούτο διότι κατά την έννοια του νόμου βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί πράγματι για δικό του λογαριασμό τη ναυτιλιακή επιχείρηση, που συγκροτεί το πλοίο και, εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΑΠ 776/2010, ΕΝαυτΔ 2011/314 = Ε7 2012/373, ΑΠ 5/2009, Αρμ. 2009/1885 = ΔΕΕ 2009/800, ΑΠ 271/1998, ΕΝαυτΔ 1998/279, Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, 2020, § 19, αρ. 769 επομ., σελ. 397 επομ., Α. Αντάπασης, Ιδιωτικό ναυτικό δίκαιο, 2015, σελ. 399 επομ., Ι. Ρόκας/Γ. Θεοχα ρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2021, αρ. 201, σελ. 102, Ι. Κοροτζής, Κυριό τητα πλοίου, πλοιοκτησία και εφοπλισμός, σε Δνη 1986/1098 επομ. [1102], Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 105, § 2, σελ. 323, βλ. και Λ. Γεωργακόπουλο, Ναυτικό Δίκαιο, 2006, § 19, ΙΙ 1, σελ. 127), ενώ ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του εφοπλισμού αποτελεί η ανάληψη από τον εφοπλιστή της ναυτικής ή τεχνικής διεύθυνσης του πλοίου (ΑΠ 1145/2003, ΕΝαυτΔ 2003/432 =  Δνη 2004/458 = ΕΕμπΔ 2004/819 = ΧρΙΔ 2004/55, ΜονΕφΠειρ. 184/2021, ΜονΕφΠατρ. 216/2021, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 468/2011, ΕΝαυτΔ 2012/39 = ΕΕμπΔ 2012/681 = Αρμ. 2012/1288 = Ε7 2013/111, βλ. και ΑΠ 777/2015, Ε7 2016/572), που ασκείται μέσω, αφενός, του πλοιάρχου που κατ’ άρθρο 106 § 1 ΚΙΝΔ διορίζεται από αυτόν και, αφετέρου, των μελών του πληρώματος, που προσλαμβάνονται μεν από τον πλοίαρχο (άρθρο 53 ΚΙΝΔ), ο οποίος όμως συμβάλλεται ως άμεσος αντιπρόσωπός του (βλ. άρθρο 39 ΚΙΝΔ και Δ. Καμβύση, ο.π., άρθρο 53, § 3, σελ. 136, τον ίδιο, Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1977, σελ. 64). Πάντως, η εφοπλιστική ιδιότητα δεν συνιστά αυτοτελή λόγο ευθύνης. Αυτή, αν υπάρχει, θεμελιώνεται στην έννομη σχέση, που αποτελεί το γενεσιουργό της λόγο. Έτσι, ο εφοπλιστής ευθύνεται για την ικανοποίηση ναυτεργατικών απαιτήσεων, εφόσον έχει και την ιδιότητα του εργοδότη των ναυτικών, που απασχολούνται στο πλοίο, που τελεί υπό εφοπλισμό (ΕφΠειρ. 832/2008, ΕΝαυτΔ 2009/13, Α. Αντάπασης, Εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο και προστασία των ναυτικών δανειστών, σε Η προστασία των ναυτικών δανειστών – Πρακτικά και Εισηγήσεις 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1992, έκδοση ΔΣΠ, 1994, σελ. 437 – 538 [506]). Εφόσον δε η πρόσληψη του πληρώματος αποτελεί πράξη εκμετάλλευσης του πλοίου (ΑΠ 591/1988, ΕΕμπΔ 1988/496 = Δνη 1989/84 = ΕΝαυτΔ 1989/37), η αναφορά στην αγωγή με την οποία ασκούνται ναυτεργατικές αξιώσεις περισσότερων εργοδοτών του ενάγοντος ναυτικού ισοδυναμεί με την επίκληση συνεκμετάλλευσης του πλοίου από περισσότερα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, η οποία όμως δεν συνεπάγεται και συνεφοπλιστεία, καθώς η έννοια αυτής δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο, αφού όταν περισσότερα πρόσωπα συναποφασίζουν να εκμεταλλευθούν από κοινού ένα πλοίο θα δρουν είτε υπό μορφή εμπορικής εταιρίας, η οποία θα έχει και την εφοπλιστική ιδιότητα είτε στα πλαίσια αφανούς εταιρίας, οπότε εφοπλιστής θα είναι ο εμφανής εταίρος (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 774, σελ. 401, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο Ι, 2005, σελ. 139 – 140). Και τούτο υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το υπό συνεκμετάλλευση πλοίο είναι ξένο έναντι όλων των εκμεταλλευόμενων αυτό, αφού, αν ανήκει κατά κυριότητα σε κάποιον από αυτούς, ο τελευταίος, ναυτολογώντας στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό το πλήρωμα, αποκτά την ιδιότητα του πλοιοκτήτη, γεγονός που αποκλείει τον εφοπλισμό του πλοίου του. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία από την εκμετάλλευση του πλοίου γεννώνται κατά του εφοπλιστή απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, όπως σημειώθηκε, και εκείνες που απορρέουν από συμβάσεις ναυτολόγησης των μελών του πληρώματος, δηλαδή αξιώσεις από συμβάσεις παροχής ναυτικής εργασίας (ΑΠ 1549/2006, Δνη 2006/1436 = Αρμ. 2007/549, Μον. ΕφΠειρ. 590/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι δανειστές μπορούν, όπως συνάγεται από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΚΙΝΔ, να στραφούν τόσο κατά του εφοπλιστή όσο και κατά του κυρίου του πλοίου, ο οποίος, μολονότι δεν είναι προσωπικός οφειλέτης των ναυτικών, εντούτοις υπέχει εκ του νόμου ευθύνη για την ικανοποίηση των  απαιτήσεών τους (ΜονΕφΠειρ. 595/2020, Αρμ. 2023/648). Αυτή  η ex lege ευθύνη απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητας επί του πλοίου και είναι πραγματοπαγής και περιορισμένη, με την έννοια ότι ο κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο με το συγκεκριμένο στοιχείο της περιουσίας του και μέχρι την αξία του, ενώ, αντιθέτως, ο εφοπλιστής ευθύνεται προσωπικά και απεριόριστα με όλη την περιουσία του (ΑΠ 689/2013, ΕΝαυτΔ 2013/183 = ΧρΙΔ 2013/688 = Ε7 2014/424 = ΕΕμπΔ 2013/946, για τη διαφορά του νόμιμου λόγου ευθύνης εφοπλιστή και απλού κυρίου του πλοίου βλ. και ΜονΕφΠειρ. 91/2019, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο). Μεταξύ των προσώπων αυτών δεν υπάρχει παθητική σε ολόκληρο ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ (ΑΠ 994/2007, ΕΝαυτΔ 2007/385 = ΠειρΝ 2008/199), δεδομένου ότι ο κύριος του πλοίου ευθύνεται μεν για την πληρωμή των απαιτήσεων από τον εφοπλισμό αλλά δεν είναι οφειλέτης του δανειστή και μάλιστα προσωπικός, αφού απλώς υποχρεούται να δεχθεί την αναγκαστική εκποίηση του πλοίου για την ικανοποίηση αλλότριου χρέους (ΑΠ 1652/1995, Δνη 1997/1569). Τούτο σημαίνει ότι ο απλός κύριος του πλοίου, όταν η αγωγή στρέφεται και εναντίον του, ομοδικεί μεν με τον εφοπλιστή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 74 αρ. 1 περ. α΄ ΚΠολΔ (απλή ομοδικία, βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ. 809/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 916/1986, ΕΝαυτΔ 1989/459 = ΠειρΝ 1986/460, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 1993, § 40, σελ. 150 επομ., Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η  ομοδικία εν τη πολιτική δίκη, 1970, σελ. 112), επειδή η ευθύνη του κυρίου αφορά την οφειλή του εφοπλιστή, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αλλά δεν καταδικάζεται στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του τελευταίου εις ολόκληρον μαζί του (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 804, σελ. 414, αντίθετος ο Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2005, άρθρο 106, αρ. 2, σελ. 81). Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, πρώτον, ότι στη σύμβαση ναυτολόγησης εργοδότης του ναυτικού μπορεί να είναι είτε ο πλοιοκτήτης είτε ο εφοπλιστής (Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, 1990, αρ. 157, σελ. 104, Ν. Δελούκας, Ναυτικόν Δίκαιον, 1979, § 127, σελ. 202 επομ.), όχι όμως και οι δύο, ενεργώντας από κοινού, δεύτερον, ότι ο δανειστής των απαιτήσεων από τον εφοπλισμό δύναται να στραφεί, επιδιώκοντας την ικανοποίησή τους τόσο σε βάρος του εφοπλιστή όσο και κατά του κυρίου του πλοίου, σωρεύοντας μάλιστα τις αξιώσεις του (υποκειμενικώς) στο ίδιο δικόγραφο και, τρίτον, ότι για την πληρότητα του περιεχομένου της αγωγής αυτής θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύεται, κατά το υιοθετούμενο από τον έλληνα δικονομικό νομοθέτη σύστημα του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της πολιτικής δίκης, υπό την σύγχρονη εκδοχή του, της λειτουργίας του κανόνα δικαίου (περί του οποίου βλ. αναλυτικά σε Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, ΙΙ, 2005, § 60, σελ. 142 επομ. και Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 24 επομ.), ο νόμιμος λόγος ευθύνης εκάστου εναγομένου και, συγκεκριμένα, όσον αφορά τον εφοπλιστή, η έννομη σχέση του με τον ενάγοντα, από την οποία απορρέει το επίδικο χρέος του και, όσον αφορά τον κύριο του πλοίου, η έννομη σχέση η οποία τον συνδέει με αυτό και, ειδικότερα, το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του πλοίου, ο αποχωρισμός από αυτό της εκμεταλλεύσεως του πράγματος και η ανάληψη αυτής από τον έτερο εναγόμενο (τον εφοπλιστή), δηλαδή τα περιστατικά που κατά νόμο επάγονται την ευθύνη του κυρίου για αλλότριο χρέος. Με δεδομένο, επομένως, ότι η ευθύνη καθενός εναγομένου έχει διαφορετικό περιεχόμενο και πραγματικό (ΑΠ 1652/1995, ο.π., ΕφΠειρ. 19/1998, ΠειρΝ 1998/58), η σωρευτική αναφορά στο ίδιο δικόγραφο του ότι καθένας εναγόμενος, εκτός από την αντίστοιχη ιδιότητα του εφοπλιστή και του απλού κυρίου του πλοίου, έχει συγχρόνως και την ιδιότητα του εργοδότη του αντιδίκου του, επειδή προσέλαβε το ναυτικό που ενάγει για την ικανοποίηση αξιώσεών του από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, καθιστά την αγωγή αντιφατική και αόριστη ως προς το νόμιμο λόγο ευθύνης καθενός εναγομένου (ΜονΕφΠειρ. 27/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ποιος από αυτούς ενάγεται ως συμβατικός οφειλέτης του ενάγοντος και ποιος ως εκ του νόμου ευθυνόμενος απέναντί του, δεδομένου ότι η σύμπτωση των ιδιοτήτων αυτών στο ίδιο πρόσωπο δεν είναι νοητή και η ευθύνη εκάστου εναγομένου θα είναι είτε προσωπική και ενοχική είτε πραγματοπαγής (ΜονΕφΠειρ. 129/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πράγματι, η αναφορά ότι ο φερόμενος ως απλός κύριος του πλοίου συμβλήθηκε στη σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος, χωρίς να (εκτίθεται ότι) ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του εφοπλιστή (άρθρο 211 ΑΚ, βλ. σχετ. και Α. Κιάντου – Παμπούκη, ο.π., § 24, σελ. 93, Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2005, άρθρο 106, αρ. 1, σελ. 80), αναιρεί τον αλλότριο χαρακτήρα του χρέους για την εκπλήρωση του οποίου ενάγεται και, ταυτόχρονα, προκαλεί σύγχυση, καθιστά ασαφή και εν τέλει ανατρέπει τον αγωγικό ισχυρισμό περί της ύπαρξης εφοπλισμού στο πλοίο. Η αοριστία των ισχυρισμών του ενάγοντος προκαλεί το απαράδεκτο της αγωγής του, το οποίο αποτελεί την κύρωση που συνεπάγεται η αδυναμία λειτουργίας του υπαγωγικού συλλογισμού (Γ. Μητσόπουλος, Σκέψεις ως προς την «αοριστίαν» της βάσεως της αγωγής, σε Δνη 1995/1 επομ.) και η, κατ’ αποτέλεσμα, αποστέρηση του δικαστηρίου από τη δυνατότητα να διακρίνει το είδος και την έννοια των εννόμων σχέσεων, που καθίστανται επίδικες (Ν. Κλαμαρής, Ζητήματα εννόμου συμφέροντος, αοριστίας της αγωγής και επιδείξεως εγγράφων υπό το πρίσμα του συνταγματικού δικονομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας, σε Δνη 2003/598 επομ. [604]). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 105 ΚΙΝΔ, αυτός που εκμεταλλεύεται «δι’ εαυτόν» πλοίο που ανήκει σε άλλον οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως, από κοινού με τον κύριο του πλοίου, στη λιμενική αρχή του τόπου της νηολογήσεως και, αν τέτοια δήλωση παραλειφθεί, θεσπίζεται νόμιμο τεκμήριο περί του ότι ο κύριος του πλοίου το εκμεταλλεύεται για δικό του λογαριασμό, ων, επομένως, πλοιοκτήτης (ΑΠ 477/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 954/2004, ΕΝαυτΔ 2004/342). Το τεκμήριο είναι μαχητό (ΑΠ 1988/2014, ΕΕμπΔ 2016/139, ΑΠ 48/1988, Δνη 1989/62 = ΕΕΝ 1989/61 = ΕΕΔ 1989/315 = ΕΝαυτΔ 1989/179) και μπορεί να ανατραπεί από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον, αν αποδείξει την εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτον, δεδομένου ότι, επειδή ακριβώς οι διατυπώσεις δημοσιότητας του εφοπλισμού δεν έχουν συστατική ενέργεια και η τήρησή τους δεν αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση της εφοπλιστικής ιδιότητας ούτε αναπληρώνει τους ουσιαστικούς όρους κτήσης της, δηλαδή την οικονομική εκμετάλλευση και τη ναυτική διεύθυνση του ξένου πλοίου για ίδιο λογαριασμό (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 787, σελ. 405, Ι. Κοροτζής, ο.π., άρθρο 105, αρ. 5.1, σελ. 78, Τρ. Σταυρακίδης, Η Σύγκρουση Πλοίων, 2020, αρ. 257, σελ. 178), είναι ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ποιος έχει πράγματι την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού ή τρίτος (ΑΠ 11/2009, ΕΝαυτΔ 2009/1, ΤριμΕφΠειρ. 436/2018, ΕΕμπΔ 2019/907, ΜονΕφΠειρ. 76/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η κοινή δήλωση του εφοπλιστή και του κυρίου του πλοίου αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου (ΤριμΕφΠειρ. 437/2018, ΕΝαυτΔ 2018/250), δεδομένου ότι για τις απαιτήσεις από τον εφοπλισμό ευθύνεται μεν απεριόριστα ο εφοπλιστής, υπέγγυο, όμως, για την ικανοποίησή τους παραμένει και το πλοίο, με αποτέλεσμα ο κύριός του να υπέχει παράλληλη, κατά τα ανωτέρω, πραγματοπαγή και περιορισμένη ευθύνη. Μολονότι δε η λειτουργία αλλά και η δυνατότητα ανατροπής του τεκμηρίου προβλέπεται μόνο για την περίπτωση της παράλειψης τηρήσεως των διατυπώσεων δημοσιότητας της εφοπλιστικής σχέσης, εντούτοις, ορθώς γίνεται δεκτή (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 787, σελ. 406 επομ., Α. Αντάπασης, ο.π., σελ. 491, Ι. Κοροτζής, ο.α.π., σελ. 79) η δυνατότητα και του εμφανιζόμενου στο νηολόγιο ως εκμεταλλευόμενου το πλοίο να αντιτάξει στους τρίτους δανειστές ότι αυτός που εκμεταλλεύεται πράγματι το πλοίο δεν είναι ο ίδιος (ο φαινόμενος εφοπλιστής) αλλά ο κύριός του. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός είναι αντιτάξιμος στους τρίτους μόνον όταν αυτοί τελούν σε γνώση του προσώπου που εκμεταλλεύεται πράγματι το πλοίο, καθώς μόνον τότε η προβολή του δεν προσβάλλει την εμπιστοσύνη που η πανηγυρική δήλωση περί εφοπλισμού δημιούργησε. Ο ίδιος ισχυρισμός μπορεί να αποδειχθεί με κάθε τρόπο και μέσο (Ι. Ρόκας/Γ. Θεοχαρίδης, ο.π., αρ. 215, σελ. 109) και, επί ναυτεργατικών αξιώσεων, θα ευδοκιμήσει όταν προκύψει ότι αντισυμβαλλόμενος του ενάγοντος ναυτικού στη σύμβαση ναυτικής εργασίας (έστω αντιπροσωπευθείς αμέσως από το φαινόμενο εφοπλιστή), οφειλέτης της μισθοδοσίας του και πληρωτής των αποδοχών του είναι στην πραγματικότητα όχι εκείνος που εμφανίζεται στο νηολόγιο ως εφοπλιστής αλλά ο κύριος του πλοίου (ΑΠ 591/1988, ο.π., ΕφΠειρ. 186/1994, ΕΝαυτΔ 1995/107, ΕφΠειρ. 584/1994, ΕΝαυτΔ 1995/343). Στην περίπτωση αυτή, η ανατροπή του φαινόμενου εφοπλισμού θα έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του εναχθέντος υπό την εφοπλιστική ιδιότητα από την ευθύνη για την αποπληρωμή των χρεών του πλοίου και την ίδρυση αντίστοιχης ευθύνης του κυρίου του πλοίου, που θα θεωρηθεί πλέον πλοιοκτήτης (Μον. Εφ. Πειρ. 416/2024 Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Εξάλλου, στη ναυτιλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως είναι ευρέως γνωστό, παρουσιάζουν ιδιαίτερη διάδοση οι συμβάσεις διαχειρίσεως πλοίων άλλων. Ειδικότερα, έχουν εμφανιστεί οι ακόλουθες μορφές τέτοιων συμβάσεων: (α) Οι συμβάσεις τεχνικής διαχειρίσεως πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, αναλαμβάνει τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και τη στελέχωση του πλοίου και (β) Οι συμβάσεις τεχνικής και εμπορικής διαχειρίσεως πλοίων άλλων, στις οποίες τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοιοκτήτη, έχει επιπλέον την επιμέλεια της εκναυλώσεως, της εισπράξεως των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων και της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων τους. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί εταιρίες, οι οποίες κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό έχουν να διαχειρίζονται τα πλοία άλλων. Σχετικά το Baltic and International Maritime Council (BIMCO) δημοσίευσε το έτος 1988 τυποποιημένες συμφωνίες για τη διαχείριση πλοίων, όπως ανανεώθηκαν το έτος 2009 και είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της καταρτιζόμενης σύμβασης διαχείρισης, ο πλοιοκτήτης αναθέτει για ορισμένο χρόνο τη διαχείριση πλοίου του σε άλλον, τον διαχειριστή, ο οποίος έχει ευρύτατες εξουσίες, που αφορούν την τεχνική, είτε τόσο την τεχνική όσο και την εμπορική διαχείριση του πλοίου. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ο διαχειριστής προβαίνει σε εκναύλωση του πλοίου σύμφωνα με τις οδηγίες του πλοιοκτήτη, υποχρεούται όμως να λάβει τη συναίνεση του όταν πρόκειται να εκναυλώσει το πλοίο για χρόνο μεγαλύτερο από τη διάρκεια της διαχειριστικής του εξουσίας, προσδιορίζει τους ναύλους και τις επισταλίες και επιδιώκει την είσπραξη τους, ενημερώνει τον πλοιοκτήτη για τα ταξίδια του πλοίου, επιμελείται τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων, που πηγάζουν από την οικονομική διαχείριση του πλοίου και την απόκρουση των αγωγών ή άλλων δικαστικών μέτρων κατά του πλοίου. Η ενοχική σχέση, που συνδέει τον διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη, είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. (ΕφΠειρ 19/2019, ΕφΠειρ 740/2018, ΕφΠειρ 269/2016, ΕφΠειρ 195/2015 ΔΕΕ 2015, 718, ΕφΠειρ 110/2014, ΕφΠειρ 63/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 497/2013 ΔΕΕ 2013, 824 – ΕΝΔ 2013, 110 – ΕΕμπΔ 2013, 950, Λ. Αθανασίου, Η σύμβαση διαχείρισης εταιρίας, σε ΕλλΔνη 2004, 973 επ. [979], Στ. Γεωργιάδη, Η σύμβαση διοίκησης και διαχείρισης επιχείρησης [management agreement], σε ΧρΙΔ 2003, 603 επ. [606]).). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, λόγω ελλείψεως ειδικών διατάξεων στον Εμπορικό Νόμο και τον ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε, συνάγεται ότι για την προστασία του συμφέροντος του τρίτου και την ασφάλεια των συναλλαγών πρέπει, προκειμένου η δήλωση βουλήσεως να ενεργήσει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπρόσωπος να αποκαλύπτει κατά τρόπο έκδηλο προς εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, ότι η ενέργεια της δικαιοπραξίας θα επέλθει ευθέως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου. Απαιτείται, δηλαδή, να προκύπτει σαφώς ότι η επιχειρούμενη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία του αντιπροσωπευόμενου, διότι ο νόμος αποδέχεται για την άμεση αντιπροσώπευση την αρχή του εμφανούς συναλλασσομένου. Η κατά τον τρόπο αυτό φανερή δήλωση στο όνομα άλλου υπάρχει, όχι μόνον όταν ρητώς δηλώνει ο αντιπρόσωπος ότι ενεργεί για τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά και όταν από όλες τις περιστάσεις προκύπτει ότι η δήλωση του αντιπροσώπου έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου (σιωπηρή αντιπροσώπευση), με εξαίρεση βεβαίως την περίπτωση εκείνη, κατά την οποία η δικαιοπραξία υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση αγωγής, με την οποία ο δανειστής αξιώνει την εκπλήρωση συμβατικής απαίτησης του προερχόμενης από σύμβαση, που εξυπηρετεί τη λειτουργία του πλοίου, γίνεται ρητή επίκληση της ιδιότητας του εναγομένου, ως διαχειριστή του πλοίου και επομένως, της συμμετοχής του στη σύμβαση καταρχήν στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, ο ενάγων υπέχει καταρχάς το βάρος επικλήσεως των περιστατικών, που δικαιολογούν την άσκηση της προσωπικά εναντίον του (άρθρο 216 § 1 περ. α ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του εναγομένου (Φ. Δωρής, Ζητήματα νομιμοποίησης των διαδίκων, ιστορικής βάσης της αγωγής και κατανομής του «βάρους απόδειξης» επί διαφορών από συμβάσεις συναπτόμενες δια πληρεξουσίου, σε Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Νικόλαο Κλαμαρή, 2016, σελ. 159 επομ. [160], ο ίδιος, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου Αστικός Κώδικας, 2η έκδοση [2016], τόμος Ι β, Γενικές Αρχές, άρθρο 211, αρ. 118, σελ. 1038, ο ίδιος, Η δι’ αντιπροσώπου συναλλαγές στο ιδιωτικό δίκαιο, 2021, σελ. 189) και μόνον αν ανταποκριθεί σ’ αυτό ενεργοποιείται το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσης της αγωγής του, εφόσον, βεβαίως, αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο. Οφείλει δηλαδή ο στρεφόμενος με αγωγή κατά του διαχειριστή του πλοίου να επικαλεστεί το λόγο, για τον οποίο ο εναγόμενος κατέστη, κατ’ εξαίρεση, ο από τη σύμβαση ατομικά υπόχρεος και κατ’ ουσία, να διευκρινίσει ότι ο τελευταίος, αν και διαχειριστής του πλοίου, είτε συμβλήθηκε χωρίς κατά την κατάρτιση της σύμβασης να δηλώσει ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ούτε τούτο προέκυπτε από τις περιστάσεις, είτε ότι συμβαλλόμενος υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας. Αν τέτοια αναφορά ελλείπει και το αγωγικό δικόγραφο δεν συμπληρωθεί με τη μνεία των όρων παραγωγής ατομικής ευθύνης του διαχειριστή μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, δημιουργείται ασάφεια ως προς το πρόσωπο του υπόχρεου από τη σύμβαση και, επομένως, περί το υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης και η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. Αν πάλι ο ενάγων προσδώσει στον εναγόμενο, που συμβλήθηκε μαζί του, την ιδιότητα του διαχειριστή του πλοίου και συγχρόνως από το περιεχόμενο της αγωγής καθίσταται σαφές είτε ότι ο τελευταίος δήλωσε ρητώς ότι ενεργούσε επ’ ονόματι και για λογαριασμό τρίτου, όπως συμβαίνει όταν από τους αγωγικούς ισχυρισμούς προκύπτει η ταυτότητα του τρίτου αυτού είτε ότι η αντιπροσώπευση του τρίτου από τον εναγόμενο συναγόταν από τις διαγνωστές εκ μέρους του ενάγοντος περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν εκτίθεται η εν γνώσει του ενάγοντος παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων ή η αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών από ναυτικό, απασχολούμενο στο πλοίο και ενεργούντα για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου αυτό πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, τρίτου σε σχέση με το διαχειριστή του πλοίου, η αγωγή θα απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως παθητικά ανομιμοποίητη, επειδή υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ο εναγόμενος διαχειριστής δεν υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης από την επίδικη σύμβαση. Το ίδιο θα συμβεί ακόμα και αν η ίδια αγωγή στραφεί κατ’ αμφοτέρων, δηλαδή του εκμεταλλευόμενου το πλοίο και του διαχειριστή τούτου με αίτημα καταδίκης τους στη σε ολόκληρο εκπλήρωση της συμβατικής παροχής. Και τούτο διότι η εναγωγή του πρώτου αποκλείει την ταυτόχρονη συνεναγωγή του δεύτερου για το ίδιο χρέος, αφού αυτό μπορεί να έχει γεννηθεί μόνο στο πρόσωπο είτε του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή από τη δράση του διαχειριστή, ως αμέσου αντιπροσώπου του, είτε στο πρόσωπο του τελευταίου, εάν αυτός κατά την κατάρτιση της σύμβασης δε δήλωσε ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ούτε τούτο προέκυπτε από τις περιστάσεις είτε όταν υπήρξε υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας. Παθητικώς νομιμοποιημένη θα είναι η ίδια αγωγή μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων επικαλεστεί με το δικόγραφο της, ως νόμιμο λόγο παραγωγής παράλληλης ευθύνης διαχειριστή και εκμεταλλευόμενου το πλοίο, την κατάρτιση άλλης συμβάσεως, διαφορετικής από αυτήν, από την οποία απορρέει η επίδικη απαίτηση, με βάση την οποία ο πρώτος είτε κατέστη παρεπομένως υπόχρεος, επειδή εγγυήθηκε το ξένο χρέος ως αυτοφειλέτης είτε αναδέχθηκε σωρευτικά το χρέος του δεύτερου. Από την άλλη, ο εναγόμενος προτείνων, κατ’ ένσταση, προς απόρριψη της κατ’ αυτού αγωγής, στηριζομένης σε δικαιοπραξία, που φέρεται ότι έχει συναφθεί στο δικό του όνομα, ότι ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, ο ίδιος φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει τα αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία συνάπτονται με την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου, δηλαδή είτε ότι η δικαιοπρακτική του δήλωση έγινε ρητώς στο όνομα άλλου, είτε τουλάχιστον ότι η ενέργεια του αυτή στο όνομα του άλλου μπορούσε να συναχθεί από τις διαγνωστές στον αντισυμβαλλόμενο του περιστάσεις (ΑΠ 1422/2007 ΕλΔνη 2009 103, ΑΠ 929/2004 ΕλΔνη 46 1661, ΕφΠειρ 510/2022 δημ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2044/1998 ΕλΔνη 39 606, ΕφΑθ 6693/1997 ΝοΒ 46 650, ΕφΑθ 9826/1989 ΕλΔνη 32 1631). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό αυτής, δηλαδή σε περιστατικό, το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το Δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το Δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1859/2011).

Ενόψει των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι πράγματι αόριστη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μη διαλαμβάνουσα τα, κατ’ άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, αφού δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, οι λόγοι, που δικαιολογούν την άσκηση της σε βάρος της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, ώστε να προκύπτει ο σύνδεσμος των διαδίκων, προς την επίδικη έννομη σχέση και να είναι εφικτό να διαγνωσθεί η ύπαρξη της και η ατομική ευθύνη καθενός με βάση αυτήν. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, ως υπέχοντες το βάρος επικλήσεως των περιστατικών, που δικαιολογούν την άσκηση της προσωπικά εναντίον της τρίτης εναγόμενης εταιρείας και έτσι θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση της, όφειλε να επικαλεστεί με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της κατ’ ιδίαν ευθύνης της τρίτης των εναγομένων εταιρειών, από τις επίδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας και δη εις ολόκληρον, πλην όμως ουδόλως εκτίθενται τέτοια, καθόσον δεν αρκεί για την θεμελίωση της ευθύνης της, μόνη η επίκληση της ιδιότητας της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, ως διαχειρίστριας του επίδικου πλοίου, που ναυτολογήθηκαν οι ενάγοντες, ως συμβαλλόμενης στην σύμβαση ναυτολόγησης του, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται αν αυτή συμβλήθηκε στο όνομα της πλοιοκτήτριας και για δικό της λογαριασμό, ως αντιπρόσωπος της, ή χωρίς κατά την κατάρτιση της σύμβασης να δηλώσει ρητώς ότι ενεργεί για την πλοιοκτήτρια, ούτε τούτο μπορούσε να διαγνωστεί από τις περιστάσεις, είτε ότι συμβαλλόμενη υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής της εξουσίας, ούτως ώστε να υπέχει προσωπική ευθύνη. Εξάλλου, ουδόλως στοιχειοθετείται στο αγωγικό δικόγραφο με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών η επικαλούμενη εις ολόκληρον ευθύνη της τρίτης εναγομένης, ούτως ώστε να ευθύνεται σε ολόκληρο με τους λοιπούς για τις απορρέουσες υποχρεώσεις από την επίδικη σύμβαση εργασίας έναντι του ενάγοντος ναυτικού. Η εκτιθέμενη αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις προτάσεις των εναγόντων, άλλωστε δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, καθόσον δεν πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά για νομική αοριστία αυτής, αφού δεν περιέχονται στην αγωγή τα αναγκαία περιστατικά, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση των αγωγικών υποχρεώσεων, πολύ δε περισσότερο η εν λόγω αοριστία δεν μπορεί να καλυφθεί με την παραπομπή με την ένδικη έφεση στα επικαλούμενα από τους ενάγοντες έγγραφα, που αποδίδουν στην τρίτη εναγόμενη την ιδιότητα της διαχειρίστριας της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη σε παραδοχές περί αοριστίας  της ένδικης αγωγής, έσφαλε ως προς ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, πλην όμως κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή, με συνέπεια να συντρέχει περίπτω ση αντικατάστασης της σχετικής αιτιολογίας, κατ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ. (Μν. Εφ. Πειρ. 346/2023 Δημοσιευμένη στη σχετική Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Αναφορικά με τον τέταρτο (4ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:  Σε αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αμοιβής του πλοιάρχου ή μέλους του πληρώματος βάσει της οικείας Σ.Σ.Ν.Ε., λόγω εκτελέσεως «δρομολογίων εξπρές», τα αναγκαία στοιχεία, που πρέπει να περιέχονται σε αυτήν, προκειμένου να είναι ορισμένη, είναι η δρομολογιακή γραμμή προς εξυπηρέτηση της οποίας καθορίσθηκαν τα εν λόγω δρομολόγια, ο αριθμός των δρομολογίων κατά εβδομάδα, που είναι αναγκαίος για τον ως άνω υπολογισμό της σχετικής πρόσθετης αμοιβής, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος και, προκειμένου περί ημερόπλοιου ή πλοίου τοπικών γραμμών, η εκτέλεση δρομολογίων κατά τις νυκτερινές ώρες ή η επέκταση των δρομολογίων κατά τις ώρες αυτές (ΕφΠειρ 215/2020 δημ. στη βάση δεδομένων του Εφετείου Πειραιώς, Εφπειρ 350/2017, ΕφΠειρ 620/2014 δημ. Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Ε(ΡΓΙειρ 716/2011, ΕφΠειρ 283/2009 ΕΝαυ Δ 2009, 102, ΕφΠειρ 17/2013 ΕΝαυτΔ 2013, 167). Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες παραθέτουν τον αριθμό των δρομολογίων, που εκτελούσε το επίδικο πλοίο κατά τα χρονικά διαστήματα απασχόληση τους, χωρίς ωστόσο να μνημονεύονται οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η πρόσθετη αμοιβή, καθώς και σε ποια παράγραφο του άρθρου 33 των εφαρμοζόμενων ΣΣΝΕ ερείδονται οι σχετικές αξιώσεις. Ειδικότερα, ενώ για το χρονικό διάστημα από 07.01.2018 ως 09.03.2018 αναφέρεται ότι το πλοίο αναχωρούσε στις 6:45 χωρίς να μνημονεύεται ο αριθμός των εβδομαδιαίων τακτικών δρομολογίων, εάν δηλαδή υπερέβαιναν τα πέντε εβδομαδιαίως προκειμένου να υπολογισθεί αμοιβή είτε με την παρ. 4 είτε με την παρ. 5 του άρθρου 33. Επίσης, για το λοιπό χρονικό διάστημα αναφέρεται γενικά ότι τα δρομολόγια αυξομειώνονται χωρίς να αναφέρεται ότι το επίδικο πλοίο αν και ημερόπλοιο, η εκτέλεση των δρομολογίων του επεκτεινόταν και σε νυχτερινές ώρες (11:00 έως 7:00) και ποια ήταν τα νυχτερινά δρομολόγια. Με αυτές τις παραδοχές του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε ορθά και εφάρμοσε το άρθρο 33 των εφαρμοστέων Σ.Σ.Ν.Ε., κατά τον προσήκοντα τρόπο, και συνακόλουθα ορθά κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας το σχετικό αγωγικό κονδύλι, ως αόριστο, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγόντων, που συγκροτούν τον τέταρτο (4ο) κατά σειρά λόγο της ένδικης εφέσεως τους, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του ΑΝ. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία», που εκδόθηκε στο Κάιρο και αναδημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με τη Συντακτική Πράξη 21/1945, που κυρώθηκε με το Ν.32/1945, ο οποίος δεν τον κατάργησε ρητώς με αποτέλεσμα να εξακολουθεί, όπως συνάγεται έμμεσα, να ισχύει, ορίζεται ότι «Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινομένων ελευθέρως υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολιτικά επιδόματα…», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 εδαφ. α΄ του ίδιου νόμου «Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφόσον ήθελον κυρωθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν άλλας υφισταμένας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν, ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων». Οι νομοθετικές αυτές διατάξεις αποτελούν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας (ΜονΕφΠειρ 739/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επί των οποίων δεν εφαρμόζεται ο Ν.1876/ 1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύ σεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990), όπως προκύπτει από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του, μολονότι ο ίδιος δεν περιέχει σχετική ρητή διάταξη, όπως συνέβαινε με τον προϊσχύσαντα Ν.3239/1955 «Περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας (ΦΕΚ Α 125/18.05.1955), ο οποίος στο άρθρο 42 § 3 όριζε ρητά ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται επί της ρυθμίσεως των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας (ΑΠ 87/2000 Δνη 2000, 967 = ΕΕΔ 2001, 231). Επομένως, στις Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του Ν.1876/1990 για τη χρονική διάρκεια της συλλογικής διευθέτησης, την έναρξη της ισχύος της και τη λήξη της. Έτσι, οι Σ.Σ.Ν.Ε. μπορεί να είναι ορισμένου ή αόριστου χρόνου, χωρίς ως προς το ζήτημα της χρονικής διάρκειας τους να τίθεται νόμιμος περιορισμός, όπως συμβαίνει στις συλλογικές ρυθμίσεις της χερσαίας εργασίας κατ’ άρθρο 12 του Ν. 1876/1990. Κατά την ορθότερη άποψη, ratione personae, η Σ.Σ.Ν.Ε. ισχύει και πριν την κύρωση της από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας [Υ.Ε.Ν.] και δεσμεύει τις οργανώσεις, που συμβλήθηκαν για τη σύναψη της και τα μέλη τους, μετά δε την κύρωση της και τη νόμιμη δημοσίευση της κυρωτικής υπουργικής απόφασης, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν των οργανώσεων αυτών, δεσμεύοντας έκτοτε  εργοδότες και εργαζομένους, που είναι τρίτοι ως προς τα συμβληθέντα μέρη (ΑΠ 1905/1987 ΕΕΔ 1989/275, Δνη 1988/1387, ΕΕΝ 1989/49, ΕΝαυτΔ 1989/ 181, ΑΠ 1263/1987 ΕΕΝ 1988/669, ΕΕΔ 1988/1126, ΑΠ 1267/1987 ΕΕΝ 1988/673, ΕΕΔ 1988/1128, ΕφΠειρ 543/2022, ΜονΕφΠειρ 603/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χ. Αγαλλόπουλος, Ελληνικόν Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1960, σελ. 195, Α. Βερνάρδος, Το δίκαιον της ναυτικής εργασίας, 1980. Σελ. 88), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σχετίζονται με πλοίο, το οποίο ανήκει στην ίδια κατηγορία, την οποία αφορά η επεκτεινόμενη συλλογική  σύμβαση (ΑΠ 1702/1991 Δνη 1992/1606, ΕΕΔ 1992/934, ΕΝαυτΔ 1992/502, ΕΝαυτΔ 1993/383). Ειδικότερα, η δια του άρθρου 5 § 1 του ΑΝ 3276/1944 παρεχόμενη στον Υ.Ε.Ν. νομοθετική εξουσιοδότηση για την κύρωση της Σ.Σ.Ν.Ε., που καταρτίστηκε με τους όρους του ιδίου νόμου, αφορά μόνον την επέκταση της συμβατικής δέσμευσης σε τρίτους, που δεν έχουν  συμπράξει  στη  σύναψη της, η οποία είναι φυσικό να αρχίζει από το χρονικό σημείο της δημοσιεύσεως της κυρωτικής απόφασης, αφού αυτή, ως κανονιστική διοικητική πράξη, μπορεί να ορίζει μόνο για το μέλλον, δεδομένου ότι με την πιο πάνω διάταξη δεν παρασχέθηκε στον Υπουργό νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων αλλά απλά προσδιορίστηκε η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως  (ΜονΕφΠειρ 285/2015, ΜονΕφΠειρ 459/2015, Μον.Εφ. Πειρ 591/2014, ΜονΕφ. Πειρ 842/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011, ΕΝαυτΔ 2011/406, ΕΕμπΔ 2012/365). Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 5 § 1, επιτρέποντας τον μη ετεροκαθοριζόμενο ορισμό της χρονικής διάρκειας της δεσμεύσεως των συμβαλλομένων, θέτει η ίδια εξουσιοδοτικό κανόνα προς τους φορείς της συλλογικής αυτονομίας να καθορίσουν τα χρονικά όρια ισχύος της κοινής βουλήσεως τους. Επομένως, εφόσον εγκύρως δίδεται στις Σ.Σ.Ν.Ε. αναδρομική ισχύς κατά τη σύναψη τους, οι ρυθμίσεις τους καταλαμβάνουν και όσες ατομικές συμβάσεις καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι αυτήν (Μον. ΕφΠειρ 371/2016, ΜονΕφΠειρ 376/2016, Μον. Εφ. Πειρ 719/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1132/2005 ΕΝαυτΔ 2005/425, ΕφΠειρ 457/ 2000 ΔΕΕ 2000/895). Αυτά αποδεχόμενος ο νομοθέτης διευθέτησε το ζήτημα με το άρθρο 49 του Ν. 4597/2019 «Για την κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης που έχουν συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Α.Ε. – Διατάξεις για τη λειτουργία του συστήματος λιμενικής διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 35/28.2.2019), με το οποίο ορίστηκε ότι «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρου 5 του α.ν. 3276/1944 (Α΄ 24, αναδημ. Α΄ 172/1945) είναι ότι η απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, με την οποία κυρώνεται συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο ισχύει αναδρομικά από την έναρξη ισχύος, που ορίζεται στην οικεία συλλογική σύμβαση, ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψης ή/και κύρωσής της από τον Υπουργό». Εξάλλου, στις Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις των §§ 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν.1876/ 1990 για την επιβίωση των κανονιστικών όρων της συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε υπό τη μορφή αρχικά της παράτασης της ισχύος τους για ένα διάστημα και ακολούθως, μετά την παρέλευση του, της μετενέργειας τους επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας (ΑΠ 1107/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, με τη λήξη της χρονικής διάρκειας της Σ.Σ.Ν.Ε. παύει ευθύς αυτή να ισχύει και τις συνθήκες παροχής και τις αμοιβές της ναυτικής εργασίας ρυθμίζουν στο εξής οι όροι της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας για την υπόλοιπη συμφωνημένη διάρκεια της (Α. Καρδαράς, Συλλογικές Συμβάσεις στη ναυτική εργασία, σε ΔΕΕ 2008/444 επομ. [447]). Συναφώς, αν ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συναφθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της λήξης της ισχύος της τελευταίας σχετικής Σ.Σ.Ν.Ε., το εργασιακό καθεστώς δεν διέπεται πλέον από τη λήξασα Σ.Σ.Ν.Ε, αλλά προσδιορίζεται αυτοτελώς από τους όρους της ατομικής σύμβασης. Το αντίθετο βέβαια θα συμβεί αν οι συμβαλλόμενοι στην ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συμφωνήσουν να καταστούν περιεχόμενο της σύμβασης αυτής οι όροι κάποιας Σ.Σ.Ν.Ε. ή και αυτής, που έληξε. Τούτο είναι σύμφωνο με τις αρχές της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, από την οποία συνάγεται ότι είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εγκύρως λ.χ. το ύψος του μισθού με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 51/2017,  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 228/2014 ΔΕΕ 2014, 864, ΑΠ 251/2012, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 637/ 2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 225/2002 ΔΕΕ 2003/331, ΕΕΔ 2003/1166, ΑΠ 443/1999 Δνη 1999/1559, ΔΕΝ 2000/151, ΕΕΔ 2000/567, ΕπιθΙΚΑ 2000/203, ΑΠ 332/1997 ΔΕΕ 1997/1104, ΕΕργΔ 1998/696, ΜονΕφΠειρ 205/2019, ΤριμΕφΠειρ 720/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011 ΕΝαυτΔ 2011/406, ΕΕμπΔ 2012/365, ΤριμΕφΘεσ 262/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ.Λεβέντης, – Κ. Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 521, Ι. Ληξουριώτης, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2013, σελ. 301). Αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους όρους συγκεκριμένης Σ.Σ.Ε., τότε οι όροι αυτοί καθίστανται και θεωρούνται εξαρχής περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας σα να είχαν συμφωνηθεί με ελεύθερη των μερών διαπραγμάτευση σε ατομικό επίπεδο και γενεσιουργός όρος της δεσμευτικότητας τους είναι η ατομική βούληση του εργοδότη και του προσλαμβανομένου εργαζομένου (ΑΠ 256/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Στ.Βλαστός, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 2017, αρ. 124, σελ. 263 – 264). Η παραπομπή μπορεί να γίνει και σε Σ.Σ.Ν.Ε. της οποίας η ισχύς έχει ήδη λήξει, καθόσον εν προκειμένω τα μέρη δεν ενδιαφέρει η δεσμευτική της δύναμη αλλά η ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων, που περιείχε. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 567/2004 ΕΕΔ 2005, 589, ΕφΑθ 6808/1994 ΔΕΝ 1995, 665 = ΕπιθΑσφΔ 1995, 392). Για να καταστεί όμως οποιοσδήποτε όρος Σ.Σ.Ν.Ε. και όρος της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη Σ.Σ.Ν.Ε. και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και των ναυτικών Σ.Σ.Ν.Ε., διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει είτε η νεότερη, αν υπάρχει, Σ.Σ.Ν.Ε., έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους ναυτικούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα Σ.Σ.Ν.Ε. (ΑΠ 277/2009 ΕΕΔ 2010, 1353, ΑΠ 860/2010 ΔΕΝ 2010, 1061, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2011, αρ. 1050α, σελ. 662) είτε, ελλείψει νεότερης, η τελευταία ισχύσασα Σ.Σ.Ν.Ε. εωσότου συναφθεί νέα ΣΣΝΕ, η οποία για τον ίδιο λόγο θα καταλάβει και την ατομική σύμβαση. Αποτελεί δε, αυτονόητα, ζήτημα πραγματικό το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας των μερών και το Δικαστήριο κρίνει περί αυτού με βάση τους όρους που αποτυπώθηκαν στο έγγραφο της ατομικής συμφωνίας και, σε περίπτωση άτυπης κατάρτισης της σύμβασης ναυτολόγησης, με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, όπως και το ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος (ΜονΕφΠειρ 160/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή τις αποδείξεις πληρωμής της μισθοδοσίας του (ΜονΕφΠειρ 740/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ασχέτως αν αυτές συντάχθηκαν σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του Ν.4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014), αφού μεταξύ των σκοπών του τελευταίου περιλαμβάνεται και η διευκόλυνση της απόδειξης ότι ο εργαζόμενος έλαβε πράγματι τις συμφωνηθείσες αποδοχές (ΑΠ 1385/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 205/2019).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/ 2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ») είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ. Δ, (ΑΠ 154/1992, Ελλ,Δνη 33-814, ΑΠ 796/1983, Ελλ.Δνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, Ελλ.Δνη 1986,869), από την υπ’ αριθ. …./31.5.2021 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βόλου ………., που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών – άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 Ν. 4335/2015) κλήτευση των εναγόμενων εταιρειών, όπως προκύπτει  από τις υπ’ αριθ. .., …. και ……/26.5.2021 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ……., από τις υπ’ αριθ. …………./2021 ένορκες βεβαιώσεις των . ……. και της ……………., ……………., ……….. και …………… ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βόλου …………, που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων εταιρειών, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης  κλήτευσης των αντιδίκων τους, όπως προκύπτει από  την υπ’ αριθ. ………./ 26.5.2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκαν στον Βόλο άτυπα, ήτοι, μη τηρούμενου του εγγράφου τύπου (προφορικά) μεταξύ των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, κοινοπραξίας που συστήθηκε προς εκμετάλλευση μεταξύ άλλων και του με ελληνική σημαία επιβατηγού — οχηματαγωγού πλοίου «Π», κ.ο.χ. 1159,85, οι ενάγοντες, που είναι απογεγραμμένοι Έλληνες ναυτικοί, ναυτολογήθηκαν στο ως άνω πλοίο κυριότητας της πρώτης (1ης) εναγομένης εταιρίας. Ειδικότερα, ο πρώτος (1ος) κατά σειρά ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναύτη και απασχολήθηκε στο ως άνω πλοίο κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: από την 07.01.2018 μέχρι την 13.06.0218, από την 16.06. 2018 με την ίδια ειδικότητα μέχρι την 18.07.2018 καν ναυτολογήθηκε και πάλι την 06.08.2018 με την ειδικότητα του ναύκληρου και απολύθηκε την 31.10.2019 αμοιβαία συναινέσει. Ο δεύτερος (2ος) κατά σειρά ενάγων παρέμεινε ναυτολογημένος με την ειδικότητα του ναύτη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: από την 07.01.2018 μέχρι την 07.09.2018, ναυτολογήθηκε την 17.09.2018 και απολύθηκε αυθημερόν λόγω αδείας, από 20. 09.2018 μέχρι την 04.11.2018, από την 14.1.2019 μέχρι την 13.02.2019 και από την 02.03.2019 μέχρι την 18.06.2019. O τρίτος (3ος) κατά σειρά ενάγων παρέμεινε ναυτολογημένος με την ειδικότητα του ναύτη τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: από την 01.01.2018 μέχρι την 06.01.2018, από την 17.03.2018 μέχρι την 22.8.2018 και από την 08.09.2018 μέχρι την 08.07.2019. Ο τέταρτος (4ος) κατά σειρά ενάγων παρέμεινε ναυτολογημένος με την ειδικότητα του ναύτη από την 18.01.2018 μέχρι την 11.02.2018, από την 14.02.2018 μέχρι την 29.06.2018, από την 21.08.2018 μέχρι την 31.03.2019 και με την ειδικότητα του ναύκληρου από 12.2.2018 μέχρι την 13.02.2018 και από την 30.06.2018 μέχρι την 06.08.2018. Με τις ανωτέρω συμβάσεις ναυτικής εργασίας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι ενάγοντες θα λαμβάνουν για τη σχετική απασχόλησή τους το μισθό και τα λοιπά επιδόματα, που προβλέπονται από την ισχύουσα κάθε φορά Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (Σ.Σ. Ν.Ε.), που αφορά την κατηγορία του συγκεκριμένου πλοίου. Στην ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το είδος  του μισθού, ήτοι, εάν πρόκειται π.χ. για «κλειστό» μηνιαίο μισθό του ενάγοντος, ούτε γίνεται αναφορά στο ύψος αυτού, ούτε στα προβλεπόμενα επιδόματα, όπως επιδόματα Κυριακών, επιδόματα Σαββάτων και αργιών, επιδόματα αδείας μετά τροφοδοσίας, επιδόματα υπερωριών, καθώς και όλα των διάφορα προβλεπόμενα επιδόματα από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας για τα πληρώματα των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, καθώς επίσης την προσδιοριζόμενη από αυτήν ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, έτσι ώστε να συναχθεί η δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών με αναφορά έστω και έμμεση σε όρους Σ.Σ.Ν.Ε. Επιπλέον, δεν εκτίθεται παντάπασιν στην ένδικη αγωγή ούτε διαλαμβάνεται ισχυρισμός έστω και στο εφετήριο δικόγραφο ότι οι διάδικοι τύγχαναν μέλη των Συνδικαλιστικών Ενώσεων, που συμμετείχαν στη σύναψη των Σ.Σ.Ν.Ε. για τα έτη 2018 και 2019, θεωρούμενοι συνακόλουθα τρίτοι (Μον.Εφ.Πειρ. 768/2018 δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς), έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από τη ρήτρα περί αναδρομικής ισχύος αυτών, που συνομολογούν οι Φορείς της Συλλογικής Αυτονομίας ισχύ έστω και αναδρομικά των Σ.Σ.Ν.Ε. έτους 2018, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν 2242.5-1.5/80350/2018 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β’/5084/14.11. 2018) και Σ.Σ.Ν.Ε. έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν 2242.5-1.5/56040/2019 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β΄ 3170/12.8.2019) ισχύσασες εφεξής και μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειάς τους, προκειμένου  οι ρυθμίσεις τους, ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των ναυτικών, να καταλαμβάνουν και τους διαδίκους, κανονιστικώς μεν οπωσδήποτε μετά την κύρωση τους, αλλά ενοχικά και πριν από αυτές. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές, δεχόμενο ότι κατά τη διάρκεια των παραπάνω ναυτολογήσεων, που λύθηκαν πριν τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Σ.Σ.Ν.Ε. του έτους 2018, οι αποδοχές και οι όροι της εργασίας τους καθορίζονταν από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, η οποία κυρώθηκε με την Y.Α 2242.5-1.5177056/2017, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 17.11.2017 (ΦΕΚ, τεύχος B αριθμ.4005/17.11.2017) με την επισήμανση ότι οι ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εφαρμόζονται αναδρομικά, αλλά από τις προαναφερθείσες ημερομηνίες δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των προαναφερθέν των Υπουργικών Αποφάσεων (Υ.Α.), που τις κύρωσαν (η ΣΣΕ του έτους 2018 ίσχυσε στις 14.11.2018, και κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 2242.5-1.5/80350/2018 Απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 14.11.2018 (ΦΕΚ, τεύχος δεύτερο, με αριθμό φύλλου 5084/14.11.2018), γιατί οι τελευταίες κανονιστικές διοικητικές πράξεις (Υ.Α.) δεν μπορούν να αποκτήσουν αναδρομική ισχύ λόγω έλλειψης σχετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης (κατά τις διατάξεις του Ν. 3276/1944 – Α.Π. 1267/1987, Ε.Εργ. Δ. 1988, 1128, ΕφΠειρ 207/ 021, ΕφΠειρ 368/2019, ΕφΠειρ 122/2019, ΕφΠειρ 494/2018, www.efe eiopeir.gr, ΕφΠειρ 218/2016, ΕφΠειρ 740/2015, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, π.ρ.β.λ Α.Π. 87/2000, ΕλλΔνη 2000, 967, Α. Καρδαρά, Δ.Ε.Ε. 2008,47) δεν έσφαλλε κατά τον υπολογισμό των σχετικών αποδοχών των εναγόντων παρά τα όσα περί του αντιθέτου διατείνονται οι ενάγοντες με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης εφέσεως τους, απορριπτόμενου συνακόλουθα τούτου, ως αβάσιμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους πίνακες των εγκεκριμένων από το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής δρομολογίων, και κατά τις ώρες, που αποτυπώνονται στους πίνακες αυτούς, το συγκεκριμένο πλοίο, στο οποίο οι ενάγοντες εργάσθηκαν, εκτέλεσε δρομολόγια μεταξύ των λιμένων Βόλου, Σποράδων και Μαντουδίου Εύβοιας. Συγκεκριμένα: (α) από την 07.01.2018 μέχρι την 09.03.2018 το πλοίο αναχωρούσε κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από τον λιμάνι του Βόλου (αναχ. 8:00) με ενδιάμεσους σταθμούς τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Γλώσσα, Σκιάθο και επέστεφε στον Βόλο (αφ. 19:30), ενώ κάθε Τρίτη αναχωρούσε στις 8:00 από τον όλο με ενδιάμεσους σταθμούς τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Σκιάθο, Γλώσσα (αφ. 16:30) όπου διανυκτέρευε. Την Τετάρτη αναχωρούσε από Γλώσσα στις 6:45 με ενδιάμεσους σταθμούς τη Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Γλώσσα, Σκιάθο, Βόλο όπου επέστρεφε στις 19:00 και διανυκτέρευε. Την Παρασκευή αναχωρούσε από τον Βόλο στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο και επέστρεφε στον Βόλο στις 1:45 όπου διανυκτέρευε. Το Σάββατο αναχωρούσε από τον Βόλο στις με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Σκιάθο και επέστρεφε στον Βόλο στις 1 : 15. Την Κυριακή αναχωρούσε στις 8:00 από τον Βόλο με προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και επέστεφε στον όλο στις 21:45, (β) Από την 10.03.2018 μέχρι την 18.03.2018 και από την 19.03.2018 μέχρι την 23.05.2018 και από την 10.09.2018 μέχρι την 31.10.2018 το πλοίο κάθε Δευτέρα αναχωρούσε από Βόλο στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Γλώσσα, Σκιάθο και επέστρεφε στον Βόλο στις 18:45 αναχωρούσε εκ νέου για Σκιάθο, Γλώσσα όπου κατέπλεε στις 23:00. Την Τρίτη και Πέμπτη αναχωρούσε στις 8:30 από Γλώσσα με προορισμό τη Σκιάθο, Μαντούδι, Αλόννησο, Μαντούδι, Σκιάθο και Γλώσσα όπου κατέπλεε στις 17:4. Την Τετάρτη αναχωρούσε από Γλώσσα στις 8:30 με προορισμό τη Σκιάθο, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 17:00. Την Παρασκευή αναχωρούσε από τη Γλώσσα στις 6:30 με προορισμό τη Σκιάθο, Αλόννησο, Αγνώντα, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 17:15. Το Σάββατο αναχωρούσε από τον Βόλο στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Γλώσσα όπου κατέπλεε στις 20:30. Την Κυριακή αναχωρούσε από τη Γλώσσα στις 8;30 με προορισμό τη Σκιάθο, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 17:00 y) από την 15.06.2018 μέχρι την 09.09.2018 το πλοίο αναχωρούσε τη Δευτέρα και Παρασκευή από τον Βόλο στις 8:15 με προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 22:55. Την Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη αναχωρούσε από τον Βόλο στις 8:15 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 22:45. Το Σάββατο αναχωρούσε από τον Βόλο στις 10:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο και κατέπλεε στη Γλώσσα στις 21:45 αναχωρώντας εκ νέου στις 6:30 την Κυριακή με προορισμό τη Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 23:00, γ) το έτος 2019 το πλοίο αναχωρούσε από τη Γλώσσα στις 6:45 με προορισμό τη Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Γλώσσα, Σκιάθο και επέστρεφε στον Βόλο στις 22:15. Την Τρίτη αναχωρούσε στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Μαντούδι, Σκιάθο και Γλώσσα όπου κατέπλεε στις 18:30. Την Τετάρτη αναχωρούσε στις 6:45 με προορισμό τη Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 19:00. Την Πέμπτη αναχωρούσε στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 19:15. Την Παρασκευή αναχωρούσε στις 8:00 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 21:45. Το Σάββατο αναχωρούσε στις 13:00 με προορισμό τη Σκιάθο και τη Γλώσσα όπου έφανε στις 16:45 και αναχωρούσε στις 6:45 της Κυριακής με προορισμό τη Σκιάθο, Μαντούδι, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο και Γλώσσα κατέπλεε στις 21:30. Αντίστοιχα το έτος 2019 από 14.6.2019 και εφεξής το πλοίο αναχωρούσε κάθε Δευτέρα, Παρασκευή από τον Βόλο στις 8:1 προορισμό τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο κατέπλεε στον Βόλο στις 22:45. Την Τρίτη και Τετάρτη αναχωρούσε απ Βόλο στις 8:15 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Αγιώντα Σκοπέλου, Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 2 Την Πέμπτη και Σάββατο αναχωρούσε από τον Βόλο στις 8:15 με προορισμό τη Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 20:45. Την Κυριακή αναχωρούσε από τη Γλώσσα στις 6:30 με προορισμό τη Σκιάθο, Βόλο, Σκιάθο, Γλώσσα, Μαντούδι, Γλώσσα, Σκιάθο και κατέπλεε στον Βόλο στις 23:00. Κατά το χρονικό διάστημα που το πλοίο εκτελούσε πλόες, ήταν ναυτολογημένοι σε αυτό, σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση, ως προσωπικό καταστρώματος, ένας ναύκληρος, έξι ναύτες και από την 22.10.2019 μέχρι την 31.10.2020 προστέθηκε ένας ναυτόπαις. Οι εκκαλούντες διατείνονται ωστόσο ότι η πραγματική απασχόλησή τους προκύπτει από το εκτυπωμένο απόσπασμα της πληροφοριακής εφαρμογής “THETIS” του «Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια στη Θάλασσα» (“European Maritime Safety Agency”/“EMSΑ, που χορηγήθηκε στους ενάγοντες από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Βόλου με το με αριθ. πρωτ. 2223.1/494/21.1.2020 έγγραφό του. Αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησής τους, κατέθεσε σχετικά ο …….., αναφέροντας τα ακόλουθα: «Ξεκινούσαμε δουλειά τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν την αναχώρηση του πλοίου. Παραλαμβάναμε και φορτώναμε στο πλοίο τα εμπορεύματα και άλλα ασυνόδευτα αντικείμενα (κλούβες με αλληλογραφία και δέματα ταχυδρομείου και courier, λουλούδια, τρόφιμα και κάθε είδους εμπορεύματα). Περίπου μία ώρα πριν την αναχώρηση του πλοίου ξεκινούσε η επιβίβαση των οχημάτων και των φορτηγών. Ήμασταν μέσα στο γκαράζ, καθορίζαμε που θα μπει κάθε όχημα ανάλογα με το λιμάνι προορισμού και βοηθούσαμε τα φορτηγά να φορτώσουν τα κοντέινερ – ρυμουλκούμενα, τα οποία επιπλέον ασφαλίζαμε με αλυσίδες σε περίπτωση που ο καιρός ήταν άσχημος και αναμέναμε φουρτούνα. Επίσης βοηθούσαμε τους επιβάτες που άφηναν αποσκευές στην αποθήκη του γκαράζ. Αφού είχαν επιβιβαστεί όλοι οι επιβάτες και τα οχήματα, λύναμε τους κάβους πρόσδεσης και μαζεύαμε αυτούς για να αναχωρήσει το πλοίο. Στη συνέχεια ασφαλίζαμε το γκαράζ και ανεβαίναμε στο κατάστρωμα. […] Στο τέλος του δρομολογίου, μετά την άφιξη του πλοίου στον Βόλο φροντίζαμε για την εκφόρτωση όλων των οχημάτων και των εμπορευμάτων, πλέναμε και καθαρίζαμε το γκαράζ, τα καταστρώματα, τους εξωτερικούς διαδρόμους και γενικά τους εξωτερικούς χώρους του πλοίου. Εργαζόμασταν δηλαδή τουλάχιστον μιάμιση ώρα μετά την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι. Τα δρομολόγια είχαν πάντοτε καθυστέρηση σε σχέση με τις αναγραφόμενες ώρες άφιξης. Το χειμώνα καθυστερούσαμε επειδή ο καιρός δεν ήταν καλός, ενώ το καλοκαίρι καθυστερούσαμε κατά την φόρτωση και εκφόρτωση των οχημάτων και των επιβατών που ήταν πάρα πολλοί καθώς ταξιδεύαμε με τη μεγαλύτερη πληρότητα. Το χειμώνα καθυστερούσαμε συνήθως μία ώρα σχεδόν σε κάθε δρομολόγιο ενώ το καλοκαίρι καθυστερούσαμε σχεδόν μιάμιση ώρα σχεδόν σε κάθε δρομολόγιο. Επιπλέον, το καλοκαίρι και για να μπορέσει το πλοίο να ξεκινήσει με τη μικρότερη δυνατή καθυστέρηση ξεκινούσαμε δουλειά τουλάχιστον δύο ώρες πριν από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης, καθώς έπρεπε να συντονίσουμε την είσοδο και στάθμευση των οχημάτων στο γκαράζ. Ειδικά το καλοκαίρι καταλήγαμε με τις καθυστερήσεις να φτάνουμε στο λιμάνι του Βόλου μετά τη 1.00 τα μεσάνυχτα και φεύγαμε από το πλοίο μετά τις 2.30, ενώ έπρεπε να είμαστε πάλι στο πλοίο γύρω στις 06.00. Δεν προφταίναμε να κοιμηθούμε σχεδόν στα σπίτια μας……..  Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχαμε βάρδιες εναλλάξ, τουλάχιστον ένα ατομο ήταν στο τιμόνι – πηδαλιούχος κι ένα άλλο άτομο έκανε περιπολίες σε όλο το πλοίο, σε γκαράζ και  καταστρώματα, με βάση του το ρεμέντζο, το μέρος του πλοίου στην πρύμνη με τους κάβους. Επίσης, ένας τουλάχιστον οριζόταν ως dayman και έκανε διάφορες δουλειές με τον λοστρόμο. Όλες οι εντολές δινόταν από τον πλοίαρχο. Οι βάρδιες άλλαζαν δύο με τρεις φορές ανάλογα με το δρομολόγιο. Επίσης, τη νύχτα ένα ακόμη άτομο έπιανε βάρδια ως νυκτερινός φύλακας. Σε κάθε λιμάνι όλοι οι ναύτες κατεβαίναμε στο γκαράζ περίπου είκοσι λεπτά πριν την αφιξη σε κάθε λιμάνι. Κάναμε την πρόσδεση του πλοίου με τους κάβους πρόσδεσης και επιβλέπαμε και οργανώναμε το ξεφόρτωμα και την παραλαβή των εμπορευμάτων και των ασυνόδευτων αντικειμένων, φορτώναμε για τα επόμενα λιμάνια, συντονίζαμε και τα αμάξια που κατέβαιναν και αντίστοιχα ανέβαιναν, ανάλογα με το λιμάνι προορισμού και βοηθούσαμε τα φορτηγά. Αφού είχαμε φορτώσει λύναμε τους κάβους και συνεχίζαμε στις βάρδιες που είχαν οριστεί…..Στα λιμάνια των Σποράδων, που ο χρόνος ταξιδιού από λιμάνι σε λιμάνι είναι μικρός, στην πραγματικότητα μόλις κλείναμε το γκαράζ και ανεβαίναμε στα καταστρώματα, φεύγοντας από το ένα λιμάνι, κατεβαίναμε για την πρόσδεση στο επόμενο λιμάνι». Αντίθετα, η πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία  επικαλείται και προσκομίζει ένορκες βεβαιώσεις πέντε (5) ως προς τον αριθμό φυσικών προσώπων εργαζομένων, κατά τους οποίους μετά τον κατάπλου του πλοίου αρκούσε μισή ώρα για να σχολάσουν οι εργαζόμενοι ενάγοντες και ότι δεν υπερέβαιναν οι εργαζόμενοι το νόμιμο ωράριο απασχόλησής τους. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το χρονικό αυτό διάστημα δεν επαρκούσε για την πρόσδεση και την αποβίβαση των πρώτων επιβατών, καθώς αυτοί επιπλέον έπρεπε  να βοηθήσουν στην αποβίβαση των οχημάτων και στη συνέχεια, όταν θα είχαν αποβιβαστεί όλοι οι επιβάτες και όλα τα αυτοκίνητα, έπρεπε να βοηθήσουν στην εκφόρτωση των εμπορευμάτων – ασυνόδευτων αντικειμένων. Μετά από όλα αυτά έπρεπε να καθαρίσουν το γκαράζ και όλους τους χώρους του πλοίου. Ειδικότερα, οι ενάγοντες εκτελούσαν τις παραπάνω εργασίες, καθημερινώς (συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων, αργιών και Κυριακών) πέραν της ως άνω οκτάωρης διάρκειας της εργασίας τους, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσης των δρομολογίων, που διενεργούσε το συγκεκριμένο πλοίο. Έτσι, αυτοί πραγματοποιούσαν υπερωριακή εργασία πέραν του κανονικού οκταώρου της ημερήσιας απασχόλησής τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στα καθήκοντα, που αφορούν τις ως άνω εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων δεν επαρκεί απασχόληση μόνον οκτώ (8) ωρών. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόλησή τους στο πλοίο αυτό, το οποίο εκτελούσε τα συγκεκριμένα πολύωρα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, που αναφέρθηκαν ανά συγκεκριμένες περιόδους εντός των διαστημάτων των ναυτολογήσεών τους, του αριθμού των λιμένων, που προσέγγιζε το πλοίο σε κάθε δρομολόγιο, του χρόνου παραμονής του σε κάθε ενδιάμεσο λιμένα, της συνολικής διάρκειας κάθε δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στο λιμένα προορισμού του, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους, κατά τις οποίες οι ενάγοντες ήταν ναυτολογημένοι (σχετικά μειωμένη τη χειμερινή, περισσότερο αυξημένη κατά τη θερινή), της σταθερής και ανελλιπούς καταβολής σε αυτόν κάθε μήνα από την πρώτη εναγόμενη χρηματικών ποσών κυμαινόμενου ύψους ως αμοιβή για την εκτέλεση υπερωριών και κατά τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδας και τις ημέρες της Κυριακής και όχι μόνον για την παροχή εργασίας κατά τις ημέρες του Σαββάτου και τις αργίες, γεγονός, που εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντίδικος τους αναγνώριζε στην πράξη την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης των μελών του πληρώματος για την εύρυθμη λειτουργία του, της συνομολόγησης ουσιαστικά από την εναγόμενη εταιρεία.  Επισημαίνεται ότι οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί κάθε διαδίκου επί του θέματος αυτού επιβεβαιώνονται πλήρως από τα εμμάρτυρα αποδεικτικά μέσα, που καθένας τους προσκομίζει, με αποτέλεσμα, αλληλοαναιρούμενοι, να μην παρέχουν βάση εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων σταθμίζεται και δεν είναι δεδομένη, αφού εξ αυτών ο υπέρ των εναγόντων μαρτυρών διεκδικεί την ικανοποίηση παρομοίων αξιώσεων από τις εναγόμενες εταιρείες, έχοντας ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία της, ενώ οι υπέρ της καταθέτοντες εξακολουθούν να απασχολείται στο πλοίο και να μισθοδοτούνται από αυτήν. Με βάση τα προεκτεθέντα, συνεκτιμώντας το είδος, τις συνθήκες και τα καθήκοντα της ειδικότητας των εναγόντων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, και ιδίως δεδομένων: (α) των επικρατουσών συνθηκών και περιστάσεων, κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του ως άνω πλοίου, (β) των χρονικών περιόδων, κατά τα οποία ήταν ναυτολογημένοι οι ενάγοντες, (γ) της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής τους, (δ) της διάρκειας των πλόων του ένδικου πλοίου, και (ε) της σταθερής καταβολής αμοιβής για την υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων στο ένδικο πλοίο (βλ. αποδείξεις πληρωμής τους), κρίνεται ότι οι ενάγοντες για την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων τους κατέστη αναγκαίο, προς εξυπηρέτηση των αναγκών λειτουργίας του πλοίου, να εργαστούν υπερωριακά κατά μέσο όρο, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί τέσσερις (4) ώρες την ημέρα, τα δε Σάββατα και τις αργίες επί δώδεκα (12) ώρες την ημέρα και όχι όπως αυτοί αβάσιμα ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή τους επί μεγαλύτερους χρόνους. Σημειωτέον, περαιτέρω, ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητας του ενάγοντος στο πλοίο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του κατ’ άρθρ. 57 παρ. 1 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Εφ.Πειρ. 549/2022, Εφ. Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ 284/2020, ΕφΠειρ 397/2020, ΕφΠειρ 699/ 2020, www. Efeteio -peir. gr, ΕφΠειρ 48/2021, ΕφΠειρ 218/2016, Εφ. Πειρ 45/2010, ΕφΠειρ 231/ 2013) Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).  Εξάλλου, το γεγονός ότι, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεων των εναγόντων το πλοίο ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος όσον αφορά τους ναύτες και τους ναυκλήρους δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την πραγματοποιηθείσα καθημερινά υπερωριακή εργασία του, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (Μον. Εφ Πειρ. 23/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 180/ 2008, ΕΝαυτΔ 2008/308 = ΠειρΝομ. 2009/197, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), ενώ και το γεγονός ότι η υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στο σύνολό της στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η εναγόμενη, διά του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 157 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 των ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε., καθώς και το ότι οι ενάγοντες υπέγραφαν στο σχετικό βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Αλλά και η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τους ενάγοντες των μισθοδοτικών τους καταστάσεων, η οποία δικαιολογείται απολύτως από την επιθυμία τους να μη θέσουν σε κίνδυνο την εργασιακή τους θέση, σε περίοδο  υψηλού, κατά τα διδάγματα της κοινής, πείρας δείκτη ανεργίας των ναυτικών, δεν ενέχει άνευ άλλου τινός, παραίτηση αυτών από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά τους. Σε κάθε περίπτωση και εάν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τους ενάγοντες των ως άνω δελτίων μισθοδοσίας ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις τους για καταβολή αμοιβής υπερωριακής εργασίας, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006/948, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π., ΜονEφΠειρ. 698/2014 ΕλλΔνη 2015/504, ΜονΕφΠειρ. 626/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 361/2013 ΕΝαυτΔ 2013/208), απορριπτόμενων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών της εναγομένης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε  ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν κατά κανόνα στο πλοίο της εναγομένης επί έντεκα (11) ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο, εκτίμησε τις αποδείξεις, πλημμελώς και εσφαλμένως, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, των υποστηριζόμενων από τον ίδιο κατά τα λοιπά στο πλαίσιο του αυτού λόγου της έφεσής του, με τον οποίο ουσιαστικά επαναφέρει τους απορριφθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς τους για εργασία τους στο ως άνω πλοίο για περισσότερες ώρες ημερησίως, σύμφωνα με τις ειδικότερα αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής τους διακρίσεις και από την πρώτη (1η) εναγόμενη, που κάνει λόγο για ανεπιφύλακτη υπογραφή από αυτούς των μηνιαίων φύλλων μισθοδοσίας τους, γεγονός, που διατείνεται ότι συνιστά έμπρακτη από πλευράς τους αποδοχή πως η καταβληθείσα σε αυτούς αμοιβή υπερωριών πράγματι ανταποκρινόταν στην από πλευράς τους παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία. Επομένως,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 παρ. 1 των άνω Σ.Σ Ν. οι ώρες της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμάνι ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, της εργασίας του Σαββάτου αμειβομένης υπερωριακώς. Κάθε εργασία που εκτελείται από τους ναυτικούς εν πλω και στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ημερών και ωρών, περιλαμβανομένων και των εργασιών κατάπλου και απόπλου—θεωρούσαι πρόσθετη (υπερωριακή) και καταβάλλεται στους απασχολούμενους ναυτικούς πρόσθετη αμοιβή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 3 των προαναφερθέντων Σ.Σ.Ν.Ε, η προβλεπομένη σε αυτές ιδιαίτερη αμοιβή για τη μέχρι της οκταώρου εργασίας την Κυριακή καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής εκ μέρους αυτού υπηρεσίας, μάλιστα η παρασχεθείσα εντός του οκταώρου εργασία κατά την ημέρα αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά μόνον η πλέον του οκταώρου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ναύτες εναλλάσσονταν στις φυλακές του πλοίου, είτε εργάζονταν ως ημερεργάτες (ντεϊμάνηδες), λαμβάνοντας μέρος στις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου και συμμετέχοντας σε εργασίες καθαρισμού στα καταστρώματα και τα γκαράζ του πλοίου. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του πλου γινόταν κατανομή των υπηρεσιών σε βάρδιες, προκειμένου ένας εκ των ναυτών να επωμίζεται καθήκοντα πηδαλιούχου και ένας να πραγματοποιεί περιπολίες στους χώρους του πλοίου. Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες απασχολούνταν στο λιμάνι αφετηρίας και τελικού προορισμού, κατά τη φόρτωση και εκφόρτωση των οχημάτων, η οποία ξεκινούσε περίπου μία πριν την έναρξη η του δρομολογίου και έληγαν μία ώρα μετά την πρόσδεση του πλοίου στον προορισμό, ενώ συμμετείχαν και στις εργασίες φόρτωσης των οχημάτων και ασφάλισης αυτών σε συγκεκριμένες θέσεις, όταν τούτο χρειαζόταν. Εξάλλου, τις περιόδους που οι ενάγοντες εργάζονταν ως ημερεργάτες (dayman) συμμετείχαν στις εργασίες απόπλου, κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και έχμασης που εκτελούνταν σε κάθε λιμάνι που προσέγγιζε το πλοίο, ενώ απασχολούταν σε εργασίες καθαριότητας στους χώρους των καταστρωμάτων κα σε μικροσυντηρήσεις, εφόσον τούτο απαιτείτο κατά τη διάρκεια των πλόων και συνηθίζεται άλλωστε σε ναυτικούς της ειδικότητάς τους. Από τις δώδεκα ώρες ημερήσιας εργασίας των εναγόντων, οι τέσσερις (4) μετά το νόμιμο οκτάωρο της καθημερινής και κυριακάτικης εργασίας έπρεπε να πληρωθούν με απλή υπερωριακή αμοιβή ίση με το 1/173 του βασικού μισθού προσαυξημένο κατά 25% για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης, ενώ για τα Σάββατα και τις αργίες έπρεπε να πληρωθούν όλες οι ώρες με υπερωριακή αμοιβή, ίση με το 1/173 του βασικού μισθού, προσαυξημένου κατά 50% για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης. Συγκεκριμένα, καθ’ όλη τη χρονική περίοδο από την 07.01.2018 μέχρι την 01.06.2018, από την 16.6.2018 μέχρι την 18.7.2018 ο πρώτος ενάγων …………….. εργάσθηκε με την ειδικότητα του ναύτη 27 Σάββατα και 7 αργίες [Καθαρά Δεύτερα (19 Φεβρουαρίου), 25 11 Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μαΐου (της Αναλήψεως), δικαιούμενος για την εν λόγω υπερωριακή του απασχόληση, σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, το συνολικό  χρηματικό ποσό των (27 Σάββατα και 7 αργίες Χ 12 ώρες= 408 ώρες Χ 10,05 ευρώ την ώρα) 4.100,4 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το ποσό των 100,50 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 3.999,90 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους, ο πρώτος (1ος) ενάγων εργάσθηκε, 129 καθημερινές και 27 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό ποσό των (156 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 468 ώρες Χ 8,38 ευρώ την ώρα) 5.229,12 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 1.506,6 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 3.722,52 ευρώ. Για τη χρονική περίοδο από την 06.08.2018 μέχρι την 31.10.2019 ο πρώτος (1ος) ενάγων εργάσθηκε ως ναύκληρος 270 καθημερινές και 59 Σάββατα. Σημειωτέον ότι η εργασία, που παρείχε από την 06.08.2018 μέχρι την 31.12.2018, δηλαδή 64 καθημερινές, τρείς αργίες (15 Αυγούστου, 14 Σεπτεμβρίου, 28η Οκτωβρίου του 2018) και 13 Σάββατα και Κυριακές διέπονται ως προς τις αποδοχές από τη Σ.Σ.Ε. ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2018 ενώ το λοιπό χρονικό διάστημα (από την 01-01-2019 και εφεξής) από την Σ.Σ.Ε. του έτους 2019, δεδομένου ότι κατα τη δημοσίευση της τελούσε εν ισχύ η τελευταία σύμβασης εργασίας. Συγκεκριμένα, δικαιούται για την εν λόγω υπερωριακή του απασχόληση, σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2018, το συνολικό χρηματικό ποσό των (13 Σάββατα και 3 αργίες Χ 12 ώρες= 192 ώρες Χ 11,16 ευρώ την ώρα) 2.142,72 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 195,47 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 1.947,25 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους, ο πρώτος ενάγων εργάσθηκε, 64 καθημερινές και 13 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (77 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 308 ώρες Χ 9,30 ευρώ την ώρα) 2.864,4 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 922,32 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 1.942,08 ευρώ: Αντίστοιχα, για την περίοδο από την 01.01.2019 δικαιούται για την υπερωριακή του απασχόληση, σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοί ων του έτους 2019, το συνολικό χρηματικό ποσό των [27 Σάββατα και 10 αργίες [Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μάιου (της Αναλήψεως, 15 Αυγούστου, 14 Σεπτεμβρίου, 28η Οκτωβρίου] Χ 12 ώρες= 444 ώρες Χ 11,30 ευρώ την ώρα) 5.017,2 ευρώ έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 872,03 ευρώ, απομένοντος υπόλοιπου ύψους 4.145,17 ευρώ. Κατά τις ίδια χρονική περίοδο, ο πρώτος ενάγων εργάσθηκε, 203 καθημερινές και 46 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (249 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 996 ώρες Χ 9,49 ευρώ την ώρα)= 9.452,04 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 4.430,36 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 5.021,68 ευρώ: Συνεπώς, δικαιούται συνολικά για διαφορές υπερωριακής απασχόλησης το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα οκτώ Ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (20.778,55) Ευρώ με το νόμιμο τόκο, από την 31.10.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.  Αναφορικά με τις απολαβές του δεύτερου (2ου) ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από την 07.01.2018 μέχρι την 07.09.2018 και από την 20.09.2018 μέχρι την 04.11.2018 αυτές ρυθμίζονταν από τη Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2017, δεδομένου ότι κατά το χρόνο λήξης της δεύτερης σύμβασης εργασίας δεν είχε δημοσιευθεί η σχετική Σ.Σ.Ν.Ε. του έτους 2018 και κατά συνέπεια δεν καταλαμβάνεται από την αναδρομική ισχύ της. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δικαιούνταν σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, το συνολικό ποσό των (42 Σάββατα και 10 αργίες [Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 5 Μαΐου (της Αναλήψεως), 15 Αυγούστου, 14 Σεπτεμβρίου, 28η Οκτωβρίου ] Χ 12 ώρες= 624 ώρες Χ 10,05 ευρώ) την ώρα) 6.271,20 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 495,75 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 5.775,45 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους, ο δεύτερος ενάγων εργάσθηκε 200 καθημερινές και 42 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (242 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 968 ώρες Χ 8,38 ευρώ την ώρα) 8.111,84 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 3.240,21 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 4.971,63 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από την 14.01.2019 μέχρι την 13.02.2019 και από την 02.03.2019 μέχρι την 18.06.2019 οι αποδοχές του διέπονταν από τη Σ.Σ.Ν.Ε. του έτους 2018 και δικαιούνταν για υπερωριακή απασχόληση το συνολικό χρηματικό ποσό των (20) Σάββατα και 7 αργίες [Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μαΐου (της Αναλήψεως)) Χ 12 ώρες= 324 ώρες Χ 10,25 ευρώ την ώρα) 3.321,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 85,40 ευρώ απομένοντος υπολοίπου ύψους 3.235,60 ευρώ. Επίσης, εργάσθηκε, 99 καθημερινές και 20 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (119 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 476 ώρες Χ 8,54 ευρώ την ώρα) 4.065,04 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 1.554,28 ευρώ απομένοντος υπολοίπου ύψους 2.570,54 ευρώ. Συνεπώς, για διαφορές υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τριών ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (16.653,22) Ευρώ με το νόμιμο τόκο, από την 18.06.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού. Οι αποδοχές του τρίτου (3ου) ενάγοντος ……………………. για το χρονικό διάστημα από την 010.1.2018 μέχρι την 06.01.2018 και από την 17.03.2018 μέχρι την 22.08.2018 ρυθμίζονταν από τη Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2017, δεδομένου ότι κατά το χρόνο λήξης της δεύτερης σύμβασης εργασίας δεν είχε δημοσιευθεί σχετική Σ.Σ.Ε. του έτους 2018 και κατά συνέπεια δεν καταλαμβάνεται από την αναδρομική ισχύ της. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δικαιούταν σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, το συνολικό χρηματικό ποσό των (22 Σάββατα και 8 αργίες [Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μαΐου (της Αναλήψεως) 15 Αυγούστου] Χ 12 ώρες= 360 ώρες Χ 10,05 ευρώ την ώρα)= 3.618,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 435,45 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 3.182,55 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους, ο τρίτος (3ος) ενάγων εργάσθηκε, 119 καθημερινές και 24 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 3 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (143 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 572 ώρες Χ 8,38 ευρώ/ ώρα) 4.793,36 ευρώ έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 1.925,1 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 2.868,26 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από την 14.01.2019 μέχρι την 13.02.2019 και από την 02.03.2019 μέχρι την 18.06.2019 οι αποδοχές διέπονταν από τη .Σ.Ν.Ε. του έτους 2018 και δικαιούνταν για υπερωριακή απασχόληση το συνολικό  χρηματικό ποσό των (44 Σάββατα και 10 αργίες [Η ημέρα των Χριστουγέννων, δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων, η Ιη του έτους 2019, Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μαΐου (της Αναλήψεως)] Χ 12 ώρες= 648 ώρες Χ 10,25 ευρώ την ώρα)= 6.642,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 111,12 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 6.530,88 ευρώ. Επίσης, εργάσθηκε, 270 καθημερινές και 44 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέρα του 8ώρου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (314 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 1.256 ώρες Χ 8,54 ευρώ την ώρα) 10.726,24 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 3.094,28 ευρώ απομένοντος υπολοίπου ύψους 7.631,96 ευρώ. Συνε πώς, για διαφορές υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων διακοσίων δέκα τριών Ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (20. 213,65) ευρώ. με το νόμιμο τόκο, από την 08.07.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού. Οι αποδοχές του τέταρτου (4ου) ενάγοντος …………………. διέπονταν για τις συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν από την 18.01.2018 μέχρι την 12.02.2018, από την 12.02.2018 μέχρι την 13.02.2018, από την 14.02.2018 μέχρι την 29.06.2018 και από την 30.06.2018 μέχρι την 06.08.2018 από τη Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2017, δεδομένου ότι κατά το χρόνο λήξης της δεύτερης σύμβασης εργασίας δεν είχε δημοσιευθεί η σχετική Σ.Σ.Ε. του έτους 2018 και κατά συνέπεια δεν καταλαμβάνεται από την αναδρομική ισχύ της. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ως ναύτης (από την 18.01.2018 μέχρι την 12.02.2018 και από την 14.02.2018 μέχρι την 29.06.2019) δικαιούνταν σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, το συνολικό χρηματικό ποσό των (23 Σάββατα και 7 αργίες [Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά, 25 Μαΐου (της Αναλήψεως)) X 12 ώρες= 360 ώρες Χ 10,05 ευρώ την ώρα) 3.618,00 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 264,60 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 3.353,40 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους εργάσθηκε 112 καθημερινές και 23 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ου υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (135 καθημερινές Κυριακές Χ 4 ώρες= 540 ώρες Χ 8,38 ευρώ την ώρα)= 4.525,20 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 1.632,15 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 2.893,05 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα, που απασχολήθηκε με την ειδικότητα του ναύκληρου δικαιούνταν σύμφωνα με την ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, το συνολικό χρηματικό ποσό των (6 Σάββατα Χ 12 ώρες= 72 ώρες Χ 10,95 ευρώ την ώρα)= 788,40 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί το χρηματικό ποσό των 232,65 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 555,75 ευρώ. Κατά τις ίδιες άνω χρονικές περιόδους εργάσθηκε 6 καθημερινές και 6 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρ υπερωριακή του απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν.Ε, το συνολικό χρηματικό ποσό των (32 καθημερινές Κυριακές Χ 4 ώρες= 128 ώρες Χ 9,12 ευρώ την ώρα)= 1.167,36 ευρώ έναντι του οποίου έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 100,32 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 1.067,04 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από την 21.08.2018 μέχρι την 31.03.2019 οι αποδοχές διέπονταν από τη Σ.Σ.Ν.Ε. του έτους 2018 E δικαιούνταν για υπερωριακή απασχόληση, που παρείχε με την ειδικότητα του ναύτη το συνολικό χρηματικό ποσό των (32 Σάββατα και 5 αργίες [Η ημέρα των Χριστουγέννων, δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων, η 1η του έτους 201 Καθαρά Δεύτερα, 25η Μαρτίου)] Χ 12 ώρες= 444 ώρες Χ 10,25 ευρώ την ώρα)= 4.551,00 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 167,85 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 4.383,15 ευρώ. Επίσης, εργάσθηκε, 159 καθημερινές +32 Κυριακές, δικαιούμενος για την πέραν του 8ώρου υπερωριακή το απασχόληση των 4 ωρών ημερησίως, με βάση την προαναφερόμενη Σ.Σ.Ν. το συνολικό χρηματικό ποσό των (191 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες= 764 ώρες Χ 8,54 ευρώ/ ώρα) 6.524,56 ευρώ έλαβε, όπως συνομολογεί, το χρηματικό ποσό των 2.137,38 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 4.387,18 ευρώ. Συνεπώς, για διαφορές υπερωριακής απασχόλησης ο τέταρτος ενάγων δικαιούται συνολικά το χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων πενήντα έξι ευρώ και σαράντα δύο λεπτών  (12.256,42)  ευρώ. με το νόμιμο τόκο, από την 31.03.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.  Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση της υπό κρίση εφέσεως  αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι και κατά τα μη εκκληθέντα κεφάλαια αυτής για λόγους ενότητας της εκτέλεσης. Στη συνέχεια, πρέπει  να κρατηθεί η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να δικασθεί κατ’ ουσία η ένδικη αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία [εφόσον αρμόδια (άρθρα 16, 25 παρ. 2, 33 Κ.Πολ.Δ, 51 παρ. 3Α’ Ν. 2172/1993) και παραδεκτά εισήχθη αυτή στο Δικαστήριο τούτο κατά τη διαδικασία των άρθρων 1-465 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 Κ.Ι.Ν.Δ, καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο για το αντικείμενό της και είναι και νόμιμη κατά τις προεκτεθείσες στις διατάξεις των άρθρων 192, 193, 3, 353, 361, 648, 649, 651 – 653, 655, 656 και 659 ΑΚ (ήδη 1-2, 3-5, 7, 8, ΙΙ του Κ.Ι.Ν.Δ 80/2022), 680, 1710, 1711, 1813, 1820, 1884 και 1885 ΑΚ, 39, 53, 54, 57, 60, 82, 84, 105 ξ Ι και 106 προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/ 1958), πρέπει δε να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν η καθεμία από αυτές σε ολόκληρο τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, κατά τις  διακρίσεις στο διατακτικό της παρούσας με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της τελευταίας σύμβασης ναυτολόγησης του κάθε ενάγοντος, που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα, και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών. Πρέπει δε να επιβληθεί σε βάρος των δύο πρώτων  εναγόμενων εταιρειών μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που υπέβαλαν σχετικό αίτημα, ανάλογη με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο δια τακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να καθορισθεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τις δεύτερη (2η) και τρίτη (3η) εφεσίβλητης εταιρείας (άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικό τερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της δεύτερης (2ης) και τρίτης (3ης) εφεσίβλητης εταιρείας και αντιμωλία των υπόλοιπων διαδίκων.

– ΟΡΙΖΕΙ παράβολο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση .

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 27/2022 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.),

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ  κατ’ ουσία την υπόθεση επί της από 23-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ………../(Ε.Α.Κ.Δ.) ………………/2019 αγωγής.

-ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος αυτής.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει: (Α) στον πρώτο (1ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό δέκα εννέα χιλιάδων πενήντα πέντε Ευρώ και τριάντα επτά  λεπτών (19.055,37) Ευρώ με το νόμιμο τόκο, από την 31.10.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού, (Β) στο δεύτερο (2ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων πενήντα τριών ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (16.653,22) Ευρώ με το νόμιμο τόκο, από την 18.06.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού, (Γ) στον τρίτο (3ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων σαράντα έξι ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (14.046,81) ευρώ. με το νόμιμο τόκο, από την 08.07.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού, (Δ) στον τέταρτο (4ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων πενήντα έξι ευρώ και σαράντα δύο λεπτών  (12.256,42)  ευρώ. με το νόμιμο τόκο, από την 31.03.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες είναι υποχρεωμένες εταιρείες,  η καθεμία από αυτές σε ολόκληρο, να κατά βάλλουν στον πρώτο (1ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των  χιλίων επτακοσίων είκοσι τριών ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (1.723, 18) Ευρώ (Ε) με το νόμιμο τόκο, από την 31.10.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού και στον τρίτο (3ο) ενάγοντα το χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (6.166,84) Ευρώ (Ε) με το νόμιμο τόκο, από την 08.07.2019 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού,

– ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) Ευρώ (Ε).

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, την  12η Ιανουαρίου 2026.

       Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                              Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ