Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 710/2025

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Αποφάσεως    710/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

(Τακτική διαδικασία)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………….. για να δικάσει την υπόθεση  μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………………….» (………………), η οποία εδρεύει στη …….. (………………), στερούμενης ελληνικού ΑΦΜ, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρου της Άννα Κοζώνη.

Των εφεσίβλητων: α) της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «…………», η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην πόλη …………… της Λιβερίας (……………) και διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο στο ………. Αττικής (…………), με ΑΦΜ …………., νομίμως εκπροσωπούμενης και β) ……………………..οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 27-12-2019 αγωγή της κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων, η οποία (αγωγή) κατατέθηκε στην γραμματεία του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………../ ΕΑΚ …………/ 27-12-2019. Η αγωγή συζητήθηκε ερήμην των εναγόμενων – εφεσίβλητων την 2-2-2021 και το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1339/29-6-2021 οριστική απόφαση του (τακτική διαδικασία), με την οποία απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη.

Κατ’ αυτής της απόφασης, η εκκαλούσα άσκησε την από 25-1-2023 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμ.κατ. ΓΑΚ …./ΕΑΚ……./25-1-2023 και επιμελεία της ιδίας προσδιορίσθηκε για συζήτηση στη δικάσιμο της 16ης-11-2023 κατά την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.σχετ. την υπ’ αριθμ. κατ. ΓΑΚ …./ΕΑΚ ……/ 27-1-2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου στην γραμματεία του Εφετείου Αθηνών).

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και αναφέρθηκε στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 25-1-2023 και με αριθμ. κατ. ΓΑΚ …/ ΕΑΚ …../25-1-2023 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1339/29-6-2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε ερήμην των εφεσίβλητων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β, 516, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως (29-6-2021) μέχρι την άσκηση της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) την 25/1/2023. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ερήμην των εφεσίβλητων, οι οποίοι καίτοι κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 122, 123, 126 παρ. 1 εδ.β΄ και 128 παρ. 1 και 143 του ΚΠολΔ) να παραστούν στην συζήτηση της υπό κρίση έφεσης κατά την δικάσιμο της 16ης-11-2023 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και δεν κατέθεσαν και προτάσεις (ως προς την επίδοση του δικογράφου της έφεσης στους εφεσίβλητους βλ. σχετ. την υπ’ αριθμ. …………….. Δ/21-2-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς …………). Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες και οι εφεσίβλητοι (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της, και το οριζόμενο στο το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των 100 ευρώ (το υπ’ αριθμ. …………………/2023 e-παράβολο ποσού 100 ευρώ, που αναγράφεται στην έκθεση καταθέσεως της εφέσεως).

ΙΙ. Με την από 27-12-2019 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι η ίδια ήταν μία αλλοδαπή εταιρεία με έδρα την ……. και αντικείμενο την εμπορία ναυτιλιακών καυσίμων, ενώ η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ήταν αλλοδαπή εταιρεία, η οποία είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα βάσει του ΑΝ 378/1968 και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, ελεγχόμενη αποκλειστικά από τον δεύτερο εναγόμενο, ήδη δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος μέσω αυτής, κατά τα έτη 2018 και 2019, ασκούσε τον εφοπλισμό των πλοίων «P» και «A», λαμβάνοντας μόνος του όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για την εκμετάλλευση τους. Ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας της, η ενάγουσα το έτος 2018 κατήρτισε σύμβαση πώλησης με την πρώτη εναγόμενη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο, δυνάμει της οποίας της παρέδωσε για το πλοίο «P», ποσότητα ναυτιλιακών καυσίμων, συνολικής αξίας 186.687,16 δολ.ΗΠΑ, για την οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. ………./2018 τιμολόγιο. Ότι τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2018, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος και μοναδικός διευθυντής της πρώτης, συμπλήρωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στην ενάγουσα την, υπ’ αριθμ. ……………… μεταχρονολογημένη, επιταγή της τράπεζας «Eurobank», η οποία είχε εκδοθεί από την πρώτη εναγόμενη, συρόμενη από τον υπ’ αριθμ. ………………… τραπεζικό λογαριασμό της, εις διαταγή της ενάγουσας, για χρηματικό ποσό 186.687,16 δολ.ΗΠΑ και με ημερομηνία πληρωμής την 29η-1-2019. Ότι η ενάγουσα, η οποία κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτής της επιταγής, δέχθηκε να την παραλάβει χάριν καταβολής του οφειλόμενου τιμήματος των πωληθέντων καυσίμων στο πλοίο «P», ύστερα από τις ρητές διαβεβαιώσεις του δεύτερου εναγόμενου ότι, η επιταγή ήταν απολύτως έγκυρη και θα πληρωνόταν κανονικά, καθώς υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στον λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, πλην όμως αυτή (ενάγουσα) δεν την εμφάνισε αυτή (ανωτέρω επιταγή) προς πληρωμή της, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος επικαλέσθηκε πρόσκαιρες ταμειακές δυσχέρειες και ύστερα από συνεννοήσεις με την ενάγουσα, η οποία ζητούσε την αντικατάσταση αυτής της επιταγής με νέα, συμφώνησε με αυτήν τον Απρίλιο του έτους 2019 να μην προβεί στην έκδοση νέας επιταγής, αλλά να διορθώσει ο ίδιος τα στοιχεία της ήδη εκδοθείσας ως προς την ημερομηνία έκδοσης από 29-1-2019 σε 30-6-2019 και ως προς το ποσό πληρωμής από 186.687,16 δολ.ΗΠΑ σε 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, ώστε να περιληφθεί σε αυτήν και η οφειλή από την πώληση λιπαντικών από την ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη για το πλοίο «A» για την οποία είχε εκδοθεί το υπ’ αριθμ. ………/2018 τιμολόγιο. Ότι και πάλι ο δεύτερος εναγόμενος διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι η επιταγή αυτή, με τις διορθώσεις, ήταν καθ’ όλα έγκυρη και θα πληρωνόταν κανονικά κατά την εμφάνιση της, ενώ η πραγματικότητα, όπως γνώριζε και ο ίδιος, ήταν ότι η πρώτη εναγόμενη είχε καταστεί αφερέγγυα και υπερήμερη στις υποχρεώσεις της σε τρίτους, γεγονός που οδήγησε στην αναγκαστική κατάσχεση των ανωτέρω πλοίων, προέβη δε σε αυτές τις ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα, ώστε η τελευταία να δεχθεί να μην εμφανίσει εμπροθέσμως και προ των διορθώσεων την επιταγή προς πληρωμή, οπότε επειδή δεν θα πληρωνόταν λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου, θα ασκούσε άμεσα τις αξιώσεις της για το ποσό των 186.687,16 δολ.ΗΠΑ και κατά του δεύτερου εναγόμενου, βάσει των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ, αλλά να αναμένει έως την 30η-6-2019 για την πληρωμή και των δύο απαιτήσεων της συνολικού ποσού 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, χωρίς μάλιστα να παραλάβει νέα επιταγή για αυτό το χρηματικό ποσό με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2019, αλλά να διορθωθεί η ήδη εκδοθείσα με κίνδυνο να μην πληρωθεί όχι εξαιτίας της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, όπως θα συνέβαινε αν εμφανιζόταν όπως αρχικώς είχε συμπληρωθεί ή αν παραλάμβανε νέα για χρηματικό ποσό 218.032,63 δολ.ΗΠΑ (οπότε και πάλι η ενάγουσα θα είχε αξίωση για την αποκατάσταση της ζημίας της με νόμιμο λόγο ευθύνης την αδικοπραξία από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής), αλλά λόγω των πολλαπλών διορθώσεων και επεμβάσεων που είχαν γίνει στο σώμα της, όπως και τελικά συνέβη, όταν η ενάγουσα την εμφάνισε προς πληρωμή της την 5η Ιουλίου 2019. Επικαλούμενη, λοιπόν, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως ο ιθύνων νους της πρώτης και ως ο εν τοις πράγμασι αποκλειστικός διευθυντής και εκπρόσωπος της, έπεισε την ενάγουσα να μην εμφανίσει εμπροθέσμως την επιταγή με ημερομηνία έκδοσης την 29η-1-2019 και ακολούθως να μην παραλάβει νέα επιταγή για το χρηματικό ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, οπότε δεν θα πληρωνόταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά να δεχθεί τη διόρθωση της πρώτης επιταγής, με σκοπό να την παραπλανήσει ως προς την φερεγγυότητα της πρώτης εναγόμενης (δεν θα διαπιστωνόταν η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων αφού η πληρωμή δεν θα γινόταν λόγω των πολλαπλών διορθώσεων) και έτσι: α) αυτή (ενάγουσα) να καθυστερήσει την άσκηση των αξιώσεών της κατά της πρώτης εναγόμενης και β) να ματαιώσει την θεμελίωση ευθύνης κατά του ιδίου, αφού με την μη πληρωμή της διορθωμένης επιταγής, δεν θα ευθυνόταν ο ίδιος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ, ζητούσε μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και με νόμιμο λόγο ευθύνης των αντιδίκων της την αδικοπραξία, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των τελευταίων να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, το χρηματικό ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, άλλως το χρηματικό ποσό των 192.175,42 ευρώ, που είναι το ισόποσο σε ευρώ του χρηματικού ποσού των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων την 30η-6-2019, άλλως το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής του χρηματικού ποσού των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ με το νόμιμο τόκο από την 30η-6-2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους εις βάρος του δεύτερου εναγόμενου. Επικουρικώς και σε περίπτωση που δεν γινόταν δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τα ως άνω χρηματικά ποσά που ζητούσε και με την κύρια βάση, με νόμιμο λόγο ευθύνης των αντιδίκων της την αφηρημένη αναγνώριση του χρέους  στην οποία είχαν προβεί με την έκδοση και υπογραφή της επίδικης επιταγής, άλλως τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους σε βάρος του δευτέρου εναγομένου, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικασθούν οι αντίδικοι της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η ως άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την δικάσιμο της 2ας Φεβρουαρίου 2021 και επ’ αυτής εκδόθηκε, ερήμην των εναγόμενων, η υπ’ αριθμ. 1339/2021 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατά την κύρια και κατά τις επικουρικές της βάσεις. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου θεμελιωνόταν στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων λόγω της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και την απατηλή συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, ήταν μη νόμιμη και για τον λόγο αυτό απορριπτέα, καθώς η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω των αλλοιώσεων που υπήρχαν στο σώμα της και όχι επειδή δεν υπήρχε επαρκές αντίκρισμα κατά τον χρόνο εμφάνισης της ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη των εναγόμενων βάσει των διατάξεων των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ, ενώ και η απατηλή συμπεριφορά που η ενάγουσα καταλόγιζε στον δεύτερο εναγόμενο αφορούσε την ύπαρξη αντικρίσματος για την πληρωμή της επιταγής και τη φερεγγυότητα του ιδίου και της πρώτης εναγόμενης, που δεν άσκησαν όμως επίδραση στην ζημία της ενάγουσας από τη μη πληρωμή της επιταγής, αφού αυτή οφειλόταν στην άρνηση της τράπεζας να την αποδεχθεί λόγω των πολλαπλών διορθώσεων που είχαν τεθεί επ’ αυτής, χωρίς η ενάγουσα να εκθέτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος την διαβεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς ότι η επιταγή θα εξοφλείτο και μετά τις διορθώσεις και έτσι την έπεισε να δεχθεί αυτή (ένδικη τραπεζική επιταγή) και τελικώς να μην πληρωθεί. Περαιτέρω, ως μη νόμιμες απορρίφθηκαν και οι δύο επικουρικές βάσεις της αγωγής, καθώς για την μεν πρώτη, που στηριζόταν στην αφηρημένη υπόσχεση χρέους, δεν προέκυπτε από όσα η ίδια η ενάγουσα εξέθετε στην αγωγή της ότι, η ένδικη επιταγή κατέστη άκυρη ώστε να ισχύσει κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ενώ ως προς την δεύτερη επικουρική βάση, η οποία στηριζόταν στην εκ του νόμου ευθύνη των εναγόμενων με βάση τις, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ασκείτο υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας και της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, δεν γινόταν επίκληση στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) ότι, ασκείτο για την περίπτωση που δεν γινόταν δεκτό ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την αδικοπραξία και ότι δεν υπήρχε έγκυρη σύμβαση αναγνώρισης χρέους. Τέλος, ορίσθηκε και το παράβολο ερημοδικίας στο χρηματικό ποσό των 200 ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Κατ’ αυτής της απόφασης, η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση έφεση και με τους λόγους της ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί δε να γίνει δεκτή η έφεση της ως βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει δεκτή η αγωγή της ως κατ’ ουσία βάσιμη με καταδίκη των εναγόμενων – εφεσίβλητων στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η αγωγή της ήταν νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, καθώς στο δικόγραφο της εξέθετε με σαφήνεια την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου – δεύτερου εφεσίβλητου, που οδήγησε στην καθυστέρηση της δικαστική επιδίωξης των απαιτήσεων της κατά της πρώτης εξ αυτών και την ματαίωση της ευθύνης του δεύτερου και συγκεκριμένα ότι, ο δεύτερος εφεσίβλητος, που ήταν ο ιθύνων νους της πρώτης, γνώριζε ότι αυτή από τον Ιανουάριο του έτους 2019 είχε καταστεί αφερέγγυα με σημαντικές οφειλές σε τρίτους και επομένως ότι, η υπ’ αριθμ. ………………. επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 29-1-2019 δεν θα πληρωνόταν, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, αν εμφανιζόταν εμπροθέσμως από την εκκαλούσα στην πληρώτρια τράπεζα και για τον λόγο αυτό της πρότεινε να μην την εμφανίσει, αλλά να του την επιστρέψει και εκείνος να προβεί σε διορθώσεις ως προς την ημερομηνία έκδοσης και το πληρωτέο ποσό, ώστε να περιληφθεί σε αυτήν και η απαίτηση της από την πώληση καυσίμων και λιπαντικών στο πλοίο «A», αποκρύβοντας της την πραγματική οικονομική κατάσταση της πρώτης (σημαντικές οφειλές σε τρίτους από τον εφοπλισμό των πλοίων, τα οποία είχαν δεσμεύσει οι δανειστές της) και ότι δεν διέθετε τα απαραίτητα κεφάλαια για την κάλυψη αυτής της επιταγής. Ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δεύτερος εφεσίβλητος έπεισε την ενάγουσα να μην αντικαταστήσει την ως άνω επιταγή με νέα, όπως του είχε ζητήσει, που θα περιελάμβανε τις δύο απαιτήσεις και θα ήταν καθ’ όλα έγκυρη, αφού δεν θα έφερε διορθώσεις και αλλοιώσεις, οπότε αν δεν πληρωνόταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, η ενάγουσα θα είχε από την ημέρα σφράγισης της, απαίτηση αποζημίωσης, κατά αμφότερων των εφεσίβλητων, βάσει των διατάξεων των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ, αλλά να διορθωθεί η ήδη εκδοθείσα κατά τέτοιο τρόπο που όπως γνώριζε ο δεύτερος εφεσίβλητος, δεν θα πληρωνόταν λόγω των διορθώσεων και των αλλοιώσεων, χωρίς όμως να σφραγιστεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, οπότε θα επιστρεφόταν από την πληρώτρια τράπεζα στην εκκαλούσα, έχοντας απωλέσει η τελευταία την απαίτηση αποζημίωσης που είχε από αυτήν. Με αυτό το περιεχόμενο, ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσία βάσιμος, καθώς από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη των εφεσίβλητων δεν θεμελιωνόταν στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αλλά σε συμπεριφορά του δεύτερου εφεσίβλητου, που αν αποδειχθεί αληθής, συνιστά αδικοπραξία και δη, στην εξαπάτηση της εκκαλούσας από τον δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, γνωρίζοντας ότι η πρώτη εφεσίβλητη ήταν αναξιόχρεη και ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, οπότε θα ευθυνόταν και εκείνος βάσει των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 και 914 ΑΚ, την έπεισε να μην την εμφανίσει την 29η-1-2019, αλλά παριστάνοντας της ψευδώς ότι η πρώτη εφεσίβλητη ήταν φερέγγυα, να δεχθεί τη διόρθωση της, αλλοιώνοντάς την, κατά τρόπο που, όπως αντιλαμβανόταν, δεν θα πληρωνόταν από την πληρώτρια τράπεζα λόγω αυτών των διορθώσεων και επομένως, δεν θα βεβαιωνόταν επ’ αυτής ότι δεν πληρώθηκε λόγω της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και τοιουτοτρόπως, να απωλέσει η εκκαλούσα τις αξιώσεις που είχε από την επιταγή κατά του δεύτερου εφεσίβλητου και να καθυστερήσει σημαντικά την άσκηση τους κατά της πρώτης, της οποίας εν τω μεταξύ είχαν δεσμευθεί τα περιουσιακά της στοιχεία από τους δανειστές της. Με αυτό λοιπόν το περιεχόμενο η αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου που είναι εφαρμοστέο (άρθρα 26 ΑΚ και 4 παρ. 1 και 3 του Κανονισμού ΕΚ αρ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές «Ρώμη ΙΙ»), όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297 α΄, 298, 345 και 346 ΑΚ, με το αίτημα καταβολής των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, άλλως του ισόποσου σε ευρώ του ως άνω ποσού με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων την 30η-6-2019 (χρόνος επέλευσης της ζημίας) να είναι μη νόμιμα, καθώς η εκκαλούσα δικαιούται να αξιώσει το ως άνω χρηματικό ποσό με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, κατά τον χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, ήτοι κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (2-2-2021), το οποίο δεν προβάλλεται ρητά αλλά εμπεριέχεται ως «έλασσον» στο αίτημα για την επιδίκαση του ως άνω χρηματικού ποσού, με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο πληρωμής, που το προβάλλει επικουρικώς (ΑΠ 271/2025, Α΄ Δημ.ΝΟΜΟΣ). Επίσης, το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας είναι νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, καθώς η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, θεμελιώνεται στην αδικοπραξία και δεν επικαλείται  η ενάγουσα προηγούμενη έγγραφη όχληση των εναγομένων, ενώ ως μη νόμιμο είναι απορριπτέο το παρεπόμενο αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του δεύτερου εναγόμενου μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό. Συνεπώς, εφόσον ο πρώτος λόγος έφεσης έγινε δεκτός ως κατ’ ουσία βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή και η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το σκέλος που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που έχει ως νόμιμο λόγο ευθύνης των εναγόμενων την αδικοπραξία, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς αυτήν την βάση της από το παρόν Δικαστήριο, να δικασθεί η από 27-12-2019 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ …../ ΕΑΚ ………./2019 αγωγή ερήμην των εφεσίβλητων – εναγόμενων και να ερευνηθεί περαιτέρω αυτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙΙ. Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τη νομότυπα, κατ’ άρθρ. 421 του Κ.Πολ.Δ., ληφθείσα υπ’ αριθμ. ……/2020 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της ενάγουσας – εκκαλούσας ……….., η οποία δόθηκε νομίμως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εφεσίβλητων – εναγόμενων (βλ.σχετ. την υπ’ αριθμ. ………/ 2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………….), από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από την εκκαλούσα έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αφού ληφθούν υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα – ενάγουσα (εφεξής η ενάγουσα) αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………………» εδρεύει στην …… και έχει ως αντικείμενο την εμπορία ναυτιλιακών καυσίμων και λιπαντικών, ενώ η πρώτη εφεσίβλητη – πρώτη εναγόμενη (εφεξής η πρώτη εναγόμενη) αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «……………..» έχει την καταστατική της έδρα στην πόλη ….. της Λιβερίας (……………) και διατηρεί εγκατεστημένο γραφείο στο …. Αττικής (…………….), μέσω του οποίου κατά το έτος 2018 ασκούσε τη διαχείριση του των, υπό σημαία Λιβερίας, πλοίων με τα ονόματα «P» και «A». Κυρίαρχος μέτοχος και ιθύνων νους της πρώτης εναγόμενης είναι ο δεύτερος εφεσίβλητος – δεύτερος εναγόμενος (εφεξής ο δεύτερος εναγόμενος) ………………, ο οποίος ήταν εκείνος ο οποίος ελάμβανε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για την διαχείριση των ως άνω πλοίων. Τον Οκτώβριο του έτους 2018, η ενάγουσα κατήρτισε με την πρώτη εναγόμενη, εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο, σύμβαση πώλησης των λιπαντικών που περιγράφονται στο υπ’ αριθμ. …./ 12-10-2018 τιμολόγιο πώλησης, τα οποία προορίζονταν για το πλοίο «A», έναντι τιμήματος 31.345,47 δολ.ΗΠΑ για την καταβολή του οποίου ευθυνόταν έναντι της πωλήτριας και η πρώτη εναγόμενη και ακολούθως, τον μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους, οι ίδιοι αντισυμβαλλόμενοι κατήρτισαν σύμβαση πώλησης των ναυτιλιακών καυσίμων που περιγράφονται στο υπ’ αριθμ. ……../ 29-11-2018 τιμολόγιο πώλησης, τα οποία προορίζονταν για το πλοίο «P», έναντι τιμήματος 186.687,16 δολ.ΗΠΑ για το οποίο επίσης ευθυνόταν η πρώτη εναγόμενη. Σε εκτέλεση αυτών των συμβάσεων, η ενάγουσα εκπλήρωσε με επιμέλεια τις υποχρεώσεις της, παραδίδοντας κανονικά τα καύσιμα και τα λιπαντικά στα πλοία και επομένως, είχε αξίωση καταβολής των οφειλόμενων τιμημάτων, που ήταν πληρωτέα αυτό του υπ’ αριθμ. …../2018 τιμολογίου την 29η-1-2019 και του υπ’ αριθμ. ……/2018 τιμολογίου την 4η-2-2019. Για τον λόγο αυτό, μέσω του διευθύνοντος συμβούλου της …………….., απευθύνθηκε στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ως ο εν τοις πράγμασι μοναδικός διοικητής της πρώτης, εξέδωσε εις διαταγή της ενάγουσας και της παρέδωσε στα τέλη Νοεμβρίου 2018 την υπ’ αριθμ. ……………. μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας «……………..», έκδοσης της πρώτης εναγόμενης για το χρηματικό ποσό των 186.687,16 ευρώ (ισόποσο με το τίμημα του υπ’ αριθμ. ………………/2018 τιμολογίου), με ημερομηνία έκδοσης την 29η-1-2019, διαβεβαιώνοντας της ότι η εταιρεία του ήταν αξιόχρεη και ο υπ’ αριθμ. ……………. τραπεζικός λογαριασμός της, από τον οποίο θα πληρωνόταν η εν λόγω τραπεζική επιταγή, είχε και θα εξακολουθούσε να έχει επαρκές υπόλοιπο. Οι διαβεβαιώσεις όμως αυτές του δεύτερου εναγόμενου ήταν ψευδείς, καθώς όπως γνώριζε και ο ίδιος, η πρώτη εναγομένη αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με σημαντικές οφειλές προς τους δανειστές των πλοίων που διαχειριζόταν και επομένως, με τα δεδομένα της χρονικής περιόδου έκδοσης της εν λόγω τραπεζικής επιταγής (Νοέμβριος του έτους 2018), δεν θα μπορούσε να την καλύψει, κατά την εμφάνιση της προς πληρωμή. Πράγματι, τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2019, η οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγόμενης είχε επιδεινωθεί και είχε πλέον καταστεί αναξιόχρεη Για τον λόγο αυτό και κυρίως, για να αποφύγει τη σφράγιση της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής, λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου, που θα καθιστούσε και τον ίδιο υπεύθυνο έναντι της νόμιμης κομίστριας, ο δεύτερος εναγόμενος έπεισε την ενάγουσα να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, αλλά να προβούν σε ρύθμιση της συνολικής οφειλής της πρώτης εναγόμενης από τα δύο τιμολόγια που ανερχόταν σε 218.032,63 δολ.ΗΠΑ (186.687,16 δολ.ΗΠΑ από το υπ’ αριθμ. 1026/2018 τιμολόγιο για το οποίο είχε εκδοθεί η επιταγή και 31.345,47 δολ.ΗΠΑ από το υπ’ αριθμ. ……/2018 τιμολόγιο που ήταν πληρωτέο την 4η-2-2019). Έτσι, από την από 29-1-2019 (ημερομηνία έκδοσης επιταγής) ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων του δεύτερου εναγόμενου με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία (βλ.σχετ. το υπ’ αριθμ. 23 έγγραφο της), προκύπτει ότι, η ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι η συνολική οφειλή της πρώτης εναγομένης προς αυτήν, ανέρχονταν στο ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ και δέχθηκε τη ρύθμισή της σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ύψους 54.508,15 δολ. ΗΠΑ η καθεμία, που θα ήταν πληρωτέες στο τέλος κάθε μήνα, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα στα τέλη Φεβρουαρίου και με την πρόσθετη υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να εκδώσει εις διαταγή της ενάγουσας και ως εγγύηση για την τήρηση της ρύθμισης, μία νέα μεταχρονολογημένη επιταγή, συνολικού ύψους 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, με ημερομηνία έκδοσης στα τέλη μηνός Ιουνίου 2019. Ο δεύτερος εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός της πρώτης εναγόμενης δεν διέθετε επαρκές υπόλοιπο για να καλύψει τη νέα επιταγή, η οποία θα σφραγιζόταν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου, οπότε θα ευθυνόταν και ο ίδιος έναντι της ενάγουσας, αντιπρότεινε την ίδια ημέρα να μην προχωρήσει η πρώτη εναγόμενη στην έκδοση νέας τραπεζικής επιταγής, αλλά να διορθώσουν την υπ’ αριθμ. ……………. επιταγή (είναι η επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 29-1-2019 που είχε πειστεί να μην εμφανίσει προς πληρωμή η ενάγουσα) ως προς το ποσό πληρωμής από 186.687,16 δολ.ΗΠΑ σε 218.032,63 δολ.ΗΠΑ και ως προς την ημερομηνία εκδόσεως από 29-1-2019, σε κάποια ημέρα στα τέλη του μηνός Ιουνίου, με πρόθεση να παραπείσει την ενάγουσα να δεχθεί αυτήν τη λύση και έτσι να παρατείνει την οφειλή της πρώτης εναγόμενης και μετά τον μήνα Ιούνιο, αποκρύβοντας ότι αυτή (πρώτη εναγομένη) έχει καταστεί αναξιόχρεη. Η ενάγουσα δέχθηκε την αντιπρόταση του δεύτερου εναγόμενου και έτσι ανέμενε την εξόφληση της ανωτέρω απαίτησής της, μέσω αρχικά της τμηματικής καταβολής και αν αυτή δεν τηρούνταν, από την εμφάνιση και πληρωμή της διορθωθείσας επιταγής. Όπως ήταν αναμενόμενο, λόγω της οικονομικής της κατάστασης, η πρώτη εναγόμενη δεν τήρησε την ρύθμιση και κατέστη υπερήμερη στην καταβολή της πρώτης δόσης, που ήταν πληρωτέα στα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου, οπότε η ενάγουσα αποφάσισε να διακόψει την συνεργασία τους, όπως ενημέρωσε τον δεύτερο με το από 18-3-2019 ηλεκτρονικό της μήνυμα, με το οποίο τον καλούσε να της καταβάλει και τις υπόλοιπες οφειλές της προς αυτήν, που μαζί με την επίδικη ανέρχονταν πλέον στο χρηματικό ποσό των 360.000 δολ.ΗΠΑ., ενώ παράλληλα ανέθεσε στο νομικό της σύμβουλο να προχωρήσει σε καταδιωκτικά μέτρα εις βάρος των εναγόμενων. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο δεύτερος εναγόμενος ζήτησε εκ νέου από την ενάγουσα να μην προχωρήσει στην δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων της, αλλά να προχωρήσουν στη διόρθωση της από 29-1-2019 επιταγής, όπως είχαν συμφωνήσει, με την νέα ημερομηνία έκδοσης να είναι η 30η-6-2019. Και αυτήν την φορά, οι ισχυρισμοί του δεύτερου εναγόμενου ήταν ψευδείς, καθώς γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη δεν διέθετε αυτά τα κεφάλαια για την κάλυψη της επιταγής, πλην όμως ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας πείσθηκε (ότι δηλαδή σε κάθε περίπτωση θα εξοφλούνταν από την διορθωμένη επιταγή) και ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει προς το πληρεξούσιο δικηγόρο του (βλ.σχετ. το από 23-5-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας   ……….. προς τον δεύτερο εναγόμενο). Έτσι, τον μήνα Απρίλιο, ο δεύτερος εναγόμενος, κατόπιν συνεννόησης με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας, προχώρησε στη διόρθωση της υπ’ αριθμ. …………. επιταγής, διορθώνοντας την ημερομηνία έκδοσης από 29-1-2019 σε 30-6-2019 και το ποσό πληρωμής από 186.687,16 δολ.ΗΠΑ σε 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, θέτοντας κάτω από κάθε διόρθωση την σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή του. Από την επισκόπηση του σώματος της επιταγής και την  κατάστασή της, μετά τη διόρθωση των ως άνω στοιχείων, προκύπτει ότι, οι μεταβολές που επήλθαν σε αυτήν ήταν τέτοιες που καθιστούσαν το κείμενο των διορθωθέντων στοιχείων τόσο δυσανάγνωστο ώστε ήταν βέβαιο ότι τόσο η πληρώτρια Τράπεζα, όσο και η τράπεζα «……………….» (υποκατάστημα Πειραιά), στην οποία τηρούσε λογαριασμό η πρώτη εναγόμενη και κατέθετε τις επιταγές, των οποίων αυτή ήταν νόμιμη κομίστρια, όπως είχε ενημερωθεί και ο δεύτερος εναγόμενος (βλ.σχετ. το από 18-3-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα της ενάγουσας προς τον δεύτερο εναγόμενο στο οποίο του αναφέρει για την δυνατότητα υπερανάληψης που της παρείχε η ………………) καταβάλλοντας την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή θα διατηρούσαν αμφιβολίες και δεν θα τη δέχονταν για πληρωμή (εννοείται η τράπεζα της ενάγουσας δεν θα την δεχόταν για κατάθεση στο λογαριασμό της πελάτιδος της), οπότε θα επέστρεφε στην ενάγουσα χωρίς να έχει σφραγιστεί λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου του λογαριασμού της πρώτης εναγόμενης. Αυτό το αντιλαμβανόταν ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος διόρθωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανωτέρω τραπεζική επιταγή, ώστε να αποφύγει την σφράγιση της ως ακάλυπτης και να παρατείνει την οφειλή της πρώτης εναγόμενης προς την ενάγουσα και μετά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2019, χωρίς να ευθύνεται και ο ίδιος έναντι αυτής, όπως θα συνέβαινε αν είχε εκδώσει νέα επιταγή για την συνολική οφειλή, η οποία είναι βέβαιο ότι θα γινόταν δεκτή από τις τράπεζες κατά την εμφάνιση της και θα σφραγιζόταν ως ακάλυπτη, αφού η πρώτη εναγόμενη παρέμενε αναξιόχρεη. Η γνώση του δεύτερου εναγόμενου για καταστροφή της επιταγής μετά τις διορθώσεις και η πρόθεση να αποφύγει την πληρωμή της ενάγουσας, προκύπτει από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αντήλλαξε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2019 έως και 27-6-2019, με τα οποία του ζητήθηκε επανειλημμένως (23-5-2019, 11-6-2019 και 27-6-2019) να εκδώσει νέα επιταγή, αλλά εκείνος αρνήθηκε, αναφέροντας ότι η ενάγουσα θα πληρωθεί μέσω της διορθωθείσας επιταγής (βλ.σχετ. τα υπ’ αριθμ. 19 και 21 σχετικά έγγραφα της ενάγουσας). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, την 5η-7-2019, η ενάγουσα επιχείρησε να καταθέσει την διορθωθείσα επιταγή στην τράπεζα «……………..» που τηρούσε τον υπ’ αριθμ. ………… τραπεζικό λογαριασμό σε δολ.ΗΠΑ, ώστε να της πιστωθεί το χρηματικό ποσό της επιταγής, πλην όμως η ως άνω τράπεζα δεν δέχθηκε να παραλάβει την επιταγή λόγω των πολλαπλών διορθώσεων που είχαν γίνει στο σώμα της και ουσιαστικά την είχαν καταστρέψει (βλ.σχετ. την από 5-7-2019 βεβαίωση της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα δεν εμφάνισε την επιταγή ούτε στην πληρώτρια τράπεζα, λόγω της εύλογης πεποίθησής της ότι, θα δεχόταν την ίδια απάντηση (άρνηση πληρωμής λόγω καταστροφής του σώματος της επιταγής εξαιτίας των διορθώσεων) αλλά των νέων ψευδών διαβεβαιώσεων του δεύτερου εναγόμενου ότι θα προχωρούσε σε νέα ρύθμιση της οφειλής με χορήγηση νέων εγγυήσεων (βλ.σχετ. το από 12-7-2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του δεύτερου εναγόμενου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας). Τελικώς και αυτές οι υποσχέσεις ήταν ψευδείς, καθώς η πρώτη εναγόμενη παρέμεινε υπερήμερη και δεν προέβη σε καμία καταβολή προς την ενάγουσα μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (27-12-2019). Με βάση, επομένως, τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου πληροί την ειδική υπόσταση της αδικοπραξίας εις βάρος της ενάγουσας, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε στην τελευταία ζημία ισόποση με την απαίτηση της για την οποία είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. ………….. επιταγή της τράπεζας ………, ως ίσχυε μετά την διόρθωση των στοιχείων της, ήτοι 218.032,63 δολΗΠΑ., για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται και η πρώτη εναγόμενη, βάσει του άρθρου 71 εδ.α΄ ΑΚ. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος, την 29η-1-2019 και ενώ γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν αξιόχρεη και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό της λογαριασμό για την πληρωμή της υπ’ αριθμ. ……………. τραπεζικής επιταγής της ……….., έκδοσης της πρώτης εναγόμενης και εις διαταγή της ενάγουσας για το χρηματικό ποσό των 186.687,16 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 29η-1-2019, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην ενάγουσα – νόμιμη κομίστρια της επιταγής ότι, η πρώτη εναγόμενη αντιμετώπιζε κάποιες πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες αλλά θα εξοφλούσε κανονικά τις οφειλές της προς αυτήν και έτσι την έπεισε να μην εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή οπότε θα σφραγιζόταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και θα θεμελιωνόταν και ευθύνη του ιδίου έναντι της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933. Ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην ενάγουσα ότι, η πρώτη εναγόμενη θα της κατέβαλε την συνολική οφειλή της, που ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2019 παρότι γνώριζε ότι αυτή παρέμενε αναξιόχρεη και για να πείσει την ενάγουσα να δεχθεί αυτή τη ρύθμιση και να καθυστερήσει τη διεκδίκηση των οφειλομένων, της πρότεινε να διορθώσουν την ως άνω τραπεζική επιταγή ως προς τον χρόνο έκδοσης από 29-1-2019 σε 30-6-2019 και το ποσό πληρωμής από 186.687,16 δολ.ΗΠΑ σε 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, ώστε η επιταγή αυτή να αποτελεί εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης από τη ρύθμιση των οφειλών της. Τον μήνα Απρίλιο του έτους 2019 και παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της ενάγουσας να μη διορθώσουν την ως άνω τραπεζική επιταγή, αλλά να εκδώσουν νέα, για το χρηματικό ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ, ο δεύτερος εναγόμενος, με πρόθεση, προέβη στη διόρθωση της ως άνω τραπεζικής επιταγής, κατά τρόπο που την καθιστούσε δυσανάγνωστη ως προς τα διορθωθέντα στοιχεία, με σκοπό να μην γίνει αποδεκτή προς πληρωμή από την πληρώτρια τράπεζα λόγω των πολλαπλών διορθώσεων, όπως και τελικά συνέβη, όταν την 5η-7-2009 η ενάγουσα την εμφάνισε προς κατάθεση στην δική της τράπεζα, ενώ και μετά την 5η-6-2009, εξακολούθησε να παριστάνει ψευδώς στην ενάγουσα ότι θα τακτοποιούσε την οφειλή της πρώτης με σκοπό κατ’ αρχάς να μην εμφανισθεί η εν λόγω τραπεζική επιταγή εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα και ακολούθως, να καθυστερήσει τη λήψη δικαστικών μέτρων από την ενάγουσα κατά της πρώτης εναγόμενης. Με αυτές τις μεθοδεύσεις, ο δεύτερος εναγόμενος πέτυχε: α) να απαλλαγεί ο ίδιος από την ευθύνη του από την ανωτέρω τραπεζική επιταγή, καθώς αυτή δεν σφραγίσθηκε, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, όπως θα συνέβαινε εάν δεν είχε προβεί στις διορθώσεις και εμφανιζόταν στην τράπεζα, είτε την 29η-1-2019, είτε σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα αν είχε εκδοθεί νέα για το χρηματικό ποσό των 218.032,63 δολ.ΗΠΑ και β) να καθυστερήσει τη δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων της ενάγουσας από την πρώτη εναγόμενη και τη λήψη αναγκαστικών μέτρων για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της.

Ενόψει των ανωτέρω και αφού αποδείχθηκε ως βάσιμη η κύρια βάση της, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην ενάγουσα, το ισόποσο σε ευρώ, κατά τον χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής, του χρηματικού ποσού των διακοσίων δέκα οκτώ χιλιάδων και τριάντα δύο δολ.ΗΠΑ και εξήντα τριών σεντς (218.032,63) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τους εφεσίβλητους – εναγόμενους κατά της απόφασης αυτής, ενώ λόγω της νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του κατατεθέντος υπ’ αριθμ. ………………/2023 ηλεκτρονικού παραβόλου των εκατό (100) ευρώ και κατ’ εφαρμογή των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 63, 68 παρ. 1 και 2 και 69 του Κωδ.Δικηγ. πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των εφεσίβλητων την από 25-1-2023 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ …../ ΕΑΚ ……/ 25-1-2023 έφεση.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Διατάσσει την απόδοση του υπ’ αριθμ. ………../2023  ηλεκτρονικού παραβόλου στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 1339/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Kρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δικάζει ερήμην των εναγόμενων την από 27-12-2019 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ …../ ΕΑΚ ………/ 27-12-2019 αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά την ένδικη αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, στην ενάγουσα το ισόποσο σε ευρώ, κατά τον χρόνο πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής, του χρηματικού ποσού των διακοσίων δέκα οκτώ χιλιάδων και τριάντα δύο δολ.ΗΠΑ και εξήντα τριών σεντς (218.032,63) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Καταδικάζει τους εφεσίβλητους – εναγόμενους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας – ενάγουσας, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποίο ορίζει στο χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στον Πειραιά, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 1/12/2025.

Η Δικαστής                                                           Η Γραμματέας