ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 17/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος-αιτούντος: ………………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πηλαβάκη.
Της εφεσίβλητης-καθ’ ης η αίτηση: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………..», πρώην με την επωνυμία «…………» (………..) και το διακριτικό τίτλο «……………S» (…………), η οποία εδρεύει στο ……. Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 4354/2015, δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων {υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)} και ήδη σύμφωνα με το ν. 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/9.7.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων {υπ’ αριθμ. 4257/19.7.2024 ΦΕΚ (τ.Β΄)}, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» (………..), που εδρεύει στην Ιρλανδία, οδός …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμονα Στεργιάννη.
Ο εκκαλών με την από την από 3/12/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2024) ανακοπή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1873/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την υπό κρίση από 29/5/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης …………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………../2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η έφεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29/5/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………../2025 έφεση του ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ` αριθ. 1873/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 30/5/2025 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29/4/2025, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………… e-παράβολο). Στο ίδιο δικόγραφο (εφετήριο) παραδεκτώς σωρεύεται κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με την παραπάνω έκθεση κατάσχεσης.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με εκτελεστό τίτλο την υπ` αριθμ. ……./2024 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαιτήσεων της εφεσίβλητης έναντι του εκκαλούντος και την από 13/9/2024 επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στον εκκαλούντα κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής, κατασχέθηκαν, με επίσπευση της εφεσίβλητης, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. …./24-10-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……………, α) το με στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 65,77 τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό ΚΑΕΚ …………… και β) το με στοιχεία Ρ-5 πάρκινγκ, επιφάνειας 10,13 τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό ΚΑΕΚ ……….., επί μίας πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στη θέση «…….» του Δήμου Πειραιά και επί της οδού ……., πλήρους ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Με την ίδια κατασχετήρια έκθεση ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 11/6/2025. Ο εκκαλών με την από την από 3/12/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024) ανακοπή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και για τους λόγους που ανέπτυσσε στην ως άνω ανακοπή του, ζητούσε να ακυρωθεί η προαναφερόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά την ανακοπή και απέρριψε αυτή ως προς όλους τους λόγους της. Ήδη με την υπό κρίση έφεση του ο ανακόπτων παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε τους λόγους της ανακοπής του, τους οποίους επαναφέρει με σχετικούς λόγους έφεσης και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η ανακοπή του. Επίσης ζητεί να ανασταλεί κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης και επιπλέον ζήτησε την έκδοση προσωρινής διαταγής, με την οποία να αναστέλλεται η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται δυνάμει της ως άνω προσβαλλομένης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός έως την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462, ΕΑ 5723/2022 ΤΝΠ Nomos). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009 ΤΝΠ Nomos, ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων, που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 ΤΝΠ Nomos). Έτσι, η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον, δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 139/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010 ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς, κατά την έννοια της διατάξεως 281 AK το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ Nomos). Επίσης, στην αρχή της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης στηρίζεται και η παράγραφος 2 του άρθρου 951 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει κατάσχεση περισσοτέρων του ενός πραγμάτων (ΕΑ 13/2024 ΤΝΠ Nomos) και κατά την οποία αν το αντικείμενο της κατάσχεσης αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, η κατάσχεσή του δεν είναι άκυρη, ακόμη και αν υπάρχει εμφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του και της εκτελούμενης αξίωσης (Νικολόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 951 αρ. 5).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, για την απόρριψη του οποίου παραπονείται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο ανακόπτων διατείνεται ότι η από μέρους της εφεσίβλητης-καθ’ ης η ανακοπή επίσπευση της διενεργούμενης σε βάρος του εκτελεστικής διαδικασίας υπό τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις της ένδικης υπόθεσης έχει καταστεί καταχρηστική, εν όψει του ότι δεν προηγήθηκε το ηπιότερο μέσο της προσπάθειας του διακανονισμού της οφειλής του με βιώσιμο τρόπο, αφού το ένδικο ενιαίο ακίνητο αποτελεί την κύρια – πρώτη κατοικία του ανακόπτοντος και της οικογένειας του και το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η επιβολή της κατάσχεσης στα ανωτέρω ακίνητα, εμπορικής αξίας τουλάχιστον 255.000 ευρώ και δη αξίας 245.000 ευρώ, όσον αφορά το με στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα και αξίας 10.000 ευρώ, όσον αφορά το με στοιχεία Ρ-5 πάρκινγκ, πολύ μεγαλύτερης της οφειλής προς την καθ’ ης η ανακοπή, για την οποία επισπεύστηκε η αναγκαστική κατάσχεση με περιορισμό οφειλής στις 50.000 ευρώ, θέτοντάς τον σε επιπλέον έξοδα, όταν η καθ’ ης η ανακοπή κινήσει διαδικασίες και για το υπόλοιπο επιταχθέν ποσό, μη τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κατάχρησης δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εκκαλών-ανακόπτων, και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν αρκούν για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης-καθ’ ής σε προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του, ενόψει και του ότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται συγκεκριμένες ενέργειες της καθ’ ης και, μάλιστα, επαναλαμβανόμενες για αρκετό χρόνο, από τις οποίες θα μπορούσε εύλογα να συναχθεί πρόθεσή της να μην ασκήσει το δικαίωμά της για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε σχετικές περί τούτου διαβεβαιώσεις της, ώστε η μετέπειτα συμπεριφορά της που εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιώματός της για διαχείριση και προστασία της περιουσίας της, να παρίσταται τυχόν ως αιφνίδια μεταβολή της προηγηθείσας συμπεριφοράς της και ανατροπή μιας κατάστασης που αυτή είχε δημιουργήσει. Περαιτέρω, το δικαίωμα της επισπεύδουσας να εισπράξει την επιταχθείσα απαίτηση εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της, ο δε ανακόπτων δεν εισφέρει, στην προκειμένη περίπτωση, πρόσθετα στοιχεία συμπεριφοράς της καθ’ ης, από τα οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε σε αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, ούτε επικαλείται άλλα περιστατικά ανέντιμης συμπεριφοράς της, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι η επιχειρούμενη εκτέλεση είναι αντίθετη στην καλή συναλλακτική πίστη και στα χρηστά ήθη. Επιπλέον, ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι η καθ’ ης μπορούσε να επιλέξει άλλο συγκεκριμένο ηπιότερο μέτρο για την ικανοποίηση της απαίτησής της, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να προκύπτει ότι η επίδικη απαίτηση της καθ’ ης δύναται να ικανοποιηθεί με άλλο (συγκεκριμένο και κατονομαζόμενο) ηπιότερο για τον ανακόπτοντα μέσο που καλύπτει την αξίωση της επισπεύδουσας, είτε με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων αξίας ισοδύναμης με την αξίωση της καθ’ ης, προκειμένου να δύναται να ελεγχθεί η τυχόν καταχρηστικότητα και κακοβουλία της ως προς την επιλογή των συγκεκριμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του περί μη προσπάθειας εκ μέρους της εφεσίβλητης διακανονισμού της οφειλής του με βιώσιμο τρόπο, ο ίδιος στην από 2/10/2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024 ανακοπή του, κατά της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. ……./2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκθέτει ότι του προτάθηκε διακανονισμός, τον οποίο δεν δέχτηκε, λόγω του ύψους της προτεινόμενης προκαταβολής και των προτεινόμενων μηνιαίων δόσεων. Επιπλέον, μόνες οι επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η εκτελεστική διαδικασία για τον ανακόπτοντα, δεν καθιστούν τη συμπεριφορά της καθ’ ης μη ανεκτή κατά το δίκαιο, κακόβουλη και κείμενη εκτός των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη, αφού η ανωτέρω επιλογή εντάσσεται στο δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας της, ούτε άλλωστε επικαλείται ο ανακόπτων ότι η ανωτέρω προέβη στην εν λόγω ενέργεια χωρίς συμφέρον προς τούτο, ώστε να αξιωθεί η θυσία του δικαιώματός της για την επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησής της, αφού είναι εύλογο το συμφέρον της από την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου και την είσπραξη του πλειστηριάσματος. Και τούτο διότι το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή επέφερε τυχόν βλάβη στον ανακόπτοντα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει, εν προκειμένω, από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής (ΑΠ 333/2019 ο.π.). Πολλώ δε μάλλον που ο ανακόπτων δεν κάνει λόγο για προσωρινή οικονομική αδυναμία του που θα μπορέσει να αντιστραφεί στο άμεσο μέλλον, ώστε να μπορούσε να αξιωθεί μία εύλογη αναμονή από πλευράς της καθ’ ης στην ικανοποίηση της απαίτησής της, αλλά τουναντίον στην από 2/10/2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2024 ανακοπή του, κατά της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. ………./2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκθέτει ότι δεν ηδύνατο να ανταποκριθεί στην πρόταση διακανονισμού της καθ’ ης, καθώς τη θεωρούσε εξωπραγματική και μη βιώσιμη. Ακόμη, μόνη η στέρηση της δυνατότητας ελεύθερης διάθεσης και αξιοποίησης του κατασχεθέντος ακινήτου και η τυχόν απώλειά του δεν αποτελεί ιδιαίτερα επαχθή και μη ανεκτή κατά τους κανόνες των χρηστών ηθών συνέπεια από την επίσπευση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, σε σχέση μ’ αυτές που θα υφίστατο η καθ’ ης εάν δεν ασκούσε το δικαίωμά της, αφού αυτή συνιστά την εκ του νόμου συνέπεια κάθε αναγκαστικής κατάσχεσης και όχι μόνο της επίδικης. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντα, την πρώτη και μοναδική κατοικία του, η αξία της οποίας είναι μεγαλύτερη από το ποσό για το οποίο επισπεύδεται η προκείμενη αναγκαστική εκτέλεση, δεν καθιστά άνευ ετέρου την επιβολή κατάσχεσης επ’ αυτού καταχρηστική, δεδομένου, ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, αν το αντικείμενο της κατάσχεσης αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, η κατάσχεσή του δεν είναι άκυρη, ακόμη και αν υπάρχει εμφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του και της εκτελούμενης αξίωσης. Επιπλέον, η προστασία της πρώτης κατοικίας έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητών νομοθετικών προβλέψεων, ήτοι αρχικά του Ν. 3869/2010, εν συνεχεία του Ν. 4605/2019, έπειτα του Ν. 4714/2020 και ακολούθως του Ν. 4738/2020, βάσει των σε κάθε νομοθέτημα τιθέμενων προϋποθέσεων, τη συνδρομή των οποίων ουδόλως επικαλείται ο ανακόπτων. Σε συνδυασμό, μάλιστα, και με την επί μακρό χρόνο γενική νομοθετική αναστολή όλων των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας είχε παρασχεθεί νομοθετικά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στους οφειλέτες να τεθούν υπό την προστασία κάποιας νομοθετικής ρύθμισης, ή έστω εκουσίως να προχωρήσουν σε ρύθμιση του χρέους, εξοφλώντας το σταδιακά. Δεν δύναται, δε, μέσω της κατασκευής της καταχρηστικότητας δικαστικά να παρακαμφθεί η σαφής νομοθετική βούληση περί προστασίας της πρώτης κατοικίας αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής και να οδηγηθεί κανείς σε γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ένας οφειλέτης για να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων (βλ. ΕφΑνΚρ 19/2024 ΤΝΠ Nomos). Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον λόγο αυτό της ανακοπής, με αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (ΚΠολΔ 534), ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της έφεσης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως, κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Δεν είναι βεβαία η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών, δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση. Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακώς, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του ΚΠολΔ και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση, όταν αυτή προκύπτει, κατά ποσόν και ποιόν, από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη συνεκτίμησης και άλλων εγγράφων με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, καθώς και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013, ΧρΙΔ 2013/546, ΕφΑθ 291/2022 ΤΝΠ Nomos), δηλαδή με απλή μαθηματική εφαρμογή όσων επιτάσσει το άρθρο 423 του ΑΚ και με την οριζόμενη από αυτό σειρά, ήτοι, «αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο». Δέον να σημειωθεί ότι η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, η κατάσχεση που επιβλήθηκε και η με βάση αυτή επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, για ποσό μεγαλύτερο του τίτλου, δεν είναι άκυρη, μπορεί όμως να ακυρωθεί για το επί πλέον ποσό (ΑΠ 1016/2018, ΕφΑθ 291/2022, ΕφΑθ 4901/2000 ΤΝΠ Nomos). Μάλιστα, ούτε η μείωση του ποσού λόγω καταβολών, καθιστά ανεκκαθάριστη την παροχή, αφού η καταβολή στηρίζει ένσταση περιορισμού της απαίτησης (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΕφΑθ 291/2022, ΕφΑθ 4901/2000, ΕφΛαμ 124/2022 ΤΝΠ Nomos). Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο αυτός ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, διότι η προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης πάσχει λόγω αοριστίας του περιορισμού του ποσού, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση και συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, μολονότι με την από 13/9/2024 επιταγή προς πληρωμή αυτός επιτάχθηκε να καταβάλει το ποσό των 51.278 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της με αριθμό ……../2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η καθ’ ης η ανακοπή κατάσχεσε συνολικά από την ακίνητη περιουσία του το ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζονται ειδικότερα τα συγκεκριμένα κονδύλια, για τα οποία αυτή επισπεύδεται, ήτοι για ποσό μικρότερο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να διαγνώσει τη φύση του ποσού αυτού. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, είναι νόμω αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, καθόσον, εν προκειμένω, σε βάρος του εκκαλούντος επιβλήθηκε κατάσχεση για το ποσό των 50.000 ευρώ, ήτοι για μέρος της συνολικής, επιταχθείσης με την ως άνω επιταγή προς πληρωμή απαίτησης της εφεσίβλητης, ποσού 51.278 ευρώ, με την αναφορά ότι το ποσό αυτό των 50.000 ευρώ, αποτελεί μέρος της συνολικής απαίτησης εκ του κεφαλαίου και επιταχθείσας με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή και με τη ρητή επιφύλαξη της τελευταίας (εφεσίβλητης), για την είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού με άλλη αναγκαστική εκτέλεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλον πλειστηριασμό, καθώς και με τη ρητή μνεία ότι ο περιορισμός στο ποσό αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνο για μείωση των εξόδων (βλ. σελ. 6 της προσκομιζόμενης με επίκληση και προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ……../24-10-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης). Επομένως, ο παραπάνω περιορισμός του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση, είναι ορισμένος και δεν καθιστά την ως άνω απαίτηση, για την είσπραξη της οποίας επισπεύδεται η προκείμενη αναγκαστική εκτέλεση, αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθώς από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1543/2014, ΧρΙΔ 2015/203). Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος, διότι αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός του ποσού της απαίτησης για το οποίο επιβάλλεται αναγκαστική κατάσχεση, με σκοπό των περιορισμό των εξόδων της εκτέλεσης και του πλειστηριασμού και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε αβέβαιη και ανεκκαθάριστη (βλ. σχ. AΠ 1773/2001, ΕλλΔ/νη 2002 σελ. 1386), αφετέρου δε, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 422 και 423 ΑΚ και εφόσον δεν γίνεται επίκληση διαφορετικής σειράς καταλογισμού της παροχής με συμφωνία των μερών, ο καταλογισμός της παροχής γίνεται σύμφωνα με τη σειρά του νόμου και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας της έκθεσης κατάσχεσης (βλ. Αχ. Μπεχλιβάνης σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Τομ. Ι Αθήνα 2010 σε άρθρο 422 άρθρο 422 αρ. 5 σελ. 866). Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον λόγο αυτό της ανακοπής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος της έφεσης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, που επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή καταχρηστικά προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του, αν και γνώριζε ότι αυτός είχε ήδη ασκήσει ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. …./2024 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που του κοινοποιήθηκε στις 8/7/2024, ανακοπή κατά της ένδικης υπ’ αριθμ. ……/2024 διαταγής πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, που του κοινοποιήθηκε στις 24/9/2024 και ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. ……./2024 διαταγής πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, που του κοινοποιήθηκε στις 11/10/2024.
Με το ως άνω περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους προφανή υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω πρώτη μείζονα σκέψη της παρούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαταγή πληρωμής κατά την έκδοσή της από ημεδαπό δικαστήριο είναι εκτελεστός τίτλος, κατά τους όρους του άρθρου 904 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΚΠολΔ, βάσει του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και ότι το δικαστήριο, του οποίου ο δικαστής εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή με αντικείμενο την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής, κατά τους όρους του άρθρου 632 παρ. 3 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω για την ανακοπή, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, με αντικείμενο την ακύρωση της με αριθμό ………/2024 διαταγής πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι του εκτελεστού τίτλου, που δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι έχει λάβει χώρα. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή επέφερε τυχόν βλάβη στον ανακόπτοντα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει εν προκειμένω, από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ Nomos). Επιπλέον, η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, και αυτή του άρθρου 632 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έχουν διαφορετικούς στόχους και ειδικότερα με την πρώτη (άρθρ. 632 παρ. του 1 του ΚΠολΔ), επιδιώκεται η ακύρωση της διαταγής πληρωμής με την αμφισβήτηση, κατ` αρχήν, της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, αλλά και του κατ` ουσίαν υποστατού της απαιτήσεως, αποκλειστικώς όμως κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, αφού και η ύπαρξη της απαιτήσεως εντάσσεται στη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Αντιθέτως με τη δεύτερη ανακοπή (άρθρ. 933 του ΚΠολΔ), επιδιώκεται η ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, του οφειλέτη δυναμένου να προτείνει τις ουσιαστικές αντιρρήσεις του εναντίον της οφειλής του, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για διακωλυτικές ή αποσβεστικές ενστάσεις ή για ενστάσεις που εμποδίζουν την άσκηση της κρίσιμης αγωγής (ΕφΠατρ 69/2019 ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς, οι ως άνω ενέργειες της καθ’ ης η ανακοπή, ήτοι το να προχωρήσει στην ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, αποτελεί ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της, χωρίς να αποκλίνει από τις αρχές των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και χωρίς να υπερβαίνει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της (πρβ. ΕφΔωδ 96/2020, ΕφΑθ 110/2018 ΤΝΠ Nomos). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον λόγο αυτό της ανακοπής, με αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (ΚΠολΔ 534), ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου, σχετικός λόγος της έφεσης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και περαιτέρω, αφού κρίθηκαν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι επαναφερθέντες και κριθέντες από το παρόν Δικαστήριο λόγοι ανακοπής, απορριπτέα τυγχάνει στην ουσία της και η σωρευόμενη στο εφετήριο αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας του εκκαλούντος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της από αυτόν, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής της εκτέλεσης.
Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 8 Iανουαρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ