Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 43/2026

Αριθμός    43/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  Nαυτικό

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα   E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», Αστικής Επαγγελματικής Εταιρείας, η οποία εδρεύει στο ……………. και είναι καταχωρημένη στο Μητρώο Εμπορίου και Εταιρειών της …….. (με αριθμό ………….), με ενδοκοινοτικό αριθμό Φ.Π.Α. ………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητα του δικαστικού εντολοδόχου – εκκαθαριστή της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη [ΔΕ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ], (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στη Δημοτική Ενότητα …………….., με ΑΦΜ ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Μιχαήλ Μαρκουλάκο (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 4.10.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2019) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ  3534/2023  απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 3.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  …………./2024 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………../2024), της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 3.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 και προσδιορισμού ……………./2024 έφεση, κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 3534/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών από το Ναυτικό τμήμα κατά την τακτική διαδικασία επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………../2019 αγωγής έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2  και 19 περ. α του ΚΠολΔ όπως ισχύουν μετά τα άρθρα 6 και 7 του ν. 5134/2024 και το άρθρο 4 του ν. 5221/225 που ισχύει από την 1.1.2026 σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του ίδιου νόμου,  και εμπρόθεσμα εντός της μη γνήσιας διετούς προθεσμίας από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης την 31.10.2023, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη συνομολογεί τον εμπεριεχόμενο στις προτάσεις της εκκαλούσας ισχυρισμό ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έχει επιδοθεί. Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ……………….. ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016). Πρέπει ακολούθως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 του ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό ……………/2019 αγωγή της η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία που εδρεύει στο …………… της Γαλλίας, εξέθετε ότι η γαλλική εταιρεία ………., η οποία δυνάμει με την από 16-11-2011 απόφαση του Εμποροδικείου Παρισίων τέθηκε σε δικαστική εκκαθάριση πτώχευση και ότι αυτή διορίσθηκε εκκαθαρίστρια της, δραστηριοποιείτο στην εκτέλεση θαλάσσιων, δρομολογίων στο πέρασμα της Μάγχης µε τα δικά της πλοία, και διατηρούσε συνεργασία µε την εταιρεία µε την τότε επωνυμία «………..» και τον διακριτικὀ τίτλο . . . ….. που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε «…………» που επίσης είναι υπό εκκαθάριση. Ότι από την παραπάνω συνεργασία γεννήθηκε απαίτηση της προαναφερόμενης γαλλικής εταιρίας κατά της ελληνικής που προερχόταν από τα συνημμένα στην αγωγή τιμολόγια που ενσωμάτωναν έκδοση εισιτηρίων συνολικής αξίας 157.804,29 ευρώ, η οποία δεν εξοφλήθηκε. Ότι για τον παραπάνω λόγο της μη εξόφλησης εξεδόθη η με αριθμό ……./20-3-2014 απόφαση του εμποροδικείου Παρισίων Γαλλίας, δυνάμει της οποίας καταδικάσθηκε n παραπάνω ελληνικὴ εταιρεία να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 157.804,29 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η οποία έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, ενώ αναγνωρίσθηκε και κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, δυνάμει της με αριθμό 1705/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ότι η προαναφερόμενη ελληνικὴ εταιρεία, με το με αριθμό ……../12-5-2017 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., λύθηκε και ετέθη σε στάδιο εκκαθάρισης με εκκαθαριστή τον μοναδικό της εταίρο της Ιωάννη Παντελή, πριν, όμως τη λύση της και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με την προαναφερόμενη γαλλική εταιρία μεταβίβασε δολίως και εν κρυπτώ από τους πιστωτές της, το σύνολο της επιχείρησής της προς την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με έδρα την ………….. Αττικής, και τούτο διότι η συγκεκριμένη συμφωνία μεταβίβασης είχε καταρτιστεί περί τα τέλη του 2013, οπότε ιδρύθηκε η εναγόμενη, μέχρι τις αρχές του 2014. Ότι ειδικότερα η εναγομένη συστάθηκε με τους ίδιους μετόχους και στην πραγματικότητα με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη λειτουργία της προαναφερόμενης επιχείρησης στα ίδια γραφεία με τον ίδιο εξοπλισμό και δραστηριότητα αλλά και το βασικό πυρήνα εργατικού προσωπικού, υπὸ τον ίδιο διακριτικό τίτλο, με πανομοϊότυπο σκοπό και τους ίδιους πελάτες και συνεργάτες προς βλάβη των πιστωτών της. Ότι τα προαναφερόμενα αποδεικνύονται και από τους συνημμένους στην αγωγή πίνακες οικονομικών αποτελεσμάτων, με βάση τους ισολογισμούς των δύο εταιρών που έχουν δημοσιευθεί καθώς η μεν …………….., παρὰ το γεγονός ότι από το 2006 είχε υψηλή κερδοφορία από το 2014, δηλαδή με την έναρξη εργασιών της εναγομένης, και έως το 2017 οπότε τέθηκε σε εκκαθάριση εμφάνισε απότομη πτώση στα οικονομικά της αποτελέσματα. Ότι αντίθετα η εναγομένη από την πρώτη εταιρική της χρήση είχε αυξημένο κύκλο εργασιών και ότι τα παραπάνω  οφείλονται στη μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης στη δεύτερη με τον προαναφερόμενο τρόπο και προς βλάβη των πιστωτών.  Ότι η εναγομένη είχε γνώση των χρεών της προαναφερόμενη εταιρίας αφού υφίσταται ταυτότητα των ιδρυτών των δύο εταιριών και παρόλα αυτά απέκτησε το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης τα σημαντικότερα περιουσιακά της στοιχεία ως οικονομική ενότητα. Ότι ακολούθως συντρέχουν οι προϋποθέσεις της σωρευτικής αναδοχής χρέους που ορίζει η διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ και ότι δεδομένου ότι αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά ως εκκαθαρίστρια σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο να  αναγνωριστεὶ η υποχρέωση της εναγομένῃς να της καταβάλει το ποσό των 157.804,29 ευρώ, εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή. Με τη με αριθμό 117/2022 οριστική απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κήρυξε εαυτό υλικά αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο τμήμα ναυτικών διαφορών του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη η υπόθεση με τη με αριθμό ……………/2022 κλήση προς συζήτηση, έκρινε ότι είναι λειτουργικά, τοπικά και υλικά αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 2 και 14 παρ. 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 1α του ν. 2172/1993, παρά το αμετάκλητο της παραπεμπτικής με αριθμό 117/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο. Θεμελίωσε περαιτέρω τη διεθνή του δικαιοδοσία στις διατάξεις των άρθρων 1§ 1, 4 παρ. 1, 62, 63 παρ. 1, 66 παρ. 1 και 81 του Κανονισμού (EE) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στη συνέχεια, λόγω των στοιχείων αλλοδαπότητας που εμφάνιζε η υπόθεση λόγω της έδρα της ενάγουσας έκρινε εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο με βάση τη lex fori ως προς την κρίση για τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης δηλαδή και το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, το δίκαιο, δηλαδή, της έδρας του δικάζοντος Δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα της λύσης και θέσης σε εκκαθάριση, και εκπροσώπησης της εταιρείας «………….» από την ενάγουσα, ως εκκαθαρίστρια αυτής το γαλλικό δίκαιο λόγω της έδρας αυτής και τις διατάξεις 25 εδ. β AK καὶ 4 § 4 του Κανονισμού (EK) αριθ. 593/2008 του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου, για το εφαρμοστὲο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές ως το δίκαιο της χώρας που αρμόζει απὀ το σύνολο των συνθηκών λαμβάνοντας επιχειρήματα αφενός από το γεγονός ότι η εναγομένη και η εταιρία η επιχείρηση της οποίας μεταβιβάστηκε σε αυτή δηλώνουν έδρα στην Ελλάδα και αφετέρου λόγω του μετασυμβατικού καθορισμού, αφού το δίκαιο αυτό επικαλέστηκαν αμφότερα τα διάδικα μέρη με τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα. Αφού διαπίστωσε ότι είχε προσκομιστεί το αλλοδαπό δίκαιο ως προς τη διαδικασία θέσης εταιρίας σε εκκαθάριση και ότι δεν χρειαζόταν εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 337 του ΚΠολΔ, έκρινε ότι η αγωγή έχει νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων  340, 345, 346, 361, 479, 481 AK, 70 και 176 ΚΠολ, και επειδή αυτή εξαιρείτο από τη διαδικασία διαμεσολάβησης του ν. 4640/2019 την εξέτασε κατ’ουσία και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους παραπονούμενη για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και κακή εκτίμηση αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλλε διότι εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης περί της οποίας γινόταν επίκληση στην αγωγή, παρόλο που αυτό ήταν αυταπόδεικτο από την ταύτιση των φυσικών προσώπων από τα οποία απαρτίζονταν οι δύο εταιρίες, από την ταυτότητα του σκοπού τους, από την επωνυμία και το διακριτικό τους “…………….”,  την ταυτότητα της έδρας τους (επί της ………………..), στην οποία μάλιστα συστεγάστηκαν επί 4 μήνες οι δύο εταιρίες, την ιστοσελίδα και την ηλεκτρονική διεύθυνσή τους και τα κοινά τηλέφωνα επικοινωνίας τους. Με το συναφή δεύτερο λόγο ισχυρίζεται ότι με εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικού υλικού  και παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας η εκκαλούμενη κατέληξε σε εσφαλμένες παραδοχές, όπως του ότι δεν διατηρήθηκε το προσωπικό διότι οι εργαζόμενοι που απασχολήθηκαν στην εταιρία κατάρτισαν νέες συμβάσεις εργασίες και τέλος με τον τρίτο λόγο εφέσεως παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου ισχυριζόμενη ότι η εκκαλουμένη αξίωσε απόδειξη ως προς το χρόνο και τον τρόπο της μεταβίβασης της επιχείρησης προκειμένου να θεμελιωθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ ευθύνη.  Να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη προτείνει πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου επικουρικά ισχυρισμό περί παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας (σελ. 38 των προτάσεων). Ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά αφού ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1043/2010, ΑΠ 462/2008 δημ. νόμος) καθώς βασική ρωγμή στη δικονομική αρχή του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι συνιστούν οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που προτείνονται ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως (Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο πολιτικής δικονομίας, 4η έκδ., 2022, § 114, σ. 943, αρ. 47, Ι. Κατράς, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 4η έκδ., 2023, σ. 766).

Από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/2013, 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ’ άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008). Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με το άρθρο 18§§1 και 3 του κν. 2190/1920 την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενεργώντας συλλογικά, το καταστατικό της, όμως, μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δηλ. ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης, να προτείνεται δε και να προσδιορίζεται συγκεκριμένα, για το ορισμένο του λόγου αυτού μη εξέτασης, από τον επιθυμούντα την μη εξέταση του μάρτυρα (και πριν την όρκιση αυτού) διάδικο. Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403§§2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει, ότι, ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 2194/2014 δημ. νόμος). H εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της λαμβάνοντας υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες βεβαιώσεις τριών υπαλλήλων της. Σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν μόνη η ιδιότητα του υπαλλήλου δεν καθιστά το μάρτυρα ή ενόρκως βεβαιώσαντα ανυπόστατο δικαστικό μέσο και η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις ένορκες καταθέσεις δύο μελών του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης των οποίων οι ένορκες βεβαιώσεις συνιστούν πράγματι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Όμως αναφορικά με την εξετασθείσα υπάλληλο του λογιστηρίου της οποίας η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη, η εκκαλούσα δεν υποβάλλει συγκεκριμένο παράπονο σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος ήταν εξαιρετέα μάρτυρας και ειδικότερα ποιο το όφελος της συγκεκριμένης υπαλλήλου από την έκβαση της δίκης αφού μόνη η ιδιότητα της ως υπαλλήλου του λογιστηρίου δεν την καθιστά εξαιρετέα μάρτυρα. Συνεπώς η συγκεκριμένη αιτίαση κρίνεται απορριπτέα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 479 του ΑΚ, αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση, εξακολουθεί όμως να υπάρχει και η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει, ενώ αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων, που βλάπτει τους δανειστές, είναι άκυρη απέναντι τους. Καθιερώνεται έτσι με το παραπάνω άρθρο αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται συνεπώς παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν το ενεργητικό της, πρέπει δε αυτή να μεταβιβάζεται στο σύνολό της για να έχει εφαρμογή το άρθρο 479 του ΑΚ, με εξαίρεση τα ασήμαντης αξίας στοιχεία της. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται αναγκαστική από τον νόμο σωρευτική αναδοχή χρέους, κατά την έννοια της ΑΚ 477, και δημιουργείται, συνεπώς, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ως επιχείρηση νοείται το οργανωμένο πεδίο οικονομικής δράσης ή, κατ’ άλλη διατύπωση, η οργανωμένη οικονομική ενότητα προσωπικών δυνάμεων και περιουσιακών αγαθών (πράγματα, δικαιώματα και υποχρεώσεις, πελατεία, φήμη, εμπορική επωνυμία, διακριτικά γνωρίσματα, τεχνογνωσία, επιχειρηματικά απόρρητα) με οικονομικό και, κατά κύριο λόγο, κερδοσκοπικό σκοπό (Απ. Γεωργιάδης, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο2, 2015, § 43 αριθ. 61· Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο5, 2018, § 28 αριθ. 56· Βαλτούδης, Πώληση επιχείρησης, 2005, σελ. 3-6). Όπως υποστηρίζεται, ο σκοπός αυτός και, συγκεκριμένα, η επιχειρηματική ιδέα αποτελεί τη συγκολλητική ουσία που συνέχει τα ανομοιογενή περιουσιακά στοιχεία που συγκροτούν την επιχείρηση (Βαλτούδης, Πώληση επιχείρησης, σελ. 5). Η εκποιητική σύμβαση της μεταβίβασης επιχείρησης, κατ’ ΑΚ 479, δεν επέρχεται με μία ενιαία μεταβιβαστική δικαιοπραξία, αλλά, σύμφωνα με τη διέπουσα το Εμπράγματο Δίκαιο αρχή της ειδικότητας, με τη χωριστή εκποίηση των επιμέρους δικαιωμάτων και περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, τηρουμένων των αναγκαίων για κάθε εκποίηση νόμιμων διατυπώσεων, όπως λ.χ. συμβολαιογραφικό τύπο όταν στην επιχείρηση περιλαμβάνεται ακίνητο. Αντίθετα, είναι δυνατή η σύναψη ενοχικής υποσχετικής σύμβασης με αντικείμενο την επιχείρηση, η οποία είναι άτυπη και μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική (Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 44-45· Βαλτούδης, Πώληση επιχείρησης, σελ. 9-10). Περαιτέρω, κρίσιμο στοιχείο για τη διαπίστωση της μεταβίβασης είναι η ταυτότητά της. Επομένως, μεταβίβαση επιχείρησης υπάρχει όταν ο αποκτών εγκαθίσταται στον ίδιο χώρο και αναλαμβάνει την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα επιχείρηση ανεξάρτητα από τη μορφή που έχει ο νέος επιχειρηματικός φορέας. Ως χρέη της επιχείρησης, για τα οποία ευθύνεται εις ολόκληρον ο αποκτών νοούνται όλα, πλην των προσωποπαγών, ανεξάρτητα από το αν πηγάζουν από σύμβαση ή αδικοπραξία, αρκεί η γενεσιουργός νομική αιτία τους να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. (ΑΠ 1428/2019· ΑΠ 1995/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· Μιχαηλίδης-Νουάρος σε ΕρμΑΚ, 479 αριθ. 9· Απ. Γεωργιάδης, ΓενΕνοχΔ § 43 αριθ. 60· Αστ. Γεωργιάδης, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙ5, 2007, § 25 αριθ. 53. Αντιθ. Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 59· Αρχανιωτάκης, Ζητήματα από τη μεταβίβαση επιχείρησης (Ένταξη της ΑΚ 479 στο σύστημα προστασίας των δανειστών από την αφερεγγυότητα του οφειλέτη), 1997, σελ. 288, οι οποίοι προτείνουν την τελολογική συστολή της ΑΚ 479, ώστε από το πεδίο εφαρμογής της να εξαιρούνται τα χρέη από αδικοπραξία ή από φορολογικές διατάξεις). Με την έννοια αυτή, περιλαμβάνονται στα χρέη της επιχείρησης και όσα κατά τον χρόνο της μεταβίβασης τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για την εφαρμογή της ΑΚ 479, η νομολογία εισάγει ερμηνευτικά μία πρόσθετη υποκειμενική προϋπόθεση που δεν αναφέρεται ρητά στο γράμμα της διάταξης, περιστέλλοντας, έτσι, τελολογικά το πεδίο εφαρμογής της: Συγκεκριμένα, δέχεται ότι, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να γνωρίζει ο αποκτών ότι του μεταβιβάζεται η επιχείρηση ως περιουσιακό σύνολο. Αντίθετα, δεν απαιτείται να γνωρίζει αυτός τα ανήκοντα στην επιχείρηση χρέη, κατά το χρόνο της μεταβίβασής της ούτε απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωριστεί μέχρι τότε δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 1428/2019· ΑΠ 1995/2014· ΑΠ 910/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την άποψη αυτή της νομολογίας συντάσσεται και η κρατούσα στη θεωρία άποψη (Μιχαηλίδης-Νουάρος σε ΕρμΑΚ, 479 αριθ. 9· 9-10· Απ. Γεωργιάδης, ΓενΕνοχΔ, § 43 αριθ. 65-66· Κρητικός σε ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 479 αριθ. 14-15· Χριστακάκου-Φωτιάδη, Η εξασφάλιση του δανειστή με προσωπικές ασφάλειες εκ του νόμου, 2002, σελ. 69· Ρίζος, Οι προϋποθέσεις διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, 2012, σελ. 22).  Eξάλλου, η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη μη υποκείμενη σε κάποιο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο, γίνεται δε με την παράδοση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας στο νέο φορέα, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση (ΑΠ 1995/2014 δημ. νόμος) όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επιμέρους στοιχεία της αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΑΠ 1039/2010 δημ. νόμος). Η αγωγή του δανειστή περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει: α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης β) τις εναντίον του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση γ) τη μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους της περιουσίας ή της επιχείρησης και δ) τη γνώση εκείνου που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολό ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας ή της επιχείρησης (ΑΠ 1987/2014, ΑΠ 909/2010, ΕφΠειρ 343/2016 δημ. Νόμος).

Από την επανεκτίμηση της με αριθμό ………./2020 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………… της ιδιωτικής υπαλλήλου ……….. που δόθηκε μετά από προηγούμενη κλήτευση του άλλου διάδικου μέρους σύμφωνα με τη με αριθμό …………/2-1-2020 ἐκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………., τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από προσκομιζόμενες ισχύουσες δικαστικές αποφάσεις που θα αναφερθούν παρακάτω αφού οι αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας παράγουν μόνον τυπική ισχύ που προσιδιάζει προς αυτό, αλλά διακρίνεται από ιδιαιτερότητες τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς τα αντικειμενικά της όρια (Γιαννόπουλος Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας στην ελληνική έννομη τάξη, 236), τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινή πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) και όλα τα επαναπροσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα πλήρως αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης : η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι δικαστική εντολοδόχος και εκκαθαρίστρια της εταιρίας με έδρα τη Γαλλία και την επωνυμία ………………… και νομιμοποιείται ενεργητικά κατά το ελληνικό δίκαιο του δικάζοντος δικαστή να ασκεί αγωγές στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρίας. Η υπό εκκαθάριση εταιρία ιδρύθηκε το 1996 στη Γαλλίᾳ και ήταν θυγατρική εταιρεία της. κρατικής, γαλλικὴς εταιρίας σιδηροδρόμων με την επωνυμία «…………………” (………..). Η εταιρία αυτή εκτελούσε δρομολόγια μεταξύ Καλαί καὶ Ντοβέρ, µέσω τεσσάρων (4) οχηματαγωγών πλοίων, και εμπορευόταν τα σχετικά εισιτήρια με πελάτες σε όλο τον κόσμο που επιθυμούσαν να περάσουν τη Μάγχη χρησιµοποιώντας κἀποιο απὀ τα πλοία της. Αυτή όμως λόγω οικονομικών προβλημάτων κηρύχθηκε σε πτώχευση με την από 16-11-2011 απόφαση του Εμποροδικείου Παρισίων και ήδη βρίσκεται υπό δικαστική εκκαθάριση, όπως προαναφέρθηκε. Μεταξύ των συνεργατών της ήταν και η εταιρία με την επωνυμία «………….” με τον διακριτικό τίτλο ………………», που είχε συσταθεί με το με αριθμό ………/2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………… . που είχε καταχωρηθεί στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς και είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ αε και επε, με διαχειριστές τη ……. και τον …………. (οι οποίοι είναι σύζυγοι) και έδρα τη Νίκαια επί της οδού ……………, η οποία μεταφέρθηκε στην ………….. με το με αριθμό ……../2007 συμβόλαιο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου που επίσης δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στο ΦΕΚ αε και επε. Ειδικότερα μεταξύ των προαναφερόμενων εταιριών υφίστατο τακτική πολυετής συνεργασία, διότι η προαναφερόμενη επε αγόραζε και μεταπωλούσε εισιτήρια της Γαλλικής εταιρίας στους οδηγούς που επιθυμούσαν να διασχίσουν ακτοπλοϊκώς τη Μάγχη και επιβιβάζονταν στα πλοία της με τα οχήματα τους. Η συνεργασία αυτή διακόπηκε όταν τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για το διάστημα Οκτωβρίου Νοεμβρίου του 2011 δεν εξοφλήθηκαν από την ελληνική επε και επειδή η εκδότρια των εισιτηρίων και των τιμολογίων είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαθαρίστρια ενάγουσα άσκησε αγωγὴ ενώπιον του Εμποροδικείου του Παρισιού με αίτημα την καταβολή του οφειλόμενου εκ της έκδοσης των εισιτηρίων ποσού σε αυτή. Ακολούθως με τη με αριθμό …………../20-3-2014 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου η εταιρία «……………….” με τον διακριτικό τίτλο ………….» υποχρεώθηκε να καταβάλει  στην ενάγουσα το ποσὸ των 157.804,29 ευρώ, συνοδευόμενο από ποινικές ρήτρες σύμφωνα με το άρθρο L-441-6 του γαλλικού εμπορικού κώδικα εντόκως από την επίδοσης της αγωγής. Με την προαναφερόμενη απόφαση επιπλέον διατάχθηκε η κεφαλαιοποίηση των τόκων σύμφωνα με το άρθρο 1154 του γαλλικού αστικού κώδικα και καταδικάστηκε η …………. να καταβάλει στην ήδη εκκαλούσα ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 700 του γαλλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας και τέλος καταδικάστηκε η …………… σε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που θα εισπράττονταν από τη Γραμματεία εκκαθαρισμένα στο ποσό των 82,44 ευρώ εν των οποίων ΦΠΑ 13,52 ευρώ. Η απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε ως εκτελεστός τίτλος με τη με αριθμό 1705/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε με την εκούσια δικαιοδοσία και προέβη σε έναν τυπικό έλεγχο των προβλεπόμενων από τα άρθρα 40 παρ. 3, 53 και 54 του κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ένωσης και διαπίστωσε ότι η καθής η εκτέλεση έχει διορίσει αντικλήτους προκειμένου να γνωστοποιηθεί σε αυτή η απόφαση περί αναγνώρισης της εκτελεστότητας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε την διακοπή της πολυετούς προπεριγραφόμενης συνεργασίας, δηλαδή το έτος 2013 οι διαχειριστές της προαναφερόμενης ελληνικής ε.π.ε συνέστησαν την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με τη με αριθμό ………../2013 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., η οποία καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 18.12.2013 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ με επωνυμία “………….” και το διακριτικό τίτλο ……… με μετόχους τους ………. και ……………, έδρα τη …… επί της συμβολής της πλατείας …………., ενώ η επωνυμία της τελευταίας συμπληρώθηκε σε ………….. και η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο φεκ στις 22.4.2014. Παράλληλα και από το έτος που κηρύχθηκε σε πτώχευση η υπό εκκαθάριση γαλλική εταιρία η προαναφερόμενη ελληνική ε.π.ε άρχισε να εμφανίσει μειωμένα κέρδη, καθώς σύμφωνα με τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα που προσκομίζονται αυτή το έτος 2010 εμφάνιζε κέρδη σε ευρώ ύψους 204.854,09 ευρώ, το έτος 2011 86.825,75 ευρώ, το έτος 2012 σε 62.963,07 ευρώ, το έτος 2013 σε 97.155,97 ευρώ, το έτος 2014 σε 3.574,16 ευρώ ενώ τα επόμενα έτη εμφάνιζε μόνο ζημίες και ειδικότερα το έτος 2015 -13.009,28 ευρώ, το έτος 2016 -14.056,75 και το έτος 2017 -5.893,52 ευρώ. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή ισχυριζόμενη ότι η επιχείρηση της ανωνύμου εταιρίας δεν ήταν παρά συνέχεια εκείνης την οποία ασκούσε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης και ως επιχειρήματα χρησιμοποίησε το γεγονός της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, της χρήσης του ίδιου διακριτικού τίτλου, της ταυτότητας των προσώπων στα διοικητικά συμβούλια και της ταυτότητας του τόπου έδρας. Μετά δε από την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με τους δύο πρώτους συναφείς λόγους εφέσεως η εκκαλούσα πλέον ενάγουσα παραπονείται για τις παραδοχές της εκκαλουμένης που έκρινε ότι δεν ταυτιζόταν η πελατεία της εναγομένης με αυτή της ήδη υπό εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την αιτιολογία ότι “το μεγαλύτερο μέρος των πελατών και συνεργατών της εναγομένης σχετίζεται με δρομολόγια στην Αδριατική θάλασσα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Τυνησία, το Μαρόκο, τη Σαρδηνία και τη Μάλτα…ενώ η εταιρία “……………..” εξυπηρετούσε κυρίως πελάτες που περνούσαν το στενό της Μάγχης” και ότι συνεπώς η πελατεία της εναγομένης δεν ταυτιζόταν διότι ήταν διευρυμένη. Με το δεύτερο λόγο παραπονείται διότι κρίθηκε ότι δεν μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη οι εργασιακές σχέσεις της υπό εκκαθάριση εταιρίας και συγκεκριμένα των υπαλλήλων ……… και …………. αλλά ότι αυτοί προσλήφθηκαν με νέες συμβάσεις από την εναγομένη και δεν έλαβε χώρα διαδοχή εργοδότη κρίνοντας ότι πρόκειται για διαφορετική επιχείρηση με παρόμοιο αντικείμενο εργασιών.

Το ότι η μετέπειτα συσταθείσα ανώνυμη εταιρία έχει την ίδια δραστηριότητα με την επί χρόνια συνεργάτιδα της υπό εκκαθάρισης αλλοδαπής εταιρίας επε δεν αμφισβητείται από αυτή ενώ τόσο η χρήση του ίδιου διακριτικού τίτλου, η ταυτότητα των προσώπων στα διοικητικά συμβούλια και η ταυτότητα της έδρας με κοινά τηλέφωνα επικοινωνίας και ηλεκτρονική διεύθυνση του τόπου που είχαν την έδρα τους οι εταιρίας είναι αυταπόδεικτα πραγματικά περιστατικά. Τα παραπάνω ενδεχομένως μπορούν να τεκμηριώσουν τη γνώση των αποκτώντων την επιχείρηση ως ομάδα περιουσίας ως προς την ύπαρξη οφειλών, αφού τα φυσικά πρόσωπα ταυτίζονται, και να οδηγήσουν με μία πρώτη ματιά στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη ευθύνεται εις ολόκληρον με την υπό εκκαθάριση εταιρία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ για τα χρέη αυτά. Όμως, η ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, ο ίδιος διακριτικός τίτλος, η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που μετέχουν στα διοικητικά συμβούλια και η κοινή έδρα δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν αβασάνιστα στο συμπέρασμα της μεταβίβασης της επιχείρησης. Εξάλλου διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης δεν αποδείχθηκε διότι δεν αρκεί προς απόδειξη της αιτίασης αυτής μόνη η προσκόμιση των ισολογισμών και των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων που πράγματι ήταν μειούμενα στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση και αυξημένα στην εναγομένη. Και ναι μεν υφίσταται αποδεικτική δυσχέρεια απόδειξης μεταβίβασης επιχείρησης επειδή η επιχείρηση είναι άυλο αγαθό, πλην όμως η μεταβίβαση της επιχείρησης δεν περιλαμβάνει απλά τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος αυτής αλλά και τη μεταβίβαση του παθητικού της επιχείρησης. Η χρήση του ίδιου διακριτικού τίτλου μάλιστα σε περίπτωση ομοιότητας προκαλεί σύγχυση στην περίπτωση που διαφορετικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το ίδιο διακριτικό γνώρισμα, αλλά το θέμα αυτό δεν άπτεται της περιπτώσεως κατά την οποία τα ίδια φυσικά πρόσωπα αρχίζουν να διοχετεύουν τα κεφάλαια ενός νομικού προσώπου κρυφά σε άλλο προς βλάβη των δανειστών και συνεπώς η ομοιότητα του διακριτικού τίτλου, του αντικειμένου, της έδρας και των στοιχείων επικοινωνίας επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται από μόνη της τη σωρευτική ευθύνη του άρθρου 479 του ΑΚ, ακόμη και όταν υφίσταται ταυτότητα και όχι απλά ομοιότητα έδρας, τηλεφώνων επικοινωνίας και ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Να διευκρινιστεί βέβαια ως απάντηση στον ισχυρισμό της εφεσίβλητης με βασικό επιχείρημα ότι δεν αποδείχθηκε η μεταβίβαση πάγιων της εταιρίας (λχ εξοπλισμός, γραφεία κλπ), ότι είναι διαφορετικό γεγονός η μεταβίβαση της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας (τεχνικοοικονομική δομή, πελατεία, φήμη κ.λπ.) από την εκποίηση-μεταβίβαση των επιμέρους κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, ανηκόντων στον μεταβιβάσαντα επιχειρηματικό φορέα, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Σε περίπτωση τέτοιας εκποίησης-μεταβίβασης τότε συμπίπτει η μεταβίβαση «συνόλου περιουσίας» και «επιχείρησης» (βλ. ΑΠ 1407/2018 δημ. Νόμος). Άρα αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι η απόδειξη από την εκκαλούσα ότι μεταβιβάστηκαν κινητά ή ακίνητα με μια ή περισσότερες δικαιοπραξίες, συγχρόνως ή διαδοχικά και ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενότητα, δηλαδή να συνδέονται χρονικά και οικονομικά, καθώς ότι από το ιστορικό της αγωγής προκύπτει αναφορά σε περισσότερα έτη δηλαδή στην περίοδο από το έτος 2014 έως το έτος 2017. Αυτό που ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αφενός η απόδειξη της μεταβίβασης της πελατείας που είναι το σημαντικότερο στοιχείο της επιχείρησης και αφετέρου η μεταβίβαση του παθητικού της επιχείρησης. Οι επικαλούμενες στην αγωγή αυξήσεις δραστηριότητας της ανώνυμης εταιρίας που συνέστησαν τα ίδια φυσικά πρόσωπα με παρόμοια δραστηριότητα, ίδιο διακριτικό τίτλο και ίδια έδρα με τη διοχέτευση των κεφαλαίων από το ένα νομικό πρόσωπο στο άλλο, ενδεχομένως θα μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή στην περίπτωση που η νομική προσωπικότητα χρησιμοποιείται καταχρηστικά και προς βλάβη των δανειστών. Τότε όμως η αγωγή θα έπρεπε να έχει ως εναγόμενα και τα φυσικά πρόσωπα που μετέχουν και στα δυο νομικά πρόσωπα και αίτημα την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου λόγω της καταχρηστικής αυτής συμπεριφοράς. Αντίθετα εν προκειμένου, αφενός η ενάγουσα ισχυρίζεται μεν ότι μεταβιβάστηκε επιχείρηση και μάλιστα το σημαντικότερο κομμάτι αυτής, δηλαδή η πελατεία, πλην όμως ουδεμία μνεία κάνει για το παθητικό της ομάδας περιουσίας που ισχυρίζεται ότι μεταβιβάστηκε, καθώς η επιχείρηση μεταβιβάζεται ολόκληρη, δηλαδή τόσο ως προς το ενεργητικό της όσο και ως προς το παθητικό της καθώς δηλαδή με την αγωγή γίνεται επίκληση μόνο της μεταβίβασης του άυλου αγαθού της επιχείρησης επειδή η εναγομένη ανώνυμη εταιρία την οποία συνέστησαν τα ίδια φυσικά πρόσωπα στον ίδιο τόπο και για την παραπλήσια δραστηριότητα της οποίας χρησιμοποίησαν τον ίδιο διακριτικό τίτλο. Ακόμη όμως και αυτό δεν αποδεικνύεται αφού η εναγομένη είχε και άλλους συνεργάτες για την άσκηση της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην ορθή αιτιολογία του οποίου αναγράφεται ότι “το μεγαλύτερο μέρος των πελατών και συνεργατών της εναγομένης σχετίζεται με δρομολόγια στην Αδριατική θάλασσα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Τυνησία, το Μαρόκο, τη Σαρδηνία και τη Μάλτα, στα οποία η εταιρία επένδυσε από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της και πλέον αποτελούν το 80% του τζίρου της, αποτέλεσμα των συνεργασιών που κατάφερε να κλείσει με σημαντικές ναυτιλιακές εταιρίας, ενώ η εταιρία “……………………” εξυπηρετούσε κυρίως πελάτες που περνούσαν το στενό της Μάγχης”. Πέραν τούτου δεν γίνεται καμία αναφορά στην αγωγή στα χρέη της επιχείρησης, δηλαδή στο παθητικό της επιχείρησης παρόλο που αυτό είναι το βασικό θέμα απόδειξης, δεδομένου ότι στην περίπτωση του άρθρου 479 ΑΚ ο αποκτών την περιουσία ή την επιχείρησης ευθύνεται και προς το παθητικό αυτής μέχρι όμως την αξία του ενεργητικού της. Αντιθέτως, παρόλο που εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά που πραγματώνουν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως προς την χρήση της νομικής προσωπικότητας της υπό εκκαθάρισης επε της οποίας η δραστηριότητα μέσω του βασικού περιουσιακού στοιχείου της πελατείας κατά τον αγωγικό ισχυρισμό μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, αφού εκτίθεται ότι τα ίδια φυσικά πρόσωπα σκοπίμως διοχέτευσαν το ενεργητικό του νομικού προσώπου προς άλλο νομικό πρόσωπο και κατέστησαν το πρώτο κενό περιεχομένου, δεν υφίσταται στην αγωγή αίτημα περί άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας, ώστε αυτή να ευθύνεται για την οφειλή των 157.804,29 ευρώ, που συνιστά υπόλοιπο οφειλής από εισιτήρια για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό ……………./20.3.2014 απόφαση του Εμποροδικείου Παρισίων της Γαλλίας που κηρύχθηκε προσωρινά στην Ελλάδα δυνάμει της με αριθμό 1705/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Επίσης ορθώς κρίθηκε ότι οι πρόσληψη των ίδιων εργαζόμενων δεν έγινε στα πλαίσια της συνέχισης της δραστηριότητας και της νομικής, οικονομικής και πραγματικής συνέχειας της ίδιας επιχείρησης και μάλιστα προσχηματικά με καταγγελία και επαναπρόσληψη, αλλά διότι οι δύο αναφερόμενοι στην εκκαλουμένη εργαζόμενοι αποχώρησαν λόγω καταγγελίας των συμβάσεων τους στην υπό εκκαθάριση εταιρία και προσλήφθηκαν από τα ίδια φυσικά πρόσωπα αλλά σε άλλο νομικό πρόσωπο με παραπλήσια δραστηριότητα με νέες διακριτές συμβάσεις εργασίας. Από τα διδάγματα δε της κοινής πείρας αποδεικνύεται ότι η πρόσληψη εργαζομένων αποτελεί στρατηγική εξαγοράς μιας εταιρίας (συνήθως νεοφυούς με καινοτομίες αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις) από μια άλλη ώστε να τερματιστεί η ανάπτυξη των προϊόντων της και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται λόγος για killer acquisition (λ.χ βλ. υπόθεση …………..) πλην όμως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις c-611/22 p c 625/22 p περιόρισε το δικαίωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χρησιμοποιεί το άρθρο 22 του κανονισμού 139/2004 σε συγκεντρώσεις που δεν έχουν κοινοτική διάσταση αναιρώντας την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και ακυρώνοντας της απόφαση της Ευρωπαϊκής επιτροπής, και συνεπώς ακόμη και η συγχώνευση ή η εξαγορά άλλων επιχειρήσεων μέσω της πρόσληψης εργαζομένων έχει κριθεί ότι δεν παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο και επομένως δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί λόγο εφαρμογής του άρθρου 479 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα αμυνόμενη του ισχυρισμού της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης ότι η οικονομική κατάρρευση της ……… συνδεόταν με τη διακοπή της συνεργασίας της με τη …… προέβαλε ισχυρισμούς αντιφατικούς σε σχέση με αυτά που ισχυριζόταν με την αγωγή της: Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι η εταιρία ………. δεν αποτελούσε το βασικό συνεργάτη της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και ότι δεν θα μπορούσε να έχει τζίρο αφού δεν πωλούσε εισιτήρια αλλά αντίθετα αγόραζε από αυτή και ότι μάλιστα δεν επέβαλε προμήθεια στα εισιτήρια που αγόραζε από αυτή, ότι η ……………… δεν είχε σχέση πρακτορείας ή εμπορικής αντιπροσωπείας με τη ……….. δηλαδή δεν είχε αναλάβει την αποκλειστική προώθηση και πώληση των εισιτηρίων για τη γραμμή της Μάγχης ούτε της είχε επιβληθεί η υποχρέωση να μην συνεργάζεται με άλλες ναυτιλιακές εταιρίες αλλά αντίθετα η ………… είχε επιλέξει να συνεργάζεται στην Ελλάδα αποκλειστικά με την προαναφερόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης και ότι μετά τη λήξη της συνεργασίας τους αυτή δύο χρόνια μετά στις 22/7/2013 απέλυσε μόνο μία από τους έξι υπαλλήλους της. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι ένα μήνα μετά τη διακοπή της συνεργασίας της …………… με την ……………, η τελευταία εξασφάλισε αποκλειστική συνεργασία με την ……………. και συνέχισε να εξυπηρετεί τους πελάτες της στα περάσματα της Μάγχης μέσω της προαναφερόμενης συνεργασίας και ότι αυτή τα έτη 2011 μέχρι το 2013, οπότε και ιδρύθηκε η εναγομένη, αυτή (η επε) διατήρησε τον κύκλο εργασιών της και την πελατεία της. Όμως τα προαναφερόμενα βαίνουν παράλληλα με το αφήγημα της εναγομένης η οποία ισχυρίζεται ότι λόγω της πτώχευσης της γαλλικής εταιρίας στα τέλη του 2011 πελάτες της που είχαν κλείσει εισιτήρια για το πέρασμα της Μάγχης μέσω των πλοίων της πτωχεύσασας εταιρίας δεν κατόρθωσαν να ταξιδέψουν επειδή τα δρομολόγια δεν πραγματοποιήθηκαν και ακυρώθηκαν και ότι η φήμη του νομικού προσώπου αμαυρώθηκε και οδήγησε σε κατάρρευση του με αποτέλεσμα τα ίδια φυσικά πρόσωπα για να διατηρήσουν μέρος αυτής της πελατείας να αναγκαστούν να συστήσουν νέα εταιρία (την εναγομένη αε) η οποία να μη συνδέεται πλέον με την εταιρία την οποία μέρος της πελατείας θεωρούσε υπεύθυνη για την ακύρωση των δρομολογίων και την ταλαιπωρία τους και ότι αυτοί οι πελάτες όχι μόνο εξύβριζαν τους υπευθύνους της επε αλλά αρνήθηκαν να εξοφλήσουν υφιστάμενες οφειλές.  Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι μεταβίβαση επιχείρησης δεν αποδείχθηκε παρά την ταυτότητα των φυσικών προσώπων στα διοικητικά συμβούλια των δύο εταιριών, την ταυτότητα της έδρα και του διακριτικού τίτλου, την επίκληση της προϋπηρεσίας του προηγούμενου νομικού προσώπου στην πλατφόρμα linkedin και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την παρόμοια δραστηριότητα, διότι έκρινε ότι παρά τα όλα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε ταυτότητα πελατείας και ταυτότητα εργαζόμενων, ορθά ερμήνευσε τις αποδείξεις, δεν έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς απόδειξη και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού συμπληρωθεί κατ’άρθρο 534 του ΚΠολΔ η αιτιολογία της εκκαλουμένης οι δύο πρώτοι λόγοι εφέσεως θα απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, το προαναφερόμενο άρθρο 479 ΑΚ, στηρίζεται στις γενικώτερες αρχές της συναλλακτικής ευθύτητος και της καλής πίστεως. Συγκεκριμένα οι δανειστές παρέχουν πίστη στον οφειλέτη εν όψει του ενεργητικού της περιουσίας του, στο οποίο υπολογίζουν δια την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους. Η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ θεσπίζει περίπτωση σωρευτικής ex lege αναδοχής χρέους: Δεν προστίθεται στη θέση του αρχικού οφειλέτη ένας άλλος οφειλέτης χωρίς τη σύμπραξη του δανειστή, αλλά προστίθεται ένας νέος οφειλέτης (ο αποκτών) δίπλα στον αρχικό οφειλέτη (τον μεταβιβάζοντα). Η διασφάλιση του δανειστή δεν επιτυγχάνεται με τη διατήρηση της υπεγγυότητας του ενεργητικού ορισμένης περιουσίας, μεταβιβαζόμενης από τον αρχικό οφειλέτη σε κάποιο άλλο πρόσωπο, αλλά με τη δημιουργία μιας πρόσθετης προσωπικής οφειλής του αποκτώντος την επιχείρηση ή την περιουσία, ο οποίος, πάντως, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, υπέχει υποχρέωση ως εις ολόκληρον οφειλέτης, όχι απεριορίστως, αλλά μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων (ευθύνη pro viribus, ήτοι ευθύνη δια της όλης ιδίας περιουσίας του αποκτώντος, αφού πρόκειται για σωρευτική ex lege αναδοχή χρέους. Ο περιορισμός της ευθύνης του αποκτώντος προκύπτει από την ίδια τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, που επιτάσσει την αναγωγή της ευθύνης «έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων», ενώ επιρρώνεται και από τελεολογικής υφής σκέψεις. Τούτο διότι, ως έχει λεχθεί, στόχος του νομοθέτη ήταν η προστασία της θέσης των δανειστών, όχι όμως και η άκριτη και άκρατη υπερπροστασία τους. Δια της θέσπισης του ποσοτικού αυτού περιορισμού επιχειρείται -επιτυχημένα ή μη- μια κάποια εξισορρόπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων (ΕφΠειρ 682/2004 ΕΝΔ 32 433, ΕφΠειρ 702/1994 ΕλλΔνη 36 677, Φ. Δωρής, Η νομική θέση των δανειστών του πλοίου σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας του, εις 1ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου, Η Προστασία των Ναυτικών Δανειστών, Πειραιάς, 28 – 30 Μαΐου 1992, Πρακτικά και Εισηγήσεις, σ. 305 επ., Γ. Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης – Ένταξη της ΑΚ 479 στο σύστημα προστασίας των δανειστών από την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, 1997, σ. 335 επ.).  Περαιτέρω η εταιρία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρίας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει, όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπιστούν, σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 1150/2021 δημ. σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Γίνεται δε δεκτό ότι δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους τύπους κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί, όμως, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρίας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της με την έννοια ότι η εταιρία αλλά και οι βασικοί μέτοχοι της παραμένουν οφειλέτες που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση, είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε, εκδοχή, δηλαδή αν αποκλειστεί η ευθύνη της εταιρίας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ’ αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται, όμως, γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεστούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρία στον βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από τον μέτοχο αυτόν ή εταίρο στην εταιρία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερόμενου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1832/2022, ΑΠ 781/2018, 1369/2018).

Με τον τρίτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αξίωσε απόδειξη περί του χρόνου και του τρόπου που έλαβε χώρα η μεταβίβαση της περιουσίας ισχυριζόμενη ότι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η μεταβίβαση των στοιχείων της επιχείρησης δεν είναι κρίσιμος, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι οποτεδήποτε κι αν έλαβε χώρα η μεταβίβαση εντός του χρονικού διαστήματος από τα τέλη του 2013 έως τις αρχές του 2014, καθώς το ληξιπρόθεσμο χρέος ύψους 157.804,29 ευρώ όχι μόνο είχε καταστεί απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, αλλά από έτος 2012 είχε κιόλας καταστεί αντικείμενο δικαστικής διεκδίκησης. Ότι επίσης δεν ενδιαφέρει ο τρόπος μεταβίβασης ούτε επηρεάζει το ορισμένο και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, διότι η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη και είναι αδιάφορο αν είναι έγκυρη η μεταβίβαση ή αν έχει ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά το σημαντικό είναι ότι έλαβε χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση των στοιχείων που απαρτίζουν την επιχείρηση και με τον τρόπο που αρμόζει σε καθένα από αυτά. Ότι επιπλέον και αναφορικά με το χρόνο που αξίωσε η εκκαλουμένη, ότι στις 20.3.2014 εκδόθηκε η απόφαση του Εμποροδικείου των Παρισίων σε βάρος της υπό εκκαθάριση επε την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη. Ο λόγος εφέσεως κατά το μέρος που δεν ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η ήδη υπό εκκαθάριση επε με την επωνυμια “………………….” μεταβίβασε το σύνολο της επιχείρησης της στην εναγομένη περί τα τέλη του έτους 2013 με αρχές του επόμενου έτους και ότι η εναγομένη συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης αποκτώντας το σύνολο, άλλως το βασικό πυρήνα των περιουσιακών στοιχείων αυτής, διατηρώντας την ταυτότητα της επιχείρησης, συνεχίζοντας τη δραστηριότητα στην ίδια έδρα με τον ίδιο σκοπό, υπό τον ίδιο διακριτικό τίτλο με τα ίδια στοιχεία επικοινωνίας, domain name, email, γνωρίζοντας ότι το χρόνο της μεταβίβασης αποκτούσε τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ καθώς για να μεταβιβαστεί επιχείρηση θα έπρεπε να μεταβιβαστεί τόσο το ενεργητικό όσο και το παθητικό της. Τα στοιχεία που αξίωσε η εκκαλουμένη ότι έπρεπε να αποδειχθούν και απέρριψε την αγωγή κρίνοντας τα αναπόδεικτα ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά, και εξάλλου με τις παραδοχές της δεν απαίτησε σε ασυμφωνία με το νόμο τύπο για την μεταβίβαση περιουσία , ο χρόνος δε που έκρινε ότι έπρεπε να αποδειχθεί, ήταν σημαντικό στοιχείο που πράγματι έπρεπε να αποδειχθεί προκειμένου να κριθεί αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 479 του ΑΚ. Τούτο δε διότι εφόσον το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης δηλαδή η πελατεία είναι άυλο, ο προσδιορισμός του χρόνου απαιτήθηκε ώστε να προσδιοριστεί ειδικότερα ο τρόπος της επικαλούμενης μεταβίβασης της επιχείρησης, της οποία γινόταν επίκληση στην αγωγή. Οι εμφανιζόμενοι όμως ισολογισμοί και τα οικονομικά στοιχεία των δύο εταιριών σε συνδυασμό με την ταυτότητα της έδρας και των στοιχείων επικοινωνίας κλπ από μόνα τους δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν αποδεικτικά τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία αναφορά γινόταν για τις οφειλές της επιχείρησης, δηλαδή το πώς συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί το παθητικό αυτής. Τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά περί κρυφής μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης άυλου ή μη θα συνιστούσαν κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της επε και λόγος άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της αε εναγομένης, ώστε να ευθύνεται η τελευταία για το παθητικό της επε. Όμως α) πρωτίστως τέτοιο αίτημα δεν εμπεριεχόταν στο δικόγραφο της αγωγής αφού δεν αναφερόταν ότι χρησιμοποιήθηκε η νομική προσωπικότητα της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ήδη εφεσίβλητης για να καταστρατηγηθεί ο νόμος ή να προκληθεί με δόλο ζημία στην ενάγουσα ήδη εκκαλούσα  ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεών της εταιρείας µε την τότε επωνυμία «…………………» και τον διακριτικὀ τίτλο ………………. που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε «………………….» που επίσης είναι υπό εκκαθάριση, η οποία διατηρούσε συνεργασία με την πτωχεύσασα εταιρία ή  ότι υπήρξε ανεπαρκής χρηματοδότηση του προηγούμενου νομικού προσώπου δηλαδή και ότι μεταφέρθηκαν έτσι αθέμιτα στους δανειστές, μεταξύ των οποίων και η πτωχεύσασα εταιρία οι κίνδυνοι από την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ότι αθέμιτα χρησιμοποιήθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία και μάλιστα με συγκεκριμένες ενέργειες των εταίρων φυσικών προσώπων η εταιρική περιουσία της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης  εταιρίας με τη διοχέτευση των κεφαλαίων στην εναγομένη και η αφηρημένη έκθεση των ισολογισμών και λογαριασμών οικονομικών αποτελεσμάτων την αναφερόμενη στην αγωγή περίοδο δεν αρκεί, και τέλος ότι υπήρξε σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιριών, ενώ β) το βασικότερο είναι ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εναγόμενα θα έπρεπε να είναι και τα φυσικά πρόσωπα και όχι μόνο η εταιρία καθώς όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη με την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου η νομική προσωπικότητα της εταιρίας δεν καταλύεται αλλά διατηρείται και παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της με την έννοια ότι η εταιρία αλλά και οι βασικοί μέτοχοι της παραμένουν οφειλέτες που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση, είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Διότι το αντίθετο δηλαδή να αποκλειστεί η ευθύνη της εταιρίας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ’ αυτούς, θα ήταν παράδοξο  διότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερόμενου, αλλά έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες και προκύπτει αυτοδικαίως λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς. Επομένως, αφού συμπληρωθεί κατά το μέρος αυτό η αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο σχετικός λόγος εφέσεως θα απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αφού δεν υφίσταται προς εξέταση άλλος λόγος εφέσεως, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και εξ αυτού του λόγου παρέλκει και η εξέταση του ισχυρισμού περί παραγραφής που προτάθηκε από την εφεσίβλητη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων μερών λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό …………….. ποσού 100 ευρώ στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων την από 3.10.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 και προσδιορισμού …………../2024 έφεση, κατά της με αριθμό 3534/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών από το Ναυτικό τμήμα κατά την τακτική διαδικασία επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2019 αγωγής

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου εφέσεως με αριθμό ………. ποσού 100 ευρώ, στο δημόσιο ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων μερών

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  14 Ιανουαρίου  2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ